AΛΛΑΓΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ.

Γνωστοποιούμε στους αγαπητούς αναγνώστες ότι Το ιστολόγιο -ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ -μεταφέρεται στην διεύθυνση

fdathanasiou.wordpress.com

με τον νέο τίτλο

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ.

Ο διαχειριστής

dosambr

27-12-537 μ.Χ ( 1.473 χρόνια πριν)

27-12-537 μ.Χ.- Τελούνται τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Σοφίας από τον Πατριάρχη Ευτύχιο και τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό.


Ο ιστορικός Θεοφάνης και ο ανώνυμος χρονογράφος περιγράφουν τα εγκαίνια που τελέστηκαν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Τότε και σύμφωνα με το θρύλο, μόλις ο Ιουστινιανός αντίκρισε τελειωμένο το ναό προχώρησε μόνος μέχρι τον άμβωνα, εξέτεινε τα χέρια του προς τον ουρανό και ανέκραξε: «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε Σολομών!», θέλοντας έτσι να εκφράσει το θαυμασμό του για το μνημείο το οποίο ήταν πιο θαυμαστό από τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα.


Εμείς περιμένουμε τον Χριστό ή τον Αντίχριστο;



“ΣΥ ΕΙ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ Ή ΕΤΕΡΟΝ ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝ;”

του Πρωτοπρ. Βασίλειου Ε. Βολουδάκη

Η αγία μας Εκκλησία έκανε για μας, λίγο πριν από ταΧριστούγεννα μια αναδρομή στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, από της δημιουργίας του πρώτου ανθρώπου μέχρι της γεννήσεως του Χριστού. Από του Αδάμ έως Ιωσήφ του μνή­­τορος, ο οποίος στα κλειστά πνευματικά μάτια του τότε κόσμου, εφαίνετο ως άνδρας της Παναγίας, αλλά, στην πραγματικότητα ο Ιωσήφ ήταν απλώς ο προστάτης της για να μη θεωρηθή «κλεψί­γαμος» η Πανάχραντος Παρθένος, ενώ η Υπεραγία Θεοτοκος συνέλαβε τον Κύριο εκ Πνεύματος Αγίου και όχι από άνδρα.

Αυτή η αναδρομή, μέσα σε δεκατετράδες γενεών, μας δίνει την εικόνα του τότε κόσμου, αλλά, συνάμα, διαπιστώνουμε ότι μέσα σ’ αυτήν καθρεφτίζεται και ο τωρινός μας κόσμος.

Τότε, καθ’ όλα τα χρόνια, από Αδάμ μέχρι Ιωσήφ του μνήστορος, δοκιμάσθηκαν όλων των ειδών οι πολιτικοί σχεδιασμοί· βασιλεία, ολιγαρχία, δημοκρατία και άλλοι συναφείς και, όπως μας λέει ο Θείος Χρυσόστομος αλλά και μας διδάσκει η ιστορία, με κανένα από αυτά τα πολιτεύματα ο άνθρωπος δεν έγινε καλύτερος. Ούτε με τη βασιλεία έγινε καλύτερος, ούτε με την αριστοκρατία, ούτε με την ολιγαρχία, –κάτι σαν δικτατορία– αλλά ούτε και με τη δημοκρατία έγινε καλύτερος.

Ωστόσο ο κόσμος τότε είχε μια μοναδική προοπτική, που ήταν και το διακριτικό του γνώρισμα. Περίμενε τον Μεσσία! Περίμενε να σαρκωθή ο Θεός, περίμενε να εγκατασταθή η Βασιλεία των Ουρανών για να γίνη και η γη Ουρανός και Παρά­δεισος. Περιμέναν όλοι τον Μεσσία. Και αυτό που περιμένεις, αυτό βρίσκεις. «Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει». Αυτό που ψάχνουμε θα βρούμε. Τίποτε άλλο!

Η ιστορική αναδρομή της Εκ­κλησίας μας από Αδάμ μέχρι Ιωσήφ του μνήστορος μας υποχρεώνει να αναλογισθούμε ποιά ήταν η πορεία μας σαν ανθρώπινο γένος, από της Γεννήσεως του Χριστού, του νέου Αδάμ, μέχρι σήμερα.

Γιατί κι’ εμείς δοκιμάσαμε, στις δυο χιλιετίες που πέρασαν, όλα τα καθεστώτα. Και βασιλεία και ολιγαρχία και αριστοκρατία και δικτατορία και δημοκρατία. Και διαπιστώσαμε ότι, όχι μόνο δεν γίναμε καλύτεροι χάρις σε κάποιο πολίτευμα, αλλά και ότι η πορεία του ανθρωπίνου γένους, ασχέτως πολιτευμάτων, πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο! Στην εποχή μας, μάλιστα, έχουμε την δυνατότητα να επιβεβαιώσουμε αυτή τη διαπίστωση, αφού σε περίοδο δημοκρατίας (που θεωρείται το κορυφαίο πολίτευμα) σαράντα ετών σημειώθηκε η μεγα­λύτερη κοινωνική και ηθική κατάπτωση της Πατρίδος μας από της συστάσεώς της! Άρα, λοιπόν, τα λόγια του ουρανού που λένε «Μη πεποί­θατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ έστι σωτηρία», βρί­σκουν και τώρα την πλήρη εφαρμογή τους.

* * *

Το τραγικό της εποχής μας δεν είναι η κατρακύλα που έχει πάρει η κοινωνία, γιατί, όπως είπαμε, μέχρι Ιωσήφ του μνήστορος η κατρακύλα ήταν απίστευτη. Το τραγικό με εμας είναι ότι δεν περιμέ­νουμε τον Μεσσία, δεν περιμένουμε την Δευτέρα του Χριστού και ένδοξη Παρουσία, αλλά περιμένουμε τον Αντίχριστο! Όλη μας η σκέψη, η ανησυχία και ο τρόμος δεν είναι για το πως θα αρέσουμε στον Χριστό και πως θα γίνουμε φίλοι Του, αλλά ψά­χνουμε εναγωνίως για το πως θα γλιτώσουμε από τον Αντίχριστο. Και αυτό που ψάχνουμε, αυτό θα βρούμε. Αυτό για το οποίο αγωνιούμε, θα γίνη η μόνιμη αγωνία μας. Αυτόν που προσπαθούμε να αποφύγουμε, αυτός θα μας βρη. Γιατί αλλιώς τον περιμένουμε και αλλιώς θα μας έρθη!

Ποτέ στο παρελθόν της η Εκκλησία δεν ασχολήθηκε με τον Αντί­χριστο, ποτέ άλλοτε οι χριστιανοί δεν είχαν στραμμένη την προσοχή τους, σχεδόν εξ ολοκλήρου, στο πως θα προστα­τευθούν από τον Αντί­χριστο. Γιατί μία είναι η προστασία από τον Αντί­χρι­στο: να έχουμε τον Χριστό εντός και εκτός ημών!

Ο Αντίχρι­στος δεν είναι ένας αριθμός. Αν ήταν, τότε και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος έλαβε την «Αποκάλυψη», αλλά και οι συναπόστολοί του και οι μαθητές του αγίου Ιωάννου, θα κυνηγούσαν ένα αριθμό. Και ξέρετε γιατί θα τον κυνηγούσαν; Γιατί τότε η προσδοκία των Εσχάτων, ήταν πολύ πιο έντονη από σήμερα. Τότε, τα Έσχατα, η Συντέλεια του Κόσμου, η αναμο­νή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού ήσαν περισσότερο έντονα στη ζωή των πρώτων χριστιανών και από ίδια τη ζωή που ζούσαν!

Οι πρώτοι χριστιανοί μετά την Ανάληψη του Χριστού δεν περίμεναν τίποτε άλλο παρά μόνο την Δευτέρα ένδοξη Πα­ρουσία Του. Ο άγιος Απόστολος Παύλος μιλάει σε άμεσο χρό­νο: «και ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι, άμα σύν Αυτώ αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα». Ήταν τόσο έν­­το­νη αυτή η προσδοκία.

Δεν θα ήταν, λοιπόν, πολύ πιο φυσικό, αν έπρεπε οπωσδήποτε να ανησυχήσουμε για τον αριθμό-φόβητρο και τον ερχομό του Αντιχρίστου, να ανη­­­συ­­χήσουν πρώτοι οι Χριστια­νοί της εποχής εκείνης;

Αφού ο άγιος Ιωάννης είχε ήδη ο­λο­κλη­ρώσει τη συγγραφή της «Αποκαλύψεως» και είχε γράψει όλα αυτά που τρομοκρατούν σήμερα τον όχλο των θρη­σκευο­μένων ανθρώπων, δεν θα έπρεπε από τότε –από τα τέλη του πρώτου αιώνα– να μας είχε δοθεί το σύνθημα να “παθιάσουμε” για το κυνηγητό του Αντιχρίστου; Αν η εξέγερση, ο ξεσηκωμός και η αναστάτωση των σημερινών θρησκευομένων ήσαν εκ Θεού, δεν θα έπρεπε αυτά να τα ζούσε η Εκκλησία σε υπερθετικό βαθμό στα χρόνια του Ευαγ­γελιστού συγγραφέως της «Αποκαλύψεως» αλλά και στους αμέσως επομένους αιώνες, αφού τότε κατ’ εξοχήν οι Χρι­στιανοί βίωναν τα Έσχατα σαν παρόντα;

Τότε, όμως, οι άνθρωποι ζούσαν πραγματικά τον Χριστό και τους ήταν αδιανόητο να πιστέψουν πως κάποιος μπορεί να τους μαγέψη “στα κρυφά”, “στα μουλωχτά”, χωρίς να το “πάρουνε χαμπάρι”! Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ένας αριθμός θα ήταν τόσο καθοριστικός για την πίστη τους και θα αλλοίωνε την πνευματική τους κατάσταση και τα φρονήματά τους επειδή κά­ποιος θα τους τον έβαζε κρυφά στα δημόσια έγγραφά τους, χω­ρίς να τους κάνη λόγο για τον σατανά ή να συσχετίζη τον αριθμό αυτόν με τη σατανολατρεία!

Τότε, λοιπόν, υπήρχε η Πίστη στον Χριστό, η σχέση μαζί Του. Δεν υπήρχε η δεισιδαιμονία του σήμερα, που αντί να κοι­τάξουμε τα χάλια μας και την ανυπαρξία της πνευματικής μας ζωής, ασχολούμεθα με το ποιος μας έκανε μάγια και δεν πάνε καλά οι δουλειές μας ή με το ποιος μας έκανε μάγια και δεν μπορούν να παντρευτούν τα παιδιά μας και πολλά άλλα παρόμοια.

Οι τότε Χριστιανοί δεν μπορούσαν ούτε να διανοηθούν ότι θα εμφανίζονταν κάποτε Χριστιανοί, και μάλιστα κληρικοί, που θα ισχυρίζονταν ότι ο σατανάς με την κτιστή και βρώμικη σφρα­γίδα του μπορεί να σφραγίση οριστικά και αμετάκλητα τους ανθρώπους! Γιατί, βεβαίως, μόνο για αμετάκλητο Χάραγμα γράφει η «Αποκάλυψη» και γι’ αυτό και το ίδιο το ιερό Βιβλίο αλλά και οι άγιοι Πατέρες μας εξηγούν ότι το Χάραγμα είναι η απόλυτη αμετανοησία του ανθρώπου και η διαμόρφωση του χαρακτήρα του σε σατανόσχημη προσωπικότητα και όχι μια στιγμιαία ή και προσωρινή άρνηση, ακόμη και αυτού του Θεού.

