Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Η ιστορία του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα.

Ο Σπυρίδων μετά από πολυετή ευάρεστον διακονίαν, αφού, ως άλλος Ιώβ, έζησε «ἄμεμπτος, δίκαιος, ἀληθινὸς, θεοσεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος». Και αφού από της ζωής αυτής, έδωκε τα δείγματα της αγιότητας δια της θαυματουργίας, παρέδωσε την αγία ψυχή του εις τον Κύριο, πεί το έτος 348, στην Κύπρο

Μετά τον θάνατο του ιερού Σπυρίδωνα, το σεπτό λείψανο του διατηρήθηκε ακέραιο, μέχρι δε σήμερα διατηρείται, δια της χάριτος του Παντοδύναμου Θεού και αποτελεί αστείρευτη πηγή θαυμάτων δια των οποίων δοξάζεται ο άγιος Θεός, τιμάται δε ο Σπυρίδων.

Το ιερό λείψανο του Αγίου έμεινε εις την Κύπρο τριακόσια έτη μετά τον θάνατο του. Κατά τον Ζ΄ αιώνα το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα ήταν κατατεθειμένο εις τον ίδιο Ναό, στην Τριμυθούντα της Κύπρου. Την πληροφορία μας δίδει ο βιογράφος του επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος· «Τούτου δὲ τοῦ παραδόξου θαύματος (τῆς καταργήσεως τῶν εἰδώλων εἰς Ἀλεξάνδρειαν διὰ τῆς παρουσίας του, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἀνωτέρω) μνημόσυνον ἐστι ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ πόλει τοῦ σεβασμίου πατρὸς Τριμιθοῦντι ἐπάνω τοῦ μέσου πυλεῶνος ἥγουν τῆς ἀρχοντικῆς θύρας τοῦ ναοῦ ἔνθα κεῖται τὸ τίμιον λείψανον τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος, εἰκῶν πᾶσαν τὴν διήγησιν ταύτην γεγραμμένην ἔχουσαν μετὰ καὶ ἄλλων τινῶν τῶν μὴ γεγραμμένων ἐνταῦθα». Ο εκδότης του βίου του Σ. Παπαγεώργιος ζήτησε να προσδιορίσει δια της ανωτέρω την θέση την οποία εκαταλάμβανε το ιερό Λείψανο εις τον Ναό, έγραφε δε περί αυτής εις τα προλεγόμενα της εκδόσεως: «Ἡ ἔκφασις αὕτη εἶναι ὁλίγον σκοτεινή· εἰκάζομεν ὅτι τὸ λείψανον ἦτο κατατεθειμένον μεταξύ τοῦ Νάρθηκος καὶ τοῦ κυρίως Ναοῦ, ἐπὶ τῆς μεταξὺ ἀυτοῦ Πύλης» .

Αλλά η φράση του Σ. Παπαγεωργίου είναι ακατανόητη προήλθε δε εκ της εσφαλμένης γραφής του χειρογράφου, το οποίον εκείνος είχε εις την διάθεσή του και το οποίο αντί της φράσεως «ἐπάνω τοῦ μέσου πυλεῶνος ἥγουν τῆς ἀρχοντικῆς θὺρας τοῦ ναοῦ ἔνθα κεῖται τὸ τίμιον κ.λ.π.», είχε την φράση «ἐπάνω τοῦ μεγάλου Πυλῶνος, ἤγουν τῆς ἀρχοντικῆς θύρας τοῦ Ναοῦ, ἔγκειται τὸ τίμιον λείψανον…». Οπωσδήποτε η φράση του Θεόδωρου προσδιορίζει την θέση της εικονογραφίας του θαύματος του Σπυρίδωνος.

Ο Θεόδωρος ανέγνωσε τον Βίο κατά την εορτή του Αγίου Σπυρίδωνος το έτος 655 . Καθώς πληροφορεί λεπτομερέστατα ο ίδιος· «τὸ παρὸν διήγημα πρώτως ἀνεγνώσθη ἐν τῇ αὐτῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ μνήμῃ τῆς ἡμέρας τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος, τῆς παρούσης τεσσρεσκαιδεκάτης ἱνδικτιῶνος, πεντεκαιδεκάτου δὲ ἔτους Κωνσταντίνου τοῦ φιλοχρίστου καὶ εὐσεβεστάτου ἡμῶν βασιλέως καὶ δευτέρῳ ἔτει Κωνσταντίνου τοῦ θεοστέπτου καὶ ἐυσεβεστάτου αὐτοῦ υἱοῦ.»

Περί του τέλος του Ζ΄ αιώνα το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε εις την Βασιλεύουσα, εξ αιτίας των Αραβικών επιδρομών εναντίον της Κύπρου. Ο χρόνος της μεταφοράς πρέπει να τοποθετηθεί μετά το έτος 655· πιθανώτατα συντελέσθηκε κατά το έτος 691, όταν διατάχθηκε υπό τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον Β΄ (685 -695, 705 – 711) ομαδική μετανάστευση των Κυπρίων.

Στην Κωνσταντινούπολη το ιερό Λείψανο του Σπυρίδωνος φυλάσσοντας σε γυναικεία Μονή, κείμενη πλησίον εκείνης του Φιλανθρώπου Χριστού, ως μαρτυρεί το χργρ. SA (Cod. Paris. gr. 1594, του ΙΒ΄ αιώνα). Πρόκειται περί της μονής «τῆς Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμήνης», η οποία ιδρύθηκε το βραδύτερο στις αρχές του Ιβ΄ αιώνα, υπό της Ειρήνης Δούκα, συζύγου του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081 – 1118), κειμένης πλησίον της ανδρώας μονής του Φιλανθρώπου χριστού, ιδρυθείσης την αυτήν εποχή.

Ιστορικές ειδήσεις συνοδεύουν το ιερό Λείψανο μέχρι της προτεραίας της εις την Κέρκυρα μετακομιδής του. Έτσι, ο Ρώσος περιηγητής Αντώνιος εκ Novgorod, ο οποίος έγραφε περί το 1200, αναφέρει ότι είδε το Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, κατατεθειμένο κάτω από το θυσιαστήριο του ναού της μονής της Υ.Θ. Οδηγήτριας (10). Στην συνέχεια φαίνεται ότι το σεπτό Λείψανο μεταφέρθηκε εις τον περίλαμπρο Ναό των Αγίων Αποστόλων, τον οποίο ο Ιουστινιανός έκτισε περί το έτος 550, και ο οποίος εθεωρείτο δεύτερος, έπειτα από εκείνο της του Θεού Σοφίας, δια το κάλλος, το μέγεθος και τον πλούτο. Ο στέφανος εκ Novgorod (1350), ο Ιγνάτιος εκ Smolensk (1389 -1405) και ο γραφεύς Αλέξανδρος (1393), αναφέρουν ότι προσκύνησαν «τὰ λείψανα» (sic) του Αγίου Σπυρίδωνα εις το πλάγιο παρεκκλήσιο του Ναού των αγίων Αποστόλων, ενώ ο διάκονος Ζωσιμάς (1419 -1421) βεβαιώνει ότι «εἰς τὸν ναὸν αὐτὸν (τῶν αγ. Ἀποστόλων) ἀναπαύεται ὁ μέγας Σπυρίδων» Τέλος την ημέρα της μνήμης του αγίου Σπυρίδωνος, 12 δεκεμβρίου, του έτους 1452, λίγους δηλαδή μήνες προ της αλώσεως της Πόλης, τελέσθηκε εις τον Ναό της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Λειτουργία, επί της ενώσεως των Εκκλησιών, προεξάρχοντος του παπικού Λεγάτου, του λατινοφρονήσαντος εν Φλωρεντία, Αρχιεπισκόπου Κιέβου καρδιναλίου Ισιδώρου.

Κατά την τελετή, «τὸ λείψανον τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, τοῦ ὁποίου ἑωρτάζετο ἡ μνήμη, περιήγετο ἐν πομπῇ»

Στην Κέρκυρα το ι. Λείψανο του αγίου Σπυρίδωνος μεταφέρθηκε το έτος 1456. Αρχικά επικράτησε η παράδοση, κατά την οποία ένα ιερεύς από την Κωνσταντινούπολη, Γιώργος Καλοχαιρέτης ονομαζόμενος, μετέφερε το Άγιο Λείψανο, με αυτό της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης.

Περί των αρχών όμως του Ιθ΄ αιώνα (1808) προέκυψε, εξ ανακαλύψεως και δημοσιεύσεως παλαιών χειρογράφων, αναγόμενα εις τον Ιε΄ αιώνα, διαφορετική άποψη . Κατ’ αυτή, ως μαρτυρεί ο σεβ. Μεθόδιος Κοντοστάνος, Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών, εις τα Προλεγόμενά της υπ’ αυτού γενομένης εκδόσεως της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του αγίου Σπυρίδωνος: «Το ιερό και Σεβάσμιο Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος δεν μετακομίσθηκε στην Κέρκυρα παρά τον Ιερέα Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ως ανακριβώς ίσως δε και εν λόγων σκοπιμότητας ανεγράφη. Αλλά, ως εξάγεται εκ Δουκικού Διατάγματος του Συμβουλίου των Δέκα της Βενετικής Δημοκρατίας, εκδοθέντος την 14 Μαΐου 1489, το Ιερό Λείψανο του Αγίου, παραλαβών αυτό εκ της Κωνσταντινούπολης… μετακόμισε εις Παραμυθιά της Ηπείρου, όπου και παρέμεινε επί χρονικό τι διάστημα, οΙερεύς Γρηγόριος Πολύευκτος,  ο αυτός δε εκείθεν κατά το έτος 1456, μετακόμισε αυτό εις την Κέρκυρα. Ο αυτός δε Γρηγόριος Πολύευκτος, βρίσκοντας στην Κέρκυρα τον Ιερέα γεώργιο Καλοχαιρέτη, πρόσφυγα δε και τούτον και συμπολίτη του, κληροδότησε (!)_εις αυτόν το Ιερό Λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο δε Λουκάς Καλοχαιρέτης, ένας από τους Κληρονόμους και «υἱὸς τοῦ Ἱερέως Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ἐδωρήσατο τῇ ἰδίᾳ ἀνεψιᾷ Ἀσημίνῃ τὸ ἐπὶ τοῦ Λειψάνου μερίδιόν του»(!)». Έτσι το Ιερό και Σεβάσμιο του Αγίου Λείψανο, Κύριος είδε εκ τίνος κρίματος υφαρπαγής, πέρασε στον Λουκά Καλοχαιρέτη, δια δωρητήριο συμβόλαιο που συντάχθηκε στην Άρτα κατά το έτος 1512, ως αντικείμενο προικοδοτήσεως (!) δια τους εξής λόγους: «ἔτι[πάλιν ὁμολογῶ, τό Λείψανον τοῦ Ἀγίου Σπυρίδωνος, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς τοὺς Κορφοὺς, καὶ κατὰ κληρονομία εὑρέθη εἰς ἡμᾶς καὶ εἴχαμεν ἐξουσίαν πάλιν χαρίζωμι τῆς ἄνωθεν είρημένης Ἀσημίνης τῆς ἀνεψιᾶς μου»

Η δε Ασημίνα, θυγατέρα του Φιλίππου υιού του Γεώργιου Καλοχαιρέτη, έχουσα νόμιμη προίκα (!!!) το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος, νυμφεύθηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη. Δια διαθήκης δε, χρονολογουμένης από 25 Νοεμβρίου 1571, όρισε ως το Ιερό Λείψανο του Αγίου διαμένει ως κληρονομιά στους υιούς της και στους απογόνους τους…

Κατά το έτος 1489 ο Φίλιππος Καλοχαιρέτης ζήτησε να μετακομισθεί το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα στην Βενετία, εξέδωσε δε τότε από τις 14 Μαΐου 1489 Δουκικό Γράμμα ο «Αὐγουστῖνος Βαρβαρίκος, Ἐλέει Θεοῦ, Δοὺξ βενετιῶν κ.λ.π., τοῖς εὐγενέσι καὶ σοφωτάτοις ἀνδράσιν Ἰωάννῃ Βαπτιστῇ ΒΑλαρέσσῳ Βαΐλῳ καὶ Καπιτάνῳ, καὶ τοῖς Συμβούλοις τῶν Κορυφῶν…» περία σφαλούς αποστολής του Ιερού Λειψάνου στην Βενετία. Επακολούθησε δε και δεύτερο τέτοιο. Αλλά η μεταφορά του Ιερού Λειψάνου ματαιώθηκε. Δεν είναι όμως ακριβές ότι «Οἱ Κερκυραῖοι, λυπούμενοι ἐπὶ τούτῳ, ὁμοφώνως ἱκέτευσαν αὐτὸν (τὸν Φίλιππον) νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ· εἰς δὲ τὰς ἱκεσίας ταύτας ἐνδούς ὁ Φίλιππος» υποχώρησε και παρέμεινε το ιερό λείψανο στην Κέρκυρα. Γεγονός είναι ότι εις το Δουκικό Γράμμα τέθηκε ότι, εάν μερικοί έχουν αντιρρήσεις περί της μεταφοράς του Ιερού λειψάνου στην Βενετία, να το αναφέρουν. Εκ τούτου δε πιθανότατα, εφ’ όσον το Ιερό Λείψανο είχε ήδη τεθεί εις κοινή προσκύνηση, ο Κερκυραϊκός Λαός, όχι μόνο δεν ικέτευσε, αλλά πρόβαλλε αντιρρήσεις και αξίωσε να παραμείνει στην Κέρκυρα. Το δε Συμβούλιο των Δέκα δεν επέμεινε, διότι επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες εις τους υπό την βενετική σημαία λαούς» .

Το ιερό Λείψανο του αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνος, όπως και προηγουμένως σημειώθηκε είναι άρτιο κατά πάντα, πλην της δεξιάς χειρός. Διατηρεί την σάρκα, τους βολβούς των οφθαλμών και τους οδόντες· προκαλεί δε συγκίνηση εις τον προσκυνητή η γλυκύτητα και η γαλήνη της μορφής του. Όσο αφορά δε την δεξιά του χείρα, άγνωστο είναι πότε και υπό ποιες συνθήκες αποχωρίσθηκε από το σώμα του Αγίου. «Ο Ρώσος περιηγητής Μπράσκη αναφέρει ότι είδε κατά τον Ιζ΄ αιώνα ολόκληρο το ι. λείψανο του αγίου στην Κέρκυρα στον φερώνυμο ναό, πλην της δεξιάς του χείρας, η οποία βρίσκεται στην Ρώμη στο ναό της Θεομήτωρος» . Ο ιατροφιλόσοφος Νικόλαος Βούλγαρης (1634 – μετά το 1684), σε αφιερωτική επιστολή του προς τον λατινικό αρχιεπίσκοπο Κερκύρας Κάρολο Labia (1659 – 1682 †), κατά την έκδοση της λεγόμενης «Ἀληθοῦς Ἐκθέσεως» την οποία και συνέγραψε, «λέγει ότι ο δεξιός βραχίων του Αγίου τηρείται μετά μεγάλης ευλάβειας στην Ρώμη, ότι άδηλο είναι αν επέμφθη αυτόθι εκ Κερκύρας, ή εκ Κωνσταντινουπόλεως, ή εκ Κύπρου, όπου ενταφιάστηκε ο Άγιος, και ότι εκ των προς Χριστόδουλο τον Βούλγαρη, εαυτού αδελφό, και μετά ταύτα Μέγα Πρωτόπαπα Κερκύρας,  δοθεισών πληροφοριών παρά των μοναχών του τάγματος του Αγίου Φιλίππου του Νερίου, όταν φοιτούσε στο εκεί εκπαιδευτήριο, δηλώνεται, ότι ο Πάπας Κλήμης ο Η΄  δώρισε το λείψανο εις τον Καρδινάλιο Βαρόνιο, που το αφιέρωσε αυτό εις την νέα εκκλησία των μοναχών εκείνων» .

Ο Λ. Σ. Βροκίνης  προσθέτει τις επόμενες πληροφορίες, σχετικά προς το ζήτημα της χείρας του Αγίου Σπυρίδωνα, τις οποίες έλαβε από τον Κ. Βούλγαρη. Ο Κ. Βούλγαρης ζήτησε από τους ιερείς του εν Ρώμη Ναού της S. Maria να δει το περί του λόγου το λείψανο, και οι ιερείς του το επέδειξαν. Κατά την μαρτυρία του το «τὸ λείψανον τοῦτο εἶναι ἐγκεκλεισμένον εἰς κωνοειδῆ, ἀλλ’ οὐχὶ βυζαντινῆς τέχνης έπίχρυσον θήκην, ἔχουσαν ὕψος ἥμισυ περίπου μέτρον καὶ φέρουσαν εἰς τό βάθος τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἀργυρᾶν. Δέν σώζεται δ’ ὁλόκληρος ὁ βραχίων… ἀλλ’ ὀστοῦν βραχίονος μὴ διατηροῦν περὶ αὐτὸ σάρκα, ἤ δέρμα, καθὼς τὸ ὲν Κερκύρᾳ σεπτὸν λείψανον τοῦ Ἁγίου.». Ο Κ. Βούλγαρης ζήτησε σχετικές προς το ι. λείψανο πληροφορίες και ο «Padre G. Galenzio, Scrittore Latino della Biblioteca Vaticana» εγγράφως τον βεβαίωσε, ότι έγγραφο δεν υπάρχει, αλλ’ ότι το λείψανο υπάρχει εκεί από της συστάσεως της Συναδελφότητας (των Φιλιππινών), «ποιεῖται δ[ε μνείαν αὐτοῦ ὁ Πάπας Παῦλος Ε΄ ἐν τῇ Βούλλᾳ δι’ ἧς ἐπικυροῖ τῷ 1612 τοὺς κανόνας καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Συναδελφότητος τοῦ Ὀρατορίου (Congregazione dell’ Oratorio)»

Ζητήσαμε και λάβαμε επίσημες πληροφορίες σχετικά προς το ι. αυτό λείψανο και φωτογραφία αυτού, αμφότερα δε και δημοσιεύομε. Το έγγραφο των πληροφοριών έχει ως εξής, εν μεταφράσει εκ του Ιταλικού:

«Εις τον κώδικα B. IV. 6 του Αρχείου της Συναδελφότητας του Οραταρίου της Ρώμης, τον τιτλοφορούμενο: «Έλεγχος της Εκκλησίας και του Σκευοφυλακίου  της S. ta MAria in Vallicella. 1806 » στην σελίδα 189 αναγράφεται: «Προσέτι ἥμισυς βραχίων τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, φυλασσόμενος εἰς τὸν συνήθη τόπον τῶν Λειψάνων. Τοῦτο ἐδωρήθη ὑπὸ τοῦ Καρδιναλίου Baronio εἰς τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν, ὁ ὁποῖος εἶπεν καὶ ὡρκίσθη ὅτι ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Πάπαν Κλήμεντα VIII, προερχόμενον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν ρηθέντα Ποντήφικα κατὰ τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον κατετσράφη ὑπὸ τοῦ Τούρκου ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως διὰ νὰ τὴν μεταβάλῃ, πιστοποιῶν ὅτι ἐβεβαιώθη ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Κερκύρας, (25) ὅτι ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ἐλλείπει μόνον εἷς βραχίων καὶ ὁ Μάρκελλος Ferro, Ρωμαῖος Ἱερεύς, μαρτυρεῖ ὅτι εὑρίσκεταο εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὅτε ἐστάλη ὅ ρηθεὶς βραχίων είς τὸν Πάπαν Κλήμεντα, καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν ἐγένετο συμβολαιογραφική πρᾶξις γραφεῖσα ὑπὸ τοῦ Δομηνίκου Amodei, Συμβολαιογράφου τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Camera, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 11 Μαΐου 1606, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ ἡμέτερον Ἀρχεῖον φυλ. 469 βιβλ. Η. »

Γνωστοποιείται ότι η δωρεά εγένετο το 1606, ο καρδ. Baronio απεβίωσε το 1607 και ο έλεγχος συνετάγη το επόμενο έτος.

Τούτο το λείψανο εκτίθεται πάντοτε, κατά την επέτειο της εορτής, επί ενός αλταρίου της S. Maria in Vallicella και διαπιστούται ότι, κατ’έτος, προσέρχονται να το προσκυνήσουν Έλληνες εκ Κερκύρας, οι οποίοι γνωρίζουν ότι το λείψανο τούτο ανήκει εις τον προστάτη των.

Ο Αρχειοφύλαξ

P, Carlo Gasbarri d. O.» (27)

«Γνωστὸν ἔστω ὑμῖν, φίλοι μου γνήσιου καὶ πνευματικοί ἀδελφοί, ὅτι μετὰ τὴν ἐμὴν ἐκ τοῦ σώματος ἐκδημίαν τε καὶ ὰποβίωσιν πολλῇ δόξῃ Κύριος στεφανώσει τὴν μνήμην καὶ τῷ αὐτοῦ πνεύματι κινουμένη πᾶσα ἡλικία ἀνθρώπων παλαιῶν τε καὶ μέσων καὶ νέων τὴν τῆς ἐμῆς τελευτῆς ἡμέραν ἐτησίως ἐπιτελέσει ἐν τῷ τάφῳ ἔνθα τὸ ἐμὸν μέλλει κατατίθεσθαι σῶμα, κἀγὼ δὲ λαμβάνων παρρησίαν παρὰ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ δεσπότου μεταδὼσω τούτοις ὧν ἔλαβον χαρισμάτων» ( Τους λόγους αυτούς τοποθετεί εις το στόμα του ιερού Σπυρίδωνος ο Επίσκοπος της Πάφου Θεόδωρος, εκ των πραγμάτων δε αποδεικνύεται ότι δεν βράδυνε των προφητικών εκείνων λόγων η εκπλήρωσης.

ΠΗΓΗ.www.apologitis.com

Διηγήσεις Θαυμάτων του Αγίου Σπυρίδωνος μετά την Κοίμησή του.

