Archive for the ‘Uncategorized’ Category

AΛΛΑΓΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ.

Γνωστοποιούμε στους αγαπητούς αναγνώστες ότι Το ιστολόγιο -ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ -μεταφέρεται στην διεύθυνση

fdathanasiou.wordpress.com

με τον νέο τίτλο

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ.

Ο διαχειριστής

dosambr

Advertisements

27-12-537 μ.Χ ( 1.473 χρόνια πριν)

27-12-537 μ.Χ.- Τελούνται τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Σοφίας από τον Πατριάρχη Ευτύχιο και τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό.


Ο ιστορικός Θεοφάνης και ο ανώνυμος χρονογράφος περιγράφουν τα εγκαίνια που τελέστηκαν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Τότε και σύμφωνα με το θρύλο, μόλις ο Ιουστινιανός αντίκρισε τελειωμένο το ναό προχώρησε μόνος μέχρι τον άμβωνα, εξέτεινε τα χέρια του προς τον ουρανό και ανέκραξε: «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε Σολομών!», θέλοντας έτσι να εκφράσει το θαυμασμό του για το μνημείο το οποίο ήταν πιο θαυμαστό από τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα.


Πολλοί οι αντίχριστοι, αόρατα τα χαράγματα

«Mή ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω», (Ιωάν. ιδ 27)
του Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, ιεροκήρυκος

 

Ο απόστολος Παύλος ανησυχούσε για τους χριστιανούς, για τα πνευματικά του παιδιά, μήπως τεντώσουν τα αυτιά τους να δεχτούν τα απατηλά μηνύματα εκείνων, που ήσαν «κνηθόμενοι την ακοήν» (A  Tιμ. δ  3).

Ο Xριστός της πρώτης και της δευτέρας Παρουσίας είναι ο Ήλιος. Aυτόν όποιος ακολουθεί, «ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ᾽ έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. η  12). Πολλοί παρασύρονται στην εξέτασι του μελλοντικού έκτακτου σημείου, που έχει ποικίλα ονόματα, και φυσικά δεν θα είναι τίποτε άλλο, παρά μια ακόμα έξαρσις του κακού.

✟ Πάντα το Φως, πάντα και το κακό.

✟ Πάντα υπάρχει έντασις του κακού.

Δεν είναι κακό να προσέχη κανείς την ποικιλώνυμη σατανικότητα. Kακό είναι ν᾽ αποπροσανατολίζεται. N᾽ αποσύρη το βλέμμα του από το πρόσωπο του Xριστού, και να τρομοκρατήται με κάποιον ερχόμενο αντίχριστο. «Mή τις υμάς εξαπατήση κατά μηδένα τρόπον» (B  Θεσ.  β  3).

✟ Kάθε άνθρωπος της αμαρτίας, που θέλει μάλιστα να παρασύρη στην άβυσσο τους άλλους, είναι υιός της απωλείας και άνθρωπος της αμαρτίας και αντικείμενος και αντίχριστος.

✟ Αν το πρόσωπο, που άλλοτε λέγεται «αντικείμενος», άλλοτε «υπεραιρόμενος», άλλοτε «άνθρωπος της αμαρτίας», άλλοτε «υιός της απωλείας», άλλοτε «ο κατέχων» (ο απόστολος Παύλος δεν χρησιμοποιεί τη λέξι «αντίχριστος»), είναι έκτακτο φαινόμενο, αυτό δεν καταργεί το άλλο, το απείρως σπουδαιότερο. Ποιό;

✟ Όποιος πηγαίνει θεληματικά κόντρα στο θέλημα του Θεού, γίνεται αντικείμενος. Ας θυμηθούμε για ποιό θέμα σε άλλη επιστολή του ο Παύλος αναφέρει το Διάβολο ως «αντικείμενον». Για το θέμα της τεκνογονίας. Λέει: «Bούλομαι νεωτέρας γαμείν, τεκνογονείν, οικοδεσποτείν, μηδεμίαν αφορμήν διδόναι τω αντικειμένω λοιδορίας χάριν» (A  Tιμ. ε  14).

Σήμερα οι λεγόμενοι ορθόδοξοι  χριστιανοί καταπατούν ασύστολα το θέλημα του Θεού για την παιδοποιΐα. Mετέρχονται τα πονηρότερα μέσα για ν᾽ αποφύγουν την τεκνογονία. Eίναι η δεν είναι, κατά τον Παύλο «αντικείμενοι»;

✟ Αν μια φορά μας ενδιαφέρη, ποιός σε κάθε εποχή είναι ο θρονιασμένος αντικείμενος, χίλιες φορές ας μας ενδιαφέρη να μη γινώμαστε εμείς αντικείμενοι στο Θεό, αντίχριστοι.

✟ Η θεοποίησις είναι από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Ο,τι θρονιάζεται στις καρδιές των πολλών είναι «θεός» για τον κόσμο.

Kάποτε «ο αντικείμενος και  υπεραιρόμενος», ως είδωλο, στήνεται και μέσα στους δικούς μας ναούς! Όχι διότι τους ναούς μας καταλαμβάνουν βάρβαροι και τους βεβηλώνουν, όπως συνέβη σε κράτη δεδηλωμένου αθεϊσμού.
Tό άλλο είναι χειρότερο: Mέσα στον ορθόδοξο Nαό στήνεται το είδωλο, ο «υπεραιρόμενος», αυτός που «κουμαντάρει» εγωιστικά τα πάντα, αυτός που «φιγουράρει» σαν παγώνι, αυτός που απαιτεί όλοι να τον προσκυνούν και να σκύβουν το κεφάλι σε κάθε ανοησία του. «Eις τον ναόν του Θεού ως Θεόν καθίσαι».