Ήταν αδιανόητο για τους τότε Χριστιανούς να σκεφθούν πως θα “ξεφύτρωναν” κάποτε Χριστιανοί με τέτοια φοβία και δεισιδαιμονία, που να πιστεύουν ότι ο σατανάς μπορεί να επικρατήση στις ψυχές των ανθρώπων, ακόμη και χωρίς τη θέληση και τη συγκατάθεσή τους! Ότι μπορεί να αναδειχθή ισχυρότερος του …Χριστού(!), που ενεργεί τηνάκτιστη σφραγίδα Του μόνο σ’ αυτούς που την θέλουν και για όσο την θέλουν. Δηλαδή ποτέ αμετά­κλητα! Αυτό το γνωρίζει η Εκκλησία μας και γι’ αυτό σφραγίζει και πάλι (αναμυρώνει, χρίει ξανά) εκείνους τους Χριστιανούς που αρνήθηκαν για κάποιο διάστημα τον Χριστό και κατόπιν επέστρεψαν στην Πίστη.

Για φαντασθείτε τη βλασφημία μας: Η άκτιστη σφραγίδα του Χριστού, που έχουμε με το άγιο Βάπτισμα, αδύναμη μπροστά στην κτιστή και βρώμικη σφραγίδα του Διαβόλου!


Καμαρώστε, που φθάσαμε: Να πιστεύουμε πως αυτός, που δεν έχει εξουσία ούτε στα γουρούνια να εισέλθη, χωρίς την άδεια του Χριστού, ότι μπορεί να κυριαρχήση πάνω στους αν­θρώπους –χωρίς αυτοί να γίνουν ψυχικά γουρούνια– και να τους κάνη δικούς του (αυτό είναι το Χάραγμα) μόνο και μόνο επειδή αυτοί έλαβαν από την Πολιτεία τα κρατικά έγγραφα, όπως έκαναν μέχρι σήμερα, ενώ μέσα στα έγγραφα αυτά υπάρχει κρυμμένος αριθμός, που κάποιοι τον θεωρούν σατανικό, επειδή κάπου κάποτε θα συμπέση με τον αριθμό που θα έχη ο Αντίχριστος! Δηλαδή, ακολουθώντας τη λογική τους, πρέπει να καταργήσουμε ακόμη και το Όνομα του Χριστού και να μη το προφέρουμε καν, αφού κάποτε θα κυκλοφορήσουν κάποιοι ψευδόχριστοι που θα λένε ότι αυτοί είναι ο Χριστός!


Το όνομα του Αντιχρίστου δεν μας ενδιαφέρει. Δεν έχεικαμμιά απολύτως εξουσία, όπως και η σφραγίδα του. Ούτε γουρούνια δεν μπορεί να σφραγίση χωρίς την άδεια του Χριστού, όχι ανθρώπους! Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να αποστρεφό­μαστε τα έργα του Διαβόλου και να μην προσκυνούμε τις δραστη­ριό­τητές του. Και, βεβαίως, αν κάποτε οι κυβερνήτες μας συσχε­τίσουν την παράδοση των κρατικών εγγράφων με την αποδοχή και την προσκύνηση του Διαβόλου, τότε –όπως έγραψε και ο μακαριστός π. Επιφάνιος– «όχι μόνο δεν θα λάβωμε τα “διαβολό­χαρτα” αλλ’ ούτε καν θα τα εγγίσωμεν». Ωστόσο, καλό θα ήταν να στρέψουμε όλο μας το ενδιαφέρον και το πάθος μας στο να εξαφανίζουμε από την Πατρίδα μας τους όποιους “διαβολοκυ­βερνήτες”, παρά να κυνηγάμε σαν μανιακοί τα όποια “διαβο­λό­χαρτά” τους!

* * *

Όμως, όπως συνήθως, έτσι και τώρα, δεν μας ενδιαφέρει η ουσία αλλά η περιουσία! Μας απασχολεί το θέμα του Αντι­χρίστου γιατί έχει να κάνη με το τι θα φάμε, τι θα πουλήσουμε και το τι θα αγοράσουμε. Αλλιώς δεν θα μας απασχολούσε, όπως δεν μας απασχόλησε μέχρι το 1984 που η “θεοπάλαβη” Α­μερικανίδα Προτεστάντις Μ. Relfe πήρε από τον διάβολο την οδηγία να αναστατώση παγκοσμίως τους χριστιανούς κάνοντας έτσι την παρουσία του “φοβερή και τρομερή” στους ανθρώπους!

Το διαβολικό έργο συμπλήρωσε ο συνεργάτης της John Separd, ο οποίος, κατά τα λεγόμενα της Relfe, πήρε το “χάρισμα” «να διαβάζη με μοναδικό τρόπο τους γραμμωτούς κώδικες»! Έτσι εξηγείται γιατί κανείς σοβαρός και ανεπηρέαστος επιστήμων δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να διαβάση ότι είναι απαραίτητη η παρουσία του 666 στους γραμμωτούς κώδικες, αφού γι’ αυτή την ανάγνωση δεν χρειάζονται επιστημονικές γνώσεις αλλά μόνο ειδικό … “χάρισμα”!

Το θέμα, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι οι πωλήσεις και οι α­γο­ρές, αλλά το τι είδους πνεύμα “πουλάμε” και το τι είδους πνεύ­μα “αγορά­ζουμε”! Ο Θεός μας είπε με τον άγιο Παύλο να δοκιμάζουμε τα πνεύματα αν είναι από τον Θεό ή από τον Διάβολο. Άραγε, δεν μας εν­διαφέρει, το ότι όλη αυτή η ιστορία με τα σφραγίσματα και τα χαράγματα ξεκίνησε παγκοσμίως από μια ψυχοπαθή προτεστάντισσα και όχι μετά από αποκάλυψη του Θεού σε αγίους ανθρώπους; Ο π. Παΐσιος ενεπλάκη στην ιστορία αυτή εκ των υστέρων, παρακινούμενος φορτικά από τάχα θεολογικά κατηρτι­σμένους, τους οποίους υπήκουσε –κατά το «άκακος ανήρ πιστεύει παντί λόγω»– όπως λεπτομερώς εξηγείται στην ειδική θεολογική μελέτη του γράφον­τος, με τίτλο «Ο Αντίχριστος, ο αριθμός 666 και η ανησυχία των Χριστιανών»
(Αθήνα 1986 και –επηυξημένη– 1997).

Αλλά ούτε τα τρόφιμα πρέπει να είναι το θέμα μας. Δεν πρέ­πει κα­θόλου να μας απασχολούν, γιατί η γη δεν θα στε­ρή­ση ποτέ στους ανθρώπους του Θεού τα τρόφιμά της, όσοι Αντί­χριστοι και να έρθουν! Ό­ποιος πιστεύει στον Χριστό, θα φυτεύη το βράδυ και το πρωΐ θα θερίζη!

Παρ’ ότι, όμως, δεν πρέπει, το πάθος μας για το θέμα αυτό είναι μεγάλο και αγιάτρευτο, γιατί όλη μας η έννοια είναι στο τι θα γίνη αν έρθη ο Αντίχριστος και δεν μπορούμε να φάμε! Το φαΐ είναι όλη η ιστορία. Και γι’ αυτό βλέπουμε να έχη κυριαρχήσει σε κληρικούς και λαϊκούς αυτή η φοβία: Τι θα γίνη αν χάσουμε τα κουτάλια μας! Τι θα γίνη αν δεν μπορούμε να τρώμε; Και οδηγούνται άνθρωποι ταλαίπωροι να μαρτυρήσουν χωρίς λόγο σήμερα, παρακινούμενοι από εκείνους οι οποίοι δεν έχουν μελετήσει εις βάθος ποιά είναι η αλήθεια της πίστεώς μας και γι’ αυτό κυριαρχεί μέσα τους η φοβία.

* * *

Τελικά, η τραγικότητα της εποχής μας οφείλεται στο ότι δεν ζούμε τον Χριστό, δεν προσδοκούμε τη Βασιλεία Του και γι’ αυτό δεν ρυθμίζουμε τη ζωή μας σύμφωνα με Αυτόν.

Αν πράγματι μας ενδιαφέρει η διάσωση του ανθρωπίνου προσώπου, όπως κατά κόρον ισχυριζόμαστε και διαλαλούμε, αυτό δεν θα το επι­τύχουμε με το να καταργήσουμε από τα κρα­τικά έγγραφα την αρίθμιση των ανθρώπων. Δεν παθαίνει τίποτα ο άνθρωπος με το να κωδικοποιηθούν τα στοιχεία του στις Κρα­τικές Υπη­ρεσίες.

Αυτό πάντοτε γινόταν. Τα αυτοκίνητά μας κυκλοφορούν πάνω από ένα αιώνα έχοντας στις πινακίδες τους αριθμούς και όχι τα ονόματα ή τα επίθετά μας. Το ίδιο και οι πιστωτικές και οι παντός εί­δους Κάρτες, χωρίς αυτό να το θεωρούμε μέχρι σήμερα αριθμο­ποιήση του Προσώπου.

Δεν πάψαμε να βαπτιζόμαστε με το όνομά μας. Δεν πάψαμε να εξομολογούμεθα και να λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών μας με το όνομά μας. Δεν πάψαμε να Κοινωνούμε με το όνομά μας και να μετέ­χουμε σε όλα τα Μυστήρια της Εκκλη­σίας μας με το όνομά μας.Εκτός αν έγινε ξαφνικά η Κρατική κατα­γρα­φή μας τόσο αποφασι­στικής σημασίας, ώστε αυτή μόνη να μας προσδιορίζη και όχι το πως μας απογράφει η Εκκλησία.

Πρέπει κάποτε να σοβαρευτούμε. Αν νοιώθουμε σαν τους πρώτους χριστιανούς, που ζούσαν κάτω από την κυριαρχία του κατ’ ουσίαν άθεου Καίσαρα, να κάνουμε κατακόμβες και να πά­ψουμε να διαμαρτυρόμαστε για τα διάφορα έγγραφα των αθέων κυβερνητών, όπως δεν διαμαρτύρονταν και οι πρώτοι χριστιανοί για τέτοιου είδους πράγματα.

Αν νοιώθουμε σαν Ορθόδοξοι Έλληνες, που δεν ζουν σε ολοκληρωτικό καθεστώς αλλά σε δημο­κρα­τικό πολίτευμα με δικαίωμα του «εκλέγειν και εκλέ­γεσθαι», να οδηγήσουμε και να προτρέψουμε πιστους ανθρώπους να γίνουν πολιτικοί, αντί να κυνηγάμε σαν “φτωχοί συγγενείς” και ζητιάνοι τα δικαιώματά μας από την Πολιτεία. Αυτού του είδους η Πολιτεία χαίρεται με την αθλιότητά μας, που εμείς τη θεωρούμε αγωνιστικότητα, γιατί “παίζει” μαζί μας. Αύριο, η ίδια αυτή Πολιτεία θα ανακοινώση ότι δεν θα εφαρμόση αυτό που εξήγγειλε και δυσαρέστησε τους χριστιανούς, και θα το “πάρη πίσω”, όπως πολύ πιθανόν να συμβή με την περιβόητη «Κάρτα του Πολίτη». Τότε οι αφελείς πιστοί θα “κάνουν χαρούλες”, θεωρούντες ότι οι αγώνες της Πίστεως νίκησαν και θα σπεύσουν να τους ξαναψηφίσουν!