Η θαυματουργική δύναμις του ιερού Σπυρίδωνος, δεν σταμάτησε να ενεργεί με τον θάνατον του. Αυτός δε ο Παντοδύναμος Θεός, δια του αιωνίου και υπερφυούς θαύματος της αφθαρσίας του ιερού Λειψάνου του άγιου Σπυρίδωνος, ευδόκισε όπως ο θερμός παρηγορητής των θλιμένων, ο ιατρός των ασθενών, ο συμπαραστάτης των δοκιμαζόμενων ευρίσκεται μεταξύ των ανθρώπων, οι όποιοι ζητούν την θερμή πρεσβεία του προς την θεία Δύναμη και Αγάπη. Όχι μόνον πνευματικά άλλα και σωματικά. Πρώτα η Κύπρος, έπειτα η Βασιλεύουσα των πόλεων, ιδιαιτέρως δε η Κέρκυρα γνώρισαν, η τελευταία δε καθημερινά γνωρίζει, την ευεργεσία των θαυμάτων του. Δικαίως λοιπόν ο υμνητής του ιερού ανδρός λέγει ότι

«Ὁ θαυματουργὸς κᾂν τέθνηκε, Σπυρίδων,

τοῦ θαυματουργεῖν οὐκ ἔληξεν εἰσέτι.» (39)

Ο προσκυνητής & η καταιγίδα

Κάποτε κατά την εορτή του Αγίου, την 12 του μηνός Δεκεμβρίου, προσήλθε κάποιος ευσεβής προσκυνητής, να προσκυνήσει τον τάφο του ιερού Σπυρίδωνος, εις τον εν Κύπρο Ναό του. Όπως δε ομολόγησε ο ίδιος δοκίμασε τόσον υπερκόσμια συγκίνηση, ώστε έπαυσε ολοσχερώς να σκέπτεται τα επίγεια και μόνον τα ουράνια αγαθά λογίζονταν, καθ’ όλη δε την ημέρα ούτε έφαγε, ούτε ήπιε, ούτε μίλησε. Κοινώνησε μόνον των Αχράντων Μυστηρίων. Ο αυτός ευσεβής άνθρωπος, άλλη φοράν, πάλι την ημέρα της μνήμης του Αγίου, μετέβη στην Τριμυθούντα αφ’ ενός μεν δια να προσκυνήσει το τίμιο του Αγίου Λείψανο, αφ’ ετέρου δε να αγοράσει ενδύματα και σκεπάσματα δια τους πτωχούς στο τελούμενο πανηγύρι. Αφού ξεπλήρωσε τον σκοπό της μεταβάσεως του και ήταν έτοιμος ν’ αναχωρήσει, τότε ο ουρανός γέμισε από νέφη, τα όποια απειλητικότατα προμήνυον την καταιγίδα. Τότε ό άνθρωπος εκείνος έτρεξε προς το άγιο Λείψανο του Σπυρίδωνος και παρακάλεσε αυτόν να τον βοηθήσει και να εμπόδιση την βροχή, η οποία θα καθιστούσε δυσχερή την πορεία του, να γίνει δε καλός οδηγός και συνοδοιπόρος του. Και τούτο έγινε. Αναχώρησε ο άνθρωπος και ο Άγιος συνταξίδευε μαζί του, η δε βροχή και ο άνεμος εμποδίζονταν από την δύναμη του Σπυρίδωνος να ξεσπάσουν επάνω εις τους οδοιπόρους. Έφτασε ο προσκυνητής στον προορισμό του και ο Άγιος αμέσως εξαφανίστηκε, συγχρόνως όμως και κατακλυσμιαία βροχή ξέσπασε, η οποία κράτησε επί τρία συνεχή μερόνυκτα. Ο ίδιος πάλι ο άνθρωπος διηγείται, ότι ενώ επιθυμούσε να μεταβεί στην Τριμυθούντα, άλλη φορά, κατά την μνήμη του Ιερού Σπυρίδωνος, του ήταν αδύνατο να πραγματοποίηση την επιθυμία αυτή. Με θλίψιν μεγάλη προσεύχονταν και παρακαλούσε τον Άγιο να μη τον στερήσει, έστω και μακρόθεν, της χάριτος του. Είδε τότε εις δράμα ότι μετάβηκε στον Ναό του Αγίου και ότι ο ιερός Σπυρίδων προσεύχονταν. Παρακολούθησε, όλη την ακολουθία και μετά το τέλος ο Άγιος αφού ευλόγησε τους παρόντας αναχώρησε. (40)

Ο λοιμός της Κέρκυρας

Όταν κατά το, απαίσιο της μνήμης για τους Έλληνες, έτος 1453 η Πόλη έπεσε στα χέρια των απίστων, η Βουλή του Θεού ευδόκισε όπως το σεπτό Λείψανο του θαυματουργού Σπυρίδωνος, όπως και εκείνον της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης. (†867), (41) αποθησαυριστούν στην Κέρκυρα. Από του σωτηρίου λοιπόν έτους 1456, τρία έτη δηλαδή μετά την άλωση, τα ιερά αυτά Σκηνώματα, στο δυτικότερο άκρο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, ακτινοβολούν ως φάροι και κατευθύνουν τους ναυτιλομένους στην θάλασσαν του βίου και τους προστατεύουν από τις τρικυμίες των παθών και τις αντιξοότητες της ζωής.

Πρώτο από τα απειράριθμα θαύματα του Άγιου, τα οποία τέλεσε και εξακολουθεί να τελεί, στην Κέρκυρα αναφέρεται το θαύμα της σωτηρίας του λαού από την πείνα, την οποίαν προκάλεσε η εξ ολοκλήρου έλλειψη σίτου. Σχετικά με τούτο το θαύμα θα γίνει λόγος εκτενέστερος στο περί των Λιτανειών του Ιερού Λειψάνου του Αγίου κεφάλαιο. (42)

Η θεραπεία του τυφλού

Επίσης, κατά τα πρώτα έτη της ελεύσεως στην Κέρκυρα του σεπτού Σκηνώματός του, ο Άγιος θεράπευσε ένα τυφλό έμπορο ανατολίτη ονομαζόμενο Θεόδωρο, ο οποίος με πίστη μεγάλη είχε προστρέξει και ζήτησε την βοήθεια αυτού.

Οι τυφλοί, οι κατακρημνισμένοι & ο ασεβής

Μεγάλη κατάπληξη και θαυμασμό προκάλεσαν στον ευσεβή λαό και τα έξης θαύματα του Αγίου. Θεράπευσε δύο τυφλούς κωπηλάτες του Βενετικού στόλου. Επίσης, όταν κάποτε ευσεβείς άνθρωποι ανέβηκαν στο υψηλό κωδωνοστάσιο του Ναού του Αγίου για να σβήσουν πυρκαγιά, η όποια προκλήθηκε από κεραυνό και δεύτερος κεραυνός τους πέταξε με βία στο έδαφος, τότε, δια της θαυματουργικής επεμβάσεως του ιερού Σπυρίδωνος, δεν έπαθαν καμία βλάβη. Άλλοτε πάλι, ενώ το σεπτό Σκήνωμα λιτανεύονταν, κάποιος ανήκων στην τάξη των ευγενών περιέπαιζε ένα παιδί, το οποίο με πίστη θερμή είχε πέσει στον δρόμο, για να περάσει πάνω του το άγιο Λείψανο και να το θεραπεύσει. Ξαφνικά, αυτήν την στιγμή, εξερράγη το πυροβόλο και κατάστρεψε τον δεξιό οφθαλμό του ασεβούς αριστοκράτη, ο οποίος μετανόησε και έμεινε όλη την νύκτα προσευχόμενος στον Ναό του Αγίου.

Η ιεροσυλία των Λατίνων

Κατά το έτος 1718 ο Γενικός Καπιτάνος Ανδρέας Πιζάνης, υποκινούμενος από τον θεολόγο του, λατίνο ιερέα Φραγκίσκο Φραγγιπάνη, θέλησε να ιδρύσει ειδικό θυσιαστήριο (αλτάριο) στον Ναό του Άγιου, δια να τελείται καθ’ εκάστη και λατινική Λειτουργία, και ν’ αποδώσει κατ’ αυτό τον τρόπο ευχαριστίες στον Θεό και τον Άγιο για την σωτηρία της πόλεως από τους Τούρκους, γενομένη κατά το έτος 1716. Η απόφαση του Βενετού άρχοντος καταλύπησε τους ορθοδόξους, οι οποίοι παρακαλούσαν τον ηγεμόνα να μη πραγματοποίηση αυτήν. Ο Άγιος επί δύο φοράς κατά συνέχεια φανερώθηκε στον ύπνο του Πιζάνη και τον συμβούλευσε να ματαίωση την απόφαση. Ο άρχων ταράχθηκε, αλλά ο θεολόγος του τον καθησύχασε και του είπε, ότι το όνειρο ήταν έργο του διαβόλου, ο οποίος θέλει να τον αποτρέψει από ένα έργο θεάρεστο. Ενθαρρυνθείς ο Πιζάνης διέταξε την μεταφορά του υλικού στον Ναό και μετέβη και εκείνος, για να προσκυνήσει αλλά και, συνοδευόμενος από τους μηχανικούς και την ακολουθία του, να συζητήσει τα της εργασίας. Τότε οι ιερείς του Ναού ταπεινότατα και με δάκρυα προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, ματαίως όμως. Εκείνος οργίσθηκε και τους απείλησε ότι θα τους στείλει στις τρομερές φυλακές της Βενετίας. Ήταν η 11η Νοεμβρίου 1718. Κατά το μεσονύκτιο ξέσπασε τρομακτική θύελλα με αλλεπάλληλους κεραυνούς. Τότε ο φρουρός της πυριτιδαποθήκης του παλαιού φρουρίου, είδε ένα γέροντα μοναχό, ο οποίος κρατούσε αναμμένο δαυλό. Με επιμονή τον ρώτησε ποιος είναι, τέλος έλαβε την απάντηση, «ἐγὼ εἶμαι ὁ Σπυρίδων». Ευθύς αμέσως εξερράγη η πυριτιδαποθήκη, ένεκα δε της φοβέρας αυτής εκρήξεως πολλά οικήματα κατεδαφίστηκαν, πολλοί δε των ευρισκομένων στο φρούριο φονεύτηκαν, μεταξύ δε τούτων ήταν ο Πιζάνης και ο θεολόγος του. Το τρομακτικό τούτο γεγονός ήλθαν να συμπληρώσουν και δύο άλλα. Στον Ναό του Αγίου κρέμονταν, και μέχρι σήμερα κρέμεται, μεγάλη κανδήλα την οποία είχε αφιερώσει κατά το προηγούμενο έτος 1717 ο ηγεμόνας μαζί με τους Βενετούς αριστοκράτες. Η κανδήλα έπεσε και παραμορφώθηκε στην βάση της, την στιγμή της εκρήξεως, ενώ καμία άλλη κανδήλα, από τόσες οι οποίες κρέμονται έπαθε το παραμικρό. Την ίδια στιγμή, 6πως εξακριβώθηκε αργότερα, έπεσε κεραυνός στην οικία του Πιζάνη, στην Βενετία και έκαψε την προσωπογραφία του, χωρίς να πειράξει άλλο τι. (44)

Η δαιμονισμένη

Καθώς αναφέρει ο Νικηφόρος ο Θεοτόκης («Λόγος περὶ ἀρετῆς», εκδ. Λειψίας 1766), την Κυριακή των Βαΐων και όση ώρα το ιερό Λείψανο του Σπυρίδωνος λιτανεύονταν έφεραν μία δαιμονιζόμενη γυναίκα, «ἥτις ἄφριζε καὶ ἔτριζε τοὺς ὀδόντας αὐτῆς· καὶ μολονότι αὕτη ἦτο χεῖρας καὶ πόδας δεδεμένη, μόλις δύο ἢ τρεῖς ἄνθρὼποι ἠδύναντὸ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ὁρμὴν τῶν κινημάτων αὐτῆς. Τὸ πρόσωπον της δὲν εἶχε μορφὴν ἀνθρώπου· ἠ φωνὴ αὐτῆς ἦτον ἠλλοιωμένη καὶ διάφορος· διότι πότε μὲν ὡς βοῦς ἐμύκιζε, πότε δὲ ὡς σκύλαξ ὑλὰκτει καὶ ἄλλοτε ὡς μικρὸν βρέφος ἐκλαυθμύριζεν». (45) Αφού την ξάπλωσαν στη γη και πέρασε επάνω της τρεις το σεπτό Σκήνωμα, θεραπεύθηκε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης έπεσε και προσκύνησε τα πόδια του θαυματουργού Άγιου.

Ο Γερμανός Παράλυτος

Αργυρός κύλικας επιχρυσωμένος, τέχνη εξαιρετικής λεπτότητας. Προέρχεται από την Γερμανία και βρίσκεται στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Στην εξωτερική επιφάνεια αναγράφει: «CALIX P(RO)PRIVS LAVRENCII PLEBANI IN WIDENBACH EVNDATORIS HVIVS CAPELLE 1519». (Πηγή: Arte Bizantina e Post-Bizantina a Corfu. Monumenti, Icone, Cimeli, Civilta.Corfu 1994, σελ. 179)

Το έτος 1769 θεράπευσε ο ιερός Σπυρίδων Γερμανό στρατιώτη παραλυτικό, ο οποίος θερμά επικαλέστηκε την βοήθειά του. Το γεγονός προκάλεσε μεγάλο θόρυβο στον λαό απ’ αυτόν δε τον θόρυβο και από τις κωδονοκρουσίες των Ναών πληροφορήθηκε το γεγονός και ο Γεν. Προνοητής της θαλάσσης (Proveditor generale da mar) Ανδρέας Δόνας (1767-1769). Αυτός αφού επιβεβαίωσε τις φήμες δια της μαρτυρίας των ιατρών, πορεύθηκε στο Ναό του Άγιου, όπου τελέστηκε ευχαριστήριος τελετή.

Η πανώλη στην Κέρκυρα

Κατά το έτος 1855 νέος κίνδυνος απείλησε την Κέρκυρα. Περί τον Οκτώβριο μήνα του έτους εκείνου, η μαστίζουσα την Εύρώπη χολέρα προσέβαλε και την Κέρκυρα, το δε πρώτον κρούσμα φανερώθηκε στο προάστιο Μανδούκι. Τρόμος μέγας κατέλαβε τους κατοίκους, οι όποιοι έτρεξαν και με δάκρυα θερμά ζήτησαν βοήθεια του προστάτη Αγίου. Και πάλι ο Σπυρίδων έσωσε τον λαό του. Τα κρούσματα, τα οποία σημειώθηκαν ήσαν πολύ ολίγα και οι θάνατοι ελάχιστοι, εν συγκρίσει με τις άλλες πόλεις. Αξίζει στο σημείο τούτο να προστεθεί, ότι ειδικά συστημένη επιτροπή, σε ανακοίνωσή της, της 16 Ιανουαρίου 1856 προς τον Άγγλο Αρμοστή Ι. Υούγγ, «ἀπορεῖ πῶς ἡ νόσος δὲν ἐξεπεραίωσε τὸ ἔργον της καταστροφῆς της, καὶ ἀποδίδει εἰς τὴν Θείαν ἀντίληψιν τὸ ἥπιον καὶ τὴν ταχεῖαν αὐτῆς παῦσιν». (46) Στην Λιτανεία της πρώτης Κυριακής του Νοεμβρίου του έτους εκείνου, ο λαός γονυπετών και μετά του Ιερού Κλήρου δεόμενος, παρουσίασε θέαμα εξαιρετικώς συγκινητικό. Μετ’ ολίγο τα κρούσματα λιγόστεψαν και την ενδεκάτη Δεκεμβρίου έπαυσαν τελείως. Ο Μητροπολίτης Κερκύρας Αθανάσιος ο Πολίτης (1848-1870) συνέταξε ευχαριστία προς τον Ύψιστο, η οποία αναπέμφθηκε σε όλους τους Ναούς, εν μέσω βαθύτατης συγκινήσεως.

Η Βασίλω

Την 13 Ιουνίου του έτους 1853, η Βασίλω σύζυγος Ιωάννου Ανδρέου εκ Βούνου της Χειμάρας, μετέβη εις το ορός Λογαρά, δύο ημέρας μακράν από το χωρίο της, δια να συλλέξει ξύλο ειδικό για φωτισμό, χρησιμοποιούμενο υπό των ηπειρωτών ως δάδα. Εκ του όρους επέστρεψε την 16. Ως ήταν κατάκοπη και ιδρωμένη λούστηκε με ψυχρό νερό. Αμέσως όμως κατέστησαν άχρηστα το αριστερό χέρι και το πόδι της. Από της ημέρας εκείνης και επί δυο έτη υπεβλήθη σε κάθε δυνατή θεραπεία, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Η ασθένεια της είχε ως αποτέλεσμα και το διαζύγιο, το όποιον ζήτησε και έλαβε ο σύζυγος της. Αλλά και αυτοί οι στενοί συγγενείς της άρχισαν να δυσανασχετούν δια την ενόχληση την οποίαν τους έδιδε η ανάπηρος. Μόνη ελπίς της απέμεινε ο Θεός και οι Άγιοι Αυτού, και μετά συντριβής και μετανοίας προσεύχονταν και παρακαλούσε για την σωτηρία της. Τον Δεκέμβριο του έτους 1855 είδε στον ύπνο της ένα Κληρικό, ο όποιος της πάτησε το άχρηστο πόδι και της είπε «μὴ γράψῃς πρὸς τὸν ἐν Κερκύρᾳ αὐτάδελφόν σου, ὡς κατὰ νοῦν ἔχεις, ἀλλ’ αὐτοπροσώπως ἐλθέ». Κατάπληκτη τον ρώτησε· «ποιὸς εἶσαι σύ»; εκείνος δε της απάντησε «ὁ Ἅγιος ἐγὼ εἶμαι, τὸν ὁποῖον τόσες φορὲς ἐπεκαλέσθης». (47) Ξύπνησε έντρομη η Βασίλω και διηγήθηκε το όνειρό στους συγγενείς της, αμέσως δε έλαβαν απόφαση να την μεταφέρουν στον Ναό του ιερού Σπυρίδωνος, στην Κέρκυρα. Ο τρόπος της μεταφοράς της ήταν εξαιρετικά δύσκολος και η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν προκαλούσε την φρίκη. Μετεφέρθηκε μέχρι της ιεράς Λάρνακας του αγίου Λειψάνου, οπού έμεινε επί τρεις νύκτας. Κατά την δεύτερη νύκτα και περί το μεσονύκτιο κάλεσε τον Εφημέριο του Ναού και με αγαλλίαση του ανάγγειλε ότι θεραπεύθηκε από του Αγίου, ότι θερμάνθηκαν τα ξηρά μέλη της και δεν μπορεί να κινηθεί. Ακολούθως εξομολογήθηκε και την επόμενη πρωία βάδισε μόνη της, τελείως υγιής, προς την Ωραία Πύλη και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. (48)

Ο τύφος του παιδιού

Θα ήταν παράλειψη εάν στην μικρή αυτή σύνοψη ολίγων από τα άπειρα θαύματα του ιερότατου Σπυρίδωνος, δεν αναφέρονταν και το έξης καταπληκτικό. Εις την πόλη της νοτίου Ιταλίας Βαρλέττας διέμενε η ορθόδοξος ελληνική οικογένεια του Σπυρίδωνος Πάλλιου. Κατά τις αρχές του Νοεμβρίου του έτους 1861, ο οκταετής μονάκριβος υιός της οικογένειας Ιωάννης Σ. Πάλλιος, προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό βαρύτατης μορφής. Μετά ένδεκα ημέρες από της αρχής της ασθενείας, και παρά τις προσπάθειας των ιατρών, ο μικρός Ιωάννης έφτασε σε απελπιστική κατάσταση. Η μητέρα του, η οποία καθ’ όλο το διάστημα της ασθενείας δεν έπαψε να ικετεύει τον Άγιο δια την σωτηρία του παιδιού της, παράγγειλε αιφνιδίως να τηλεγραφεί στους συγγενείς της, στην Κέρκυρα, ν’ ανοίξουν την ιερά Λάρνακα του σεπτού Λειψάνου και να κάμουν δέηση διά τον μικρό ασθενή, διότι, καθώς είπε, ήταν βεβαία, ότι ο Άγιος θα θεράπευε το παιδί της. Η επιθυμία της πραγματοποιήθηκε, την ώρα δε όπου γίνονταν η παράκληση στον Άγιο, ο ασθενής κατελήφθη από σπασμούς, τους οποίους οι ιατροί απέδωσαν στην τελευταία απόπειρα της ζωής. Έπειτα από ολίγον όμως ο παροξυσμός πέρασε και ο μικρός άνοιξε τα μάτια και γενικώς ανέκτησε όλα τα σημεία της ζωής προς κατάπληξη των ιατρών. Τέλος, μετά από την σχετική ανάρρωση, έγινε τελείως καλά την 11 Δεκεμβρίου, παραμονή της μνήμης του Αγίου Σπυρίδωνα.

Ο ασεβής αστυνομικός

Την 12 Φεβρουαρίου 1935 ο μαθητής της Αστυνομικής Σχολής Κερκύρας Χρίστος Διαμαντούδης του Θεοχάρους, από την Αρναία της Χαλκιδικής, ευρισκόμενος με ομάδα συμμαθητών του στο καφενείο του Σπυρίδωνος Τριβυζά, και ακούγοντας τον καφεπώλη, ο οποίος διηγείτο τα θαύματα του Αγίου, έδειξε απιστία και ανευλάβεια προς τον Άγιο. Αμέσως αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να παραλύουν, ταυτοχρόνως δε ακουστήκαν δύο ισχυρά κτυπήματα, ωσάν να ρίπτονταν πέτρες. Διακόπηκε η συζήτηση χωρίς όμως να περάσει η ταραχή του Διαμαντούδη. Κατά την ώρα της μελέτης περιφέρονταν στους διαδρόμους της Σχολής, εις παρατήρηση δε του αρχιφύλακας Χ. Κομνηνού, διηγήθηκε σε αυτόν τα συμβάντα. Ο αρχιφύλακας του συνέστησε να ζήτηση συγνώμη από τον Άγιο. Έπειτα από μία ταραγμένη και κρίσιμη νύκτα, πείσθηκε ο Διαμαντούδης από τον φίλο του Χρίστο Τσάτσαρη, να μεταβούν μαζί στον Άγιο. Μόλις έφθασαν στην είσοδο της κρύπτης του Αγίου, αισθάνθηκε ο Διαμαντούδης δύναμη υπεράνθρωπη να τον σπρώχνει προς τα έξω, άκουγε δε συγχρόνως θορύβους από τό μέρος της ιεράς Λάρνακας -καθώς διηγήθηκε ο ίδιος αργότερα. Τότε ο Εφημέριος του Ναού τον στήριξε και τον οδήγησε στην Λάρνακα του Αγίου, και διάβασε υπέρ αυτού παράκληση. Την νύκτα πέρασε με σχετική ηρεμία, κατά δε τις πρωϊνές ώρας αποκοιμήθηκε και είδε στον ύπνο του τον άγιο Σπυρίδωνα, να τον κοιτάζει με ιλαρότητα. Την επόμενη, πλήρης μετανοίας ο Διαμαντούδης, μετέβη και προσκύνησε τον Άγιο, η δε υγεία του αποκαταστάθηκε οριστικά, χωρίς επέμβαση ιατρών. (49)

Ο μικρός τραυματίας

Εις το Μάριεμπαντ της Αυστρίας παραθέριζε, το θέρος του 1937, η οικογένεια των εκ Τεργέστης ομογενών Αφεντούλη. Μία ημέρα ο δεκαετής υιός τους, μαζί με ένα φίλο του, βγήκε από την θύρα του κήπου του ξενοδοχείου των διά να περάσει εις την απέναντι πλευρά του δρόμου, ήταν σακχαροπλαστείο. Έτρεχε δε και δεν πρόσεξε ότι έρχονταν το αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα. Ο οδηγός δεν μπόρεσε να σταματήσει, χτύπησε τον μικρό, πέρασε επάνω του και έφυγε. Εις το νοσοκομείο όπου μετεφέρθηκε ο μικρός τραυματίας, διαπιστώθηκε κάταγμα του μετωπιαίου οστού με έκχυση εγκεφαλικής ουσίας. Η διάγνωση διάσημων κρανιολόγων, οι όποιοι εκλήθησαν από την οικογένεια, ήταν απελπιστική. Η εκ μητρός μάμμη, Μαρία σύζ. Σπυρ. Μάρμορα, Κερκυραία, η οποία λυπήθηκε μέχρι παραφροσύνης, παρήγγειλε τηλεγραφικώς εις την Κέρκυρα ν’ ανοίξει η Λάρνακα του Αγίου και να γίνει παράκληση για την σωτηρία του εγγονού της. Το εσπέρας, την ώρα της παρακλήσεως, ο μέχρι τότε εν αφασία μικρός, άνοιξε τα μάτια, ψέλλισε λίγες λέξεις και άπλωσε στην μητέρα του τα χέρια. Οι παρακολουθούντες ιατροί έμειναν έκπληκτοι, ο δε μικρός έπειτα από σύντομη ανάρρωση έγινε τελείως καλά. (50)

Η δαιμονισμένη & οι βλασφημίες

Την 11 Δεκεμβρίου του έτους 1938, θεράπευσε ο Άγιος την Κωνσταντίνα σύζυγο Παναγιώτου Τεμπονέρα, από το Καταστάριο της Ζακύνθου. Αυτή προσβλήθηκε από πονηρό πνεύμα κατά την νύκτα της 20 Ιουλίου 1938, όταν ξύπνησε από τις φωνές του υιού της, ο όποιος βλασφημούσε το όνομα του Χριστού. (51)

Το υποβρύχιο & οι ναυαγοί

Την 12 Οκτωβρίου 1939, το ατμόπλοιο «Ἀρης» βλήθηκε βορείως της Ιρλανδίας από γερμανικό υποβρύχιο. Το πλήρωμα διασώθηκε επιβιβάσθηκε εις δύο λέμβους, οι οποίες δέθηκαν μεταξύ τους για να έχουν κοινή τύχη, και αφέθηκαν στο έλεος του Θεού, εις το μέσον του Ατλαντικού. Ο εκ των ναυαγών ασυρματιστής Γεώργιος Κόκκινος, από την Κέρκυρα, στην τραγική κατάσταση την οποίαν ευρέθησαν, σκέφθηκε ν’ αναθέσει τις ελπίδες του στην προστασία του Αγίου Σπυρίδωνος, διά τούτο άρχισε να τον επικαλείται. Η βοήθεια του θαυματουργού Αγίου δεν άργησε να φανεί. Την επομένη, 13 Οκτωβρίου, στις 4.25΄΄ το απόγευμα διεγράφη στο βορειοανατολικό μέρος του ορίζοντα η μορφή του Αγίου. Κατά δε το μεσονύκτιο φάνηκαν στα βορειοδυτικά του ορίζοντα εν, δύο, έπειτα περισσότερα φώτα. Οι ναυαγοί τα θεώρησαν αλιευτικά και έριξαν φωτοβολίδες για να δηλώσουν την ύπαρξη των και να επιτύχουν την σωτηρία, αλλά δεν έλαβαν καμία απάντηση, έως ότου έσβησαν. Το γεγονός προκάλεσε αγανάκτηση, ακόμη και έκτροπες σε βλασφημία εκ μέρους των ασθενών κατά την πίστη. Ο Γ. Κόκκινος δεν έπαψε όμως να τους συνιστά υπομονή και ελπίδα στον Θεό, τους προέτρεψε δε να κωπηλατήσουν προς το μέρος όπου είχαν φανεί τα φώτα. Τις πρώτες ώρας της επόμενης ήλθε η βοήθεια του Θεού διά της μεσιτείας του Αγίου. Στις 4.25΄΄ το πρωί επιβιβάζονταν στο Δανικό ατμόπλοιο «Σικελία». Του θαύματος τούτου ανάμνηση αποτελούν δύο μικρές βάρκες αργυρές, μέσα σε κρυστάλλινη θήκη, η οποία ευρίσκεται εις τον νάρθηκα του Ναού, αφιέρωμα των διασωθέντων ναυαγών.