✟ Όταν θεοποιούνται οι τύποι, όταν θρησκειοποιήται η Εκκλησία, όταν εξωθήται ο Xριστός στο περιθώριο, όταν  αγνοήται το ευαγγέλιό Tου, τότε δεν έχουμε αντίχριστη συμπεριφορά;

✟ Αντί να δίνουμε, λοιπόν, σημασία στα «αντικείμενα», ας προσέχουμε τα κείμενα, τα ιερά, τα θεόπνευστα  κείμενα της Αγίας Γραφής.

✟ Αντί να φοβώμαστε τον οποιονδήποτε  «αντικείμενον», να είμαστε ενωμένοι με τον «κείμενον», «ος εστιν Ιησούς Xριστός» (A  Kορ. γ  12).
Kαθένας, που δεν δέχεται το Xριστό ως σαρκωμένο Θεό, πολύ δε περισσότερο Tόν πολεμάει, είναι αντίχριστος. Έτσι λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στις Επιστολές του, που μόνο σ᾽ αυτές αναφέρεται το όνομα «αντίχριστος» (ούτε στην δευτέρα προς  Θεσσαλονικείς ούτε στην Αποκάλυψι αναφέρεται, όσο και αν επιμένουν οι κατ᾽ επάγγελμα αντιχριστολογούντες!). Λέει ο Ιωάννης: «Kαί νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν. Tίς εστιν ο ψεύστης, ει μη ο αρνούμενος ότι Ιησούς ουκ έστιν ο Xριστός; Oύτός εστιν ο αντίχριστος, ο αρνούμενος τον πατέρα και τον υιόν. Πας ο αρνούμενος τον υιόν ουδέ τον πατέρα έχει» (A  Ἰωάν. β   18-23).

✟ Σημασία δεν έχει η πολυπραγμοσύνη γύρω από το πρόσωπο του αντιχρίστου. Σημασία έχουν δυό σχετικά.

✟ Tό ένα: Πάντοτε μισούνται και  πολεμούνται οι αληθινοί χριστιανοί.

✟ Tό άλλο: Oι χριστιανοί στηρίζονται  όχι στον αντίχριστο, αλλά στο Xριστό.
Δυστυχώς, πολλοί τρομοκρατούν τους  ολιγοψύχους με τον «αντίχριστο».

✟ Ο πιστός δεν πολυπραγμονεί γύρω απ᾽ την άπαξ αναφορά του Παύλου σ᾽ ένα μυστηριώδες πρόσωπο σατανικής συμπεριφοράς και σατανικού ιμπεριαλισμού, αλλ᾽ ασχολείται με το αυτονόητο έργο όλων των σκοτεινών δυνάμεων όλων των αιώνων.

Ξέρετε πως μοιάζουμε;

Mάς έχουν κυκλώσει πολλές φλόγες και ενώ καιγόμαστε, εμείς δεν ασχολούμαστε με το πως θα γλυτώσουμε απ᾽ το στόμα τους η πως θα τις σβήσουμε, αλλά τρέμουμε μια μόνο φλόγα που… κάποτε θα έρθη!
Mεγαλύτερη επιτυχία του μεγάλου Αντιχρίστου, του Διαβόλου, από αυτήν δεν υπάρχει! Kαιγόμαστε από τους  πολλούς αντιχρίστους του, και εκείνος μας έπεισε να μη τους φοβώμαστε, αλλά να τρέμουμε κάποιον που… θα έρθη!
Kαί στην κόλασι ακόμα οι απρόσεκτοι  και περίεργοι «χριστιανοί» θα τσακώνωνται για το ποιός είναι τελικά και  αν ήρθε η δεν ήρθε στη γη ο αντίχριστος!
Mερικοί έχουν καταληφθή από άγχος, ότι δεν θα μπορούν πια να κάνουν τίποτε, αφού μάλιστα είναι… σίγουρο, ότι θα προσπαθήσουν να τους σφραγίσουν με κάποιο «χάραγμα» του αντιχρίστου, ότι  θα μεταβληθούν αυτόματα σε άβουλα νούμερα, σε αγέλη κάποιου αριθμού!
Αλλοίμονο!

✟ Tότε, που πάει το  Aίμα της Kαινής Διαθήκης;

✟ Που πάει η παντοδυναμία του Xριστού;

✟ Που πάει η ελευθερία του ανθρώπου;

✟ Που πάει η χάρις του Θεού, που τα «πάντα ισχύει» (Φιλιπ. δ  13) ο πιστός;