* * *

Δεν περιμένουμε να μεταβληθή η ζωή του κόσμου σε επίγειο Παράδεισο από τους άρχοντες. Αυτό το τονίσαμε και στην αρχή. Από το σημείο όμως αυτό, μέχρι του να συνεχίζουμε το «σφάξε με αγά μου να αγιάσω», ενώ έχουμε και δικαίωμα και υποχρέωση να επιλέγουμε παντού και πάντοτε χριστιανούς, υπάρχει αβυσ­σαλέα απόσταση. Εκτός αν νομίζουμε πως οι άθεοι κυβερνήτες θα μεταστραφούν σε προασπιστές της Ορθοδοξίας και των Παραδόσεων του Γένους μας λαμβάνοντες το ίδιο “χάρισμα” που έλαβε ο αξιοθρήνητος John Separd και …διαβάζει τους γραμμωτούς κώδικες!

Η ιστορία του κόσμου έχει δείξει ότι μόνο οι άνθρωποι που επιλέγουν πάντοτε σωστά, με τη λογική και τη θεολογία και κά­νουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να γίνη ο κόσμος μας καλύτερος, μόνο αυτοί προσδοκούν την ένδοξη Παρουσία Του Χριστού μας, γιατί η αναστροφή μας στον κόσμο είναι ένα πρόκριμα, μια προετοιμασία, ένα φροντιστήριο.

Δεν μας έπλασε ο Θεός για εκατό χρόνια. Ο Θεός είναι αιώνιος και δεν πλάθει δημιουργήματα πρόσκαιρα. Πρόσκαιρα δημιουργούμε εμείς που είμαστε πρόσκαιροι σ’ αυτή τη ζωή. Ο Θεός ο αιώνιος «ο τα διηρημένα συναγαγών εις ενότητα και σύν­δεσμον» δημιουργεί για τους αιώνας των αιώνων. Δημιουργεί παιδιά Του και όχι παιχνίδια Του. Δημιουργεί τέκνα Θεού και Φωτός και όχι παιχνίδια με ημερομηνία λήξεως.

Όλοι οι άλλοι, πάντοτε περίμεναν και περιμένουν κάποιον άλλον. Όχι τον Χριστό, αλλά τον Αντίχριστο! Αυτό το κάνουν οι Εβραίοι εδώ και χιλιετίες. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε την ίδια πρακτική παρηλλαγμένη και σε Ορθοδόξους Χριστιανούς, όπως περιγράψαμε. Παρηλλαγμένη, γιατί οι φοβικοί Χριστιανοί δεν περιμένουν σαν Μεσσία τον Αντίχριστο, όπως οι Εβραίοι, αλλά, περιμένοντάς τον με τρόμο καιαναγνωρίζοντάς του τόσο μεγάλη δύναμη, αφήνουν τη σκέψη του Θεού και ασχολούνται εξ ολοκλήρου με τον φόβο του Αντιχρίστου. Είναι άραγε τυχαίο; Είναι απλή σύμπτωση ή επιβεβαίωση ότι και εμείς, σαν τους Εβραίους, είμαστε «σκλη­ροτράχηλος λαός», με γυρισμένη πάντοτε την πλάτη μας στον Θεό γιατί συνεχώς αγωνιούμε για κάτι άλλο;

Είναι αλήθεια ότι μας λείπει η προσδοκία του Χριστού μας γιατί μας λείπει η βίωση του Χριστού μας. Αυτή τη βίωση να ποθήσουμε με όλο μας το είναι. Αλλιώς, δεν υπάρχει για μας καμμιά ελπίδα. Ούτε για την παρούσα ζωή, αλλά ούτε και για τη Μέλλουσα!


«Ενοριακή Ευλογία» Αρ. Τεύχους 103

Ιανουάριος 2011

Η Αγία Γραφή δεν απαγορεύει τον Όρκο

Η πρόσφατη ορκωμοσία της νέας Κυβερνήσεως έφερε πάλι στην επικαιρότητα το θέμα του όρκου. Σε μια ενορχηστρωμένη από αντιχριστιανικούς κονδυλοφόρους προσπάθεια έγινε ευθεία επίθεση κατά του ιερού έθους της ορκωμοσίας των μελών του Ελληνικού Κοινοβουλίου και αναζωπυρώθηκε η συζήτηση ενός θέματος που η Ορθοδοξία έχει επιλύσει τελεσίδικα, με αποτέλεσμα ο πολύς κόσμος, που έχει χάσει την σχέση του με την Ορθόδοξη πνευματικότητα, να επηρεασθή, να συγκατανεύση και εν τέλει να επιζητήση την κατάργηση του όρκου.
Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη περίπτωση μιάς μεγάλης εφημερίδος της Κυριακής 25 Οκτωβρίου, η οποία φιλοξένησε πολλά άρθρα –κληρικών και λαϊκών– με θέμα τον όρκο, στα οποία άρθρα όλοι, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες, κατέληξαν στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι πρέπει να καταργηθή ο όρκος!

Το παράδοξο είναι ότι στην λογικοφανή βαττολογία ενεπλάκησαν και εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα οποία εν γνώσει τους ή εν αγνοία τους (ο Θεός οίδεν) έγιναν “νεροκουβαλητές” της αντιχριστιανικής κουστωδίας.

* * *

Οι συζητήσεις περί του όρκου χρονολογούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, πολλοί δε Πνευματικοί δεν δίστασαν κατά το παρελθόν να επιβάλλουν μεγάλα πνευματικά επιτίμια σε χριστιανούς για το λόγο και μόνο ότι παρεστάθησαν σε δικαστήρια, αδιακρίτως του αν ορκίσθηκαν αληθώς, εκλαμβάνοντες και μόνη την παρουσία του χριστιανού στο δικαστήριο ως πνευματικά αξιόποινη πράξη, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν και οι Πνευματικοί με την αδιακρισία τους αυτή στο να πληθυνθή η ανομία στην πατρίδα μας και να γίνουν περισσότερο αδίστακτοι οι παντός είδους πονηρευόμενοι, αφού πλέον είχαν την βεβαιότητα ότι οι χριστιανοί, εμποδιζόμενοι από τον όρκο, δεν θα διεκδικούσαν το δίκαιό τους στα δικαστήρια.

Το εντυπωσιακό είναι ότι την αθεολόγητη νοοτροπία τους υπέρ της καταργήσεως του όρκου στηρίζουν –όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι του όρκου– στην Αγία Γραφή, ενώ κάθε άλλο παρά αυτό η Αγία Γραφή υποστηρίζει.

Συγκεκριμένα, στηρίζονται αποκλειστικά στα λόγια του Χριστού, που παρατίθενται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στους στίχους 33 έως 37 του πέμπτου κεφαλαίου: «Πάλιν ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως· μήτε εν τω ουρανώ, ότι θρόνος εστί του Θεού· μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιόν εστι των ποδών αυτού· μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μιαν τρίχα λευκήν ή μέλαιναν ποιήσαι. Έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστιν».

Αυτό το απόσπασμα των λόγων του Χριστού οπωσδήποτε εκφράζει με έμφαση ότι πρέπει να προσέχη διαρκώς ο άνθρωπος τα λόγια του στις καθημερινές του συναλλαγές με τους συνανθρώπους του και να μη λησμονή ότι έχει ελλιπή πνευματική όραση, πράγμα που τον εμποδίζει να διακρίνη με απόλυτο τρόπο την αλήθεια από το ψεύδος. Δεν εξαντλεί, όμως, ο λόγος αυτός του Χριστού ολόκληρη την Αγία Γραφή ως προς το θέμα του όρκου, διότι, το απόσπασμα αυτό, δεν είναι η μοναδική αναφορά της Αγίας Γραφής στο θέμα του όρκου, ούτε περιέχει το απόσπασμα αυτό καθ’ εαυτό την ερμηνεία και τις προεκτάσεις που θέλει ο Θεός να δώσει στο μέγα αυτό θέμα. Η ερμηνεία κάθε φράσεως της Αγίας Γραφής δίδεται με ολόκληρη την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και όχι αυτοτελώς από την ίδια τη φράση. Ιδιαιτέρως δε πιστοποιείται ο νους της Αγίας Γραφής με τις Πράξεις, δηλαδή την πρακτική των Αγίων Αποστόλων και την ερμηνεία του Αγίου Πνεύματος, όπως αυτή φθάνει σε μας μεσα από «τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου».

Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην εξαγωγή συμπερασμάτων, όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή, αλλιώς κινδυνεύουμε να απολυτοποιήσουμε μια φράση εις βάρος του νοήματος του Θείου Λόγου. Όπως, παραδείγματος χάριν, εάν απολυτοποιήσουμε την προτροπή του Χριστού «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Ματθ. 5,7) θα πρέπει να απενεργοποιήσουμε μέσα μας τη λειτουργία της «κρίσεως», η οποία, όμως είναι στοιχείο του «κατ’ εικόνα» που ελάβαμε από το Θεό. Άνθρωπος χωρίς «κρίση», είναι ένας άνθρωπος άνους που δεν μπορεί να ξεχωρίση τον λόγο του Θεού από τις συμβουλές του διαβόλου, που δεν μπορεί να διακρίνη το καλό από το κακό.

Το σωστό συμπέρασμα από την προτροπή αυτήν του Χριστού είναι ότι πρέπει να γνωρίζουμε πως είναι προτιμότερο να μη εκφέρουμε κρίση για τους ανθρώπους, τον χαρακτήρα και τις προθέσεις τους, γιατί η κρίση των περισσοτέρων ανθρώπων δεν έχει βάθος, δεν γίνεται με πνευματική όραση αλλά είναι επιφανειακή και εμπαθής. Αυτό το επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός λέγοντας μέσω του Ευαγγελιστού Ιωάννου στο κεφάλαιο 7, στ.24 «μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Συγχρόνως, μας αποκαλύπτει ο Χριστός, με τον ίδιο Ευαγγελιστή, σε άλλο σημείο, και μια άλλη διάσταση του ρήματος «κρίνω», που σημαίνει «καταδικάζω»: «Εάν τις μου ακούση των ρημάτων και μη πιστεύση, εγώ ου κρίνω αυτόν· ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον» (12,47). Και πάλι σε άλλο σημείο: «Υμείς κατά την σάρκα κρίνετε· εγώ ου κρίνω ουδένα. Και εάν κρίνω δε εγώ, η κρίσις η εμή αληθής εστιν». (8,15-16)

Αυτά τα ίδια κριτήρια πρέπει να ισχύσουν και στην έρευνά μας για το θέμα του όρκου, εάν θέλουμε να αντλήσουμε το πνεύμα του αγίου Ευαγγελίου. Γιατί σαφώς το πνεύμα του Ευαγγελίου δεν είναι η κατάργηση των επιταγών της Παλαιάς Διαθήκης αλλά η κατάργηση των αυθαιρέτων δοξασιών, με τις οποίες οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν επιφορτίσει και ουσιαστικά είχαν αλλοιώσει το Θέλημα και την Ποιμαντική του Θεού. Ο Χριστός δεν κατήργησε καμμιά, ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ από τις προσταγές της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί ο Λόγος του Θεού δεν μετατρέπεται, ούτε τελειοποιείται και πολύ περισσότερο δεν καταργείται. Εξ άλλου αυτό το εδήλωσε απερίφραστα ο Χριστός για να μη έχουμε επ’ αυτού την παραμικρή αμφιβολία: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους Προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι»! (Ματθ. 5,17).

Γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να συλλαβίσουμε την Αγία Γραφή με τη βοήθεια των Αγίων μας, γιατί μόνο συλλαβίζοντάς την μπορούμε να αποφύγουμε τα βιαστικά συμπεράσματα.

* * *

Κάνοντας έναρξη του αγιοσυλλαβισμού μας, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε τα κίνητρα όλων εκείνων που συνδυασμένα πολεμούν για την κατάργηση του όρκου από τη δημόσια ζωή του τόπου μας. Τα κίνητρα είναι προφανή: Ο αποχριστιανισμός της πατρίδος μας και όχι, βεβαίως, η περιφρούρηση του κύρους της Αγίας Γραφής, ούτε το όψιμο ενδιαφέρον αποχριστιανισμένων ανθρώπων για την περιφρούρηση της πνευματικής ακεραιότητος των χριστιανών! Είναι πασιφανές ότι ζητούν την κατάργηση του όρκου για να εξαλειφθή κάθε αναφορά στον Θεό και για να εμποδισθή κάθε ανάμειξη του Θεού στη ζωή των ανθρώπων.

Ωστόσο, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά και η μέθοδος που χρησιμοποιούν κάποιοι λόγιοι Κληρικοί –μεγαλόσχημοι και μικρόσχημοι– για να καταδικάσουν τον όρκο, χωρίς να τους απασχολή ότι, τελικά, συμπράττουν επί του πρακτέου με τους εχθρούς του Χριστού και της πνευματικής ζωής.

Δεν φαίνεται να τους απασχολούν τα αρνητικά Ποιμαντικά αποτελέσματα που θα προκύψουν από την τυχόν κατάργηση του Δημοσίου όρκου, γιατί έχουν στρέψει εξ ολοκλήρου την προσοχή τους στην αποστήθιση και κωδικοποίηση της Θεολογίας και όχι στην βιωματική εφαρμογή της, από την οποία αντλούμε την βεβαιότητα για την αλήθεια ή την πλάνη των πιστευμάτων μας. Άν κάναμε τον κόπο να εξετάσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα των τάχα θεολογικών επιλογών μας, θα είχαμε διαπιστώσει ότι μεγάλο μέρος της διαφθοράς των σημερινών ανθρώπων οφείλεται στις τάχα βαθυστόχαστες και τάχα Πατερικές θεολογικές μας θεωρίες και απόψεις!

Άν κάναμε τον κόπο να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα της Ποιμαντικής μας θα είχαμε διαπιστώσει ότι, με την τακτική που ακολουθούμε, όχι μόνο αδυνατούμε να διδάξουμε ως Ποιμένες τους πολιτικούς αλλά και αγόμεθα και φερόμεθα από αυτούς και, ουσιαστικά, οι πολιτικοί είναι αυτοί που μας καθορίζουν την Ποιμαντική μας και, κατά συνέπεια, και την Ποιμαντική του λαού μας. Αυτή είναι και η εξήγηση του γιατί πολλοί Ποιμένες δεν αντιλαμβάνονται τί σημαίνει στην πράξη η αντικατάσταση της εν Ονόματι του Θεού διαβεβαιώσεως των Δημοσίων Λειτουργών με την διαβεβαίωση του καθενός στη … συνείδησή του(!), ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι περισσότερες συνειδήσεις στις μέρες μας έχουν ταυτίσει απόλυτα το κακό με το καλό, αφού έχει γίνει πια δημόσια αποδεκτό δόγμα ότι καλό είναι αυτό που εκφράζει και αρέσει στον καθένα!

Αυτή η υποτίμηση των ποιμαντικών αποτελεσμάτων λειτούργησε αρνητικά στους μέχρι σήμερα συνηγόρους της καταργήσεως του όρκου και, παρ’ ότι είναι λόγιοι και συγγραφείς θεολογικών πραγματειών, αποφεύγουν συστηματικά, όταν διαπραγματεύονται το θέμα του όρκου, να κάνουν διάκριση μεταξύ του εφάμαρτου όρκου, που δίδεται σαν “ψωμοτύρι” στην καθημερινή συναλλαγή και συναναστροφή μεταξύ των ανθρώπων, και του όρκου που δίδεται ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Έτσι, χρησιμοποιούν πληθύν Πατερικών εδαφίων, ιδίως του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που αναφέρονται αποκλειστικά στους εφάμαρτους όρκους, που ανταλλάσουν καθημερινά μεταξύ τους οι χριστιανοί, πράγμα το οποίο βεβαίως και πρέπει να καταδικάζουμε όλοι, διότι αποτελούσε και αποτελεί μάστιγα της πνευματικής ζωής και κατάρα για την ψυχή και τη συνείδηση του ανθρώπου. Τέτοιου είδους όρκοι δεν έχουν καμμιά θέση στη ζωή του χριστιανού, διότι δεν πρέπει να ενδιαφέρη τον αληθινό χριστιανό ποιός θα τον πιστέψη στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις ή συναλλαγές του, αφού οι ανθρώπινες σχέσεις δεν δημιουργούνται με ορκωμοσίες, αληθινές ή ψεύτικες, αλλά με απόλυτη εμπιστοσύνη του ενός στην πνευματική και ηθική ακεραιότητα του άλλου. Εξ άλλου, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπολογίζουμε το εάν και κατά πόσον ο οποιοσδήποτε μας πιστεύει ή μας αμφισβητεί, γιατί ο χριστιανός πρέπει να υπολογίζη την επικοινωνία και τη σχέση μόνο με τους ανθρώπους εκείνους που αρκούνται στο «ναι ναι» και στο «ου ου».

Εάν, λοιπόν, εξακολουθήσουμε να συναγωνιζόμαστε στις παραθέσεις Πατερικών κειμένων, αντιπαραθέτοντες και κείμενα που δεν απαγορεύουν τον όρκο αλλά τον ευνοούν, όπως λόγου χάριν διαβάζουμε στα Θεολογικά Έπη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι «όρκος πίστωσις εμμέσω (=με τη μεσολάβηση) Θεώ· τούτου δε τήρησίς τις η ευορκία (= ο αληθής όρκος)» και ότι η Αγία Γραφή «ου τον όρκον καταλύει, ζητεί δε τ’ αληθή», τότε θα κάνουμε παράλληλες συζητήσεις χωρίς να αγγίξουμε την ουσία του θέματος που δεν είναι γενικά ο όρκος αλλά ο όρκος ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Άρα, για να συνεννοηθούμε μέσα στο πνεύμα της Αγίας Γραφής πρέπει να περιορισθούμε αυστηρά στον όρκο ενώπιων των Δημοσίων Αρχών και να μη αναμειγνύουμε στη συζήτησή μας τους καθημερινούς όρκους μεταξύ των ανθρώπων, που δίδονται “στο πόδι” ή “στην καρέκλα”, στην προσπάθεια για την μεταξύ τους επιβεβαίωση της αξιοπιστίας τους.

Ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών επέχει θέση ομολογίας πίστεως. Διακηρύσσει ενώπιον ανθρώπων –που έχουν ή δεν έχουν δεσμούς με τη χριστιανική πίστη– ότι ο ορκιζόμενος αυτοδεσμεύεται με μεγαλύτερους περιορισμούς από αυτούς που απαιτεί η κρατική νομοθεσία, δεδομένου ότι με την ορκωμοσία αυτή μαρτυρεί ότι δεσμεύει τον εαυτό του –πέραν των δεσμεύσεων των νόμων του Κράτους– και με την πνευματική δέσμευση του Νόμου του Θεού.

Η ομολογία πίστεως είναι και τεκμήριο αξιοπιστίας για εκείνους που δεν γνωρίζουν προσωπικά τον ομολογούντα αλλά είναι και μία πνευματική ευκαιρία του ομολογούντος να συνειδητοποιήση ότι, ορατά μεν ομολογεί ενώπιον ανθρώπων, κατ’ ουσίαν όμως ομολογεί ενώπιον του Θεού, πράγμα το οποίο τον βοηθεί να ανοίξη το στόμα του μετά συνέσεως και να περιορισθή εις «μόνην την αλήθειαν». Εάν ο επισήμως διδόμενος όρκος δεν ήταν μυσταγωγία και πράξη ποιμαντικής, που βοηθάει πνευματικά τον άνθρωπο, δεν θα μας έδιδε πρώτος το παράδειγμα της ορκωμοσίας ο Ίδιος ο Θεός με το να ορκισθή στον ίδιο τον Εαυτό Του, αφού δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος για να ορκισθή: «Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε, ώμοσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται. Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».(Ψαλμ. 109(110),3). Αυτός ο όρκος–διαβεβαίωση του Θεού επιβεβαιώνεται και με τον Ψαλμό 130(131): «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν» (στ.11).

Ο Απόστολος Παύλος μας αναλύει τα λόγια αυτά στην προς Εβραίους επιστολή του: «Τω γαρ Αβραάμ επαγγειλάμενος ο Θεός, επεί κατ’ ουδενός είχε μείζονος ομόσαι, ώμοσε καθ’ εαυτού … άνθρωποι μεν γαρ κατά του μείζονος ομνύουσι, και πάσης αυτοίς αντιλογίας πέρας εις βεβαίωσιν ο όρκος εν ω περισσότερον βουλόμενος ο Θεός επιδείξαι τοις κληρονόμοις της επαγγελίας το αμετάθετον της βουλής αυτού, εμεσίτευσεν όρκω, ίνα δια δυο πραγμάτων αμεταθέτων, εν οις αδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ισχυράν παράκλησιν έχωμεν οι καταφυγόντες κρατήσαι της προκειμένης ελπίδος». (6,13-18)

Ομοίως και ο Απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στην ομολογία του Δαυίδ για τη σάρκωση του Θεού λέγει ότι «Προφήτης ουν υπάρχων και ειδώς ότι όρκω ώμοσεν αυτώ ο Θεός εκ καρπού της οσφύος Αυτού το κατά σάρκα αναστήσειν τον Χριστόν καθίσαι επί του θρόνου Αυτού». (Πράξεις 2,30)

Ο Άγιος Απόστολος Παύλος δεν αρκείται μόνο στο να αναφέρεται στον όρκο του Θεού αλλά κάνει και ο ίδιος πολλές φορές χρήση του όρκου–ομολογία, διαβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους πιστούς μέσω των Επιστολών του: «μάρτυρα τον Θεόν επικαλούμαι επί την εμήν ψυχήν» (2Κορ.1,23), «μάρτυς γαρ μου εστιν ο Θεός, ω λατρεύω εν τω πνεύματί μου» (Ρωμ.1,9),»μάρτυς γαρ μου ο Θεός ότι επιποθώ υμάς»(Φιλιπ.1,8), «ούτε γαρ ποτε εν λόγω κολακείας εγεννήθημεν, καθώς οίδατε, ούτε εν προφάσει πλεονεξίας, Θεός μάρτυς» (2Θεσ.2,5)

Τήν παράδοση της ορκωμοσίας ενώπιον Θεού και ανθρώπων ως ομολογίας Πίστεως και κατά συνέπειαν και ως βεβαίωση αξιοπιστίας παρέλαβε η Εκκλησία μας και καθώρισε το Τυπικό της ορκωμοσίας των Αυτοκρατόρων της Ρωμαιοσύνης, παράδοση η οποία διατηρείται μέχρι τις ημέρες μας για την ορκωμοσία των Πολιτικών Αρχών.