Η ψυχοπαθής, η δαιμονισμένη & ο βωβός εξ γενετής

Την 12 Ιουλίου 1946, παραμονή του εορτασμού αρχαίου θαύματος του Αγίου, (52) θεραπεύθηκε δια θαύματος του ιερού Σπυρίδωνος, στον εορταζόμενο Ναό του, στο Σαρόκο, η ψυχοπαθής Ντίνα Ραράκου. (53) Την δε 11 Αυγούστου του ιδίου έτους, ο θαυματουργός Άγιος θεράπευσε την βωβή και παράλυτο Αικατερίνη σύζ. Βασιλείου Υφαντή εξ Ιωαννίνων. (54) Επίσης, την 12 Δεκεμβρίου 1947, θεραπεύθηκε υπό του Αγίου η δαιμονιζόμενη Αγγελική Χ. Παπαφλωράτου από το Αργοστόλι της Κεφαλληνίας. Το δε επόμενο έτος, 13 Δεκεμβρίου, ο ενδεκαετής, βωβός εκ γενετής Γεώργιος Κων. Δεμίρης, θεραπεύθηκε κατά την ώρα της τριπλής περιφοράς του ιερού Λειψάνου, κατά την τελετή προς εναπόθεση αυτού στην Λάρνακα, και κατά την στιγμή που διέρχονταν επάνω του το σεπτό Σκήνωμα του Αγίου. Τέλος, την 3 Απριλίου του έτους 1951, ο θαυματουργός Άγιος απέδωσε την ομιλία στην βωβή Ευθυμία Χίσα του Δονάτου από το Καστρί της Ηπείρου. (55)

Ελάχιστος ο αριθμός των σημειωθέντων από «τῶν θαυμάτων ταὴν πληθὺν» του ιερού Σπυρίδωνος. Σταγόνες από τον ποταμό των δωρεών, τις οποίες η Χάρις του Θεού επιδαψιλεύει στους ανθρώπους, δια των προσευχών του θαματουργού Ιεράρχη. Όσο όμως μικρός και αν είναι ο αριθμός των αναφερθέντων θαυμάτων, αρκεί δια να διαφανή απ’ αυτόν η δύναμη του Σπυρίδωνος και η θαυματουργική του χάρις, αποτέλεσμα της παναγίας ζωής και βραβείο δια τις πολλές και μεγάλες αρετές του, εφαρμογή δε του θείου λογίου «τοὺς δοξάζοντές με δοξάσω». (56) Ως προς δε το πλήθος των θαυμάτων του Αγίου, περί αυτού μαρτυρούν οι αναρίθμητοι ευγνώμονες προσκυνητές, διακηρύττουν δε του λόγου το ασφαλές «μὲ ἀλαλήτους φωνὰς» οι κανδήλες και τα άλλα πολυάριθμα όσον και πολύτιμα αφιερώματα.

(Πηγή: Ο Ιερός Σπυρίδων, Αθανάσιος Χ. Τσίτσας, πρωτοπρεσβύτερος, Κέρκυρα 1967, σσ. 32 – 49)

Ο ασεβής αστυνομικός

Την 12 Φεβρουαρίου 1935 ο μαθητής της Αστυνομικής Σχολής Κερκύρας Χρίστος Διαμαντούδης του Θεοχάρους, από την Αρναία της Χαλκιδικής, ευρισκόμενος με ομάδα συμμαθητών του στο καφενείο του Σπυρίδωνος Τριβυζά, και ακούγοντας τον καφεπώλη, ο οποίος διηγείτο τα θαύματα του Αγίου, έδειξε απιστία και ανευλάβεια προς τον Άγιο. Αμέσως αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να παραλύουν, ταυτοχρόνως δε ακουστήκαν δύο ισχυρά κτυπήματα, ωσάν να ρίπτονταν πέτρες. Διακόπηκε η συζήτηση χωρίς όμως να περάσει η ταραχή του Διαμαντούδη. Κατά την ώρα της μελέτης περιφέρονταν στους διαδρόμους της Σχολής, εις παρατήρηση δε του αρχιφύλακας Χ. Κομνηνού, διηγήθηκε σε αυτόν τα συμβάντα. Ο αρχιφύλακας του συνέστησε να ζήτηση συγνώμη από τον Άγιο. Έπειτα από μία ταραγμένη και κρίσιμη νύκτα, πείσθηκε ο Διαμαντούδης από τον φίλο του Χρίστο Τσάτσαρη, να μεταβούν μαζί στον Άγιο. Μόλις έφθασαν στην είσοδο της κρύπτης του Αγίου, αισθάνθηκε ο Διαμαντούδης δύναμη υπεράνθρωπη να τον σπρώχνει προς τα έξω, άκουγε δε συγχρόνως θορύβους από τό μέρος της ιεράς Λάρνακας -καθώς διηγήθηκε ο ίδιος αργότερα. Τότε ο Εφημέριος του Ναού τον στήριξε και τον οδήγησε στην Λάρνακα του Αγίου, και διάβασε υπέρ αυτού παράκληση. Την νύκτα πέρασε με σχετική ηρεμία, κατά δε τις πρωϊνές ώρας αποκοιμήθηκε και είδε στον ύπνο του τον άγιο Σπυρίδωνα, να τον κοιτάζει με ιλαρότητα. Την επόμενη, πλήρης μετανοίας ο Διαμαντούδης, μετέβη και προσκύνησε τον Άγιο, η δε υγεία του αποκαταστάθηκε οριστικά, χωρίς επέμβαση ιατρών.

Ο μικρός τραυματίας

Εις το Μάριεμπαντ της Αυστρίας παραθέριζε, το θέρος του 1937, η οικογένεια των εκ Τεργέστης ομογενών Αφεντούλη. Μία ημέρα ο δεκαετής υιός τους, μαζί με ένα φίλο του, βγήκε από την θύρα του κήπου του ξενοδοχείου των διά να περάσει εις την απέναντι πλευρά του δρόμου, ήταν σακχαροπλαστείο. Έτρεχε δε και δεν πρόσεξε ότι έρχονταν το αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα. Ο οδηγός δεν μπόρεσε να σταματήσει, χτύπησε τον μικρό, πέρασε επάνω του και έφυγε. Εις το νοσοκομείο όπου μετεφέρθηκε ο μικρός τραυματίας, διαπιστώθηκε κάταγμα του μετωπιαίου οστού με έκχυση εγκεφαλικής ουσίας. Η διάγνωση διάσημων κρανιολόγων, οι όποιοι εκλήθησαν από την οικογένεια, ήταν απελπιστική. Η εκ μητρός μάμμη, Μαρία σύζ. Σπυρ. Μάρμορα, Κερκυραία, η οποία λυπήθηκε μέχρι παραφροσύνης, παρήγγειλε τηλεγραφικώς εις την Κέρκυρα ν’ ανοίξει η Λάρνακα του Αγίου και να γίνει παράκληση για την σωτηρία του εγγονού της. Το εσπέρας, την ώρα της παρακλήσεως, ο μέχρι τότε εν αφασία μικρός, άνοιξε τα μάτια, ψέλλισε λίγες λέξεις και άπλωσε στην μητέρα του τα χέρια. Οι παρακολουθούντες ιατροί έμειναν έκπληκτοι, ο δε μικρός έπειτα από σύντομη ανάρρωση έγινε τελείως καλά.

Η ψυχοπαθής, η δαιμονισμένη & ο βωβός εξ γενετής

Την 12 Ιουλίου 1946, παραμονή του εορτασμού αρχαίου θαύματος του Αγίου, θεραπεύθηκε δια θαύματος του ιερού Σπυρίδωνος, στον εορταζόμενο Ναό του, στο Σαρόκο, η ψυχοπαθής Ντίνα Ραράκου. Την δε 11 Αυγούστου του ιδίου έτους, ο θαυματουργός Άγιος θεράπευσε την βωβή και παράλυτο Αικατερίνη σύζ. Βασιλείου Υφαντή εξ Ιωαννίνων. Επίσης, την 12 Δεκεμβρίου 1947, θεραπεύθηκε υπό του Αγίου η δαιμονιζόμενη Αγγελική Χ. Παπαφλωράτου από το Αργοστόλι της Κεφαλληνίας. Το δε επόμενο έτος, 13 Δεκεμβρίου, ο ενδεκαετής, βωβός εκ γενετής Γεώργιος Κων. Δεμίρης, θεραπεύθηκε κατά την ώρα της τριπλής περιφοράς του ιερού Λειψάνου, κατά την τελετή προς εναπόθεση αυτού στην Λάρνακα, και κατά την στιγμή που διέρχονταν επάνω του το σεπτό Σκήνωμα του Αγίου. Τέλος, την 3 Απριλίου του έτους 1951, ο θαυματουργός Άγιος απέδωσε την ομιλία στην βωβή Ευθυμία Χίσα του Δονάτου από το Καστρί της Ηπείρου.

—————————————————————————————

Aπο το ιστολόγιο:ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ

1. Βρισκόμαστε στίς αρχές του 17ου αιώνα. Τρομερή ανομβρία κτύπησε και του Ιόνιου Πελάγους τα νησιά. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Ό,τι βρίσκει τα τρώγει. Έλειψαν και του βουνού τα λίγα χορταράκια. Στούς δρόμους και τα σπίτια μια παραπονιάρικη φωνή ακουόταν συνεχώς: «Πεινούμε…»

Πεινούσαν τα παιδιά. Πεινούσαν οι νέοι. Πεινούσαν κι οι γέροι. Όλοι πεινούσαν. Κι αυτών των πλουσίων τα κελλάρια άρχισαν να αδειάζουν. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί;

Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα»1 φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στήν εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου,

1.Ησαΐα, ν’, 5.

ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Κλαίνε τα παιδιά. Σπαράζει η καρδιά των μητέρων. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές.

– Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα.
Τα ιστιοφόρα, γλάροι πετούμενοι προχωρούν. Σε λίγο νάτα στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και να. Το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μ. Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.

2. Γύρω στα 1629-30 καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει στ’ αλήθεια ολόκληρο το νησί. Εδώ που άλλοτε έσφυζε η ζωή κι αντηχούσαν τραγούδια χαράς και γέλια, τώρα ακούονται μονάχα κλάματα. Κλάματα από ανθρώπους που λειώνουν από τον πόνο ανάμικτα με κλάματα κουκουβάγιας και κρωγμούς κοράκων.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

— Άγιε, λυπήσου μας, κραυγάζουν μικροί και μεγάλοι. Άγιε, σώσε μας.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πώς η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πώς ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.
Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ’, 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ’ αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ’ ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.

Άπειρα είναι τα θαύματα του αγίου, όπως είπαμε. Θαύματα μικρά και μεγάλα. Θαύματα που αναφέρονται στη θεραπεία κάποιας ανίατης αρρώστιας, αλλά και θαύματα που αναφέρονται στη βοήθεια και σωτηρία ολόκληρης πόλεως και λαού. Ένα τέτοιο θαύμα είναι και το παρακάτω, που αξίζει πολύ να το προσέξουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα οι άρχοντες κι οι αρχόμενοι της μαρτυρικής αυτής νήσου, που φέρει το τιμητικό προσωνύμιο «Νήσος των Αγίων».

Ύστερα από την πτώση της βασιλίδος των πόλεων η τούρκικη βουλιμία προχωρεί και ένα – ένα κατακτά όλα τα τμήματα της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας. Χρόνια δύσκολα για τον Ελληνισμό. Χρόνια δραματικά. Χρόνια για τα οποία ο λαός τραγουδώντας τα θα λέει: «Όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά»…

3. Το 1715 ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σάν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.
Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θά τον εγκαταλείψει.

Στόν ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

-Άγιε Σπυρίδων, πατέρα μας. Λυπήσου μας. Λυπήσου τα παιδιά μας, τους γέροντες μας, τις γυναίκες μας… Λυπήσου τις εκκλησιές μας…
Με τέτοιες κι άλλες παρόμοιες επικλήσεις περνά η νύχτα.
Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σάν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντρο πιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ίωάν. ε’, 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή:

-Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου.

Τί ευλογία Θεού θα ήταν, αν και οι κάτοικοι της ευλογημένης αυτής νήσου, της μαρτυρικής Κύπρου μας, θυμόντουσαν κάπου – κάπου τις ρίζες τους και ζητούσαν, ναι! και ζητούσαμε όλοι από τις μυριάδες των αγίων μας τις πρεσβείες τους για την ευτυχία και την ελευθερία μας! Τις ζητήσαμε τελευταία το 1955-59 και μας τις πρόσφεραν. Κι η δράκα των πιστών παιδιών μας νίκησε κι εξευτέλισε μια αυτοκρατορία. Σωρεία τα θαύματα που έγιναν τότε. Θαύματα μεγάλα, αφάνταστα, τρανταχτά. Γιατί δεν τις ζητούμε και τώρα; Γιατί δεν μεταβάλλουμε το νησί μας από ένα χώρο αμαρτίας και διαφθοράς σε ένα στρατόπεδο προσευχής; Αλήθεια! Γιατί; Γιατί;

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.

Το θαύμα αυτό της σωτηρίας της νήσου, ακολούθησε κι άλλο θαύμα πολύ μεγάλο κι εξαιρετικό, αλλά και φοβερό στην όλη του εμφάνιση και παρουσία.

4. Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ’ αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πώς αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι’ αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.

Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι’ αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ’ ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε:

-Ποιός είσαι; Πού πάς; Μια φωνή του απήντησε. – Είμαι ο Σπυρίδων.

Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Ή τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.

Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:

Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον…

Θα ήταν αληθινή ευλογία από τον Θεό, αν οι λέξεις αυτές τούτου του ύμνου γίνονταν για τον κάθε κάτοικο αυτής της νήσου μήνυμα προσευχής και καθημερινό βίωμα. Μήνυμα προσευχής… Η επανάληψη κάποιων αληθειών, μπορεί να είναι μερικές φορές κουραστική κι ανιαρή. Οπωσδήποτε, όμως, ωφέλιμη.

Στήν προς Φιλιππησίους επιστολή του, κεφάλαιο γ’ και στίχος 1 ο θείος Παύλος χρησιμοποεί την επανάληψη λέγοντας: «Το λοιπόν, αδελφοί μου, χαίρετε εν Κυρίω’ τα αυτά γράφειν υμίν εμοί μεν ουκ οκνηρόν, υμίν δε ασφαλές». Δηλαδή, αδελφοί μου, η προτροπή, που υπολείπεται να σας κάμω, είναι τούτη. Χαίρετε πάντα τη χαρά, που φέρνει στον καθένα η στενή σχέση και επικοινωνία με τον Κύριο. Σάς το είπα και προηγουμένως. Το να σας το ειπώ και πάλι γράφοντας σας τα ίδια, σε μένα τούτο δεν προκαλεί ενόχληση’ ούτε και βαριέμαι να το κάμω. Σε σας, όμως, τούτο είναι ασφάλεια.

Γράψαμε πιο πάνω πόσο μεγάλη τιμή είναι για την Κύπρο μας να έχει κοντά στον Κύριο ένα τέτοιο πρεσβευτή σαν τον άγιο Σπυρίδωνα. Γεννάται, όμως, το ερώτημα:

Συνειδητοποιούμε όλοι οι χριστιανοί αυτή την τιμή; Φροντίζουμε με έργα και την όλη ζωή μας να δείχνουμε τον σεβασμό και την εκτίμηση μας στον μεγάλο άγιο μας και προστάτη μας; Γιορτάζουμε καθώς πρέπει τη μνήμη του; Κι ακόμη φροντίζουμε στις ποικίλες μας περιστάσεις και δυσκολίες να προστρέξουμε με πίστη φλογερή στον Κύριο και να εκζητούμε δια των πρεσβειών των Αγίων της Κύπρου μας κι ιδιαίτερα δια των πρεσβειών του αγίου Σπυρίδωνος το έλεος του Κυρίου; Η πραγματικότητα δυστυχώς, όπως τη ζούμε, μας διαψεύδει. Κι όμως είναι καιρός να συνέλθουμε. Άς είναι και τη δωδέκατη παρά… είναι ανάγκη να συνέλθουμε και να καταφύγουμε στον «δυνάμενον σώζειν» και με καρδία «συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» να ζητήσουμε τη βοήθεια του. Και θα μας ακούσει ο Κύριος. Ναι! Θα μας ακούσει.

Γιατί, όπως ψάλλει κι ο θεοφώτιστος ψαλμωδός, ο Κύριος είναι πάντα κοντά σ’ εκείνους που τον επικαλούνται. «Εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν, πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αλήθεια. Θέλημα των φοβούμενων αυτών ποιήσει κοίτης δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς» (Ψαλμ. ρμδ’, 18-19). Ακούει ο Κύριος εκείνους που τον επικαλούνται με ειλικρίνεια και αγνά ελατήρια. Τους ακούει και τους προσφέρει αυτό που του ζητούν. Κι εμάς θα μας ακούσει και θα μας δώσει αυτό που θα του ζητήσουμε: Τη λύτρωση από τα δεινά, την ποθητή ελευθερία. «Πιστός ο Θεός, ός ουκ εάσει ημάς πειρασθήναι υπέρ ο δυνάμεθα, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι ημάς υπενεγκείν» (Α’ Κορ. ι’, 13). Είναι άξιος κάθε εμπιστοσύνης ο Θεός. Και, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του, δεν θα μας αφήσει να δοκι μασθούμε παραπάνω από ό,τι αντέχουμε. Κάτι περισσότερο. Μαζί με τη δοκιμασία θα φέρει και το τέλος της, καθώς και τη δύναμη να την αντέξουμε. Αλλά και κάτι άλλο, που πρέπει πάντα να το θυμόμαστε. Ο ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει πώς πάντα ακούει τις προσευχές των πιστών παιδιών του. «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν» μας λέγει. «Ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’, 7).

Είναι καιρός το νησί μας, «η Νήσος των Αγίων» να ξαναγίνει ένα στρατόπεδο προσευχής, αν θέλουμε να ιδούμε καλύτερες μέρες. Είναι καιρός να σταματήσει από όλους η ανόητη συνήθεια, που δέρνει τα τελευταία χρόνια τούτο τον μαρτυρικό τόπο• «των οικιών ημών εμπιπραμένων» εμείς να μην έχουμε άλλη έγνοια παρά μόνον τα καρναβάλια και τις δισκοθήκες!

Είναι καιρός πια να συνέλθουμε. Είναι καιρός να ανανήψουμε. Είναι καιρός όσοι ποθούμε να ιδούμε καλύτερες μέρες να φροντίσουμε να παραδειγματισθούμε από τη ζωή των άλλων, σε παρόμοιες σαν και τη δική μας περιστάσεις. Αυτό που έγινε στην Κέρκυρα το 1940-41 είναι όχι απλώς ενδεικτικό, αλλά αποδεικτικό της αξίας της μετανοίας και επιστροφής στον Χριστό. Αναφέρουμε το παράδειγμα αυτό, όχι γιατί είναι μοναδικό, άλλα μια και μιλούμε για το καύχημα της Ορθοδοξίας, τον άγιο Σπυρίδωνα και το ευλογημένο νησί που κατέχει το άγιο Σκήνωμά του, το βρίσκουμε επίκαιρο.

Όταν στις 28 του Οκτώβρη του 1940 μας κτύπησαν οι Ιταλοί, οι Κερκυραίοι έβαλαν τελεία και παύλα, όπως λέμε στην προηγούμενη ζωή τους. Με συντριβή ψυχής στράφηκαν προς την Εκκλησία και με βαθιά πίστη άρχισαν να επιζητούν από τον Προστάτη τους τον άγιο Σπυρίδωνα, τις ικεσίες και τη βοήθεια του για τη σωτηρία της Ελλάδος μας, και ιδιαίτερα της νήσου των. Το αποτέλεσμα της αλλαγής της ζωής τους, έφερε το ποθούμενο. Μολονότι τρείς μέρες μετά την επίθεση ενάντια στην Ελλάδα μας η Κέρκυρα δεχόταν την πρώτη και επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.

Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Άν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ’ ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στόν γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ’ αυτή, μα και σ’ άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».

Πολύ χαρακτηριστικό είναι το του Παροιμιαστού. Και αξίζει να το ενθυμούμαστε πάντοτε. «Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ. οι δε εμέ ζητούντες ευρήσουσι χάριν». Όσους με αγαπούν, δηλαδή, εγώ τους αγαπώ. Κι όσοι με ζητούν θα βρουν μεγάλη χάρη και ευλογία. Καιρός να το καταλάβουμε. Καιρός ακόμη να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας, ότι αληθινή ευτυχία και χαρά, χαρά ατομική και εθνική, μόνον κοντά στον Χριστό μπορεί να υπάρξει.
Οι κάτοικοι της Κέρκυρας σε κάθε δυσκολία δεν παραλείπουν από του να καταφεύγουν στον άγιο και να εκζητούν με πίστη φλογερή τη μεσιτεία του. Σ’ αυτή τους τη ζηλευτή συνήθεια ας τους μιμηθούμε κι εμείς. Μεγάλο θα είναι το κέρδος μας. Το μαρτυρεί η πίστη μας. Το βεβαιώνει η ιστορία του αγίου.