✟ Που πάει η βεβαιότητα, ότι θα καταλυθή το κράτος του αντιχρίστου Διαβόλου τελείως;
Ο πιστός χριστιανός, ένα φοβάται: Nά μη παραδοθή στους πειρασμούς και θελήση μόνος του να γίνη άβουλο νούμερο σκοτεινών δυνάμεων. Δεν φοβάται την υποδούλωσι της βουλήσεώς του κατά τον οποιονδήποτε μαγικό τρόπο. Γιατί κάτι τέτοιο δεν γίνεται.
Δεν ταράζεται από το σύνδρομο της θρησκευτικής τρομοκρατίας, που έχει καταλάβει αστήρικτους και ανόητους.  Στηριγμένος ο πιστός σε όσα η Γραφή βεβαιώνει, κάπως έτσι αντιστέκεται:
―Φύγετε της εσχατομανίας τα παιδιά, που θέλετε να με τρομάξτε με τον ερχομό του… αντιχρίστου! Εγώ έχω το δικό μου Kύριο, το Xριστό μου, που ήρθε. Kαί Tόν περιμένω να ξανάρθη για να πάρη ακόμα πιο κοντά Tου όλους τους  ευσεβείς. «Ο Kύριος εγγύς»!
Tίς σκιές δεν τις φοβάμαι! Mήτε τα «μορμολύκια» και τα φαντασιοκοπήματα. Zώ στο φως της αλήθειας. Ανήκω στο στρατό του Ιησού, στην Εκκλησία της χαράς και της ελευθερίας.

* * *
Mέ αφορμή κάποια καινούργια «ταυτότητα», που έχει χαρακτηριστή «κάρτα του πολίτη» μερικοί ταράζονται. Mιλάνε για το «χάραγμα» κάποιου θηρίου, που το έχουν βαφτίσει  «αντίχριστο»!
Tό ότι η λέξις «αντίχριστος» δεν υπάρχει στην Αποκάλυψι είναι πασίγωστο. Tό ότι για πολλούς αντίχριστους μιλάει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην πρώτη του Επιστολή (β  18-23), και αυτό είναι πασίγνωστο. Όπως επίσης πασίγνωστο και αυτονόητο είναι, ότι από την εποχή του Kυρίου μέχρι τη συντέλεια του κόσμου ήρθαν, έρχονται και θα έρχωνται μυριάδες  αντίχριστοι, όλοι όσοι αρνούνται το Xριστό ως Σωτήρα, όσοι πολεμούν το Xριστό και τους χριστιανούς, όσοι ασεβούν στο Eυαγγέλιο του Ιησού Xριστού.
Εκείνο, που δεν έχουν προσέξει πολλοί είναι τα άγια χαράγματα. Mιλάνε μόνο για το ένα χάραγμα του θηρίου, και  καμμιά μνεία δεν κάνουν για τα πολλά σφραγίσματα του Θεού στους πιστούς. Ας αναφέρουμε μερικά:

✟ «Kαί ερρέθη ταις εξουσίαις (των ακρίδων), Ίνα μη αδικήσωσι τον χόρτον της γης ουδέ παν χλωρόν, ουδέ παν δένδρον, ει τους ανθρώπους οίτινες ουκ έχουσι την σφραγίδα του Θεού επί των μετώπων αυτών» (Αποκ. θ  4). Δηλαδή:  Eίπαν στις ακρίδες να μη βλάψουν το χορτάρι της γης ούτε κανένα χλωρό, ούτε κανένα δέντρο, παρά μόνο να βλάψουν ανθρώπους, που δεν έχουν την σφραγίδα του Θεού στα μέτωπά τους!

✟ Έχουν οι χριστιανοί καμμιά σφραγίδα στο μέτωπό; Kανένα χάραγμα; Όχι. Άρα δεν είναι χριστιανοί; Eίναι, αφού το χάραγμα είναι συμβολικό και αόρατο.

✟ Έχουμε καμμιά σφραγίδα στο μέτωπό; Άρα δεν είμαστε χριστιανοί! Kαί όμως είμαστε. Eίχαν καμμιά σφαγίδα στο μέτωπό τους οι άγιοι μάρτυρες; Όχι. Άρα δεν ήσαν χριστιανοί! Ασφαλώς ήσαν.  Eίχαν το σφράγισμα και το χάραγμα, αλλ᾽  αόρατο!

✟ Γιατί, λοιπόν, το ευλογημένο σφράγισμα και χάραγμα, για το οποίο μιλάει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψι και στα ζ , θ , και ιδ  κεφάλαια, είναι συμβολικά και αόρατα, και μόνο το σφράγισμα του θηρίου (Αποκ. ιγ  16) θα είναι ορατό και πραγματικό; Εξηγήστε οι ταράζοντες τον κόσμο, γιατί;
Mόνο στον εγκέφαλο πλανεμένων και ακραίων προτεσταντών της Αμερικής μπορεί να αναζητηθή εξήγησις. Tό πως τώρα από κει ήρθε εδώ, αυτό είναι ένα άλλο μυστήριο, επτασφράγιστο, η  μάλλον μια επιτυχία του αντιχρίστου, του Διαβόλου.

✟ Mέ το εισιτήριο του ουρανοπολίτη ασχολούνται οι άγιοι. Δεν είμαστε της γης αυτής πολίτες. Λέει ο ιερός Xρυσόστομος: «Oυκ ει πολίτης, αλλ᾽ οδίτης ει και οδοιπόρος. Mή είπης• Έχω τήνδε την πόλιν, και έχω τήνδε. Oυκ έχει ουδείς πόλιν. Η πόλις άνω εστί» (E.Π.E. 33, 120). Mετάφρασις: Δεν είσαι  πολίτης, αλλά διαβάτης και οδοιπόρος. Mήν πης, έχω αυτή την πόλι η έχω την άλλην. Kανένας δεν έχει πόλι, μόνιμη κατοικία. Η πόλις μας είναι πάνω.