Σαν επιβεβαίωση του ότι τα όσα έγραψα δεν αποτελούν αυθαίρετες δικές μου κατασκευές, επικαλούμαι ως μάρτυρα τον μεγάλον άγιόν μας, τον άγιον Νεκτάριον, ο οποίος έζησε στην εποχή μας, εποχή που ίσχυε ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών. Γράφει στο βιβλίο του «Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις», ερμηνεύοντας την εντολή του δωδεκαλόγου, «Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω…» με το φως της Καινής Διαθήκης, με το Φως των λόγων του Χριστού:

«Τι απαγορεύει η εντολή αύτη;

-Απαγορεύει να αναφέρωμεν το όνομα του Θεού εν παντί λόγω προς πίστωσιν της αληθείας του λόγου ημων, ως ανάξιον προς το θείον μεγαλείον. Αλλ’ όταν η επίκλησις του θείου Ονόματος γένηται προς δόξαν Θεού, προς αίνον και ευχαριστίαν, ουδεμία υπάρχει απαγόρευσις· διότι σκοπός της απαγορεύσεως ήτο η ευλάβεια προς το θείον όνομα.

Τινες παραβαίνουσι την εντολήν ταύτην;

– α) Οι βλάσφημοι, β) οι ψεύδορκοι και επίορκοι και γ) οι ψευδοπροφήται.

Κατά την εντολήν ταύτην επιτρέπεται ο όρκος;

Μάλιστα· ο αληθής όρκος ο λαμβανόμενος επί βεβαιώσει ζητουμένης αληθείας ενώπιον της Προϊσταμένης αρχής επιτρέπεται· διότι εν τοιαύτη περιπτώσει ου μόνον ουδεμία ανευλάβεια επιδεικνύεται εκ της λήψεως του θείου Ονόματος προς βεβαίωσιν και πίστωσιν της αληθείας, αλλά μάλιστα ευλάβεια μεγίστη επιδεικνύεται υπό πάντων κατά την προφοράν του θείου Ονόματος, εγειρομένων και μετά θρησκευτικής ευλαβείας ακροωμένων του θείου Ονόματος. Όθεν επειδή ο διδόμενος όρκος φέρει χαρακτήρα θρησκευτικόν και επιδεικνύει ευλάβειαν και τιμήν προς το θείον Όνομα επιτρέπεται· δέον όμως να γίνηται πάντοτε μετά θρησκευτικής ευλαβείας, μετά καθαράς συνειδήσεως, εν φόβω Θεού, και μετά πάσης ειλικρινείας, διότι ουαί τοις λαμβάνουσι το Όνομα του Θεού επί ματαίω χάριν ωφελείας και ιδιοτελείας, και κλοπής και αρπαγής, και των λοιπών πονηρών σκοπών.»

Πιστεύω ότι ο άγιος Νεκτάριος τα είπε όλα…

π. Β. Ε. Β.
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»
Νοέμβριος 2009 Τεύχος 89
ΠΗΓΗ.http://www.antibaro.gr

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



τού Κώστα Παπαδημητρίου

Πάνε αρκετά χρόνια από τότε. Στήν Ναύπακτο, ένα αρκετά ευκατάστατο ανδρόγυνο είχε φέρει από τήν Αγγλία νεαρή Αγγλίδα δασκάλα νά διδάσκη τά παιδιά του στήν αγγλική γλώσσα. Εκείνη θέλησε νά εκμεταλλευθή τήν ευκαιρία τής παραμονής της στήν Ελλάδα νά μάθη ελληνικά. Καί εκλήθη ο υποφαινόμενος μέ τά πάμπτωχα αγγλικά του νά τής διδάξη τά ελληνικά, μέ σχετικό αντιμίσθιο βέβαια.

Τό πρόγραμμα προχωρούσε κανονικά μέ αρκετές δυσκολίες συνεννόησης λόγω τής δικής μου γλωσσικής πενίας τών αγγλικών. Αλησμόνητος θά μού μείνη ο εξής διάλογος μαζί της. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων , θυμάμαι, καί μού είπε:

-Αύριο καί μεθαύριο δέν θά είμαι εδώ γιά νά γίνη τό μάθημα. Θά πάω στήν Πάτρα, όπου μέ άλλους συμπατριώτες μου καί Έλληνες φίλους, οι πιό πολλοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι, θά γιορτάσουμε τά Χριστούγεννα.

-Καί πώς θά γιορτάσετε, τής έκανα τήν αδιάκριτη ερώτηση.

-Νά, θά μαζευτούμε σέ ένα φιλικό σπίτι καί θά πίνουμε ουΐσκι ή μπύρα.

-Καί πόση ώρα καί πόσο ποτό θά πιήτε, τήν ξαναρώτησα.

-Όλη τή νύχτα, ώσπου ο καθένας νά χάση τίς αισθήσεις του καί νά κοιμηθή όπου βρίσκεται. Εκεί θά μείνη ως τό απόγευμα. Ύστερα θά φάμε κάτι καί θά αρχίση πάλι τό ποτό.

Ωραία τιμή στόν εορταζόμενο Θεάνθρωπο, είπα μέσα μου, κι αμέσως θυμήθηκα τά δικά μας αγνά καί χαρούμενα Χριστούγεννα. Προπαντός εκείνα τά έθιμα πού ζούσαμε στά μικρά χωριά μας, μέ τά οποία νιώθαμε τή μεγάλη χαρά τής Γέννησης τού Χριστού. Καί σήμερα, λίγες μέρες πρίν από τή μεγάλη γιορτή, θυμάμαι εκείνον τόν διάλογο μέ τήν αγγλίδα καί ο νούς μου πετάει σέ κάποιες σελίδες τών διηγημάτων τού Αλ. Παπαδιαμάντη, πού αναφέρονται στόν εορτασμό τών Χριστουγέννων στήν ύπαιθρο.

Ο Παπαδιαμάντης έχει τήν τέχνη νά ανταποκρίνεται στίς ψυχικές ανάγκες τού Έλληνα. Προσφέρει στήν αγωνιώσα συνείδησή μας μιά ζωογόνο πηγή γαλήνης. Η προσφορά του γίνεται περισσότερο κατανοητή στό εορταστικό Δωδεκαήμερο τών Χριστουγέννων. Δεκαπέντε διηγήματα, δεκαπέντε κομψοτεχνήματα λογοτεχνικά μέσα στά οποία αναδεύεται η ψυχή τού Έλληνα, μέ τά ωραία ήθη καί έθιμα, τή γεμάτη ευγένεια διάθεσή του, τό χιούμορ, τήν αξιοπρέπεια τού πόνου, τήν λατρευτική ανάταση, τόν αυθορμητισμό τών απλών ανθρώπων, γεμίζουν τίς σελίδες τών έργων του. Μέ τήν τέχνη του διαχέεται στίς ψυχές τών Χριστιανών τό σιωπηλό πάθος τής πίστης. Σέ κάνει νά γυρίζης πίσω σέ κάποια χρόνια μακρινά, πού τό εγώ σου τά γυρεύει μέ λαχτάρα. Αλλάζει ο άνθρωπος μέ τίς εποχές καί τήν ηλικία. Μέσα του όμως ο αλλαγμένος άνθρωπος κοντά στή σκέψη του καί τίς αδυναμίες του κρατάει κάτι από ό,τι έζησε στήν παιδική του ηλικία. Αυτό τό κάτι, τό παιδικό, τό λαχταριστό, τό περασμένο καί χαρούμενο, τό ξαναζωντανεύει ο Παπαδιαμάντης καί τό φέρνει ολόρθο μπροστά μας. Τό κοιτάς τότε καί νιώθεις πώς δέν ξέμαθες νά αισθάνεσαι, νά χαίρεσαι καί νά λαχταράς τήν απλότητα, τήν αγνή ομορφιά, τήν ημεράδα καί γλυκύτητα στήν πλάση, τήν καλοσύνη τών απλών ανθρώπων μέ τά πάθη τους, τίς μικροκακίες τους. Ζής κι εσύ τότε μιά ζωή φυσική, χειροπιαστή καί απλοϊκή, αυτή πού ταιριάζει στήν ιδιοσυγκρασία τού Έλληνα καί τής φύσης τής Ελλάδας.

Η γιορταστική επικαιρότητα τού Δωδεκαημέρου τών Χριστουγέννων διαχέεται στά διηγήματά του πανηγυρικά, θρησκευτικά, μέ λυρική έκσταση, μπροστά στό κάλλος τής φύσης καί εξοικείωση μέ τούς απλοϊκούς καί ανυποψίαστους συντοπίτες του, πού τούς αναβιώνει καί έξω από τό εορταστικό πλαίσιο.

Παραθέτουμε μερικά σχετικά αποσπάσματα.

Στό διήγημα του «Άνθος τού γιαλού» μέ γλώσσα απλή καί πυκνή, χωρίς περίτεχνα φτιασιδώματα, αναφέρεται στό ιστορικό τής μεγάλης γιορτής τών Χριστουγέννων.

«Έφτασε η μέρα πού ο Χριστός γεννάται. Η Παναγία μέ αστραφτερό πρόσωπο, χωρίς πόνο, χωρίς βοήθεια, γέννησε τό Βρέφος μές στή Σπηλιά, τό εσήκωσε, τό εσπαργάνωσε μέ χαρά, καί τόβαλε στό παχνί, γιά νά τό κοιμίση. Ένα βοϊδάκι κι ένα γαϊδουράκι εσίμωσαν τά χνώτα τους στό παχνί κι εφυσούσαν μαλακά νά ζεστάνουν τό θείο Βρέφος. Νά, τώρα θάρθη τό βασιλόπουλο, νά πάρη τή Λουλούδω!

Ήρθαν οι βοσκοί, δυό γέροι μέ μακρυά άσπρα μαλλιά, μέ τίς μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο μέ τή φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κι έπεσαν κι επροσκύνησαν τό θείο Βρέφος. Είχαν ιδεί τόν Άγγελον αστραπόμορφον, μέ χρυσογάλανα λευκά φτερά, είχαν ακούσει τ’ αγγελούδια πού έψαλλαν: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ»! Έμειναν γονατιστοί, μ’ εκστατικά μάτια, κάτω από τό παχνί, πολλήν ώρα, κι ελάτρευαν αχόρταγα τό θάμα τό ουράνιο. Νά! τώρα θάρθη τό βασιλόπουλο, νά πάρη τή Λουλούδω!