Άπειρα είναι τα θαύματα του. Γι’ αυτό και δεκάδες πολλές τα χρυσά κανδήλια, δώρα ευλαβών ψυχών που κρέμονται πάνω και γύρω από τη λάρνακα, που φιλοξενεί το άγιο λείψανο Του. Όλα αυτά δείχνουν και μαρτυρούν τη βαθιά εκτίμηση κι ευλάβεια στο πρόσωπο του αγίου μας από μέρους των ευεργετηθέντων. Ογδόντα ναοί στην Ελλάδα μας διακηρύττουν τον σεβασμό του φιλόθρησκου Ελληνικού λαού στη μνήμη του. Από όλα τα μέρη του κόσμου χιλιάδες πιστοί αναλαμβάνουν ταξίδια μακρινά κάθε χρόνο για να πάνε στη χάρη του, να προσκυνήσουν το άγιο Σκήνωμά του και να παρακολουθήσουν τις συγκινητικές και θεαματικές λιτανεύσεις του. Τέτοιες λιτανεύσεις γίνονται τέσσερις τον χρόνο. Μια κατά το Μ. Σάββατο σε ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου από τη σιτοδεία. Δεύτερη κατά την Κυριακή των Βαΐων σε ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου από την τρομερή επιδημία της πανώλους (πανούκλας). Τρίτη η λιτανεία της 11ης Αυγούστου για ανάμνηση της σωτηρίας της νήσου από την τουρκική εκστρατεία. Και τέταρτη κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου για να θυμούνται τη δεύτερη θαυμαστή απαλλαγή της νήσου από την πανώλη.

Με πίστη βαθιά κάθε φορά κι ευλάβεια συγκινητική τρέχει ο κόσμος στη χάρη του να προσκυνήσει το άγιο λείψανο του και με δάκρυα να εκζητήσει τη μεσιτεία του. Νοερά ας μεταφερθούμε κι εμείς ως εκεί. Κι αφού με σεβασμό κλίνουμε το γόνυ της ψυχής μπροστά στην άγια μορφή του, ας του ψιθυρίσουμε ικετευτικά:

Άγιε Σπυρίδων Πατέρα μας.
Ένα μεγάλο μέρος του νησιού μας,
της μαρτυρικής Κύπρου μας, στενάζει σήμερα
κάτω από τα πόδια του βάρβαρου Αγαρηνού.
Η εκκλησία σου στην Τριμυθούντα, στο χωριό που
έζησες και υπηρέτησες δεν λειτουργιέται πια.
Είναι κλειστή.
Στόν τάφο σου να πάμε και με κλάματα να σε
παρακαλέσουμε να μας βοηθήσεις, δεν μπορούμε.
Λυπήσου μας. Πατέρα, κι άκουσε την ικεσία μας!
Φταίξαμε τ’ ομολογούμε. Παρασυρθήκαμε…
Όμως, με σπαραγμό ψυχής το συναισθανόμαστε
και μετανοούμε.
Μετανοούμε και με δάκρυα ζητούμε
το έλεος του Κυρίου μας.
Δεήσου κι εσύ, Άγιε μας, να μας λυπηθεί
Να μας λυπηθεί και για χάρη σου
να μας σπλαγχνιστεί Και να μας συγχωρήσει.
Ζήτησε του να μας φωτίσει, ώστε στο μέλλον
να μη παρασυρόμαστε. Μα να μένουμε
μέχρι θανάτου πιστοί στο θέλημα του.
Κι όπως άλλοτε για χάρη σου έσωσε την αγαπημένη σου
Κέρκυρα,1 έτσι και τώρα για χάρη δικιά σου,
να σώσει κι εμάς.
Στο ζητούν, Άγιε Πατέρα, οι χαροκαμένες μάνες.
Στο ζητούμε τα παιδιά σου!
Σε Ικετεύουμε οι πατριώτες σου!
Δώσε πια να λυτρωθούμε από τα δεινά,
που μας βρήκαν
κι από τη σκλαβιά του Τούρκου κατακτητή.
Δώσε ακόμη να ενωθούμε και με τη Μάνα μας,
την Ελλάδα, για να μπορούμε όλοι μαζί
οι Πανέλληνες να σου ψάλλουμε ευλαβικά:

Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή. Χαίροις Κερκυραίων ο σοφώτατος ιατρός. Χαίροις της Τριάδος ο Θείος μυστολέκτης. Κυπρίων μέγα κλέος. Σπυρίδων Άγιε.

Απολυτίκιο
Ήχος α’

Της Συνώδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυ ματουργός, θεοφόρε Σπυρίδων, Πατήρ ημών διό νεκρό; συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν είς χρυσούν μετέβαλες• και εν τω μέλπειν τάς αγίας σου ευχάς, Αγγέλους έσχες συλλειτουργούν τάς σοι, Ιερωτάτε. Δόξα τω σε δοξάσαντι• δόξα τω σε στεφανώ σαντι• δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Εξήγηση: Άγιε Σπυρίδων, Πατέρα μας, ανίκητος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας αναδείχθηκες στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, μα και θαυματουργός. Ναι! θαυματουργός. Γιατί και με νεκρή κόρη, που ήταν στον τάφο συνομίλησες και φίδι μετέβαλες σε χρυσάφι. Αλλά και όταν, Ιερώτατε, έψαλλες τις αγίες προσευχές σου, Άγγελοι κατέβαιναν και λειτουργούσαν μαζί σου. Δοξασμένος να ‘ναι ο Θεός που σε δόξασε• δοξασμένος να ‘ναι ο Θεός, που σε τίμησε με το στεφάνι της αγιωσύνης• δοξασμένος να ναι ο Θεός, που με τις προσευχές σου δίνει σε όλους μας θεραπείες.

Μεγαλυνάριο

Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός•
Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός•
Χαίροις των λογίων του Πνεύματος ο σπόρος,
Σπυρίδων Τριμυθούντος, ποιμήν τρισόλβιε.
Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή,
Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός,
Χαίροις των Πατέρων, ωράϊσμα και κλέος,
Τρισόλβιε Σπυρίδων, σε μεγαλύνομεν.

Μερικά από τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα,πρίν την Κοίμησή του.

Η παράθεση όλων των θαυμάτων του ιερού Σπυρίδωνος είναι αδύνατος, όχι δε μόνο η λεπτομερή αφήγηση αυτών, άλλα και η απλή απαρίθμηση δεν είναι πραγματοποιήσιμη, διότι ο αριθμός αυτών είναι άγνωστος, εφ’ όσον μυστικώς επιτελούνται τα περισσότερα. Την διαπίστωση αυτή εκφράζει και ο εκ των βιογράφων του Σπυρίδωνος Συμεών ο Μεταφραστής όταν γράφει: «τὸ πάντα μὲν τὰ ἐκείνου διεξελθεῖν, ἀπειρόκαλόν τε ὁμοῦ καὶ ἀδύνατον, ὥσπερ τὸ πάντα παραλιπεῖν ἀτεχνῶς ἐπιζήμιον». (1) Εις την συνέχεια του παρόντος κεφαλαίου θα εκτεθεί, με κάθε δυνατή βραχυλογία, η διήγηση των θαυμάτων, τα όποια διέσωσαν οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι αρχαίοι βιογράφοι του Σπυρίδωνος ως και οι νεότερες διηγήσεις των κατά καιρούς εκδοτών της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του αγίου Σπυρίδωνος. (2)

Η σειρά της παρατάξεως των θαυμάτων, δια το πρώτο μέρος αυτών, είναι εκείνη την οποίαν ακολουθεί ο Μεταφραστής και τούτο διότι ο υπ’ αυτού Βίος του αγίου Σπυρίδωνος είναι ο μόνος γνωστός, εφ’ όσον από του έτους 1847 κατέστη αναπόσπαστο τμήμα του σώματος των ακολουθιών του αγίου Σπυρίδωνος. (3) Δια δε τα επόμενα ισχύει η σειρά της εκδόσεως της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του Αγίου, υπό του Μεθοδίου Κοντοστάνου, Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών. (4) Το σύνολο της διηγήσεως των θαυμάτων διαιρείται εις δύο τμήματα: α) Το περιλαμβάνουν τα θαύματα, τα οποία τέλεσε ζων ακόμη ο Σπυρίδων, και β) τα μετά τον θάνατον αυτού.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΕΝ ΖΩΗ

Ανομβρία στην Κύπρο

Η Κύπρος, ιδιαιτέρα πατρίς του ιερού Σπυρίδωνος, αξιώθηκε πρώτη της ευεργεσίας των θαυμάτων του. Πρώτον δε θαύμα αναφέρεται η διάσωση αυτής από τρομακτική ανομβρία, ένεκα της οποίας προεκλήθη «λιμός, τῷ λιμῷ δὲ λοιμός, καὶ τὸ πολὺ τοῦ πλήθους, τὸ μὲν ἤδη καὶ διεφθείρετο, τὸ δὲ ὅσον οὔπω τοῦτο παθεῖν ἠλπίζετο». (5) Τότε ό Σπυρίδων, δια θερμών προσευχών, ως άλλος Ηλίας, (6) άνοιξε τους ουρανούς, και «ὄμβρος αὐτίκα κατερράγη πολύς, καὶ πιαίνεται μὲν ἡ γῆ, τρέφεται δὲ τὰ ὡραῑα, καὶ τὰ λήϊα αὔξεται, καὶ πὰντα ὁμοῦ λύεται τὰ δεινά». (7)

Ο πλούσιος στην Κύπρο

Μεγάλη ακαρπία κυρίευε την Κύπρο και οι έμποροι έκρυβαν τους καρπούς δια να κερδίσουν παράνομα πολλά. Ήλθε τότε προς ένα εξ αυτών πλουσιώτατος, εις άνθρωπος πτωχός, και θερμώς και μετά δακρύων τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει. Ματαίως όμως. Ο πλούσιος έμεινε ασυγκίνητος. Ακολούθως ο πτωχός άνθρωπος πήγε εις τον Άγιο και του ανέφερε την σκληρότητα του πλουσίου και την δική του πενία. Ο Άγιος τον παρηγόρησε και του προείπε ότι την επομένη ο ίδιος ο άσπλαχνος πλούσιος θα τον παρακαλούσε να λάβει όσους καρπούς ήθελε. Πράγματι, την νύκτα έπεσε ραγδαία βροχή, η οποία παρέσυρε τις αποθήκες του πλουσίου και σκόρπισε τους καρπούς του, και ο λαός ο πενόμενος επιδόθηκε εις την αρπαγή αυτών. Και παρουσιάσθη το εξής παράδοξο, ο πλούσιος έδιδε το δικαίωμα εις τον πτωχό να λάβει ότι ήθελε. Εν τούτοις δεν σωφρονίστηκε, καθώς μαρτυρεί το επόμενο γεγονός. (8)

Χρυσός και Όφις

Άλλος πτωχός γεωργός ζήτησε από τον ίδιο τον πλούσιο λίγον σίτο δια σπορά και υποσχέθηκε να τον επιστρέψει μετά την συγκομιδή, με το ανάλογο τόκο. Ο πλούσιος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ο γεωργός κατάφυγε εις τον Άγιο, ο οποίος με λόγια παρηγορητικά τον απέστειλε εις την οικία του. Την επόμενη αυτός ο Άγιος τον επισκέπτεται και του δίδει τεμάχιο χρυσού, δια να το βάλει ενέχυρο στον πλούσιο, να λάβει ότι του χρειάζονταν, και μετά την συγκομιδή, αφού του επιστρέψει το δάνειο, να επιστρέψει και τον χρυσό εις τον Άγιο. Έτσι και έγινε. Ο Άγιος αφού έλαβε τον επιστραφέντα χρυσό, οδήγησε τον πτωχό στο μικρό κήπο του, εκεί δε τοποθέτησε τον χρυσό εις την γη. Κατόπιν προσευχήθηκε στον Θεό με τους λόγους αυτούς: «Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ πάντα ποιῶν καὶ μετασκευάζων μόνῳ τῷ βούλεσθαι, ὁ ἐπὶ Μωϋσέως ποτὲ τὴν ράβδον εἰς ὄφιν μεταβαλὼν ἔμπροσθεν τοῦ Βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, Αὐτὸς καὶ τὸ χρυσίον τοῦτο, καθὼς ἐκ ζώου πρότερον μετέβαλες εἰς τὴν μορφὴν ταύτην, οὕτω καὶ νῦν μετάτρεψον εἰς τὸ ἀρχαῖον αὐτοῦ εἶδος, ὅπως καὶ οὗτος ὁ δοῦλος σου μάθῃ τὴν περὶ ἡμᾶς σου πρόνοιαν, καὶ διδαχθῇ ἐμπράκτως, τὸ ἐν τῇ Θείᾳ Γραφῇ λόγιον, ὄτι πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησε». (9) Αμέσως δε προ του κατάπληκτου γεωργού, το τεμάχιο του χρυσού μεταβλήθηκε σε ερπετό, το οποίο κρύφθηκε στην λιθιά.

Η διάβαση του ποταμιού

Άλλοτε πάλι, φίλος του Αγίου και ενάρετος άνθρωπος, συκοφαντημένος καταδικάσθηκε άδικα σε θάνατο. Χρειάσθηκε να μεταβεί ο Άγιος και να τον υπεράσπιση ενώπιον του άρχοντος. (10). Ήταν όμως χειμώνας και ένας ποταμός, τον οποίο έπρεπε απαραίτητα να περάσει ο Άγιος, ήταν πλημμυρισμένος και ορμητικότατος. Ο Άγιος δεν δίστασε, άλλα μιμούμενος τον Ιησού του Ναυή (11) διέταξε τον ποταμό «στῆθι, ἔφη, ὁ κοινός σοι ἐπιτάττει δεσπότης καὶ διαβήσομαι ἐγώ, σωθήσεται δὲ ὁ ἀνήρ, ὑπὲρ οὗ σπεύδομέν τε καὶ πολλὰ τοῦ Θεοῦ ἐδεήθημεν». (12) Αφού δε είπε τους λόγους τούτους το ρεύμα του ποταμού ανακόπηκε αιφνιδίως και πέρασε ο Άγιος και άλλοι οδοιπόροι, οι όποιοι διεκήρυξαν αμέσως το θαύμα στην πόλη. Και ο άρχων γεμάτος θαυμασμό απέλυσε τον κατάδικο, τον όποιον επανέφερε ο Άγιος μαζί του χαίρων.

Η Αμαρτωλή Γυναίκα

Κάποτε ο Άγιος, έπειτα από οδοιπορία μακράν, επισκέφθηκε φίλο του (13) για να αναπαυθεί λίγο. Εκείνος δε ενθουσιωδώς υποδεξάμενος τον Άγιο, έβαλε ύδωρ εις τον νιπτήρα και ετοιμάζονταν να πλύνει τα πόδια του. Εν τω μεταξύ διαδόθηκε η είδηση ότι ο Σπυρίδωνας βρίσκονταν εκεί, έτρεχαν δε οι γείτονες δια να προσφέρουν τις υπηρεσίας τους εις τον Άγιο και να λάβουν την ευλογία του. Μεταξύ των πολλών ήλθε και μία γυνή αμαρτωλός, η οποία προθυμοποιήθηκε να πλύνει τα πόδια του. Εκείνος δε αποστρέφοντας το πρόσωπο του της είπε: «μὴ μοῦ ἅπτου ὦ γύναι» (14) και τούτο όχι εξ υπερηφάνειας κινούμενος, διότι ήταν εις ολόκληρη την ζωή του υπόδειγμα ταπεινώσεως, αλλά δια να προκαλέσει σε αυτήν την σώζουσα μετάνοια. Επειδή δε εκείνη επεχείρησε να πλησιάσει τον Άγιο, εκείνος μεγαλόφωνα φανέρωσε την αμαρτία της. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την μετά δακρύων ειλικρινή εξομολόγηση της γυναικός δημοσία. Ο δε Σπυρίδων μιμούμενος τον Κύριο είπε προς την γυναίκα «Θάρσει θύγατερ· ἀφέωνται σοι αἱ ἀμαρτίαι σου». (15) και «Ἰδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε», (16) και διά της συγχωρήσεως θεράπευσε αυτήν από την φοβερά νόσο της ψυχής, την αμαρτία. (17)

Η Ανάσταση της κόρης του

Ενώ ο Άγιος βρίσκονταν στην Σύνοδο της Νικαίας πέθανε στην Κύπρο η θυγατέρα του, Ειρήνη ονομαζόμενη. Κατά την επιστροφή του εις την Κύπρο τον επισκέφθηκε κάποια γυνή, η οποία με μεγάλη ταραχή του ανάφερε ότι είχε δώσει, εις την κόρη του ένα κόσμημα πολύτιμο δια να το φυλάξει, εν τω μεταξύ όμως πέθανε η Ειρήνη χωρίς να το επιστρέψει ή να φανέρωση τον τόπο όπου το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε στον τάφο της θυγατέρας του, ακολουθούμενος από πολλούς άλλους και εκεί, απευθυνόμενος προς την νεκρά, ως να ζούσε, την ρώτησε πού έχει φυλαγμένο το ξένο κόσμημα. Εκείνη δε, αφού ανέκτησε προς στιγμήν την ζωή και ανακοίνωσε εις τον πατέρα της τον τόπο, κοιμήθηκε και πάλι. Ο δε Άγιος επέστρεψε εις την γυναίκα το κόσμημα. (18)

Η ίαση του αυτοκράτωρ Κωνστάντιου

Μετά τον θάνατον του Μ. Κωνσταντίνου (337), η αυτοκρατορία διαμοιράσθηκε μεταξύ των υιών του. Την ανατολή έλαβε ο Κωνστάντιος (337 – 361), ο οποίος έμεινε εις την Αντιόχεια. Έτυχε δε να προβληθεί ο βασιλεύς από φοβερά ασθένεια, την οποίαν κανείς ιατρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Μετά από πολλές προσπάθειας άκαρπες υποδέχθηκαν στον βασιλέα υπό αγγέλου, κατά την διάρκεια ονείρου, δύο επίσκοποι, ανάμεσα εις πολλούς άλλους, και δηλώθηκε σε αυτόν, ότι μόνον αυτοί μπορούν να τον θεραπεύσουν (επρόκειτο περί του ιερού Σπυρίδωνος και του διακόνου του Τριφυλλίου, τον όποιον ο βασιλεύς είδε ως επίσκοπο εις τον ύπνο του, προοραματιζόμενος το μέλλον). Επειδή δεν φανερώθηκε εις τον βασιλέα ούτε το όνομα ούτε ο τόπος των επισκόπων, έδωκε εντολή να προσκληθούν διαδοχικά στην Αντιόχεια όλοι οι επίσκοποι της επικρατείας. Ο Σπυρίδων, ευχαρίστως αποδεχθείς την πρόσκληση, μετέβη συνοδευόμενος από τον Τριφύλλιο. Όταν όμως παρουσιάσθηκε στα ανάκτορα και ζήτησε να δη τον βασιλέα έγινε αντικείμενο περιφρονήσεως εξ αιτίας της πτωχικής περιβολής του, κάποιος μάλιστα αυλικός τον κτύπησε στο πρόσωπο. Ο Άγιος με υπομονή έστρεψε και την άλλην σιαγόνα του εφαρμόζων τους λόγους του Κυρίου. (19) Αφού εξακριβώθηκε ότι πρόκειται περί επισκόπου του επετράπη η είσοδος εις τα ανάκτορα, όταν δε, μαζί με τον Τριφύλλιο έφθασαν εις την αίθουσα του θρόνου, αμέσως αναγνωρίστηκαν από τον βασιλέα, ο όποιος έτρεξε προς αυτούς. Ο Άγιος έβαλε την χείρα του εις την κεφαλήν του βασιλέως και αμέσως ο βασιλεύς θεραπεύθηκε. Το θαύμα προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό και θόρυβο. «Μόνος Σπυρίδων ἐν τοῖς ἁπάντων χείλεσιν ἔκειτο, Σπυρίδων ἐλαλεῖτο μόνος, Σπυρίδων ἦν πᾶσι τὸ σπουδαζόμενον». (20) Ο Άγιος, πριν εγκατάλειψη τα ανάκτορα, νουθέτησε τον βασιλέα δια μακρών, (21) δια να ευεργετήσει όχι μόνον το σώμα του αλλά και την ψυχή του. Μετά ταύτα ο βασιλεύς θέλοντας να ανταμείψει τον Άγιον έδιδε σε αυτόν χρυσόν πολύ, το όποιον ο Σπυρίδων αποποιήθηκε. Επειδή ό βασιλεύς επέμενε, ο Άγιος έλαβε τον χρυσόν και τον διαμοίρασε εις τους ανθρώπους του παλατιού, ο δε βασιλεύς, νουθετηθείς δια της πράξεως αυτής του Σπυρίδωνος, προέβη εις πολλές αγαθοεργίας.

Διπλή Ανάσταση

Πριν αναχώρηση ο Άγιος από την Αντιόχεια, δια να επιστρέψει εις την Κύπρο, τέλεσε το εξής θαυμάσιο και διπλό θαύμα. Ανέστησε πρώτα, κατόπιν προσευχής, όπως άλλοτε ο Ηλίας (22) και ο Ελισσαίος, (23) το τέκνον μιας ξένης (βαρβάρου) γυναικός. Εν συνεχεία χρειάσθηκε να ζητήσει και πάλι την χάρη και την ευσπλαχνία του Θεού για να αναστήσει και την μητέρα, η οποία μόλις είδε να ανακτά την ζωή το παιδί της, πέθανεν από την μεγάλη χαρά και συγκίνηση.

Οι αίγες και ο έμπορας

Σημειώθηκε και εις τα προηγούμενα, ότι ο Άγιος και όταν ακόμη ανήλθε στο επισκοπικό αξίωμα, έτρεφε ποίμνιο. Μία ημέρα προσήλθε εις αυτόν ένας έμπορος δια να αγοράσει αίγας. Κατέθεσε τα χρήματα εις τις χείρες του Αγίου ο οποίος εμπιστευόμενος δεν τα μέτρησε, εν συνεχεία δε ζήτησε να λάβει εκατόν αίγες. Ο ιερός Σπυρίδων εκ προορατικότητας γνώριζε ότι ο έμπορος δε του έδωσε το αντίτιμο εκατό αιγών, αλλά ενενήντα εννέα. Συνόδευσε λοιπόν τον έμπορον εις την στάνη και του είπε να λάβει τόσες αίγας, όσες πλήρωσε. Εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο άγιος είχε εννοήσει την απάτη και δια τούτο έβγαλε από την μάνδρα εκατόν αίγες. Αλλά τότε συνέβη το έξης παράδοξο. Ένα από τα ζώα δεν δέχονταν κατ’ ουδέν τρόπο ν’ ακολουθήσει τον έμπορο στάθηκε δε αδύνατον εις αυτόν και να το μεταφέρει στους ώμους του ακόμη. Επεμβαίνων τότε ο Άγιος του είπε να προσέξει μήπως το ζώο δεν αρνείται χωρίς λόγο να τον ακολουθήσει, μήπως δηλαδή λησμόνησε να πλήρωση την αξία του. Κατάπληκτος ο άνθρωπος ωμολόγησε το αμάρτημα του, και ζήτησε με συντριβή συγγνώμη αφού δε πλήρωσε το οφειλόμενο, το ζώο τον ακολούθησε ήσυχα, όπως και τα άλλα. (24)

Ο αλαζών διάκονος

Κατάκοπος ο Άγιος από την οδοιπορία, και μάλιστα σε εποχή θέρους, πήγε κάποτε στον Ναό της πόλεως Ερυθράς της Κύπρου για να προσευχηθεί. Συνέστησε τότε σε ένα από τους διακόνους των εντοπίων να επιταχύνει την ακολουθία. Εκείνος όμως, από ματαιοδοξία κινούμενος, διότι ήταν καλλίφωνος, αντιθέτως προς την εντολή του Σπυρίδωνος, επιβράδυνε την ψαλμωδία. Αγανακτώντας τότε ο Άγιος του φώναξε «σιώπα», αμέσως δε ο διάκονος έχασε την φωνή του και έμεινε άλαλος. Έντρομος έπεσε στα πόδια του ιερού Σπυρίδωνος, ως και όλο το πλήθος των παρόντων πιστών, και θερμώς καθικέτευαν τον Άγιο να συγχωρέσει και να θεραπεύσει τον τιμωρημένο υπερήφανο. Ο δε Άγιος, πηγή ευσπλαχνίας και συγγνώμης, θεράπευσε μεν τον διάκονο, δεν του έδωσε όμως πάλι την αυτή καλλιφωνία, την οποία είχε, για να τον, θεραπεύσει και από την αλαζονίαν.