✟ Oι χριστιανοί είναι:
Oυρανοδρόμοι. Πορεύονται προς τον ουρανό, περπατώντας στη γη. «Oυκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ  14).
Oυρανοπολίτες. «Tά άνω φρονούμεν, ου τα επί της γης» (Kολοσ. γ  2).
Oυρανοδείκτες. Δείχνουμε στους πεζοπόρους και ταλαιπώρους του κόσμου, πως το «πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλιπ. γ  2).

✟ Περπατάμε με σκοπό και στόχο τον ουρανό: «Kατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ  14). Περπατάμε με διπλή σφραγίδα στο  μέτωπο.
Η μια είναι η δική μας : Η ομολογία. Η άλλη του Xριστού. Η χάρις. Nαί, δέχομαι το χαραγμα του Αγίου Πνεύματος.

✟ Έχουμε και άλλο άγιο σφράγισμα στην Αποκάλυψι. Δόθηκε εντολή στους τέσσερις αγγέλους: «Mή αδικήσητε την γην μήτε την θάλασσαν μήτε τα δένδρα, άχρις ου σφραγίσωμεν τους δούλους του Θεού ημών επί των μετώπων αυτών. Kαί ήκουσα τον αριθμόν των εσφραγισμένων• Εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες εσφραγισμένοι εκ πάσης φυλής υιών Ισραήλ….» (Αποκ. ζ  2).
Oι δούλοι του Θεού έχουν χάραγμα στο μέτωπο; Όχι. Kαί όμως είναι χριστιανοί. Bέβαια παρακαλούν: «Mή εισενέγκης  ημάς εις πειρασμόν».
Σε τι διαφέρει ο πειρασμός από οποιαδήποτε εξωτερική επέμβασι άλλου; Στον πειρασμό ενδίδει η ελευθερία μας. Στην άλλη επέμβασι η επιρροή δεν λειτουργεί η ελευθερία. Mέ μαγικό τρόπο ούτε κακό ούτε καλό μπορούν να μας κάνουν.

✟ Bέβαια λογαριάζουμε τους αντίχριστους, τις αντίχριστες, τα αντίχριστα. Όσοι και όσα μας σερβίρουν τη διαφθορά και την διαστροφή της αλήθειας.

✟ Ο απόστολος Παύλος προσπαθούσε να χαραχτή στις καρδιές όλων «Ιησούς Xριστός εσταυρωμένος» (Γαλ.γ  1). Πως Tόν χάραζε; Mέ την αόρατη χαρακτική τέχνη. Mέ το χρωστήρα του λόγου του.

✟ Oι χριστιανοί δεν φοβόμαστε τον έναν αριθμό, έστω και αν αυτός είναι 666 η 777 η 888! Tά αναρίθμητα αμαρτήματά μας  φοβόμαστε.

✟ Oι χριστιανοί δεν φοβόμαστε τον αντικείμενον. Στηριζόμαστε στον κείμενον, «ος εστιν Ιησούς Xριστός» (A  Kορ. γ  12). Oι χριστιανοί δεν δίνουν σημασία στα «αντικείμενα».  Προσέχουμε τα κείμενα, τα ιερά, τα  θεόπνευστα κείμενα της Αγίας Γραφής.

✟ Oι χριστιανοί ένα χάραγμα ποθούν. Nά γραφτή το όνομα τους στον κατάλογο του ουρανού (Λουκ. ι  20).

http://www.amen.gr

H σφαγή των νηπίων.

Ματθ. β’ 13-23

13 Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. 14 Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, 15 καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου. 16 Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. 17 τότε ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· 18 Φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν. 19 Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ 20 λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. 21 ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ. 22 ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας, 23 καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.

Η εορτή προς τιμήν «τών 14.000 αναιρεθέντων νηπίων», αποτελεί για πολλούς απίστους σκάνδαλο, καθώς ο αριθμός τών νηπίων που δολοφόνησε ο Ηρώδης για να σκοτώσει τον Χριστό, ήταν πολύ μικρότερος. Όμως οι άνθρωποι αυτοί, αγνοούν όχι μόνο τη βαθύτερη σημασία τού γεγονότος τής σφαγής τού Ηρώδη, αλλά και τις συμβολικές διαστάσεις τού αριθμού αυτού.

Τι δείχνει η ιστορία

 

Υπό τους αυστηρούς όρους τής επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ο αριθμός τών 14.000 θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημουργεί – ακόμα και για τα δεδομένα τού δολοφόνου Ηρώδη- ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος – σύγχρονος των Ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη – και άρα καλός γνώστης τής εποχής των ευαγγελικών γεγονότων – η κωμόπολη τής αρχαίας Βηθλεέμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χιλίους κατοίκους. Η σφαγή των αρρένων νηπίων «από διετούς και κατωτέρω» δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 η το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή τής συγκεκριμένης περιοχής.

Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έσω και  υποθετική απειλή τής εμφανίσεως ενός διεκδικητή τού θρόνου. Η «αναίρεση» μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε «παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο» στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο των θυμάτων τής καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση τής Ρώμης στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα των Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός «αναιρεθέντων νηπίων». Η αναφορά στη σφαγή «χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων» αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση τής Εκκλησίας μας – από το εορτολογικό Συναξάρι τής συγκεκριμένης ημέρας – και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο των Μαρτύρων τής Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και «αναρίθμητοι» μάρτυρες τής Χριστιανικής πίστεως. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει επομένως στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική, και μια ιδιαίτερη «συμβολική» παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

 

Η Θεολογική σημειολογία τού αριθμού τών «αναιρεθέντων νηπίων».

Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν επέχουν θέση «χρονικών» ή απλών «δημοσιογραφικών εκθέσεων» επί των ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση των πιστών στο πλαίσιο τού κατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου τής Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή των νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση τής σημειολογίας των γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση.

Στην παράδοση τού Ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία τής Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το «ιστορικό» προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και «σφαγής». Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση τού βιβλίου τής Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ τής Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό των αγοριών των Ισραηλιτών, μια πραγματική γενοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση τού αριθμού τον δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα.

Το στοιχείο αυτό αξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς τής Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα τής ερμηνευτικής «προτύπωσης» για την παράλληλη θεολογική προσέγγιση και ερμηνεία τού αντίστοιχου γεγονότος τής σφαγής τών νηπίων από ένα «νέο Φαραώ», τον αλλόθρησκο και μισητό βασιλιά τής Ιουδαίας Ηρώδη.

Όπως ο παλιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπαλες δυνάμεις τού σκότους και τής καταπίεσης αντιδρώντας στα «σημεία» τής εφαρμογής τού σχεδίου τού Θεού για τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση τού Ισραήλ, και όπως φόνευσε παιδιά για να μην γεννηθεί ο πρώτος προφήτης τής Εξόδου ο Μωυσής, έτσι και ο Ηρώδης ως «νέος Φαραώ» ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δυνάμεις. Παρεμποδίζει την έλευση τού Σωτήρα τού κόσμου και την ιστορική καταξίωση τού νέου Ισραήλ τής Εκκλησίας.Κατά το Ευαγγέλιο τού Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χριστός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος τού Θεού για τη σωτηρία τού κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παράφρονα τρόπο «ζητεί την ψυχήν τού Παιδίου», φανερώνεται με τις ενέργειές του ωςεκπρόσωπος τών δυνάμεων τού κακού και παρουσιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου (Δες Αποκάλυψη κεφ. 12/ιβ΄). Ο ισχυρός τού παρόντος, όμως, είναι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικητής.

Το γεγονός τής σφαγής των νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προοπτική, εφόσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ των «σημείων των εσχάτων» που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή τού κακού και την επικράτηση τού καλού.Σε αυτή τη γραμμή τής θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή των νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία τού Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγείλει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: «Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν» (Ιερεμίας 31/λα΄ 15).

Ο ιστορικός ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση τής προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμηνευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός τού «θρήνου, τού κλαυθμού και τού οδυρμού» τής Βηθλεέμ (Ματθαίος 2/β΄ 18). Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο τού παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιησού τού Ναυή οδήγησαν το λαό τού Θεού μακριά από την Αίγυπτο και την «αιγυπτιώδη αναλευθερία», από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη τής επαγγελίας και τής ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας «νέος Μωυσής» και «νέος Ιησούς» θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη τής επαγγελίας, προς μια εσχατολογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν τοθεολογικό συμβολισμό και την «προτύπωση» γεγονότων, ότι «εξ Αιγύπτου» και πάλι ο Θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη «έξοδο» στην ιστορία των νέων χρόνων (Ματθαίος 2/β΄ 15).

Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες τής Εκκλησίας, κάνουν εκτεταμένη χρήση των θεολογικών πλέον όρων «Αίγυπτος» και «Φαραώ» στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή τού Θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο τής σφαγής των νηπίων τής Βηθλεέμ, αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη «κάθοδος τού Υιού τού Θεού στον Άδη». Εκεί, στον «Άδη τής Αιγύπτου», ο Ιησούς Χριστός ως «νέος Μωυσής» θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική «έξοδο» προς τη νέα γη τής επαγγελίας, τη Βασιλεία τού Θεού. (Δες Δευτερονόμιο 18/ιη΄ 15, όπου ο Μωυσής λέει: «προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε»).

 

Νωπογραφία στη Μονή της Χώρας στην Βασιλεύουσα

Ο αριθμός 14.000

Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση τής Ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο τού ιερού αριθμού 7 των Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθολικότητα.

Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιερό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιησούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται συμβολικά σε 144.000 (Αποκάλυψις 14/ιδ΄ 1 και 7/ζ΄4). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση, δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό τής καθολικότητας τής Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες.

Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι, εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα τής Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη, συντάσσονται με τους εκάστοτε «Φαραώ» και «Ηρώδεις» τής ιστορίας.Η αναφορά τού ευαγγελιστή στο γεγονός τής σφαγής και τής θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον εναργή τρόπο, ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυριαρχούμενο από το ρεαλισμό τής βίας, τής ανελευθερίας, των καταπιέσεων και των διωγμών. Οι ισχυροί «Φαραώ» και «Ηρώδεις» που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες των λαών, εκπροσωπούν τις αντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος των αδυνάτων.Το Θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθόρισε το πρότυπο τής μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολουθήσουν πιστά τα ίχνη Του, μέχρις εσχάτων τού ιστορικού χρόνου.Η ιστορία τής Εκκλησίας με το πλήθος των μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμία αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές τής αλήθειας και τους μάρτυρες τής ελευθερίας.

Δια της αφήγησης τού περιστατικού τής σφαγής των νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς «Ηρώδεις» ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα τού «εσφαγμένου Αρνίου» και αθώα νήπια, γίνονται μάρτυρες τής αλήθειας «από καταβολής κόσμου»; (Αποκάλυψις 13/ιγ΄ 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο Χριστιανισμός δια τών ιερών του κειμένων.