Έφτασαν κι οι τρείς Μάγοι, καβάλα στίς καμήλες τους. Είχαν χρυσές μίτρες στό κεφάλι, κι εφορούσαν μακρυές γούνες μέ πορφύρα κατακόκκινη. Καί τ’ αστεράκι, κι ένα λαμπρό χρυσό αστέρι, εχαμήλωσε καί εκάθισε στή σκεπή τής Σπηλιάς, κι έλαμπε μέ γλυκό ουράνιο φώς, πού παραμέριζε τής νυχτός τό σκοτάδι. Οι τρείς βασιλικοί γέροι ξεπέζεψαν απ’ τίς καμήλες τους, εμβήκαν στό Σπήλαιο, κι έπεσαν κι επροσκύνησαν τό Παιδί. Άνοιξαν τά πλούσια τά δισάκκια τους, κι επρόσφεραν δώρα: χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν.

-Νά! τώρα θάρθη τό βασιλόπουλο, νά πάρη τή Λουλούδω!

(«Τό Άνθος τού γιαλού», Α` σελ. 392)

Στό έργο του «Ο Αμερικάνος» ο κεντρικός του ήρωας Ιωάννης Μοθωνιός γυρίζει στήν πατρίδα του, ύστερα από χρόνια απουσίας, γιά νά παντρευτή τήν αρραβωνιαστικιά του Μελαχροινή Κουμπουρτζή. Μήνες καί χρόνια εκείνη μέ τή μάνα της, τή θεια-Κυρατσώ, απελπισμένες τόν περίμεναν. Ούτε γιορτές, ούτε χαρές στό φτωχικό τους. Καί νά, μιά παραμονή Χριστουγέννων γυρίζει ο Αμερικάνος. Δέν τόν αναγνωρίζουν οι κάτοικοι. Αυτός περιέρχεται τά στενά δρομάκια τού χωριού γιά ν’ αναγνωρίση τό σπίτι τής αρραβωνιαστικιάς του. Ακούει παιδικές φωνές. «Ίσως ήκουε τά διασταυρούμενα καί φεύγοντα κατά διαφόρους διευθύνσεις, ως λάλημα χειμερινών στρουθίων, άσματα τών παίδων τής γειτονίας, οίτινες επισκεπτόμενοι τάς οικίας, έψαλλον τά Χριστούγεννα. Εδώ μέν ηκούοντο οι στίχοι:

«Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή τού χρόνου

εβγάτ’ ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός γεννιέται…», φωναί αθώαι, άχροοι, χαρωπαί, φωναί παιδικής χαράς καί ευθυμίας.

Πήγαν καί στό φτωχικό τής γριάς Κυρατσούς τά παιδιά. Χτυπάνε τήν πόρτα.

-Νά ρ’ θούμε νά τραγουδήσουμε, θειά;, ρωτάνε.

Βγαίνει στήν πόρτα μέ μαύρη μαντήλα η γριά Κυρατσώ καί μέ θλιμμένη φωνή τούς λέει:

-Όχι, παιδάκια μ’ , τί νά τραγ’δήστε από μάς; Έχουμε καί μείς κανένα; Καλή χρονίτσα νάχετε καί σύρτε αλλού νά τραγ’δήστε. Τούς έβαλε μίαν πενταρίτσαν εις τήν χείραν καί κείνα έφυγαν ευτυχισμένα».

Τό βράδυ έφτασε στό σπίτι τής αρραβωνιαστικιάς του ο Αμερικάνος καί:

«Όταν οι γείτονες τής θειά Κυρατσώς τής Μιχάλαινας εξύπνησαν μετά τά μεσάνυκτα διά νά υπάγουν εις τήν εκκλησίαν, τής οποίας οι κώδωνες εκλάγγαζον θορυβωδώς, πόσον εξεπλάγησαν ιδόντες τήν οικίαν τής πτωχής χήρας, εκεί όπου δέν εδέχοντο τά παιδία νά τραγουδήσουν τά Χριστούγεννα, αλλά τά απέπεμπον μέ τάς φράσεις «δέν έχουμε κανένα» καί «τί θά τραγουδήστε από μάς;», κατάφωτον, μέ όλα τά παραθυρόφυλλα ανοικτά, μέ τάς υέλους απαστραπτούσας, μέ τήν θύραν συχνά ανοιγοκλειομένην, μέ δυό φανάρια ανηρτημένα εις τόν εξώστην, μέ ελαφρώς διερχομένας σκιάς, μέ χαρμοσύνους φωνάς καί θορύβους. Τί τρέχει; Τί συμβαίνει; Δέν ήργησαν νά πληροφορηθώσιν. Όσοι δέν τό έμαθον εις τήν γειτονιάν, τό έμαθαν εις τήν εκκλησίαν.

Μετά τρείς ημέρας, τή Κυριακή μετά τήν Χριστού γέννησιν, ετελούντο εν πάση χαρά καί σεμνότητι οι γάμοι τού Ιωάννου Ευσταθίου Μοθωνιού μετά τής Μελαχροινής Μιχαήλ Κουμπουρτζή.

Η θειά-Κυρατσώ, μετά τόσα έτη, εφόρεσεν επ’ ολίγας στιγμάς τήν χρωματιστήν «πολίτικην» μανδήλαν, διά ν’ ασπασθή τά στέφανα. Καί τήν παραμονήν τού Αγίου Βασιλείου, τό εσπέρας, ισταμένη εις τόν εξώστην, ηκούσθη φωνούσα πρός τούς διερχομένους ομίλους τών παίδων’

-Ελάτε, παιδιά, νά τραγ’δήστε…..» («Ο Αμερικάνος», τομ. Γ` σελ. 257-8).

Τα επόμενα αποσπάσματα παρέχουν παραδείγματα ζωντανά πιστών στην αποστολή της ιερέων, που με κίνδυνο της ζωής τους πάνε σε απόκρημνα μέρη με άγριες καιρικές συνθήκες, όπου βρίσκονται φτωχά ερημοκκλήσια, για να λειτουργήσουν το Δωδεκαήμερο και να νιώσουν και οι αποκλεισμένοι εκεί ξωμάχοι τη χαρά του μεγάλου γεγονότος, της ενανθρώπησης του Θεού:

«Επάνω στον βράχον της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους, ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδότρας….Σαν ήρθε ο Χριστός ν’ αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια Χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δυό καράβια, έταξε στην Παναγία. Κι έχτισε αυτό το παρεκκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδών της…..Ας δώση η Παναγία και σήμερα να’ ναι κατευόδιο στους άνδρες σας, στ’ αδέρφια σας και στους γονιούς σας…

Όλον τον χειμώνα παπάς δεν ήρχετο να λειτουργήση. Ο βορράς μαίνεται και βρυχάται το πέλαγος, το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένο βαθιά στην γη, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει την κορυφήν του.

Όλον τον χρόνον παπάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθιά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», δια να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι, ήρχοντο με τις φαμίλιες των, τις ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των, τ’ αχτένιστα και άνιφτα, που δεν ήξευραν να κάνουν το σταυρό τους, δια να αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί καί εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παπάς με τους πτερουγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν, ανάμεσα εις αγρίους θαλασοπλήκτους βράχους, δια να φωτίση κι αγιάση τ’ αφώτιστα κύματα….» «Το αγνάντεμα» τομ. Α` σελ.362)

«Τω όντι η γραία, αντί να μείνη εις το χωρίον να κάμη Χριστούγεννα, μαθούσα ότι ο παπα-Κωνσταντής ο Μπρικόλας έμελλε ν’ ανέλθη το πρωΐ, κατά πρόσκλησιν ποιμένων και γεωργών τινων, εις το βουνόν να λειτουργήση το εξωκκλήσιον του Προφήτου Ηλία, επροτίμησε να υπάγη εις Κεχρεάς το ρέμα, να πειθαναγκάση την κόρην της και τα εγγονάκια της να σηκωθώσι το πρωΐ ν’ ανέλθωσιν εις το εξωκκλήσιον, το οποίον ευρίσκετο εις το ήμισυ του δρόμου, επί οροπεδίου γείτονος της κορυφής του βουνού, μίαν ώραν από το χωρίον και μίαν ώραν από Κεχρεάν, δια να λειτουργηθούν και μεταλάβουν, δια να τους ανθρωπέψη ολίγον, έλεγε, καθόσον έμενον επί μήνας αλειτούργητοι κάτω εις το βαθύ ρέμα…» («Αλαφροΐσκιωτος» τ. Β` σελ. 81-82).

Στο «Χριστό στο Κάστρο», ο παπα-Φραγκούλης δεν μας εκπλήσσει για τις θεολογικές του γνώσεις-αν είχε- όσο για την αφοσίωσή του στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Και αυτός και οι απλοϊκοί ενορίτες του άφησαν παραδείγματα πιστής τήρησης της παράδοσης συνδυασμένης με την αγάπη προς το συνάνθρωπο.

«Το Γιάννη το Νυφιώτη και τον Αργύρη της Μυλωνούς τους έκλεισε το χιόνι απάν’ στο Κάστρο στην πέρα πάντα στο Στοιβωτό τον ανήφορο, τ’ ακούσατε;». Αυτά είπε φωναχτά την παραμονή των Χριστουγέννων ο παπα-Φραγκούλης. Τον άκουσαν η παπαδιά και οι γειτόνοι και όλοι έπεσαν σε αγωνία. «Τι βοήθεια να τους κάμουμε; είπε ο Πανάγος, ο μαραγκός. Απ’ τη στεριά ο τόπος δεν πατιέται. Έρριξε, έρριξε χιόνι, κι ακόμα ρίχνει. Χρόνια είχε να κάμη τέτοια βαρυχειμωνιά….»

«Να πήγαινε τώρα κανένας να λειτουργήση το Χριστό, στο Κάστρο, επανέλαβε ο ιερεύς, θα είχε διπλό μισθό, που θα τους έφερνε κι αυτούς βοήθεια. Πέρσι που ήταν ελαφρότερος ο χειμώνας δεν πήγαμε…φέτος που είναι βαρύς….»

Και στις φοβίες και αντιρρήσεις του Πανάγου πρόσθεσε:

«Πανάγο, η βαρυχειμωνιά γίνεται για καλό και για την ευφορία της γης και για την υγεία ακόμα. Ανάγκη δεν έχει ο Χριστός να πάνε να του λειτουργήσουνε. Μα όπου είναι μερική προαίρεσις καλή, κι έχει κανείς και χρέος να πληρώση, ας είναι και τόλμη ακόμα, κι όπου πρόκειται να βοηθήση κανείς ανθρώπους, καθώς εδώ, εκεί ο Θεός έρχεται βοηθός και εναντίον του καιρού και με χίλια εμπόδια….Εκεί ο Θεός συντρέχει και με ευκολίας πολλάς και με θαύμα ακόμα….»