Οι άγγελοι & η ιερή ακολουθία

Εις την ανωτέρω πόλη την ονομαζομένη Ερυθρά, πήγε ο Άγιος στο Ναό για την εσπερινή ακολουθία. Ο Ναός ήταν σχεδόν έρημος και μόνο οι υπηρέτες και οι διάκονοι ήσαν εκεί. Έδωσε εντολή ο Άγιος να ανάψουν φώτα πολλά και όρθιος εμπρός στο θυσιαστήριο προσεύχονταν. Όταν όμως αναφώνησε το «Εἰρήνη πᾶσι» ακούστηκε αρμονία φωνών πολλών από τον ουρανό να αναφωνεί το «Καὶ τῲ πνεύματί σου». Επίσης, όταν ο διάκονος τελείωνε τις δεήσεις, ακούγονταν οι φωνές να ψάλλουν το «Κύριε ἐλέησον». Η αγγελική υμνωδία ακούστηκε μακριά έξω από τον Ναό και οι άνθρωποι της πόλεως έτρεξαν να ιδούν, αλλά κατελήφθησαν από τρόμο, βλέποντας τον Ναό μεν έρημο, ακούοντας δε τη ψαλμωδία.

Ο λύχνος και ο έλαιος

Άλλη πάλι φοράν μετέβη ο ιερός Σπυρίδων στον Ναό για να τελέσει την εσπερινή ακολουθία. Ενώ όμως βρίσκονταν εις το μέσο αυτής, ο λύχνος έσβηνε δι’ έλλειψη ελαίου, άλλο δε έλαιο δεν υπήρχε στον Ναό. Ο Άγιος λυπόνταν διότι δεν ήθελε να σταματήσει την ακολουθία ημιτελή. Και τότε παράδοξα και δι’ αοράτου δυνάμεως, υπερεκχειλίζει ο λύχνος έλαιο και τόσον πολύ χύνονταν στο έδαφος ώστε οι υπηρέτες του Ναού έφεραν σκεύη και το συνέλεγαν. (25)

Μετέβη κάποτε ο Άγιος συνοδευόμενος από τον Τριφύλλιο Επίσκοπο ήδη της πόλεως των «Καλλινικησέων», (26) στην πόλη Κυρήνη. Καθ’ οδό διήλθαν από την πόλη Κυθέρεια και το Πενταδάκτυλο όρος. Όταν έφθασαν στην Παρύμνη, ήταν τόσο ωραίο το τοπίο, ώστε ο Τριφύλλιος επιθύμησε την απόκτηση κτήματος, αλλά την επιθυμία του δεν φανέρωσε στον Σπυρίδωνα. Παρά ταύτα ο Άγιος, δυνάμενος να γνωρίζει τους διαλογισμούς των άλλων, ήλεγξε τον Τριφύλλιο δια την ματαιοδοξία του, υπομνήσας αυτόν ότι υπάρχουν άλλα αγαθά, τα ουράνια, τα όποια πρέπει να επιδιώκει ο άνθρωπος, και όχι τα επίγεια. Ο Τριφύλλιος αναγνώρισε την ορθότητα της απόψεως του γέροντος και ζήτησε συγνώμη απ’ αυτόν.

Η μοιχαλίδα

Κάποιος συμπολίτης του Αγίου, ναυτικός, επιστρέψας εις την πατρίδα του μετά διετή απουσία, βρήκε την σύζυγό του σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Τόσο ταράχθηκε από το γεγονός ώστε ήθελε να την φονεύσει. Επικράτησε όμως εις αυτόν ηρεμότερη σκέψη και απόφυγε το έγκλημα, προσέτρεξε δε εις τον Άγιο, δια να ζήτηση την συνδρομή του. Τότε ο Άγιος δίχως να ρωτήσει καν την γυναίκα περί του γεγονότος, την έλεγξε δια την μοιχεία. Εκείνη όμως με προπέτεια και χωρίς ντροπή διεκήρυσσε μεν ότι ήταν αθώα, διαβεβαίωνε δε ότι όσον χρόνο έλειπε ο σύζυγος της εκείνη κυοφορούσε το βρέφος. Η στάση της γυναίκας προκάλεσε αγανάκτηση εις τους ακούγοντας, οι δε φωνές της είχαν αναστατώσει την πόλη ολόκληρη. Τότε ο ιερός Σπυρίδων, προσπαθώντας δια του φόβου να την οδηγήσει στην μετάνοια, της είπε «εἰ μέν ὦ γύναι, ὤσπερ εἰς μεγάλην έξώκειλας ἀμαρτίαν οὔτω δὴ καἰ μεγάλην εἰσῆγες τὴν μετάνοιαν, τάχα ἄν καὶ πολλή σοι περιελείπετο σωτηρίας ἐλπίς, οὐδεμία γὰρ οὕτως ἁμαρτίας ἰσχύς, ὡς μὴ τὴς τοῦ Θεοῦ ἡττᾶσθαι φιλανθρωπίας, ἐπεὶ δὲ τῇ μοιχείᾳ μὲν τὴν ἀπόγνωσιν, τῇ ἀπογνώσει δὲ καὶ τὴν ἀναισχυντίαν ὠδίνησας, δίκαιον μὲ ἦν τὰ ἐπίχειρα τούτων ἐπιγνῶναί σε, καὶ ὀξεῖαν ὑποστῆναι κόλασιν. πλὴν ἀλλὰ καὶ ἔτι χώραν σοι προτείνοντες μετανοίας, καθαρῶς ταῦτα προαγορεύομεν· ὡς οὐκ ἄν εἰς φῶς σοι τουτὶ τὸ κυοφορούμενον ἐξέλθοι, ποτέ, ἕως ἄν μὴ καὶ αὐτὴ τὸ τῆς ἀληθείας φέγγος ὑπὸ βαθεῖ σκότει τοῦ ψεύδους ἀπόσχῃ καλύπτειν, κρύπτειν οἰομένη καὶ τὰ τυφλοῖς, δ’ φασι, καθορώμενα» (27). Μετ’ ολίγον πόνοι φοβεροί κατέλαβαν την γυναίκα, οι όποιοι έπαυσαν με τον θάνατο της. Ο δε Σπυρίδων αφού έκλαψε εκ λύπης, δήλωσε ότι δεν θα τιμωρούσε κανένα εις το μέλλον, εφ’ όσον τόσο γρήγορα οι λόγοι του πραγματοποιούνταν (28).

Ο ειδωλολάτρης ανήρ

Υπήρχε κατά τις ημέρας του Αγίου κάποια συνετή και ευσεβής γυνή, Σωφρονία ονομαζόμενη, η οποία είχε σύζυγο ειδωλολάτρη. Αυτή δεν έπαυε να προστρέχει εις τον Σπυρίδωνα και να τον παρακαλεί να μεσιτεύσει δια την σωτηρία του συζύγου της και την προσχώρησή του στον Χριστιανισμό. Αλλά και ο ειδωλολάτρης σύζυγος δεν εμπόδιζε την Σωφρονία στις προς τον Άγιο επισκέψεις της, διότι αφ’ ενός μεν δεν γνώριζε τον σκοπό αυτών, αφ’ ετέρου δε σέβονταν και τιμούσε τον Άγιο, τον οποίο δέχονταν μετ’ ευχαριστήσεως και στην οικία του (29). Μία ημέρα ενώ συνέτρωγε μετ’ αυτών ο Σπυρίδων, λέγει προς ένα υπηρέτη, εις τρόπον ώστε να γίνει ακουστός από όλους, ότι άφησε ένα μικρό υπηρέτη να φυλάσσει τα πρόβατα του. Κοιμήθηκε όμως ο μικρός και τα πρόβατα χάθηκαν. Αφού κατόπιν ξύπνησε, ματαίως ερεύνησε παντού, έστειλε δε αγγελιοφόρο να αναφέρει το γεγονός, και ότι ο αγγελιοφόρος ευρίσκονταν έξω από την θύραν· «ἀλλὰ σὺ κατελθών», πρόσθεσε εις τον υπηρέτη «γνώρισον αὐτῶ δὴ τῲ ἀγγέλῳ, ὅτι εὕρηνται ἀκριβῶς πάντα, καὶ οὐδὲ ἕν ἐνδεῖ τῷ ποιμνίῳ». (30) Ο υπηρέτης έσπευσε να εκτελέση την εντολή του Σπυρίδωνος, μετ’ ολίγο δε φάνηκε δεύτερος αγγελιοφόρος, ο όποιος ανάφερε την εύρεση των προβάτων, προς μεγάλη κατάπληξη των συνδαιτημόνων. Θαύμασε ο ειδωλολάτρης την προγνωστική δύναμιν του Αγίου και έσπευσε να τον προσκύνηση, και να προσφέρει εις αυτόν θυσία, εκείνος όμως τον συνκράτησε λέγοντας «οὐκ ἐγὼ Θεός, ἀλλὰ δοῦλος Θεοῦ μᾶλλον, ἄνθρωπος σοι ὁμοιοπαθὴς. ..». (31) και τον οδήγησε προς την αληθινή πίστη και την σωτηρία.

Οι κλέπτες των προβάτων

Κάποτε και κατά τις νυκτερινές ώρες, κλέπτες εισήλθαν στην μάντρα του Αγίου για να κλέψουν τα πρόβατα του. Τότε όμως συνέβη το έξης παράδοξο. Αόρατος δύναμη τους έδεσε κατά τρόπον, ο οποίος δεν επέτρεπε σε αυτούς ούτε την παραμικρή κίνηση. Στην θέση αυτή τους βρήκε το επόμενο πρωί ο Άγιος, ο οποίος τους απέλυσε, αφού τους νουθέτησε και τους δώρησε ένα κριό, «ἵνα μὴ μάτην ἠγρυπνηκότες ἦτε», (32) όπως είπε χαριτολογώντας.

Ο Πλοίαρχος και ο χρυσός

Ήλθε προς τον Άγιο ένας Τριμυθούντιος πλοίαρχος εμπορευόμενος, ο οποίος είχε ανάγκη χρυσού για το εμπόριο του. Ο Άγιος πρόθυμα του έδωσε ως δάνειο όσον χρυσό είχε για τις ανάγκες της επισκοπής. Έφυγε ο ναυτιλλόμενος έμπορος, πούλησε με κέρδος το εμπόρευμα του και επίστρεψε. Παρέδωσε το οφειλόμενο εις τον Άγιο, εκείνος δε χωρίς να το ελέγξει, του είπε να το τοποθέτηση στη θέση την οποίαν βρίσκονταν όταν του το έδωσε. Έκτοτε, οσάκις είχε ανάγκη, μόνος του έμπορος λάμβανε τον χρυσό και μόνος τον επανάφερε και τον φύλασσε. Δυστυχώς όμως το πάθος της φυλαργυρίας δεν βράδυνε να τον καταλάβει και όταν κάποτε έλαβε τον χρυσόν πάλι ως δάνειο προσποιήθηκε ότι τον επέστρεψε, ενώ εις την πραγματικότητα τον κατακράτησε. Μετ’ ολίγο πάλι ο έμπορος περιήλθε εις οικονομική δυσχέρεια. Τρέχει στον Άγιο και ζήτα ενίσχυση, ο δε Άγιος προσποιούμενος ότι δεν γνωρίζει την αφαίρεση του χρυσού, τον στέλνει, ως συνήθως, να λάβει το δάνειο άλλα και ο έμπορος υποκρινόμενος ερευνά τον κενό χώρο και, ως ήταν φυσικό, ουδέν ευρίσκει, εν συνεχεία δε αναφέρει την εξαφάνιση στον επίσκοπο. Και τότε ο ιερός Σπυρίδων του λέγει: «εἰ μέν, ὦ φίλτατε, ἀληθῶς ἐτύγχανες τεθεικώς, εὗρες ἄν καὶ ὅ κατέθηκας εὐχερῶς· εἰ δὲ ὅ παρὰ σοὶ ἔμεινε, τοῦτο νῦν παρ’ ἡμῶν λαβεῖν ἐκζητεῖς, ἴσθι σεαυτὸν μᾶλλον, ἢπερ ἡμᾶς παραλογιζόμενος» (33). Ό άνθρωπος εκείνος δεν μπόρεσε να προσποιηθεί πλέον. Έπεσε στα πόδια του Σπυρίδωνος και αφού ομολόγησε την πράξη ζήτησε συγγνώμη, την οποίαν ο Άγιος δεν του αρνήθηκε, αφού προηγουμένως τον νουθέτησε (34).

Τα είδωλα της Αλεξάνδρειας

Αναφέρεται ότι ενώ ακόμη ζούσε ο Άγιος συγκλήθηκε, από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σύνοδος επισκόπων δια να γκρεμίσουν με κοινή προσευχή τα αγάλματα των ψευδών θεών, από τα οποία ήταν γεμάτη ακόμη η Αλεξάνδρεια. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν οι επίσκοποι, και πράγματι έπειτα από θερμή προσευχή συνετρίβησαν τα είδωλα, όλα εκτός από ένα. Παρά δε το γεγονός ότι επέμειναν στην προσευχή, δεν κατέστη δυνατή η συντριβή του αγάλματος. Κατά την νύκτα, ενώ ο Πατριάρχης προσεύχονταν, του υποδείχθηκε σε οπτασία ότι το είδωλο θα γκρεμίζονταν μόνο όταν θα προσεύχονταν ο επίσκοπος της Τριμυθούντας Σπυρίδων. Αμέσως ο Πατριάρχης στέλνει και προσκαλεί τον ιερό Σπυρίδωνα, ο δε Άγιος αμέσως σπεύδει εις την Αλεξάνδρεια. Μόλις έφτασε στο λιμένα της πόλεως το πλοίο, ο Σπυρίδων, προσευχόμενος νοερώς, αποβιβάζεται στην ξηρά, συγχρόνως δε πίπτει σε συντρίμια το άγαλμα. Όταν έμαθε ο Πατριάρχης την πτώση του ειδώλου λέγει προς τους επισκόπους «ὦ φίλοι, Σπυρίδων ἐκ Τριμυθούντος». (35) Έσπευσαν λοιπόν και υποδέχτηκαν τον Άγιο, ευρισκόμενο ακόμη στην παραλία, το δε θαύμα προκάλεσε τον θαυμασμό σε όλες τις πόλεις μέχρι και του Βυζαντίου. (36)

Στην Α’  Οικουμενική Σύνοδο:

Λίγα γράμματα έμαθε ο άγιος. Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να προσέλθει και να λάβει μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος τα 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. Ο τρομερός αυτός αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά δημιούργημα και πλάσμα του Θεού. Κι η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε προκαλέσει αληθινό σάλο κι είχε συνταράξει ολόκληρη τη Χριστιανική Εκκλησία.

Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαιας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ’ αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθησαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.

Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί. Ο τελευταίος φυσικά δεν διακρινόταν για τη μόρφωση του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και την ταπείνωση του. Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από ουράνιους θησαυρούς. Ήταν ένα κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Από τη στιγμή που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και με βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η αλήθεια.

«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε κι επαναλάμβανε με δάκρυα στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό του φλόγιζε όλο το κορμί και τον γέμιζε με ακαταμάχητη δύναμη.

Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος μας και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρέθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ’ ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι’ αυτό στενοχωρέθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.

Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούνε τον γέροντα. Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:

-Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επι τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη μετά την Ανάσταση Του επι σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ’ Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα ενθυμήματα μας.

-Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. Ένας είναι ο Θεός• Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ’ ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό παράδειγμα.
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι είπε:

— «Εις το όνομα του Πατρός».

Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω.

– «Και του Υιού»,

Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω.

— «Και του Αγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.

– Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός• όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο – φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα καταληπτά, – ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του – λέμε και τονίζουμε:

– Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. Αλλά κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Τα λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών. Σύ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’, 14-15). Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:

-Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με εβεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα.

Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρωτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.

Η αλήθεια για μια ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α’ Κορ. 6′, 4). Δηλαδή όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στην πίστη, θεοφώτιστος.

Θα σηκωθούν τα σίδερα να φάνε τους ανθρώπους!..

Η μεγάλη καταστροφή στο Περλ Χάρμπορ, όπου όλα τα «σιδερικά» συντελούν σε μια ακόμη οικολογική καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου!.. Είχε δίκιο ο Παπουλάκος, που έλεγε ότι τι θα κερδίσουμε εάν με την τεχνολογία συντομέψουμε τη ζωή μας; «Θα σηκωθούν τα σίδερα να φάνε τους ανθρώπους»!..

Μια από τις άγνωστες προφητείες του Παπουλάκου, του Αγίου της Πελοποννήσου, κατά κόσμον Χριστόφορου Παναγιωτόπουλου, που μίσησε τόσο πολύ η εξουσία, αλλά που αγάπησε τόσο πολύ ο λαός του Μοριά!..

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ κανείς το βιβλίο της ταπεινότητάς μας με τίτλο: «Παπουλάκος: Άγνωστες Προφητείες και Θαύματα» θα βρει μέσα μία άγνωστη προφητεία του γνωστού μοναχού Παπουλάκου, από το χωριό Άρμπουνα Καλαβρύτων, όπου, καθώς γύριζε στα χωριά του Μοριά, μεταξύ των πολλών άλλων προφητειών έλεγε πως : «Θα ρθει μια μέρα που θα σηκωθούν τα σίδερα να φάνε τους ανθρώπους»!..

Θυμήθηκα αυτή την προφητεία βλέποντας μια συγκλονιστική φωτογραφία, που δημοσιεύουμε σήμερα, δεδομένου ότι σαν σήμερα, 7 Δεκεμβρίου 1941, κατεγράφη ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ιαπωνικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τη ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ στη Χαβάη, όπου ναυλοχούσε ο Αμερικανικός Στόλος του Ειρηνικού. Η επίθεση αυτή, που ήταν η πρώτη σε αμερικανικό έδαφος από το 1812, είχε ως αποτέλεσμα την έξοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο.

Αντικρίζοντας κανείς τις αποκαλυπτικές εικόνες από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, εκείνο το οποίο διαπιστώνει κανείς, είναι το γεγονός πως δεν δικαιώνεται μόνο ο συγγραφέας της «Αποκάλυψης» όπως είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, αλλά και ο Παπουλάκος που έβλεπε με το διορατικό του βλέμμα ότι θα έρθει μία μέρα όπου «θα σηκωθούν τα σίδερα να φάνε τους ανθρώπους»!

Αλλά και τα τανκς δεν είναι εκείνα τα άρματα μάχης με τα οποία γίνονται πλέον οι σύγχρονοι πόλεμοι και τα σίδερα κυριολεκτικά «τρώνε» τις σάρκες των ανθρώπων;

Ποιός λησμονεί εκείνες τις στρατιές των τανκς με τα οποία οι Γερμανοί ναζί έκαναν εισβολή, από την Πολωνία μέχρι τη Ρωσία, τους Ρώσους κομμουνιστές να κάνουν αργότερα την δική τους εισβολή στην Πολωνία ή την Τσεχοσλοβακία, του Κινέζους να συνθλίβουν με τα τανκς φοιτητές στην πλατεία Τιέν Αν Μεν, τους Ιρακινούς να εισβάλουν στο Κουβέϊτ, τους Αμερικανούς στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και αλλού; Παντού θύματα και στις περισσότερες των περιπτώσεων χιλιάδες πτώματα σωριασμένα στους δρόμους!

Γνωρίζω την απάντηση: Είναι ανάγκη να φτάσουμε τόσο μακριά και δεν βλέπουμε τι γίνεται μπροστά μας με τόσα και τόσα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα που σημειώνονται κάθε μέρα; Πόσες χιλιάδες άνθρωποι δεν έχουν θυσιαστεί μέχρι τώρα στον βωμό της ασφάλτου;

Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει κάποιος ένα ταξίδι και να μη δει μπροστά του ένα τροχαίο ατύχημα, πολλές φορές θανατηφόρο από απροσεξία των άλλων ή και δική μας! Παντού τα σίδερα «περπατάνε» ή αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια μας από γερανούς και τόσα άλλα που βλέπουν τα μάτια μας παντού!

Δεν ξέρω πόσοι προβληματίζονται από το σημερινό μας σχόλιο. Ούτε πόσοι άλλοι γίνονται περισσότερο σκεπτικιστές με τα τόσα και τόσα τεχνολογικά θαύματα, όπως για παράδειγμα, τα πάσης φύσεως ρομπότ, με τα οποία ο άνθρωπος καλιτερεύει προς το παρόν τη ζωή του, αλλά μέχρι την ώρα που κάποια στιγμή θα «αιχμαλωτισθεί» ο ίδιος από τα σίδερα, ανήμπορος να αντιδράσει, αφού εγκυμονείται ο κίνδυνος να μη μπορεί να ελέγξει τα δικά του δημιουργήματα, λόγω της καλπάζουσας εξέλιξης στον τομέα της τεχνολογίας και του ανελέητου ανταγωνισμού!

Ένα όμως είναι σίγουρο: Πως όλα αυτά δικαιώνουν ή επαληθεύουν εις το ακέραιο τον «Άγιο Αγύρτη», που έλεγε ένας γνωστός δημοσιογράφος σε ένα ομώνυμο βιβλίο του για τον προφήτη του Μοριά, τον Παπουλάκο, που μίσησε τόσο πολύ η εξουσία, αλλά που αγάπησε τόσο πολύ ο λαός της Πελοποννήσου!..