Όλα σχεδόν τα παραπάνω, λήφθηκαν από το άρθρο τού ομότιμου καθηγητή τής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Π. Πατρώνου, με τίτλο: «Η σφαγή τών νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη», που δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό «Ιστορικά» (Νο 216), τής Ελευθεροτυπίας 18 Δεκεμβρίου 2003 σελ. 34-41.

Σημείωση: Για λεπτομερέστερη ιστορική και θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση τού γεγονότος τής σφαγής τών νηπίων βλ. Γεωργίου Π. Πατρώνου: «Η ιστορική πορεία τού Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο)» Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, σ. 580.

Πηγή :http://www.oodegr.com/oode/grafi/kd/nipia.htm


Χριστούγεννα στη σπηλιά – Φώτη Κόντογλου. Κ

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί.

Μα εκείνη τη χρονιά, οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση.

Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ’ αστραπές.

Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε, και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωί, ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ’ έπιασε κ’ έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ’ έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα, και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ’ εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές. Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ’ οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος! Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ’ άρμεγμα, και κοιτάζανε το μαντρί νά ‘ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο. Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη, κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ’ ήτανε λημέρι των ληστών. Απ’ έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι. Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα – νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά, κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ’ ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ’ επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ’ ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες, κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει. Θά ‘τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά ‘τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή.

Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί, και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα. Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού ‘χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ’ άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ’ άλλα σκυλιά. «Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά. Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.

-«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ’ η συντροφιά του.

-«Καλώς ορίσατε!» Τους πήγανε στη σπηλιά.

-«Μωρέ, τ’ είν’ εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε. Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

-«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό ‘λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια – Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ’ επειδή ξέραμε απ’ άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά ‘ρθουμε στ’ αρχοντικό σας… Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι! Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το ‘κανε!» Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ’ έτρεμε σαν θερμιασμένο. -«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!» Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.

Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά: Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας. Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε». Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ’ έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο! Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ’ το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε. Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ’ έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ’ είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του. Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ’ Άγιον Όρος για ελέη, κ’ ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορος στο Όρος, κ’ ήτανε από τη Θεσσαλία. Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ’ έξω από το Ταλιάνι.

Ο καιρός σκύλιαξε, κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να ‘μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα. Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ’ επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ’ – Απόστολο με τον μούτσο. Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία. «Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο…», φτάξατε κ’ εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»! Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς. Στο μεταξύ ο πάτερ – Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ’ είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του: «Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ’ έκανε τον σταυρό του. Ο πάτερ – Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ’ είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ’ ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.» Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο. Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ’ η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ’ ύστερα ξυπνούσε κ’ έψελνε μαζί με τη συνοδεία. Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν». (Από το βιβλίο: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου).

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ

Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Μέσα εἰς τὴν ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπικρατοῦσαν τελευταίως σκοτεινὴν ἀτμόσφαιραν τῆς σοβούσης ποικίλης κρίσεως, οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, ἠθικῆς καί, κυρίως, πνευματικῆς, ἡ ὁποία πολὺν θυμόν, πολλὴν πικρίαν, πολλὴν σύγχυσιν, πολλὴν ἀγωνίαν, πολὺ ἄγχος, πολλὴν ἀπογοήτευσιν καὶ πολὺν φόβον διὰ τὴν αὔριον προξενεῖ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, γλυκεῖα ἀκούεται ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας:

«Δεῦτε, πιστοί, ἐπαρθῶμεν ἐνθέως καὶ κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκὴν ἄνωθεν ἐν Βηθλεὲμ πρὸς ἡμᾶς ἐμφανῶς…»
(Ἰδιόμελον ΣΤ΄ Ὥρας Χριστουγέννων).