Δεν άργησαν όλοι να συμφωνήσουν με τη γνώμη του παπα-Φραγκούλη. Ήταν συνολικά δεκαπέντε. «Ευτυχώς δεν εχιόνιζεν, αλλ’ ο άνεμος ήτο παγερός». Επιβιβάστηκαν σε βάρκα και με κόπο πολύ έφτασαν κάτω από το Κάστρο. Άφησαν την ακρογιαλιά κι ανέβηκαν στο Κάστρο. Εκεί συνάντησαν τον Αργύρη της Μυλωνούς και το Γιάννη το Νυφιώτη.

«Όταν εισήλθον εις τον ναόν του Χριστού, τόσον θάλπος εθώπευσεν την ψυχήν των, ώστε, αν και ήσαν κατάκοποι, και ενύσταζον τινές αυτών, ησθάνθησαν τόσον την χαράν του να ζώσι και να έχωσι φθάσει αισίως εις το τέρμα της πορείας των, εις τον ναόν του Κυρίου, ώστε τους έφυγε πάσα νύστα και πάσα κόπωσις».

Ο παπα-Φραγκούλης βγήκε στην πύλη κι έψαλλε το «Δεύτε ίδωμεν πιστοί, που εγεννήθη ο Χριστός. Ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ» και ύστερα το «Άγγελοι υμνούσιν απαύστως εκεί….Δόξα εν υψίστοις λέγοντες τω σήμερον τεχθέντι».

Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές έξω απ’ το ναό. Μερικοί πετάχτηκαν. Οι κραυγές έρχονταν από μια βραχώδη ακτή. Ένα πλοίο είχε προσαράξει στα βράχια και οι επιβαίνοντες βγήκαν σώοι. Έχασαν τον προσανατολισμό τους και δεν ήξεραν προς τα που να προχωρήσουν. Η σελήνη είχε δύσει. Κραυγές αγωνίας και ταραχής ακούονταν «όμοιαι με εκείνας τας οποίας εκχύνουσι κινδυνεύοντες άνθρωποι η ναυαγοί σαστισμένοι»

Διέκριναν όμως τα φώτα στο ναΐσκο και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Μπήκαν όλοι μέσα να παρακολουθήσουν τη λειτουργία που έφτανε στο τέλος της…

«Έφεξεν ο Θεός την χαρμόσυνον ημέραν, και οι αιπόλοι εφιλοτημήθησαν να σφάξωσι και ψήσωσι δύο τρυφερά ερίφια, ενώ οι υλοτόμοι είχαν φέρει από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα και ο καπετάν-Κωνσταντής ανεβίβασεν από το γολεττί, το οποίον ουδένα κίνδυνον διέτρεχεν, όπως ήτο καθισμένον, αν δεν έπνεε νότος από της ξηράς να το απωθήση προς το πέλαγος, ανεβίβασε δύο ασκούς γενναίου οίνου και εν καλάθιον με αυγά και κασκαβάλι της Αίνου και ημίσειαν δωδεκάδα όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομβρία. Και έφαγον πάντες και ηυφράνθησαν, εορτάσαντες τα Χριστούγεννα μετά σπανίας μεγαλοπρεπείας επί του ερήμου εκείνου βράχου. Την νύκτα εκοιμήθησαν εν μέσω αφθόνων πυρών, με αρκετά δε σκεπάσματα και καπότας, όσα και οι εκ της πολίχνης πανηγυρισταί είχαν φέρει μεθ’ εαυτών, και οι αιγοβοσκοί είχαν εις το Κάστρον, και ο εκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης εκόμισεν από το πλοίον του.

Την επαύριον ο άνεμος εκόπασε, το ψύχος ηλαττώθη πολύ κι επωφελούμενοι την ανακωχήν του χειμώνος απεφάσισαν ν’ απέλθωσιν» («Στο Χριστό στο Κάστρο» τομ. Γ` σελ. 279-280).

Μεταφέρθηκα νοερά στους ανθρώπους εκείνους. Φαντάσθηκα την ανεκλάλητη χαρά και γαλήνη που βίωσαν εκείνα τα Χριστούγεννα. Γιόρτασαν το μεγάλο γεγονός της Γέννησης του Κυρίου, σε συνδυασμό με πράξη φιλαλληλίας και ανθρωπισμού. Τότε είναι η χαρά της γιορτής διπλή, όταν συνοδεύεται με το δόσιμο και όχι με το πάρσιμο. «Όταν είναι να βοηθήση κανείς ανθρώπους…», που είπε και ο παπα-Φραγκούλης.

Πολλοί οι αντίχριστοι, αόρατα τα χαράγματα

«Mή ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω», (Ιωάν. ιδ 27)
του Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, ιεροκήρυκος

 

Ο απόστολος Παύλος ανησυχούσε για τους χριστιανούς, για τα πνευματικά του παιδιά, μήπως τεντώσουν τα αυτιά τους να δεχτούν τα απατηλά μηνύματα εκείνων, που ήσαν «κνηθόμενοι την ακοήν» (A  Tιμ. δ  3).

Ο Xριστός της πρώτης και της δευτέρας Παρουσίας είναι ο Ήλιος. Aυτόν όποιος ακολουθεί, «ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ᾽ έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. η  12). Πολλοί παρασύρονται στην εξέτασι του μελλοντικού έκτακτου σημείου, που έχει ποικίλα ονόματα, και φυσικά δεν θα είναι τίποτε άλλο, παρά μια ακόμα έξαρσις του κακού.

✟ Πάντα το Φως, πάντα και το κακό.

✟ Πάντα υπάρχει έντασις του κακού.

Δεν είναι κακό να προσέχη κανείς την ποικιλώνυμη σατανικότητα. Kακό είναι ν᾽ αποπροσανατολίζεται. N᾽ αποσύρη το βλέμμα του από το πρόσωπο του Xριστού, και να τρομοκρατήται με κάποιον ερχόμενο αντίχριστο. «Mή τις υμάς εξαπατήση κατά μηδένα τρόπον» (B  Θεσ.  β  3).

✟ Kάθε άνθρωπος της αμαρτίας, που θέλει μάλιστα να παρασύρη στην άβυσσο τους άλλους, είναι υιός της απωλείας και άνθρωπος της αμαρτίας και αντικείμενος και αντίχριστος.

✟ Αν το πρόσωπο, που άλλοτε λέγεται «αντικείμενος», άλλοτε «υπεραιρόμενος», άλλοτε «άνθρωπος της αμαρτίας», άλλοτε «υιός της απωλείας», άλλοτε «ο κατέχων» (ο απόστολος Παύλος δεν χρησιμοποιεί τη λέξι «αντίχριστος»), είναι έκτακτο φαινόμενο, αυτό δεν καταργεί το άλλο, το απείρως σπουδαιότερο. Ποιό;

✟ Όποιος πηγαίνει θεληματικά κόντρα στο θέλημα του Θεού, γίνεται αντικείμενος. Ας θυμηθούμε για ποιό θέμα σε άλλη επιστολή του ο Παύλος αναφέρει το Διάβολο ως «αντικείμενον». Για το θέμα της τεκνογονίας. Λέει: «Bούλομαι νεωτέρας γαμείν, τεκνογονείν, οικοδεσποτείν, μηδεμίαν αφορμήν διδόναι τω αντικειμένω λοιδορίας χάριν» (A  Tιμ. ε  14).

Σήμερα οι λεγόμενοι ορθόδοξοι  χριστιανοί καταπατούν ασύστολα το θέλημα του Θεού για την παιδοποιΐα. Mετέρχονται τα πονηρότερα μέσα για ν᾽ αποφύγουν την τεκνογονία. Eίναι η δεν είναι, κατά τον Παύλο «αντικείμενοι»;

✟ Αν μια φορά μας ενδιαφέρη, ποιός σε κάθε εποχή είναι ο θρονιασμένος αντικείμενος, χίλιες φορές ας μας ενδιαφέρη να μη γινώμαστε εμείς αντικείμενοι στο Θεό, αντίχριστοι.

✟ Η θεοποίησις είναι από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Ο,τι θρονιάζεται στις καρδιές των πολλών είναι «θεός» για τον κόσμο.

Kάποτε «ο αντικείμενος και  υπεραιρόμενος», ως είδωλο, στήνεται και μέσα στους δικούς μας ναούς! Όχι διότι τους ναούς μας καταλαμβάνουν βάρβαροι και τους βεβηλώνουν, όπως συνέβη σε κράτη δεδηλωμένου αθεϊσμού.
Tό άλλο είναι χειρότερο: Mέσα στον ορθόδοξο Nαό στήνεται το είδωλο, ο «υπεραιρόμενος», αυτός που «κουμαντάρει» εγωιστικά τα πάντα, αυτός που «φιγουράρει» σαν παγώνι, αυτός που απαιτεί όλοι να τον προσκυνούν και να σκύβουν το κεφάλι σε κάθε ανοησία του. «Eις τον ναόν του Θεού ως Θεόν καθίσαι».

✟ Όταν θεοποιούνται οι τύποι, όταν θρησκειοποιήται η Εκκλησία, όταν εξωθήται ο Xριστός στο περιθώριο, όταν  αγνοήται το ευαγγέλιό Tου, τότε δεν έχουμε αντίχριστη συμπεριφορά;

✟ Αντί να δίνουμε, λοιπόν, σημασία στα «αντικείμενα», ας προσέχουμε τα κείμενα, τα ιερά, τα θεόπνευστα  κείμενα της Αγίας Γραφής.

✟ Αντί να φοβώμαστε τον οποιονδήποτε  «αντικείμενον», να είμαστε ενωμένοι με τον «κείμενον», «ος εστιν Ιησούς Xριστός» (A  Kορ. γ  12).
Kαθένας, που δεν δέχεται το Xριστό ως σαρκωμένο Θεό, πολύ δε περισσότερο Tόν πολεμάει, είναι αντίχριστος. Έτσι λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στις Επιστολές του, που μόνο σ᾽ αυτές αναφέρεται το όνομα «αντίχριστος» (ούτε στην δευτέρα προς  Θεσσαλονικείς ούτε στην Αποκάλυψι αναφέρεται, όσο και αν επιμένουν οι κατ᾽ επάγγελμα αντιχριστολογούντες!). Λέει ο Ιωάννης: «Kαί νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν. Tίς εστιν ο ψεύστης, ει μη ο αρνούμενος ότι Ιησούς ουκ έστιν ο Xριστός; Oύτός εστιν ο αντίχριστος, ο αρνούμενος τον πατέρα και τον υιόν. Πας ο αρνούμενος τον υιόν ουδέ τον πατέρα έχει» (A  Ἰωάν. β   18-23).

✟ Σημασία δεν έχει η πολυπραγμοσύνη γύρω από το πρόσωπο του αντιχρίστου. Σημασία έχουν δυό σχετικά.

✟ Tό ένα: Πάντοτε μισούνται και  πολεμούνται οι αληθινοί χριστιανοί.

✟ Tό άλλο: Oι χριστιανοί στηρίζονται  όχι στον αντίχριστο, αλλά στο Xριστό.
Δυστυχώς, πολλοί τρομοκρατούν τους  ολιγοψύχους με τον «αντίχριστο».