Με σεβασμό και τιμή στον Άγιο της Πελοποννήσου

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ
Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Σύμβολα και διαδικασία ετοιμασίας του προσφόρου-Ουσιώδη στοιχεία

της Αικατερίνας Bryant

Στόν κάθε άνθρωπο χαρίζεται ένα καρβέλι που είναι η ζωή, να το πλάση με τα χέρια του, να το ζυμώση, να το διαμορφώση, να το χτυπήση, να το αφήση να φουσκώση – να ανακαλύψη τις ιδιότητές του. Υπάρχει πάντα η ελπίδα πώς ο άνθρωπος θα επιλέξη να το σφραγίση με την αγία σφραγίδα, για να το ξαναπροσφέρη στο Θεό, από τον οποίο το παρέλαβε, με την σάρκα του καρφωμένη με φόβο, όμως και με ελπίδα και πίστη για να περιπατήσει “εν καινότητι ζωής” (Ρωμ. 6,4).
Ολόκληρη η πνευματική ζωή του Ορθοδόξου Χριστιανού μπορεί συμβολικά να πή κανείς ότι βρίσκεται κρυμμένη στο πρόσφορο.
….
Ο Μεγάλος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, μάς έχει δώσει σαφέστατη συνταγή για υγεία. Πρότεινε τον τρόπο ζωής που μάς τραβάει και μάς κρατάει κοντά σε Αυτόν. Ένας από τούς πιό ευλογημένους τρόπους συμμετοχής στην “μικρή Σαρακοστή” πρίν από κάθε θεία Λειτουργία, στην οποία προσφέρεται το φάρμακο της Θείας Κοινωνίας, είναι να ετοιμάσουμε πρόσφορο… Η προσεκτική προετοιμασία του προσφόρου γίνεται ειδική πράξη που οδηγεί με τρόπο φυσικό σε ήρεμη προσευχή και νηστεία για την Θεία Ευχαριστία.
….
Οι διάφορες φάσεις της διαδικασίας κατασκευής του προσφόρου, που γίνεται φυσικά με το χέρι, αντιστοιχούν στις εορτές των γεγονότων της ζωής του Χριστού…
Πρώτα αρχίζουμε με την επιλογή των εργαλείων, που πρέπει να είναι της καλύτερης ποιότητος, τα οποία ξεχωρίζονται για χρήση μόνο για τον σκοπό αυτό. Πρίν τον Ευαγγελισμό επέλεξε, προετοίμασε και φύλαξε ο θεός το “αγγείο”, την Μαριάμ, διά του οποίου θα σαρκωνόταν ο Λόγος Του. Τήν κράτησε αγνή και καθαρή μέσα στο Ναό, με σκοπό να την επιλέξη να κάνη το θέλημά Του – να γίνη ο φούρνος για τον Άρτο της Ζωής.
Τά τέσσερα συστατικά που χρησιμοποιούμε για την κατασκευή του προσφόρου (νερό, αλεύρι, μαγιά, αλάτι) είναι τα ελάχιστα απαιτούμενα – είναι το ψωμί στην πιό βασική του μορφή. Είναι μιά ταπεινή και απλή αρχή, η οποία, όμως, διά του μυστηρίου θα γίνη ο Βασιλεύς των όλων. Καί τα τέσσερα στοιχεία είναι απαραίτητα για να προσφέρουμε το σωστό άρτο στην Εκκλησία. Αυτή η απλότητα της αρχής μάς θυμίζει την Γέννηση του Χριστού, την προσφορά της αγάπης Του μέσω της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Χριστός ήλθε σε ’μάς στην πιό βασική μορφή – σά νεογέννητο βρέφος μέσα σε ταπεινό σπήλαιο με άλογα ζώα τριγύρω Του. Ο Βασιλεύς των όλων ήλθε με λιτή απλότητα, για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί Του και να τον δεχθούμε.
Γιά να πετύχουμε καλό αποτέλεσμα, κατασκευάζοντας το πρόσφορο, πρέπει να ανακατέψουμε προσεκτικά τα συστατικά του. Δέν επιτρέπεται να παραλείψουμε κανένα. Τό κάθε συστατικό έχει τον σκοπό του. Τό πρώτο μείγμα αποτελείται από νερό, αλεύρι και μαγιά. Τά ανακατεύουμε καλά και τα αφήνουμε να φουσκώσουν μόνα τους. Μετά ρίχνουμε και άλλο αλεύρι για όγκο μαζί με το τελευταίο συστατικό, που είναι το αλάτι, για να φέρουμε το ζυμάρι σε χημική ισορροπία.
Στή ζωή σχηματιζόμαστε απλά στή μήτρα και μετά μαθαίνουμε τούς τρόπους της εν Χριστώ ζωής, καθώς μεγαλώνουμε μέσα στον κόσμο και αυξάνουμε σε ηλικία και σε όγκο, όπως το ζυμάρι που φουσκώνει. Ο Χριστός μάς έδωσε πολλές διδαχές, παραβολές και το παράδειγμά Του σάν μοντέλα για τή ζωή. Μάς αποκάλυψε την Αγία Τριάδα χρησιμοποιώντας γνωστά λόγια και εικόνες… Τό ζυμάρι φουσκώνει φυσικότατα με την ενέργεια της μαγιάς… Τό κτυπάμε κάτω επανειλημμένα… Τό φουσκωμένο ζυμάρι μοιάζει με την ανυπακοή μας, που φουσκώνει με την υπερηφάνια και το πάθος εναντίον του Θεού. Όταν ο Θεός μάς αφήνη μόνους στην πεσμένη φύση μας φουσκώνουμε με τον αέρα της ματαιότητας, γι’ αυτό χρειάζεται να κτυπηθούμε και να “ζυμωθούμε”. Πρέπει επανειλημμένα να επιστρέφουμε στις εντολές του Θεού, με την μετάνοια και την εξομολόγηση, για να ξαναβρίσκουμε την ισορροπία στή ζωή, και την κοινωνία με το Θεό. Αλλιώς φουσκώνουμε σάν το ζυμάρι, εκτός ελέγχου, και αποβάλλουμε όλη μας την ενέργεια στην ατμόσφαιρα και γινόμαστε ξεφούσκωτοι, ξινοί και άχρηστοι. Τό ζυμάρι γίνεται χρήσιμο μόνον όταν ελέγχεται προσεχτικά η ζωτική ενέργεια του μείγματος μαγιάς, νερού και αλεύρου. Μέ τον ίδιο τρόπο πρέπει να προσέχουμε τον εαυτό μας.
Ζυμώνουμε, λοιπόν, το ζυμάρι προσεχτικά και σωστά, ώστε να βγή όλος ο αέρας και φτιάχνουμε μ’ αυτό ένα μπαλάκι. Διαχωρίζουμε το μπαλάκι σε δύο κομμάτια, για να δείξουμε τις δύο φύσεις του Χριστού (τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος), τα οποία ενώνουμε ξανά με νερό και γίνονται ένας άρτος, όπως ο Χριστός είναι ένας και μετά την ένωση των δύο φύσεών Του. Βάζουμε τον άρτο, που προπαρασκευάσαμε και πλάσαμε προσεχτικά, σε ειδικό ταψί – ο Χριστός εισέρχεται, συμβολικά, στα Ιεροσόλυμα’ ο θυσιαστικός αμνός προσφέρει τον εαυτό Του για σφαγή. Σκεπάζουμε το πρόσφορο και το προστατεύουμε, όπως οι μαθητές παρέλαβαν τον Μυστικό Δείπνο κρυμμένοι στο “υπερώον”. Μετά, το ζυμάρι θέλει λίγο χρόνο να “ξεκουραστή” και να μαζέψη τις δυνάμεις του για την επόμενη φάση, όπως και ο Χριστός, όταν προσευχήθηκε πάνω στο λίθο στή Γεθσημανή. Παρομοίως, ο άνθρωπος, μετά τή ζύμωσή του και την κάθαρση των αμαρτημάτων του στην εξομολόγηση, αναπαύεται ήσυχα με την προσευχή, καθώς ετοιμάζεται για την θεία Κοινωνία.
Ο άνθρωπος έχει στή ζωή του την ελεύθερη βούληση να δεχθή τή σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος στο ιερό Βάπτισμα – σάν μπαλάκι από ζυμάρι – ή να ζήση με το δικό του θέλημα. Στή Γεθσημανή ο Χριστός μάς έμαθε το πώς να προσευχόμαστε λέγοντας: “Γεννηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γής”. Δέχθηκε να κάνη και το επόμενο βήμα, που ήταν η τελική θυσία από αγάπη για εμάς. Καί εμείς πρέπει να δεχθούμε τή σφραγίδα του Θεού και της Εκκλησίας στον εαυτό μας, σάν να είμασταν σβόλος προσφόρου, αναμένοντας το θέλημά Του. Η στρογγυλή ξύλινη σφραγίδα πρέπει να πιεστή πάνω στο ζυμάρι με πολλή δύναμη, καθώς ταυτόχρονα λέμε το “Πάτερ ημών”. Πρέπει να βάλουμε και βάρος επάνω του, για να μή κουνηθή μέχρι που να πιάση. Πιέζεται και ο στρογγυλός στέφανος των ακανθών, με όλο το βάρος των αμαρτιών του ανθρώπου πάνω στο κεφάλι του Χριστού. Μέ εμπαιγμούς και χλευασμούς ήλθε ο Βασιλεύς της Δόξης ταπεινά στον κόσμο και έφυγε εξευτελιζόμενος.
Πρέπει να τρυπήσουμε το ζυμάρι, για να φύγη ο αέρας, όπως από τις τρύπες των καρφιών στα χέρια και τα πόδια του Χριστού, έφυγε αίμα και ζωή.
Όταν τελειώσουμε με τή σφραγίδα, δεν κάνουμε τίποτε παραπάνω στο πρόσφορο. Τό αφήνουμε μόνο του να φουσκώση. Ο εσταυρωμένος Χριστός απέθανε και οι στρατιώτες δεν του έσπασαν τα πόδια – είδαν πώς ήταν νεκρός και τον άφησαν μόνο Του και ακέραιο.
Όταν βάζουμε το πρόσφορο στο φούρνο, θυμόμαστε και τον ευσχήμονα Ιωσήφ, που κατέβασε το τίμιο σώμα από το σταυρό και το έβαλε στον τάφο. Τώρα, όπως και το Μεγάλο Σάββατο, πρέπει απλά να περιμένουμε’ να μείνουμε ήσυχα κοντά στο ζεστό φούρνο και να σκεφτόμαστε την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, που έγινε για μάς.
Τελικά, όταν θα περάση αρκετός χρόνος, που μοιάζει με το χρόνο που θα χρειασθή να περάση μέχρι να πιστέψη ο λαός στην αλήθεια του θανάτου και της Ανάστασης του Χριστού, τότε υπερνικάται ο Άδης’ καταργείται οριστικά ο θάνατος. Κλείνουμε το φούρνο’ η διαδικασία τελείωσε. Ψήθηκε πλήρως ο άρτος της προσφοράς.
Βάζουμε το πρόσφορο σε καθαρό άσπρο μαντήλι και τότε είναι έτοιμο να το πάμε στην Εκκλησία και να το δώσουμε στον Ιερέα μέσα στο Ιερό.
ΠΗΓΗ.Εφημερίδα ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ

Ο Εβραίος Ραββίνος Ισαάκ Μ.που πίστεψε στο Χριστό χειροτονήθηκε ιερέας καί έγινε Ιεραπόστολος.

1. Εισαγωγή

Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας Νικόλαος Αμβράζης, θεολόγος, παρουσιάζει με γλαφυρό και συγχρόνως συναρπαστικό τρόπο και με πολλές λεπτομέρειες, την μεταστροφή ενός πρώην Εβραίου Ραββίνου ελληνικής καταγωγής, τον Ισαάκ από την Άρτα, στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη και ζωή την οποία ακολούθησε με πολύ ζήλο, αφοσίωση, αγωνιστικότητα, ανιδιοτέλεια, αυταπάρνηση, υπακοή, υπομονή και αγάπη.

Ο Ισαάκ Μ. ως Εβραίος και Ραββίνος, ήταν ζηλωτής των πατρώων εβραϊκών παραδόσεων και μισούσε τον Χριστιανισμό, μετά δε την μεταστροφή του, ως Χριστιανός, ομολόγησε με παρρησία τον Χριστό, μελέτησε εις βάθος την Αγία Γραφή και τα Ορθόδοξα δόγματα, χειροτονήθηκε ιερέας της μητρός Ορθοδόξου Εκκλησίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως και έζησε αγία ζωή.

Ο π. Ιωάννης, ο πρώην Ραββίνος εργάστηκε ιεραποστολικά μεταξύ των ομοθρήσκων και ομοεθνών του Εβραίων στην Κωνσταντινούπολη, στη Ρουμανία και στην Ιαπωνία, όπου πήγε ακολουθώντας τον πρώτο Ορθόδοξο ιεραπόστολο της Ιαπωνίας, ρώσο επίσκοπο Νικόλαο. Εκεί στην Ιαπωνία, παρέδωσε το πνεύμα του εν Κυρίω ως ιεραπόστολος.

Η ζωή του ήταν περιπετειώδης, η καρδιά του καθαρή και χριστοφόρα, η ευσέβειά του πατερική, η πίστη του φωτεινή, το τέλος του οσιακό.

2. Γνωριμία και φιλία του Ισαάκ με το Νικόλαο

Ο Νικόλαος Αμβράζης (1854-1926) καταγόταν από την Άρτα της Ηπείρου από πιστούς και πτωχούς γονείς. Μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης.

Εκεί στην Κωνσταντινούπολη γνώρισε τον συμπατριώτη του από την Ήπειρο, εβραϊκής καταγωγής και θρησκεύματος, τον Ισαάκ Μ. και συνδέθηκαν με στενή προσωπική φιλία. Ο Ισαάκ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές στην μεγάλη Εβραϊκή Σχολή Χάσκιοϊ στην Εβραϊκή φιλολογία και στην Τωρά. Κατά τις φιλικές συναντήσεις τους, οι δύο συμπατριώτες και φίλοι συζητούσαν θρησκευτικά θέματα και σχεδόν πάντοτε διαφωνούσαν έντονα, γιατί ο Ισαάκ ήταν υπερβολικά φανατικός, εμμένων στην Εβραϊκή Ραββινική παράδοση, η οποία ερμήνευε την Τωρά (την Παλαιά Διαθήκη), σύμφωνα με το Ταλμούδ (ερμηνευτικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης από διάφορες ραββινικές σχολές).

Ο Ισαάκ, όμως, ήταν καλοπροαίρετος, είχε καλή καρδιά και στο βάθος επιθυμούσε να γνωρίσει την αλήθεια. Είχε ζήλο, όχι όμως και την κατ’ επίγνωση πίστη. Ο Θεός, ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, ενεργούσε μυστικά και αοράτως στον Ισαάκ, όπως και σ’ όλον τον Ισραήλ, το μυστήριο της θείας οικονομίας και λυτρώσεως του κόσμου, εν Χριστώ Ιησού. Με διάφορα περιστατικά ο Θεός οικονόμησε ώστε ο Ισαάκ να φωτιστεί, να πιστέψει τον Ιησού Χριστό ως Μεσσία, ως Θεάνθρωπο σωτήρα και λυτρωτή του κόσμου, να γίνει Ορθόδοξος Χριστιανός, να βαπτιστεί, να γίνει ιερέας και ιεραπόστολος, να σωθεί αυτός και δι’ αυτού και πολλοί ομοεθνείς του.

3. Συνάντηση Νικολάου με τον Ισαάκ στην Κόρινθο

Ο Νικόλαος τελείωσε τις σπουδές του στην Θεολογική σχολή της Χάλκης και επέστρεψε στην Κόρινθο. Επιθυμούσε να δει το φίλο του Ισαάκ, ο οποίος εν τω μεταξύ έγινε ραββίνος σε μια από τις εβραϊκές συναγωγές της Κωνσταντινούπολης. Μετά από πολύ καιρό, ο Ισαάκ ο ραββίνος κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων πήγαινε από την Κωνσταντινούπολη στην Πάτρα να δει τους συγγενείς του. Στο δρόμο αρρώστησε και η αγαθή πρόνοια του Θεού φρόντισε να συναντηθούν οι δύο παλιοί φίλοι στην Κόρινθο!

Μετά από τη χαρά και τη συγκίνηση της συνάντησης, ο Νικόλαος κάλεσε τον Ισαάκ στο σπίτι του για να τον φιλοξενήσει, μέχρι να αναρρώσει. Ήταν Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως όταν ο Ισαάκ ανέρρωσε και ετοιμαζόταν να αναχωρήσει. Όμως η αγάπη του Θεού άλλα σχεδίαζε για τον καλοπροαίρετο και ζηλωτή Ισαάκ. Κατά την ευλογημένη συνήθεια της οικογένειας Αμβράζη συγκεντρώθηκε όλη η οικογένεια για να μελετήσουν κάτι σχετικό επίκαιρο από την Π. Διαθήκη.

Το ανάγνωσμα της ημέρας ήταν από το έβδομο και ένατο κεφάλαιο του προφήτη Ησαΐα (Ησ. ζ΄ 14 και θ΄ 6-8) και άλλων σχετικών στίχων, οι οποίοι αναφέρονταν στον ερχόμενο Μεσσία. Από τη μελέτη των χωρίων, ο Ισαάκ πείστηκε ότι αυτός για τον οποίον μιλά ο Προφήτης Ησαΐας, ως τον ερχόμενο Μεσσία, και τον οποίον αποκαλεί «μεγάλης βουλής άγγελον, θαυμαστόν σύμβουλον, Θεόν ισχυρόν, εξουσιαστήν, άρχοντα ειρήνης, πατέρα του μέλλοντος αιώνος» είναι ο Ιησούς Χριστός. Η δε γυναίκα, η Παρθένος «η αλμά», που αναφέρει ο Προφήτης Ησαΐας, η μητέρα του Εμμανουήλ, είναι η Παρθένος Κόρη, η Μαρία, η Θεοτόκος, που γέννησε κατά σάρκα τον Ιησού Χριστό.

Ο Ισαάκ δάκρυσε. Σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και γονατιστός με ταπείνωση, με συντετριμμένη καρδιά, απηύθυνε στο Θεό Πατέρα, θερμή εξομολογητική προσευχή… «Κύριε, δέξαι τον δωδεκάφυλον λαόν σου και εμέ τον μέχρι τούδε, ένεκεν αγνοίας, διώκτην Σου, όπως τον Απόστολον Παύλον…».

Ο Ισαάκ σηκώθηκε γαλήνιος, χαρούμενος, ειρηνικός, με αστραφτερό πρόσωπο. Η αλλαγή έγινε. Τα μάτια της ψυχής του άνοιξαν, μεταμορφώθηκε και πίστεψε στο Χριστό ως Μεσσία, Θεό και Λυτρωτή. Από τώρα για τον Ισαάκ αρχίζει μια καινούργια ζωή, μέσα στο φως και στην αλήθεια του Χριστού.

Ο Ισαάκ αναγεννημένος πλέον, ομολόγησε στον Νικόλαο ότι όταν επεχείρησε να διαβάσει μερικές φορές την Καινή Διαθήκη στην εβραϊκή γλώσσα (Μπερίθ Χαδεσά) η καρδιά του ελκύονταν μυστικά στη μελέτη αυτή, αλλά μια πρόληψη φοβερά και ο ισχυρός φανατισμός, τον οποίο απέκτησε από μικρή ηλικία για ό,τι χριστιανικό τον απεμάκρυνε.

Ο Ισαάκ, υγιής σωματικά και αναγεννημένος εσωτερικά, ένας άλλος άνθρωπος αναχώρησε για την πατρίδα του, την Πάτρα, με νέες σκέψεις και αποφάσεις, ευχαριστών και δοξάζων το Θεό που δέχτηκε την μεταστροφή και τη μετάνοιά του.

4. Η αγία ζωή του Ισαάκ
Από δω και ύστερα, όλο το βιβλίο εξιστορεί τη ζωή και τις περιπέτειες του πατρός Ιωάννου, του Ισαάκ: το διωγμό του από τους συγγενείς του, την επανεγκατάστασή του στην Κωνσταντινούπολη ως χριστιανού, την ιεραποστολική του δράση στους ομοεθνείς του, τη χειροτονία του ως ιερέως από τον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, την εκδίωξή του από την Κωνσταντινούπολη και την εγκατάστασή του στη Ρουμανία ως εφημερίου σε μια πόλη κοντά στο Βουκουρέστι, την ιεραποστολική του δράση ως εφημερίου στη Ρουμανία και εν συνεχεία τη μετάβασή του από τη Ρουμανία στην Ιαπωνία, και το οσιακό του τέλος.

Όλο το βιβλίο αναδίδει άρωμα πνευματικού ανθρώπου, αξίου Ορθοδόξου κληρικού και συνετού ιεραποστόλου. Η ορθόδοξη πνευματικότητα του πατρός Ιωάννου, πρώην ραββίνου, και η βαθιά του και ακριβής ορθόδοξη θεολογική κατάρτισή του συγκινεί τον κάθε αναγνώστη, αφού μπόρεσε με την αγιότητά του και την πνευματική του καλλιέργεια να μεταστρέψει ομάδα Ρωμαιοκαθολικών κληρικών με επικεφαλής παπικό επίσκοπο στην Ορθοδοξία.

Επίσης, από τη μελέτη του βιβλίου αναθερμαίνεται η πίστη του μελετητού ότι Κύριος της ιστορίας, της ζωής των ανθρώπων και των λαών είναι ο Παντοκράτωρ Τριαδικός Θεός, και ότι όλα όσα η θεόπνευστη Αγία Γραφή αναφέρει ως προφητείες θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον, ειδικότερα και όλα εκείνα που αναφέρονται για την επιστροφή του Ισραήλ, αφού ο Ισαάκ, ο πρώην ραββίνος επέστρεψε και πίστεψε στο Χριστό ως Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου.

Ας μη δειλιάζουμε πίσω και πάνω από τα σύννεφα που σκοτίζουν τον ουρανό και μαυρίζουν την καρδιά, υπάρχει ο φωτεινός ήλιος, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Ιησούς Χριστός. Εκείνος κατευθύνει την ιστορία, την πορεία του κόσμου, τις τύχες των ανθρώπων. Το χρέος το δικό μας είναι να μένουμε σταθερά και ακλόνητα πιστοί και ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό, για να λάμψει και στη δική μας ψυχή, όπως έλαμψε στην ψυχή του Ισαάκ, του πατρός Ιωάννου, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης και Αγάπης, ο Χριστός.

Η ζωή του Ισαάκ, πρώην ραββίνου και μετέπειτα πρεσβυτέρου π. Ιωάννου, αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση όλων των Ιουδαίων και Εβραίων μη Χριστιανών ώστε και αυτοί να μετανοήσουν, να βαπτιστούν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, να γίνουν μέλη του Σώματος του Χριστού, του νέου Ισραήλ και περιούσιου λαού, της Ορθοδόξου Εκκλησίας και να σωθούν.

Ευχόμαστε, επίσης, η ζωή του, να γίνει οδηγός της παγκόσμιας μεσσιανικής κίνησης των Ιουδαίων, που σήμερα απαριθμεί περίπου διακόσιες χιλιάδες (200.000) μέλη, που αυτοαποκαλούνται «Μεσσιανιστές Ιουδαίοι». Η Μεσσιανική αυτή κίνηση, μείγμα ιουδαϊκών και προτεσταντικών επιδράσεων, πιστεύει μεν στο Χριστό ως τον προαγγελόμενο Μεσσία, αλλά δεν έχουν τη σωστή εκκλησιολογία, δεν κατέχουν την ορθόδοξη δογματική θεολογία, δεν ανήκουν στο Σώμα του Χριστού και επομένως δεν πορεύονται ορθά στο δρόμο της σωτηρίας εν Χριστώ Ιησού. Έχουν κάνει το πρώτο βήμα, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό, χρειάζονται κι άλλα. Το παράδειγμα του π. Ιωάννου τους δείχνει το μοναδικό και απλανή και θεοβάδιστο δρόμο προς την ασφαλή, ολοκληρωμένη και τέλεια σωτηρία, που πρέπει να ακολουθήσουν.

Επίσης, η ζωή του π. Ιωάννου αποτελεί και παράδειγμα για κάθε χριστιανό και ιεραπόστολο, κληρικό και λαϊκό, που επιθυμεί να εργαστεί ιεραποστολικά τόσο για τη δική του προσωπική σωτηρία όσο και για εκείνη των συνανθρώπων του ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος και φυλής.

Τέλος, ευχόμαστε οι Μεσσιανιστές και οι Εβραίοι να φωτιστούν και να ανακαλύψουν την αγιότητα του ομοεθνούς τους πατρός Ιωάννη, και να πεισθούν ότι ο δικός του δρόμος είναι ο μοναδικός, και να γίνει και δικός τους δρόμος. Να βαπτιστούν Ορθόδοξοι και να γίνουν μέλη της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού. Τότε και μόνο, ο Ισραήλ θα βρει τη δικαίωση.

ΠΗΓΕΣ.

Α.Ν.Αβράζη -Ο Ραββίνος Ισαάκ Μ. -Εκδόσεις Ρηγόπουλου-Θεσ/νίκη 1987-

Β.Περιοδικό Εξωτερική Ιεραποστολή -τεύχος 211-Οκτωβ-Δεκ 201ο.

Γ.www.omf.gr

Φωτογραφικό οδοιπορικό στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο.

 

Η ΦΟΒΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ 666


Η τεχνολογία, η οποία εξελίσσεται με τρόπους μηχανικούς που βασικά δεν ελέγχουμε, θα χρησιμοποιηθεί όσο πιο εντατικά γίνεται, είτε μας αρέσει είτε όχι. Παλαιότερα όσοι αντιδρούσαν στην τεχνολογία έλεγαν: «εάν ο Θεός ήθελε τον άνθρωπο να πετά, θα του είχε δώσει φτερά». Στην πράξη, έχει έρθει πια ο καιρός να κατανοήσουμε ξεκάθαρα ότι εάν ο Θεός δεν ήθελε τον άνθρωπο να πετά, δεν θα του είχε δώσει αεροπλάνα.

Το μαχαίρι είναι ένα εργαλείο, μαζί και όπλο φονικό.