Πίστις ἀκλόνητος τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν παρακολουθεῖ ἀφ’ ὑψηλοῦ καὶ ἀδιαφόρως τὴν πορείαν τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν Του ὑπὸ τοῦ ἰδίου, αὐτοπροσώπως, πλασθέντος ἀνθρώπου. Τούτου ἕνεκα καὶ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου Του ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἡ «εὐδοκία» Του, τὸ πρώτιστον θέλημά Του, ἡ «προαιώνιος βουλή» Του. Νὰ ἀναλάβῃ ὁ Ἴδιος, ἐξ ὑπερβολῆς ἀγάπης, τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ποὺ ἔπλασε, καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ «θείας φύσεως κοινωνόν» (Β΄ Πέτρ. 1: 4). Καὶ τοῦτο, πρὸ τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων, πρὸ καὶ αὐτῆς τῆς πλάσεώς των! Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Πρωτοπλάστων, ἡ «προαιώνιος βουλὴ» τῆς Σαρκώσεως περιέλαβε τὸν Σταυρόν, τὸ Ἄχραντον Πάθος, τὸν Ζωοποιὸν Θάνατον, τὴν εἰς Ἅιδου Κάθοδον, τὴν Τριήμερον Ἔγερσιν, ὥστε ἡ παρείσακτος ἁμαρτία, ποὺ ἐδηλητηρίασε τὰ πάντα, καὶ ὁ λαθρεπιβάτης τῆς ζωῆς θάνατος νὰ τεθοῦν τελείως καὶ ὁριστικῶς ἐκποδών, καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπολαύσῃ ἀκεραίαν τὴν Πατρικὴν κληρονομίαν τῆς αἰωνιότητος.
Ἀλλ’ ἡ θεϊκὴ συγκατάβασις τῶν Χριστουγέννων δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ τῆς αἰωνιότητος. Ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ τῆς ἐπὶ γῆς πορείας ἡμῶν. Ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ εὐαγγελισθῇ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἦλθεν ἐπίσης εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν. Ἐχόρτασε θαυματουργικῶς κατ’ ἐπανάληψιν τὰ πλήθη τῶν ἀκροατῶν τοῦ λόγου Του, ἐκαθάρισε λεπρούς, ἐστερέωσε παραλύτους, ἐχάρισε τὸ φῶς εἰς τυφλούς, τὴν ἀκοὴν εἰς κωφοὺς καὶ τὴν ὁμιλίαν εἰς ἀλάλους, ἀπήλλαξε δαιμονισμένους ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, ἀνέστησε νεκρούς, ὑπεστήριξε τὸ δίκαιον τῶν ἀδικουμένων καὶ λησμονημένων, ἐστηλίτευσε τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν, τὴν πρὸς τοὺς πτωχοὺς ἀσπλαγχνίαν, τὴν ὑποκρισίαν καὶ τὴν «ὕβριν» εἰς τὰς ἀνθρωπίνας σχέσεις, ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπόδειγμα ἐθελουσίου κενωτικῆς χάριν τῶν ἄλλων θυσίας! Ἴσως ἡ διάστασις αὕτη τοῦ μηνύματος τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως πρέπει νὰ προσεχθῇ περισσότερον κατὰ τὰ σημερινὰ Χριστούγεννα. Πολλοὶ συνάνθρωποι καὶ συγχριστιανοὶ δοκιμάζουν φοβερὸν πειρασμὸν ἐκ τῆς σοβούσης κρίσεως. Εἶναι ἀναρίθμητοι αἱ στρατιαὶ τῶν ἀνέργων, τῶν νεοπτώχων, τῶν ἀστέγων, τῶν νέων μὲ τὰ «ψαλιδισμένα ὄνειρα». Ἀλλά, Βηθλεὲμ ἑρμηνεύεται «Οἶκος Ἄρτου»! Χρεωστοῦμεν, λοιπόν, οἱ πιστοὶ εἰς πάντας τοὺς ἐμπεριστάτους ἀδελφοὺς ὄχι μόνον τὸν «Ἐπιούσιον Ἄρτον», δηλαδὴ τὸν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εὑρίσκεται ἐσπαργανωμένος εἰς τὴν πενιχρὰν φάτνην τῆς Βηθλεέμ, ἀλλὰ καὶ τὸν καθημερινὸν ἐπιτραπέζιον ἄρτον τῆς ἐπιβιώσεως, καὶ ὅλα τὰ «ἐπιτήδεια τοῦ σώματος» (Ἰακ. 2: 16). Εἶναι ἡ ὥρα τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Εὐαγγελίου, ἐν ὑψηλῷ αἰσθήματι εὐθύνης! Ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούεται ἐντονώτερος καὶ ἀπαιτητικώτερος ὁ ἀποστολικὸς λόγος: «Δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου» (Ἰακ. 2: 18)! Ὁ καιρός, δηλ. ἡ εὐκαιρία, νὰ «ἐπαρθῶμεν ἐνθέως» εἰς τὸ ὕψος τῆς οἰκειούσης ἡμᾶς μὲ τὸν Θεὸν βασιλικῆς ἀρετῆς τῆς Ἀγάπης.
Ταῦτα ἀπὸ τῆς ἁγίας καὶ μαρτυρικῆς καθέδρας τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοῦ Χριστοῦ Πενήτων εὐαγγελιζόμενοι πρὸς τὰ ἀνὰ τὸν κόσμον τέκνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας τὴν θεϊκὴν συγκατάβασιν, τὸ ἄπειρον ἔλεος, τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χάριν τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου ἐνανθρωπήσαντος Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, Ὧι ἡ δόξα, τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Φανάριον, Χριστούγεννα ,βι’
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Είμαι γέννημα της δικής σου αναρχίας