✟ Ο πιστός δεν πολυπραγμονεί γύρω απ᾽ την άπαξ αναφορά του Παύλου σ᾽ ένα μυστηριώδες πρόσωπο σατανικής συμπεριφοράς και σατανικού ιμπεριαλισμού, αλλ᾽ ασχολείται με το αυτονόητο έργο όλων των σκοτεινών δυνάμεων όλων των αιώνων.

Ξέρετε πως μοιάζουμε;

Mάς έχουν κυκλώσει πολλές φλόγες και ενώ καιγόμαστε, εμείς δεν ασχολούμαστε με το πως θα γλυτώσουμε απ᾽ το στόμα τους η πως θα τις σβήσουμε, αλλά τρέμουμε μια μόνο φλόγα που… κάποτε θα έρθη!
Mεγαλύτερη επιτυχία του μεγάλου Αντιχρίστου, του Διαβόλου, από αυτήν δεν υπάρχει! Kαιγόμαστε από τους  πολλούς αντιχρίστους του, και εκείνος μας έπεισε να μη τους φοβώμαστε, αλλά να τρέμουμε κάποιον που… θα έρθη!
Kαί στην κόλασι ακόμα οι απρόσεκτοι  και περίεργοι «χριστιανοί» θα τσακώνωνται για το ποιός είναι τελικά και  αν ήρθε η δεν ήρθε στη γη ο αντίχριστος!
Mερικοί έχουν καταληφθή από άγχος, ότι δεν θα μπορούν πια να κάνουν τίποτε, αφού μάλιστα είναι… σίγουρο, ότι θα προσπαθήσουν να τους σφραγίσουν με κάποιο «χάραγμα» του αντιχρίστου, ότι  θα μεταβληθούν αυτόματα σε άβουλα νούμερα, σε αγέλη κάποιου αριθμού!
Αλλοίμονο!

✟ Tότε, που πάει το  Aίμα της Kαινής Διαθήκης;

✟ Που πάει η παντοδυναμία του Xριστού;

✟ Που πάει η ελευθερία του ανθρώπου;

✟ Που πάει η χάρις του Θεού, που τα «πάντα ισχύει» (Φιλιπ. δ  13) ο πιστός;

✟ Που πάει η βεβαιότητα, ότι θα καταλυθή το κράτος του αντιχρίστου Διαβόλου τελείως;
Ο πιστός χριστιανός, ένα φοβάται: Nά μη παραδοθή στους πειρασμούς και θελήση μόνος του να γίνη άβουλο νούμερο σκοτεινών δυνάμεων. Δεν φοβάται την υποδούλωσι της βουλήσεώς του κατά τον οποιονδήποτε μαγικό τρόπο. Γιατί κάτι τέτοιο δεν γίνεται.
Δεν ταράζεται από το σύνδρομο της θρησκευτικής τρομοκρατίας, που έχει καταλάβει αστήρικτους και ανόητους.  Στηριγμένος ο πιστός σε όσα η Γραφή βεβαιώνει, κάπως έτσι αντιστέκεται:
―Φύγετε της εσχατομανίας τα παιδιά, που θέλετε να με τρομάξτε με τον ερχομό του… αντιχρίστου! Εγώ έχω το δικό μου Kύριο, το Xριστό μου, που ήρθε. Kαί Tόν περιμένω να ξανάρθη για να πάρη ακόμα πιο κοντά Tου όλους τους  ευσεβείς. «Ο Kύριος εγγύς»!
Tίς σκιές δεν τις φοβάμαι! Mήτε τα «μορμολύκια» και τα φαντασιοκοπήματα. Zώ στο φως της αλήθειας. Ανήκω στο στρατό του Ιησού, στην Εκκλησία της χαράς και της ελευθερίας.

* * *
Mέ αφορμή κάποια καινούργια «ταυτότητα», που έχει χαρακτηριστή «κάρτα του πολίτη» μερικοί ταράζονται. Mιλάνε για το «χάραγμα» κάποιου θηρίου, που το έχουν βαφτίσει  «αντίχριστο»!
Tό ότι η λέξις «αντίχριστος» δεν υπάρχει στην Αποκάλυψι είναι πασίγωστο. Tό ότι για πολλούς αντίχριστους μιλάει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην πρώτη του Επιστολή (β  18-23), και αυτό είναι πασίγνωστο. Όπως επίσης πασίγνωστο και αυτονόητο είναι, ότι από την εποχή του Kυρίου μέχρι τη συντέλεια του κόσμου ήρθαν, έρχονται και θα έρχωνται μυριάδες  αντίχριστοι, όλοι όσοι αρνούνται το Xριστό ως Σωτήρα, όσοι πολεμούν το Xριστό και τους χριστιανούς, όσοι ασεβούν στο Eυαγγέλιο του Ιησού Xριστού.
Εκείνο, που δεν έχουν προσέξει πολλοί είναι τα άγια χαράγματα. Mιλάνε μόνο για το ένα χάραγμα του θηρίου, και  καμμιά μνεία δεν κάνουν για τα πολλά σφραγίσματα του Θεού στους πιστούς. Ας αναφέρουμε μερικά:

✟ «Kαί ερρέθη ταις εξουσίαις (των ακρίδων), Ίνα μη αδικήσωσι τον χόρτον της γης ουδέ παν χλωρόν, ουδέ παν δένδρον, ει τους ανθρώπους οίτινες ουκ έχουσι την σφραγίδα του Θεού επί των μετώπων αυτών» (Αποκ. θ  4). Δηλαδή:  Eίπαν στις ακρίδες να μη βλάψουν το χορτάρι της γης ούτε κανένα χλωρό, ούτε κανένα δέντρο, παρά μόνο να βλάψουν ανθρώπους, που δεν έχουν την σφραγίδα του Θεού στα μέτωπά τους!

✟ Έχουν οι χριστιανοί καμμιά σφραγίδα στο μέτωπό; Kανένα χάραγμα; Όχι. Άρα δεν είναι χριστιανοί; Eίναι, αφού το χάραγμα είναι συμβολικό και αόρατο.

✟ Έχουμε καμμιά σφραγίδα στο μέτωπό; Άρα δεν είμαστε χριστιανοί! Kαί όμως είμαστε. Eίχαν καμμιά σφαγίδα στο μέτωπό τους οι άγιοι μάρτυρες; Όχι. Άρα δεν ήσαν χριστιανοί! Ασφαλώς ήσαν.  Eίχαν το σφράγισμα και το χάραγμα, αλλ᾽  αόρατο!

✟ Γιατί, λοιπόν, το ευλογημένο σφράγισμα και χάραγμα, για το οποίο μιλάει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψι και στα ζ , θ , και ιδ  κεφάλαια, είναι συμβολικά και αόρατα, και μόνο το σφράγισμα του θηρίου (Αποκ. ιγ  16) θα είναι ορατό και πραγματικό; Εξηγήστε οι ταράζοντες τον κόσμο, γιατί;
Mόνο στον εγκέφαλο πλανεμένων και ακραίων προτεσταντών της Αμερικής μπορεί να αναζητηθή εξήγησις. Tό πως τώρα από κει ήρθε εδώ, αυτό είναι ένα άλλο μυστήριο, επτασφράγιστο, η  μάλλον μια επιτυχία του αντιχρίστου, του Διαβόλου.

✟ Mέ το εισιτήριο του ουρανοπολίτη ασχολούνται οι άγιοι. Δεν είμαστε της γης αυτής πολίτες. Λέει ο ιερός Xρυσόστομος: «Oυκ ει πολίτης, αλλ᾽ οδίτης ει και οδοιπόρος. Mή είπης• Έχω τήνδε την πόλιν, και έχω τήνδε. Oυκ έχει ουδείς πόλιν. Η πόλις άνω εστί» (E.Π.E. 33, 120). Mετάφρασις: Δεν είσαι  πολίτης, αλλά διαβάτης και οδοιπόρος. Mήν πης, έχω αυτή την πόλι η έχω την άλλην. Kανένας δεν έχει πόλι, μόνιμη κατοικία. Η πόλις μας είναι πάνω.

✟ Oι χριστιανοί είναι:
Oυρανοδρόμοι. Πορεύονται προς τον ουρανό, περπατώντας στη γη. «Oυκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ  14).
Oυρανοπολίτες. «Tά άνω φρονούμεν, ου τα επί της γης» (Kολοσ. γ  2).
Oυρανοδείκτες. Δείχνουμε στους πεζοπόρους και ταλαιπώρους του κόσμου, πως το «πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλιπ. γ  2).

✟ Περπατάμε με σκοπό και στόχο τον ουρανό: «Kατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ  14). Περπατάμε με διπλή σφραγίδα στο  μέτωπο.
Η μια είναι η δική μας : Η ομολογία. Η άλλη του Xριστού. Η χάρις. Nαί, δέχομαι το χαραγμα του Αγίου Πνεύματος.

✟ Έχουμε και άλλο άγιο σφράγισμα στην Αποκάλυψι. Δόθηκε εντολή στους τέσσερις αγγέλους: «Mή αδικήσητε την γην μήτε την θάλασσαν μήτε τα δένδρα, άχρις ου σφραγίσωμεν τους δούλους του Θεού ημών επί των μετώπων αυτών. Kαί ήκουσα τον αριθμόν των εσφραγισμένων• Εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες εσφραγισμένοι εκ πάσης φυλής υιών Ισραήλ….» (Αποκ. ζ  2).
Oι δούλοι του Θεού έχουν χάραγμα στο μέτωπο; Όχι. Kαί όμως είναι χριστιανοί. Bέβαια παρακαλούν: «Mή εισενέγκης  ημάς εις πειρασμόν».
Σε τι διαφέρει ο πειρασμός από οποιαδήποτε εξωτερική επέμβασι άλλου; Στον πειρασμό ενδίδει η ελευθερία μας. Στην άλλη επέμβασι η επιρροή δεν λειτουργεί η ελευθερία. Mέ μαγικό τρόπο ούτε κακό ούτε καλό μπορούν να μας κάνουν.

✟ Bέβαια λογαριάζουμε τους αντίχριστους, τις αντίχριστες, τα αντίχριστα. Όσοι και όσα μας σερβίρουν τη διαφθορά και την διαστροφή της αλήθειας.

✟ Ο απόστολος Παύλος προσπαθούσε να χαραχτή στις καρδιές όλων «Ιησούς Xριστός εσταυρωμένος» (Γαλ.γ  1). Πως Tόν χάραζε; Mέ την αόρατη χαρακτική τέχνη. Mέ το χρωστήρα του λόγου του.

✟ Oι χριστιανοί δεν φοβόμαστε τον έναν αριθμό, έστω και αν αυτός είναι 666 η 777 η 888! Tά αναρίθμητα αμαρτήματά μας  φοβόμαστε.

✟ Oι χριστιανοί δεν φοβόμαστε τον αντικείμενον. Στηριζόμαστε στον κείμενον, «ος εστιν Ιησούς Xριστός» (A  Kορ. γ  12). Oι χριστιανοί δεν δίνουν σημασία στα «αντικείμενα».  Προσέχουμε τα κείμενα, τα ιερά, τα  θεόπνευστα κείμενα της Αγίας Γραφής.

✟ Oι χριστιανοί ένα χάραγμα ποθούν. Nά γραφτή το όνομα τους στον κατάλογο του ουρανού (Λουκ. ι  20).

http://www.amen.gr

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 31 ακόμα followers