Η χρήση της τεχνολογίας πάντοτε θα κινείται ανάμεσα στα όρια που ορίζουν, αφενός οι δυνατότητές της και αφετέρου οι κίνδυνοι που αντιπροσωπεύει. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο πιο αρμονικά θα ζήσουμε την μοίρα μας. Τα περιθώρια ανάμεσα στις δυνατότητες και τους κινδύνους είναι εξαιρετικά στενά και η «πολυτέλεια» του ανεγκέφαλου φανατισμού, ολέθρια. Το λεγόμενο «ηλεκτρονικό φακέλωμα» είναι μια αναπόφευκτη τεχνολογική πραγματικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να δεχτεί να γίνει θύμα των κινδύνων που αντιπροσωπεύει. Αλλά σημαίνει, ότι πρέπει να κινηθεί στα όρια των δυνατοτήτων του, έστω και αν με τον τρόπο αυτόν αλλάζει η εικόνα που έχει για τον κόσμο και για τον εαυτό του. Και δυστυχώς, η αιτία για τις περισσότερες αντιδράσεις κατά της ηλεκτρονικής προόδου είναι η «τεμπελιά» της αλλαγής νοοτροπίας. Δεν θέλουμε με τίποτε να αλλάξει η εικόνα που εμείς έχουμε για τον κόσμο.

 

Ας θυμηθούμε, ότι όταν ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά η ατμομηχανή, πολλοί και ιδιαίτερα οι καραγωγείς, έλεγαν ότι επρόκειτο για διαβολική ανακάλυψη. Ο δε ατμός ήτανε σύμβολο του πυρός και της κολάσεως. ΄Εκτοτε καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες διαβολοποιήσεως των πάντων και ιδιαίτερα κάθε τι το καινούργιο με το οποίο δεν είμαστε συνηθισμένοι.

 

Η τεχνολογία της πληροφορίας έχει επιφέρει ιλιγγιώδη αύξηση στην ταχύτητα διαχείρισης αριθμών, λέξεων, εννοιών και εικόνων της μνήμης. Από καταβολής της η κοινωνία μας βασίζεται στο τι θυμόμαστε. Πρέπει να ξέρουμε πόσοι είμαστε, που είναι ο καθένας μας, πόσες είναι οι ανάγκες μας, πόσα τα αποθέματά μας.

Η ηλεκτρονική πραγματικότητα φέρνει νέες διαστάσεις στη διαχείριση της μνήμης. Είναι φυσικό να διανοηθούμε ότι, στο όριό τους, οι δυνατότητες της ηλεκτρονικής μνήμης μπορούν να εντοπίσουν κάθε στιγμή το που βρίσκεται ο καθένας μας, το τι κάνει.

Αντί όμως να εστιάζουμε την προσοχή μας στον «εφιάλτη» μιας τέτοιας προοπτικής, αξίζει να δούμε τα πλεονεκτήματά της. Την εξαφάνιση των λαθών, αλλά και των έμμονων ιδεών για το «τι μας χρειάζεται». Η απαλλαγή από τέτοιες αρνητικότητες αναπόφευκτα θα φέρει όλο και μεγαλύτερη πνευματική ελευθερία.

Για ποίο λόγο φοβόμαστε; Για το ότι «τα ηλεκτρονικά μας βλέπουν διαρκώς»; Αλλά αυτό πρέπει να το δεχτούμε πλέον, σαν καθημερινή πραγματικότητα. Οι δορυφόροι ανιχνεύουν πολλά χρόνια τώρα εμάς, τις στρατιωτικές μας εγκαταστάσεις, τα αποθέματα του νερού μας και τις σοδιές μας.

Όλοι διαισθητικά γνωρίζουμε ότι ο κόσμος ενώνεται, γίνεται ένα όπως έγιναν κάποτε ένα οι πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Ο φόβος μας άραγε εστιάζεται στο ότι δεν θα είμαστε «εμείς» το κέντρο του κόσμου; Ότι πρωτεύουσα δεν θα είναι η Αθήνα; Ή μήπως θέλει κανείς να προτείνει να σταματήσει η ροή των ανθρώπων, των αγαθών και των πληροφοριών; Η τάση για ομοιογένεια δεν πρόκειται να κάνει πίσω.

 

Βέβαια, είναι απόλυτα λογικό να φοβόμαστε όταν η δύναμη μπορεί να πάει μόνο σε λίγους. Καμιά αμφιβολία, σαφώς χρειάζεται να προασπίσουμε την ελευθερία του λόγου και τις δημοκρατικές αρχές στις διαδικασίες διαχείρισης των πληροφοριών. Αλλά μπορεί ποτέ να είμαστε αποτελεσματικοί και να το καταφέρουμε αυτό χωρίς να ξέρουμε τι κάνουμε και τι επιδιώκουμε; Είναι δυνατόν να το πετύχουμε ασυνείδητα, μέσα σε ένα κλίμα απέχθειας για την τεχνολογία και σιωπής μπροστά στη δεισιδαίμονα φοβία για το 666, για το 669, για το 1984 ή για το 1998 ( έτος τρισκατάρατο (κατά τους αριθμολόγους), καθότι: 3 Χ 666 = 1998);

Η Δημοκρατία είναι ο εξισορροπητικός παράγοντας, ο καταλύτης για να βρεθεί κάθε φορά ο δρόμος ανάμεσα στις δυνατότητες και τους κινδύνους. Αυτός είναι ο γνώμονας βάσει του οποίου πρέπει να χαράξουμε την πορεία μας σαν ανθρώπινο γένος μέσα σ’ έναν κόσμο που, επιτέλους, καταλάβαμε ότι δεν καταλαβαίνουμε.

Έτσι κι’ αλλιώς, ελληνικά είναι τα φιλοσοφικά πρωτεία της Δημοκρατίας. Πάνω σ’ αυτά, στην διατήρηση και στην επέκτασή τους, πρέπει να βασίσουμε την κοινωνία μας ούτως ή άλλως. Γιατί αποφεύγουμε να στηρίξουμε σ’ αυτά και όλη μας την πνευματικότητα; Γιατί να κυνηγάμε ανέφικτες φιλοσοφικές ισορροπίες; Ή μήπως υπάρχει κανείς αφελής που πιστεύει ότι μπορεί ποτέ να υπάρξει αληθινός Χριστιανός στην κοινωνία χωρίς να υπάρχει ακραιφνής δημοκρατική αντίληψη;

 

Η Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς τον Χριστιανισμό. Η έννοια όμως του Χριστιανικού κράτους χωρίς την Δημοκρατία είναι σκέψη ανισόρροπη. Τουλάχιστον, όσο υπάρχει Δημοκρατία, ποτέ δεν θα διώκεται αυτός που θέλει να εκφράσει τη σκέψη του ελεύθερα και να εργαστεί για την ουσιαστική αλλαγή.

Γιατί όμως υπάρχει τόση αντίδραση στην πληροφοριακή διάσταση του προβλήματος της ηλεκτρονικής παρακολούθησης; Μήπως τελικά εκείνο που φοβόμαστε και αποκαλούμε ως ανελεύθερο σύστημα είναι εκείνο το σύστημα που δεν μας αφήνει να λέμε ψέματα;

 

Το άλλο μεγάλο θέμα, του μετά μανίας δηλαδή ψαξίματος για την ανεύρεση του 666, έστω και εάν δεν υπάρχει η δεν φαίνεται, έχει μεταβάλει ορισμένους σε κυνηγούς ή σε συνδυασμολόγους αριθμών ή σε διαστροφείς δεδομένων. Εδώ, τα ανόμοια πράγματα βαπτίζονται όμοια και τελικά ταυτοποιούνται. Αυτό θυμίζει την γνωστή ιστορία:

 

Μια φορά και έναν καιρό, μια κυρία ηλικιωμένη, θρησκόληπτη και φανατική, είχε έναν γείτονα που την ενοχλούσε μ’ ένα πολύ ιδιότυπο τρόπο. «Συνέχεια αυτός ο άνθρωπος τριγυρνάει στο σπίτι του γυμνός» έλεγε στις φίλες της κι αυτές κούναγαν το κεφάλι λυπημένες δείχνοντας την αγανάκτησή τους για το γείτονα και για τα ήθη της εποχής μας και για να εκφράσουν την συμπαράστασή τους στην καλή τους φίλη.

 

Κάποια μέρα όμως η κατάσταση δεν έπαιρνε άλλο και η κυρία αποφάσισε να φωνάξει την αστυνομία. «Ο γείτονάς μου τριγυρνάει γυμνός, συνεχώς μια ολόκληρη εβδομάδα» είπε στο «Εκατό», κι’ ένα περιπολικό έσπευσε να δει τι συμβαίνει. «Να! είπε η κυρία. Ο κύριος απέναντι είναι γυμνός, δεν βάζει ούτε ένα ρούχο απάνω του!».

 

Οι αστυφύλακες κοίταξαν απέναντι, αλλά δεν είδαν τίποτα. «Μα κυρία μου» διαμαρτυρήθηκαν, «δεν φαίνεται τίποτα». Η κυρία όμως αγανάκτησε κι’ έβαλε τις φωνές: «Καλοί αστυνόμοι είσαστε! Για ανεβείτε στην ντουλάπα να δείτε πώς φαίνεται!».

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

Ένα άγνωστο θαύμα του Αγίου Νικολάου στην πόλη Κουιμπίσεβ της Ρωσίας το 1956

Ένα αληθινό γεγονός που συντάραξε και έφερε σε μετάνοια εκατοντάδες ανθρώπους στην πόλη Κουιμπίσεβ (σημερινή Σαμάρα) της Σοβιετικής Ρωσίας το έτος 1956

Στην πόλη Κουιμπίσεβ ζούσε μία οικογένεια: η ευσεβής μητέρα και η κόρη της Ζωή. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς (31 Δεκεμβρίου) του 1956 η Ζωή προσκάλεσε επτά φίλες της και άλλους τόσους νεαρούς σε δείπνο και χορό. Τότε ήταν η νηστεία των Χριστουγέννων(1) και η μητέρα παρακάλεσε την Ζωή να μην προγραμματίσει μια εσπερίδα με χορούς και φαγητό , αλλά η κόρη επέμενε στο δικό της. Εκείνο το βράδυ η μητέρα πήγε στην Εκκλησία να προσευχηθεί.
Μαζεύτηκαν οι καλεσμένοι , αλλά ο αρραβωνιαστικός της Ζωής δεν είχε έρθει ακόμη. Το όνομα του ήταν Νικόλαος. Οι κοπέλες και τα αγόρια χωρίσθηκαν σε ζευγάρια και άρχισαν το χορό. Η Ζωή έμεινε μόνη της. Από αμηχανία χωρίς να πολυσκεφθεί , κατέβασε την εικόνα του αγίου Νικολάου του Θαυματουργού από τον τοίχο και είπε: «Θα πάρω αυτόν τον Νικόλα και θα πάω να χορέψω μαζί του», χωρίς να δίνει σημασία εν τω μεταξύ στις φίλες της, οι οποίες την συμβούλευσαν να μη κάνει αυτήν την βλάσφημη ενέργεια, αλλά η Ζωή απάντησε με θράσος: «Αν υπάρχει Θεός, ας με τιμωρήσει!»

Άρχισε να χορεύει , έκανε δύο γύρους , οπότε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο γίνεται ένας φοβερός θόρυβος, ανεμοστρόβιλος, και έλαμψε φως εκτυφλωτικό σαν αστραπή.
Η διασκέδαση γύρισε σε φρίκη και τρόμο. Όλοι έφευγαν φοβισμένοι από το δωμάτιο. Μόνο η Ζωή στεκόταν ακίνητη, με την εικόνα του Αγίου κολλημένη στο στήθος , απολιθωμένη και παγωμένη σαν μάρμαρο. Οι γιατροί , που γρήγορα κατέφθασαν , δεν μπόρεσαν να την συνεφέρουν με τις προσπάθειες τους. Οι βελόνες των ενέσεων , που ήθελαν να της κάνουν , στράβωναν και έσπαζαν καθώς κτυπούσαν πάνω στο μαρμαρωμένο κορμί της! Θέλησαν να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο, αλά δεν μπόρεσαν να την μετακινήσουν από την θέση της. Τα πόδια της λές και ήσαν καρφωμένα στο πάτωμα. Αλλά , η καρδιά χτυπούσε! Η Ζωή ήταν ζωντανή . δεν μπορούσε όμως πλέον να φάει ούτε να πιεί…
Όταν η μητέρα της γύρισε και είδε τι συνέβη, έπεσε αναίσθητη και την μετέφεραν στο νοσοκομείο , από το οποίο βγήκε σε μερικές ημέρες. Η πίστη της στην ευσπλαχνία του Θεού και οι θερμές μητρικές της προσευχές για συχώρηση της δύστυχης, ανανέωσαν , με τη Χάρι του Θεού , τις ζωτικές της δυνάμεις.
Η Ζωή ήλθε σε συναίσθηση και με δάκρυα ζητούσε συγχώρηση και βοήθεια.
Τις πρώτες ημέρες το σπίτι της ζωής ήταν κυκλωμένο από πλήθος κόσμου, πιστοί που ήρθαν ή ακόμη και που βάδισαν από μακριά, περίεργοι , γιατροί , και πνευματικά πρόσωπα. Αλλά, γρήγορα, κατ’ εντολή των αρχών, το σπίτι έκλεισε για τους επισκέπτες. Δύο αστυνομικοί φύλαγαν σκοπιά εναλλάξ ανά οκτάωρο. Κάποιοι από τους φύλακες που ήσαν ακόμη νέοι(28-30) άσπρισαν από την φρίκη ακούγοντας κάθε νύχτα τη Ζωή να βγάζει τρομακτικές κραυγές.
Νύχτες και νύχτες δίπλα της προσευχόταν η μητέρα.
-Μαμά, προσευχήσου! Προσευχήσου, γιατί χάνομαι για τις αμαρτίες μου! Προσευχήσου! Φώναζε η Ζωή.
Για όλα όσα συνέβησαν ενημέρωσαν και τον Πατριάρχη και τον παρεκάλεσαν να ευχηθεί υπέρ της αναρρώσεως της Ζωής. Ο Πατριάρχης απάντησε
Εκείνος που την τιμώρησε εκείνος και θα την ελεήσει!
Μεταξύ των προσώπων που επετράπη στο εξής να επισκεφθούν τη Ζωή ήσαν:
1 Εγνωσμένου κύρους καθηγητής της ιατρικής που κατέφθασε από την Μόσχα. Αυτός βεβαίωσε ότι η καρδιά δεν σταμάτησε να χτυπά.
2. Ιερείς, τους οποίους προσκάλεσε η μητέρα της για να πάρουν από τα χέρια της Ζωής τον άγιο Νικόλαο. Αλλά ούτε εκείνοι μπόρεσαν να ξεκολλήσουν την εικόνα από τα απολιθωμένα χέρια της ζωής.
3. Ο ιερομόναχος Σεραφείμ από την έρημο του Γκλίνσκ, ο οποίος ήρθε στο Κουιμπίσεβ για την εορτή των Χριστουγέννων και τέλεσε αγιασμό και άγιασε την εικόνα. Κατόπιν είπε: «Τώρα πρέπει να περιμένουμε κάποιο σημείο το Πάσχα! Αν δεν γίνει τίποτε , σημαίνει ότι πλησιάζει το τέλος του κόσμου!», δείχνοντας με τα λόγια αυτά την βαθειά του πίστη σ’ ένα θαύμα.
4. Ο Μητροπολίτης Νικόλαος , ο ποίος επίσης διάβασε παράκληση και είπε: «νέο θαύμα να περιμένουμε το Πάσχα», επαναλαμβάνοντας τον λόγο του ευσεβούς ιερομόναχου.
Τις παραμονές της εορτής του Ευαγγελισμού (που εκείνη τη χρονιά έπεσε το Σάββατο της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής) πλησίασε προς τους φύλακες της Ζωής ένα καλοσυνάτος Γέροντας και τους παρεκάλεσε να του επιτρέψουν να ιδεί την Ζωή. Αλλά οι φύλακες αστυνομικοί αρνήθηκαν να του επιτρέψουν. Ήρθε ο Γέροντας και την επόμενη ημέρα, αλλά πάλι οι επόμενοι φύλακες δεν τον άφησαν. Την Τρίτη φορά ,ανήμερα του Ευαγγελισμού , οι φύλακες τον άφησαν. Η φρουρά τον άκουσε πόσο εύσπλαχνα μίλησε στην Ζωή μπαίνοντας: «Λοιπόν , κουράστηκες από την ορθοστασία;»
Πέρασε λίγη ώρα και, όταν οι φρουροί θέλησαν να βγάλουν έξω τον Γέροντα, αυτός δεν ήταν μέσα στο δωμάτιο…
Όλοι ήσαν βέβαιοι ότι εκείνος ήταν ο ίδιο ο άγιος Νικόλαος. Έτσι η ζωή έμεινε όρθια 4 μήνες (128 μέρες), μέχρι το Πάσχα ακριβώς, που εκείνη τη χρονιά έπεσε 23 Απριλίου (6 Μαΐου με το νέο ημερολόγιο).
Τη νύχτα της Λαμπροφόρου Αναστάσεως του Χριστού η Ζωή άρχισε να φωνάζει ιδιαίτερα δυνατά:
-Προσεύχεσθε!
Οι νυχτερινοί φύλακες ανατρίχιασαν και άρχισαν να την ρωτούν: «Γιατί φωνάζεις τόσο φοβερά;»
Ακολούθησε η απάντηση:
-Φοβερό ! Καίγεται η γή! Προσεύχεσθε! Όλος ο κόσμος χάνεται για τις αμαρτίες του, προσεύχεσθε!
Από εκείνη τη στιγμή η Ζωή αναζωογονήθηκε, οι μύς άρχισαν να μαλακώνουν , να ζωντανεύουν. Τελικά την έβαλαν στο στρώμα, αλλά εκείνη συνέχισε να φωνάζει και να καλεί όλου σε προσευχή για τον κόσμο που χάνεται για τις αμαρτίες, για την γη που καίγεται για τις ανομίες της.
-Πως έμεινες ζωντανή μέχρι τώρα; Ποιος σε έτρεφε; την ρώτησαν
-Περιστέρια, περιστέρια με έτρεφαν, ήταν η απάντηση . Από αυτό έγινε φανερό ότι έλαβε έλεος και συγχώρηση από την Δεξιά του Κυρίου Παντοκράτορος. Ο Κύριος συγχώρησε τις αμαρτίες της Ζωή, με την παρουσία του αγίου Νικολάου του Θαυματουργού , και λόγο των μεγάλων βασάνων της και της ορθοστασίας κατά την διάρκεια των 128 ημερών.
Όλα αυτά τα γεγονότα συνετάραξαν τους κατοίκους του Κουιμπίσεβ και των περιχώρων. Πολλοί άνθρωποι βλέποντας τα θαύματα, ακούγοντας τα ουρλιαχτά και τις παρακλήσεις της να προσευχόμαστε για τους ανθρώπους που χάνονται εξ αιτίας των αμαρτιών τους, ξαναβρήκαν την πίστη τους στον Θεό. Γύρισαν στην Εκκλησία με μετάνοια. Όσοι δεν φορούσαν σταυρό , άρχισαν να φορούν κατά την εποχή εκείνη που μόνο γι’ αυτό ήταν δυνατόν να πληρώσουν με τη ζωή τους. Η επιστροφή ήταν τόσο μαζική ώστε δεν έφθασαν τα σταυρουδάκια τν εκκλησιών για όλους όσους ζητούσαν.
Με φόβο και δάκρυα ζητούσε ο λαός συγχώρεση των αμαρτιών , επαναλαμβάνοντας τα λόγια της Ζωής: «Φοβερό, η γη καίγεται, χανόμαστε για τις αμαρτίες μας! Προσεύχεσθε! Οι άνθρωποι χάνονται για τις ανομίες τους!».
Την τρίτη ημέρα του Πάσχα η Ζωή έφυγε για τον Κύριο , αφού διήνυσε τον δύσκολο δρόμο της ορθοστασίας των 128 ημερών μπροστά στο πρόσωπο του Κυρίου για την συγχώρεση όλων των αμαρτιών της. Το άγιον Πνεύμα την διατηρούσε στη ζωή όλες αυτές τις ημέρες για να αναστήσει την ψυχή της από τον θάνατο της αμαρτίας, ώστε στην μέλλουσα αιώνια ημέρα να την αναστήσει εν σώματι για την ζωή την αιώνιο. Όπως, άλλωστε το λέει και το ίδιο το όνομά της: Ζωή.

Σχόλιο (του ρωσικού πρωτοτύπου): Στον σοβιετικό τύπο εκείνης της εποχής είχε επίσης σχολιαστεί η περίπτωση της Ζωή. Απαντώντας στα γράμματα που έφθαναν στην διεύθυνση διάσημης εφημερίδος, ένας αλαζονικός επιστήμων υποστήριξε ότι το γεγονός με την Ζωή πράγματι δεν είναι φανταστικό, αλλά εν τούτοις δήλωσε ότι είναι μια μορφή ακαμψίας άγνωστη ακόμη στην επιστήμη. Είναι προφανής η αναλήθεια μιάς τέτοιας υπόθεσης, διότι: Πρώτον, στην ακαμψία δεν υπάρχει τέτοια πετρώδης σκλήρυνσή του δέρματος, ώστε οι γιατροί να μη μπορούν να κάνουν ένεση στον άρρωστο. Δεύτερον , μπορεί ένας τέτοιος άρρωστος να μεταφερθεί από τόπο σε τόπο, ενώ η Ζωή δεν μπορούσαν να την μετακινήσουν· αυτή στεκόταν όρθια και μάλιστα τόσο πολύ που οι συνήθεις άνθρωποι δεν μπορούν να σταθούν. Τρίτον , η αρρώστια καθ’ εαυτή δεν επιστρέφει τον άνθρωπο στον Θεό και δεν φέρει αποκαλύψεις από τον ουρανό, ενώ στην περίπτωση της Ζωή όχι μόνο χιλιάδες άνθρωποι ξαναβρήκαν την πίστη τους στον Θεό, αλλά φανέρωσαν την πίστη τους έμπρακτα, δηλαδή βαπτίστηκαν και έζησαν ηθικά. Όχι μόνο πίστεψαν ότι υπάρχει Θεό, αλά και έγιναν Χριστιανοί. Απ’ αυτόν είναι φανερό ότι δεν επρόκειτο για απλή ασθένεια, αλλά για κάποια θεϊκή οικονομία. Αυτός έμπρακτα στερεώνει την πίστη, για να λυτρώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες και από τη τιμωρία γι’ αυτές.

(1.)Στη Ρωσία οι εορτές ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο. Η νηστεία των Χριστουγέννων διαρκεί από τις 28 Νοεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

(από το περιοδικό ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, τεύχος 21 του 1996, της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους).