Της Χαράς Νικοπούλου

Eίμαι παιδί του ’74… Όχι μη γελιέσαι Έλληνα… Δεν είμαι παιδί του πολυτεχνείου… δεn γεννήθηκα 17 Νοεμβρίου… Τη μέρα που γεννιόμουνα χανόταν για εμένα Έλληνες λοκατζήδες… εκεί στον τύμβο της μακεδονίτισσας… 22 Ιουλίου 1974… Ελλάδα είμαι δημιούργημά σου…
Μου είπες πως είμαι τυχερή, γιατί δεν γνώρισα τη χούντα… Μα με υποχρέωσες να ζω σε μια δημοκρατία που τη χούντα της κρατούσαν καλά οι δημοκράτες πολιτικοί της…
Μου έμαθες τα πρώτα Ελληνικά, με δασείες-περισπωμένες,… μα πριν καλά-καλά τα μάθω τα κατήργησες. ενώ ήμουν Δευτέρα δημοτικού…
Με έντυσες με μπλε ποδιά… αυτή για το σχολείο με τ’ άσπρο γιακαδάκι… κι όταν άρχισε να μου αρέσει την κατήργησες. Πάντα για το καλό μου, χωρίς να με ρωτήσεις…
Με έμαθες να λέω τον εθνικό ύμνο και πλήρωνες δασκάλους για να με μάθουν πως τιμιότερον απάντων εστί η πατρίς. Μα σαν μεγάλωσα άφησες τη σημαία να χαθεί στον βράχο των Ιμίων…
Με έβαλες να μάθω ιστορία για να μπω στο πανεπιστήμιο και αρχαία ελληνικά. Μα σήμερα μου λες πως η Μακεδονία είναι τα Σκόπια και η Θράκη μας Τουρκία…
Σαν έγινα έφηβη με έβαλες να δω τον Λάλα αλυσοδεμένο να χάνει τη ζωή του για εσένα… Και σήμερα εσύ δίνεις ιθαγένεια στον κάθε αλλοδαπό μα όχι στον Έλληνα τον σταυρό… για φαντάσου…
Μου δίδαξες σαν ήρωα και εθνάρχη τον Βενιζέλο… μα σαν έγινα δασκάλα τον βρήκα να προδίδει εσένα Έλληνα …θυμάσαι τον Γενάρη του 34…εκεί στη Σουηδία… προτείνει για το Νόμπελ της Ειρήνης τον σφαγέα των προγονών μου Κεμάλ…!!!
Μου ζήτησες να έχω κριτική σκέψη… μα έκοψες την έκθεση ως μάθημα και λογοκρίνεις τη σκέψη μου… Βλέπεις εγώ για εσένα είμαι ακραία…
Μου έμαθες στο σχολείο πως πρέπει να υπάρχει αξιοκρατία κι όταν σου ζήτησα να με αφήσεις στου χάρτη την πινέζα… εκεί στο Δέρειο… κι οχι στο Κολωνάκι… με ανάγκασες να βάλω μέσο τον πατέρα μου για να μη με διώξεις από εκεί…
Μου έμαθες προσευχή… μα τώρα πια μόνο για Χριστό δε θες να μου μιλήσεις..
Σου ζήτησα να πάω στην πρώτη τη γραμμή και μ’ άφησες μονάχη…
Μου έμαθες όμως καλά πως το Προξενείο κι όχι εσύ είναι εκεί και έχει όνομα… ε;… Ιλμή… ε;… Απτουραχήμ..ε;… Αλή..ε;… Μουαρέμ… ε;…
Μου ζήτησες να εργάζομαι σκληρά… για εθελοντισμό μιλούσες… μα όταν το ‘κανα κι αυτό έστειλες τους ”δραγουμάνους” να μου πουν πως δε θέλουν να κάνω επιπλέον μαθήματα στα πομακόπουλα γιατί σε ενοχλεί… τα παίρνω βλέπεις από την αγκαλιά του Προξενείου…
Και εγώ… εγώ μεγάλωνα μέσα σε μια αντίφαση… στο μαύρο και το άσπρο…
Μα χθες βρέθηκα κάτω στο υπόγειο του σχολείου… σε είδα εκεί κάτω Ελλάδα… ήσουν εκεί… πίσω απ’ τις κουτές. σκονισμένη… κοιτώ το άγαλμα του Αλέξανδρου αραχνιασμένο… μόνο εγώ και εσύ…η προτομή του μέγα Αλέξανδρου…
Δάκρυσα… πόνεσα…μα σε άκουσα Ελλάδα απ’ τη φωνή του…
”Ποιος είναι εθνάρχης” με ρωτά…”ο Βενιζέλος;.. ποιος αγωνίζεται σκληρά… ο Γιώργος απ’ τα ξένα;
Για σκέψου εσύ δασκάλα… με ξαναρωτά… αν τώρα εδώ μέσα, από την πόρτα έμπαινε και ερχόταν κι ο Κολοκοτρώνης… και μας ρωτούσες και τους δυο ποιο μέρος της Ελλάδας θα θυσιάζαμε στο χθες για χάρη της ειρήνης… Μακεδονία ή Ήπειρο… Θράκη ή το Αιγαίο…
Αναλογίσου εσύ δασκάλα… θα το σκεφτόμασταν πολύ;
Τι να διαπραγματευτώ… τη γη μου ή το νερό μου;… μα εσύ δασκάλα δίδαξες εκείνον ως εθνάρχη… και όχι εμάς …εμάς κλειδώνεις στα ”μπουντρούμια”…
Ελλάδα μες στις αντιφάσεις σου… ξεχνάς τα σύνορά σου και τον εχθρό ποτίζεις εδώ μέσα… προδότες ελληνόφωνοι… διαλέξτε επιτέλους τον Λεωνίδα αρχηγό…ή μήπως εφιάλτη;… κι ιστορία θα φερθεί ανάλογα εις τον καθένα…
Γέμισαν τάφοι με κορμιά πιλοτών… γιατί έχουμε ειρήνη!!!!
Γέμισε και η βουλή ελληνόφωνους απ’ την ελληνοτουρκική φιλία…
Φτάνει, δε θέλω πια να ακούω τη φωνή σας …γιατί πιστεύω στο έθνος μου κι όχι στο ”nation” που θα ’λεγε και ο ”μέγας” ο Γιωργάκης… το έθνος είναι ελληνικό, είναι ήθος και έθος ρωμιοσύνης… το ”nation” είναι η ”φύση” του… εκ γενετής προδότης…
Κι’ αν όλα αυτά δε σ’ άρεσαν ”λόγιε”, ”πολιτικέ” δημοκρατίας, να το θυμάσαι …
είμαι δημιούργημα της πιο παράλογης… δικής σου αναρχίας..

ΠΗΓΗ.http://kostasxan.blogspot.com