Απολυτίκιον Αγίου Νικολάου
Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος, εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε τη ποίμνη σου, η των πραγμάτων αλήθεια· δια τούτο εκτήσω τη ταπεινώσει τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια. Πάτερ ιεράρχα Νικόλα, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Αναρτήθηκε από s στις 8:55 μμ

Διηγήσεις από τον βίο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού(4η Δεκεμβρίου)

Η ζωή του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού υπήρξε ζωή συνεχών αγώνων. Αγωνίστηκε εναντίον της νέας αιρέσεως των εικονομάχων γιατί έζησε κατά τον 8ον αιώνα που η εικονομαχία συγκλόνιζε τα θεμέλια της Εκκλησίας. Εναντίον της υπερηφάνειας και της υψηλοφροσύνης, γιατί ήταν κάτοχος όλης της επιστημονικής γνώσεως της εποχής του, όπως φαίνεται και από έργα του που μας άφησε.
Εναντίον της αγάπης του πλούτου και της ανθρώπινης δόξας, γιατί και θέση επίζηλη κατείχε, αλλά και πλούτη είχε άφθονα.
Παρ’ όλα αυτά, επειδή αγάπησε τη μοναχική πολιτεία, εγκατέλειψε τα πάντα στον κόσμο αυτό και έγινε υποτακτικός σ’ εάν αυστηρό γέροντα. Και στη ζωή της υποταγής όμως έδειξε ότι είχε πάρει απόφαση να πεθάνει για την αγάπη του Χριστού ο παλαιός άνθρωπος μέσα και να γεννηθεί ο νέος, ο κατά Χριστόν πλασθείς.
Νους οξύς και πολυμαθής μας άφησε σπουδαία έργα δογματικά, αλλά και σπουδαιότατα τροπάρια και ύμνους της Εκκλησίας και δικαίως θεωρείται σαν ένας από τους κορυφαίους υμνογράφους.
Η υπακοή και η ταπείνωση του, καθώς και η όλη του ζωή έμεινε παραδειγματική και σήμερα προβάλλει η μορφή του σαν υπόδειγμα για μίμηση όλων, όσων θέλουν να κερδίσουν τα μόνιμα και αναφέρεται αγαθά του ουρανού.

Οι γονείς του Ιωάννη

Ο άγιος Ιωάννης, ο λεγόμενος Δαμασκηνός, έζησε κατά την εποχή της βασιλείας του Λέοντος Γ’ του Ισαύρου (717-741) και μέχρι της βασιλείας του διαδόχου αυτού Κωνσταντίνου του Κoπρωνύμου.
Ονομάσθηκε ο άγιος «Δαμασκηνός» από το όνομα της ιδιαιτέρας του πατρίδας Δαμασκού. Η πόλη αυτή βρίσκεται στη Συρία. Την εποχή, που γεννήθηκε, ήταν η πόλη υποδουλωμένη στους Αγαρηνούς και οι κάτοικοι είχαν αλλάξει την πίστη τους. Μόνο οι γονείς του Ιωάννη ήσαν πιστοί και ευσεβείς, σαν τα ευωδιαστά ρόδα ανάμεσα στα αγκάθια. Ο Θεός για τη αρετή τους, τους αντάμειψε και τους έκανε θαυμαστούς. Αυτοί οι αιχμάλωτοι έγιναν κριτές των κυριών τους. Καθώς συνέβη στους Τρεις Παίδες, που ήσαν Αιχμάλωτοι των Ασσυρίων και στον Ιωσήφ, που ήταν αιχμάλωτος των Αιγυπτίων. Και τώρα ο πατέρας του Ιωάννη έγινε πρωτοσύμβουλος του Αμηρά.
Αυτόν διάλεξε για να τον έχει σύμβουλο και διοικητή των δημοσίων, αν και ήταν αλλόπιστος, εξ’ αιτίας του πλούτου του και της καταγωγής του.
Σαν διοικητής κυβερνούσε τη χώρα με δικαιοσύνη και σοφία. Ήταν πολύ φιλάνθρωπος και έδινε από τον πλούτο του για να εξαγοράζει και να ελευθερώνει τους αιχμαλώτους από τους Αγαρηνούς, γιατί κινδύνευαν να χάσουν την πίστη τους και τη ζωή τους. Έπειτα έδινε γη για να την καλλιεργούν σ’ όσους ήθελαν να μείνουν στην Ιουδαία ή στη Παλαιστίνη, γιατί εκεί είχε πολλά χωράφια. Όσοι πάλι δεν ήθελαν να μείνουν εκεί, τους έδινε χρήματα για να πάνε, όπου ήθελαν.
Δεν ξόδευε ποτέ χρήματα σε συμπόσια ή για πολύτιμα φορέματα, όπως συνηθίζουν οι πλούσιοι, αλλά μόνο για θεάρεστα έργα.
Ο Θεός σαν αμοιβή για τα φιλάνθρωπα έργα του, του χάρισε τον Ιωάννη, τον παγκόσμιο φωστήρα της Εκκλησίας, που τη στόλισε με εξαιρετικά τροπάρια.

Εύρεση δασκάλου

Χάρηκε, γιατί του χάρισε ο Κύριος κληρονόμο και μόλις μεγάλωσε το παιδί, αναζητούσε να του βρει δάσκαλο σοφό και επιθυμούσε να το αναδείξει μεγάλο φιλόσοφο. Επειδή ο πόθος του ήταν θεάρεστος, ο Θεός εξεπλήρωσε την επιθυμία του.
Οι βάρβαροι της πόλης εκείνης αιχμαλώτισαν πολλούς χριστιανούς από διαφόρους τόπους και τους έφεραν εκεί. Απ’ αυτούς άλλους πώλησαν κι άλλους, όσους δεν θέλησε κανείς να τους αγοράσει, αποφάσισαν να τους φονεύσουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς έτυχε να είναι και κάποιος μοναχός από την Ιταλία, Κοσμάς στο όνομα, σεμνός κι ενάρετος.
Ενώ οι βάρβαροι οδηγούσαν τους αιχμαλώτους εκεί, που θα τους θανάτωναν, συνάντησαν τον πατέρα του Ιωάννη. Εκείνος βλέποντας τον Κοσμά με λυπημένη όψη και με δάκρυα στα μάτια τον πλησίασε και του είπε:
– Γιατί κλαις, άνθρωπε του Θεού; Λυπάσαι που θα στερηθείς τον κόσμο, που, όπως βλέπω από τον μοναχικό σου σχήμα, τον απαρνήθηκες και νέκρωσες το σώμα σου;
Σ’ αυτά τα λόγια απάντησε ο μοναχός:
– Ο Θεός γνωρίζει, ότι δεν λυπάμαι για τη στέρηση της παρούσας ζωής, γιατί εγώ τον κόσμο τον αρνήθηκα όπως είπες. Αλλά λυπάμαι, γιατί έμαθα όλες τις επιστήμες. Φιλοσοφία, Ρητορική, Διαλεκτική, Αριθμητική, Γεωμετρία και κάθε άλλη σοφία. Εκπαιδεύτηκα και στη Μουσική και έμαθα και Αστρονομία. Μπορώ να πω, ότι δεν άφησα τίποτε, που να μη μάθω, για να εννοήσω από την αρμονία και την ομορφιά των δημιουργημάτων τον Δημιουργό της Κτίσεως.
Έπειτα σπούδασα και την δική μας Θεολογία. Επειδή όμως δε βρήκα ακόμη μαθητή για να τον αφήσω διάδοχο της σοφίας μου λυπάμαι και θλίβομαι. Γιατί όπως θέλουν οι πλούσιοι ν’ αποκτήσουν παιδιά για να τους κληρονομήσουν, έτσι επιθυμούν και οι φιλόσοφοι ν’ αφήσουν διαδόχους στη σοφία τους, για να έχουν μνήμη αθάνατη. Έτσι φεύγει ο σοφός για την αιώνια ζωή σαν τον δούλο, που διπλασίασε το τάλαντο. Διαφορετικά θα κριθεί σαν ανωφελής. Γι’ αυτό στεναχωρούμαι, επειδή φοβάμαι, μήπως ο Δεσπότης με συναριθμήσει με τον πονηρό δούλο που έκρυψε το τάλαντο.
Μόλις άκουσε αυτά ο άρχοντας, που είχε πόθο να βρει τέτοιο σοφό άνθρωπο, λέγει στον Κοσμά.
Μη λυπάσαι γι’ αυτή την αιτία, δάσκαλε, και ίσως ο Κύριος εκπληρώσει τα αιτήματα της καρδιάς σου.
Πήγε στον άρχοντα των Σαρακηνών και του εζήτησε να του χαρίσει αυτόν τον αιχμάλωτο. Έτσι και έγινε. Πήρε, λοιπόν, τον Κοσμά, τον οδήγησε στο σπίτι του, τον περιποιήθηκε και του είπε:
– Γνώριζε, σοφότατε και λογικότατε, ότι όχι μόνο από την αιχμαλωσία σε λύτρωσα, αλλά σε κάνω και δεσπότη του σπιτιού μου, μέτοχο στις χαρές και στις λύπες μου. Άλλη χάρη δεν ζητώ από την αγιοσύνη σου, παρά μόνο να καταβάλλεις κάθε προσπάθεια να διδάξεις αυτά τα δύο παιδιά, όλη την σοφία και την μάθηση που γνωρίζεις. Είναι δε τα παιδιά ο Ιωάννης γνήσιο παιδί μου και ο Κοσμάς από τα Ιεροσόλυμα, που τον πήρα από μικρό κοντά μου, γιατί ήταν ορφανός και τον αγαπώ όχι λιγότερο από τον Ιωάννη.
Ο Κοσμάς μόλις άκουσε αυτά, χάρηκε και όπως το διψασμένο ελάφι που τρέχει στο νερό, έτσι και αυτός με μεγάλη επιθυμία δίδασκε τους μαθητές του τη φιλοσοφία του.
Οι δύο νέοι λόγω της οξύτητας του πνεύματος μέσα σε λίγα χρόνια σπούδασαν και έμαθαν τις επιστήμες. Το πόσο καλά μορφώθηκαν, φαίνεται στα ποιήματά και στα συγγράμματα τους. Ο Ιωάννης έγραψε πολλούς λόγους περί Ορθοδοξίας κατά των αιρετικών. Έγραψε και ψυχωφελείς ομιλίες, που θαυμάζει κανείς τη σοφία του.
Παρ’ όλη τη σοφία του καθόλου δεν υπερηφανευόταν, αλλά όπως τα καρπερά δέντρα, όσο είναι φορτωμένα από καρπούς τόσο και περισσότερο γέρνουν προς τη γη, έτσι κι ο πάνσοφος Ιωάννης.

Αναχώρηση του δασκάλου

Όταν ο δάσκαλος είδε, ότι οι μαθητές του έφτασαν σε ικανό σημείο σοφίας πήγε στον πατέρα τους και του είπε:
– Κύριε, όπως ήθελες, έγιναν τα παιδιά σου θαυμάσια στη σοφία. Και δεν αρκέσθηκαν να γίνουν μόνον, όπως ο δάσκαλος τους, αλλά κατά πολύ ανώτεροι στο ύψος της φιλοσοφίας. Λοιπόν, επειδή δε με χρειάζονται πια, ζητώ από την ευγένεια σου μια χάρη.
Σαν πληρωμή του κόπου μου να μ’ αφήσεις να πάω σε κανένα ασκητήριο για να μελετήσω την άνω σοφία, προς την οποία η φιλοσοφία με καθοδήγησε.
Ο άρχοντας, όταν άκουσε αυτά λυπήθηκε, γιατί δεν ήθελε ν’ αποχωρισθεί τέτοιο χρήσιμο άνθρωπο. Αλλά, για να μη φανεί προς τον ευεργέτη του αχάριστος του έδωσε την άδεια και χρήματα για το ταξίδι του.
Έφυγε, λοιπόν, ο Κοσμάς, και πήγε στην Λαύρα του Αγίου Σάββα. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του μέχρι που έφυγε για την αιώνια μακαριότητα. Το ίδιο και ο πατέρας του Ιωάννη μετά από λίγο καιρό έφυγε για τον ουρανό.
Ο αρχηγός των Σαρακηνών βλέποντας τη σοφία του Ιωάννη του έδωσε το αξίωμα του πατέρα του. Ο Ιωάννης έγινε πρωτοσύμβουλος, παρά τη θέληση του. Επιθυμία του ήταν να αναχωρήσει από τον κόσμο.
Εκείνη την εποχή ήταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος (717-741), που σαν λιοντάρι κατασπάραζε την Εκκλησία του Χριστού διώκοντας τους πιστούς, που προσκυνούσαν τις εικόνες.
Ο Ιωάννης, θερμός ζηλωτής της πίστεως έγραφε επιστολές και τις έστελνε στην Βασιλεύουσα. Καταπολεμούσε τις απόψεις του Λέοντος αποδεικνύοντας με φιλοσοφικούς συλλογισμούς και με ιστορικά παραδείγματα από τη ζωή των Αγίων, την αναγκαία προσκύνηση των αγίων εικόνων.
Τέτοιες επιστολές, έστελνε και σε πολλούς ανθρώπους για να τις διαβάζουν μεταξύ τους και να στερεώνονται στην ευσέβεια και να μαθαίνουν πως θ’ απαντούν στους εικονομάχους.

Η συκοφαντία

Μόλις έμαθε αυτά ο ασεβής βασιλιάς συζήτησε το θέμα με άλλους άρχοντες εικονομάχους και αποφάσισαν να διαβάλλουν τον Ιωάννη στον άρχοντα των Σαρακηνών, για να τον θανατώσει. Βρήκαν, λοιπόν, μια επιστολή του Ιωάννη, που την έδειξε ο Λέων σε μερικούς δασκάλους και τους ρώτησε, αν μπορούν να μιμηθούν το γραφικό χαρακτήρα εκείνου.
Βρέθηκε ένας έμπειρος καλλιγράφος, που υποσχέθηκε, ότι θα μιμηθεί ακριβώς το χαρακτήρα. Αυτόν διάταξε ο Λέων να αντιγράψει μια επιστολή γραμμένη από τον ίδιο, σαν από τον Ιωάννη και απευθυνόμενη στον ίδιο. Η επιστολή έλεγε: «Βασιλιά πολυχρονεμένε, στέλνω την αρμόζουσα ευγνωμοσύνη και τον πρέποντα σεβασμό στη βασιλεία σου. Μάθε ότι αυτή την εποχή η πόλη της Δαμασκού είναι παραμελημένη από τους Αγαρηνούς, γιατί ο στρατός τους είναι εξασθενημένος. Στείλε στόλο και στρατό πολύ, όσο μπορείς, να την καταλάβεις χωρίς πόλεμο. Θα σε βοηθήσω σ’ αυτό κι εγώ, γιατί όλη η πόλη είναι σχεδόν στην εξουσία μου».
Έπειτα έγραψε ο Λέων ο ίδιος επιστολή προς τον Σαρακηνό άρχοντα και του έγραφε:
«Δεν γνωρίζω τίποτε καλύτερο από το να φυλάσσει ο καθένας τις συνθήκες ειρήνης. Δε θέλω να χαλάσω τη φιλία, που έχω με την ευγένειά σου, αν και κάποιος έμπιστος φίλος σου με παρακινεί και με προκαλεί σε τούτο. Πολλές φορές μάλιστα μου έστειλε επιστολή να έλθω να κυριεύσω τη χώρα σου. Για να βεβαιωθείς δε ότι σου λέω την αλήθεια σου στέλνω μία από τις επιστολές. Έτσι θα γνωρίσεις τη δική μου αληθινή φιλία και εκείνον το δόλιο, που μου τις έγραψε.
Έστειλε λοιπόν ο βασιλιάς τις επιστολές με ένα του δούλο. Ο βάρβαρος ηγεμόνας θύμωσε και κάλεσε τον Άγιο.

Κόψιμο του δεξιού χεριού του Ιωάννη.

Ο Ιωάννης εννόησε το δόλο του Λέοντος και εξήγησε στον άρχοντα ότι ποτέ δεν έβαλε στο νου του τέτοια προδοτική πράξη. Εζήτησε δε προθεσμία ν’ αποδείξει το άδικο. Ο βάρβαρος όμως δεν πίστεψε και πρόσταξε να του κόψουν το δεξί χέρι. Κόπηκε το χέρι, που έλεγχε καθένα που μισούσε τον Κύριο και κρεμάστηκε στην αγορά, για να το βλέπουν όλοι.

Το βράδυ έστειλε μεσίτες ο Ιωάννης στο βάρβαρο παρακαλώντας να του χαρίσει το κομμένο χέρι για να το θάψει. Ο Σαρακηνός συμφώνησε και του έδωσε το χέρι. Ο Άγιος το πήρε το πήγε στο ναό, που είχε στο σπίτι του. Έπεσε κάτω μπροστά στη αγία εικόνα της Θεομήτορος και προσευχόμενος με δάκρυα έλεγε:

«Δέσποινα Πάναγνε Μήτερ, η τον Θεόν μου τεκούσα,
δια της θείας εικόνας η δεξιά μου εκόπη.
Ουκ αγνοείς την αιτίαν, δι’ ην εμάνη ο Λέων
Προφθασον, τοίνυν, ως τάχος και ιασαί μου την χείρα.
Η δεξιά του Υψίστου, η από Σου σαρκωθείσα,
Πολλάς ποιεί τας δυνάμεις δια της Σης μεσιτείας.
Την δεξιάν μου ταύτην και νυν ιασάτω λιταίς σου.
Ως αν, Σους ύμνους, ους δοίης και του εκ Σου σαρκωθέντος.
Εν ρυθμικαίς αρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε,
Και συνεργός χρηματίση της Ορθοδόξου λατρείας,
Δύνασαι γαρ όσα αν θέλης, ως του Θεού Μητηρ ούσα»

Λέγοντας αυτά ο Ιωάννης αποκοιμήθηκε και βλέπει την αγία εικόνα της Αειπαρθένου και του λέγει:
«Γιατρεύτηκε το χέρι σου και μη λυπάσαι πλέον γι’ αυτό. Κάνε τώρα αυτό γραφίδα γραμματέως όπως μου υποσχέθηκες».

Θεραπεία του κομμένου χεριού

Τότε ξύπνησε ο Άγιος και βλέποντας το χέρι του θεραπευμένο, δοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Κύριο και την Άχραντη Μητέρα του. Έψαλλε όλη την νύκτα λέγοντας
«Η δεξιά σου χειρ, Κύριε, εν ισχύι δεδόξασται η δεξιά σου την θραυσθείσαν μου δεξιάν εθεράπευσε. Δια της δεξιάς μου ταύτης θέλεις θρυμματίσει και συντρίψει τους υπεναντίους εικονοθραύστας».
Την άλλη μέρα είδαν το θαύμα μερικοί γείτονες του Αγίου και πήγαν στον Σαρακηνό λέγοντας:Άρχοντα, αυτοί που πρόσταξες να κόψουν το χέρι του Ιωάννη, δεν υπάκουσαν. Αλλά κάποιος δούλος ή φίλος του δέχτηκε να του κόψουν το δικό του χέρι, αφού πήρε πολλά χρήματα. Έτσι οι δήμιοι αφού πήραν και οι ίδιοι χρήματα δεν εξετέλεσαν την προσταγή.
Ο άρχοντας διέταξε τότε να ‘ρθει ο Ιωάννης για να δει τα χέρια του. Πήγε, λοιπόν, ο Άγιος και έδειξε το χέρι του που είχαν κόψει. Γύρω δε από το χέρι, στο σημείο που είχε συγκολληθεί, υπήρχε κατά θεία οικονομία μια γραμμή.
Λέγει τότε ο βάρβαρος στον Ιωάννη:
– Ποιος γιατρός σε θεράπευσε; Και τι βότανα έβαλε;
– Ο παντοδύναμος Κύριος μου και μόνον Αυτός, που τα πάντα μπορεί να κάνει.
– Ανεύθυνος είσαι, όπως φαίνεται και άδικα σε κατάκρινα, γιατί δεν εξέτασα καλά την υπόθεση. Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με και έχε την τιμή του πρωτοσύμβουλού μου. Σου υπόσχομαι δε να μην κάνω τίποτε χωρίς τη συμβουλή σου.
Τότε ο Άγιος έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να τον αφήσει να πάει σ’ άλλη υπηρεσία που περισσότερο επιθυμούσε. Ο άρχοντας είχε στην αρχή αντιρρήσεις, αλλά τελικά του έδωσε την άδεια.

Αναχώρηση από τον κόσμο

Ελευθέρωσε, λοιπόν, τους δούλους του, μοίρασε τα πλούτη του στους φτωχούς και στην εκκλησία και πήγε στη Μονή του αγίου Σάββα. Παρακάλεσε τον ηγούμενο, λέγοντας με πολλή ταπείνωση:
– Εγώ, Δέσποτα είμαι το χαμένο πρόβατο και έρχομαι στο Χριστό από την ερημιά του κόσμου. Να δεχθείς, λοιπόν εμένα, τον ανάξιο, και να με πάρεις στα πρόβατα της ποίμνης σου.
Ο Ηγούμενος χάρηκε και αφού φώναξε κάποιον επίσημο γέροντα του έδωσε υποτακτικό τον Άγιο, για να τον διδάσκει και να τον καθοδηγεί στη μοναχική πολιτεία.
Ο γέροντας τον πήρε στο κελλί του, τον νουθέτησε και του είπε:
– Πρόσεχε να μην κάνεις τίποτε χωρίς το θέλημά μου.
Αυτό είναι το θεμέλιο της μοναχικής πολιτείας, να κόψεις το θέλημά σου και να προσφέρεις τις προσευχές και τα δάκρυα στο Θεό. Αυτό είναι η καθαρή θυσία. Αυτό, λοιπόν, ας είναι η πρώτη σου εργασία στα σωματικά, δηλαδή το ψυχοσωτήριο πένθος. Ως προς τη ψυχή, πρόσεχε να μην αφήσεις το νου σου να σκέφτεται ανωφελή πράγματα και κοσμικά. Να μη υπερηφανεύεσαι για τη σοφία σου, γιατί δε σε ωφελεί καθόλου, αν δεν αποκτήσεις ταπείνωση.
Τέτοια κι άλλα πολλά του είπε ο γέροντας και μεταξύ άλλων τον διέταξε να μη στείλει επιστολή σε κανένα, ούτε να ψάλλει τροπάριο, ούτε να πει λόγους φιλοσοφίας. Να σιωπά και να μιλά, όταν είναι ανάγκη. Όπως ορίζουν οι νόμοι της μοναχική ζωής.
Σαν γη αγαθή δέχτηκε ο Άγιος τις συμβουλές και αγόγγυστα υποτασσόταν στις προσταγές του γέροντα, χωρίς ν’ αμφιβάλλει ή να κατακρίνει τα προστάγματα του.

Υποταγή και ταπείνωση

Μετά από καιρό θέλοντας ο γέροντας να δοκιμάσει τον Ιωάννη, αν είχε υποταγή και ταπείνωση, έκανε το εξής. Του έδωσε ζεμπίλια πλεγμένα με φοινικόφυλλα και του είπε:
– Πάρε αυτά τα εργόχειρα και πήγαινε στη Δαμασκό. Εκεί να τα πωλήσεις.
Του όρισε δε μια τιμή διπλάσια από την αξία τους. Του είπε να μην τα δώσει λιγότερο, γιατί το μοναστήρι είχε ανάγκη από χρήματα.
Ο μέχρι θανάτου υπάκουος δεν εναντιώθηκε καθόλου στο γέροντά του, αλλά πήρε στον ώμο το φορτίο και πήγε στη Δαμασκό. Εκεί στην αγορά ρακένδυτος και άλουστος ο πρώην ευγενής και ένδοξος, πωλούσε τα ζεμπίλια. Οι αγοραστές μόλις άκουγαν τιμή διπλάσια θύμωναν, έβριζαν τον Άγιο και έφευγαν.
Πέρασε απ’ εκεί ένας από τους δούλους του και τον γνώρισε. Λυπήθηκε τον κύριο του και αφού προσποιήθηκε ότι δεν τον γνώριζε αγόρασε όλα τα ζεμπίλια. Ο Άγιος πήρε τα χρήματα και γύρισε χαρούμενος στο μοναστήρι, γιατί νίκησε την υπερηφάνεια του.
Μετά από καιρό πέθανε κάποιος γείτονας του Ιωάννη. Ο αδελφός το νεκρού παρακάλεσε τον Άγιο να συνθέσει κανένα τροπάριο για να τον παρηγορεί στη λύπη του. Ο Άγιος όμως δεν θέλησε να παραβεί την εντολή του γέροντα του. Τελικά, επειδή πιέστηκε, εσύνθεσε ένα ωραιότατο τροπάριο που ψάλλεται και σήμερα το «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα».

Τιμωρία και ανυπακοή

Μια μέρα ήταν μόνος του ο Ιωάννης στο κελλί του κι έψαλλε το τροπάριο. Έτυχε τότε να περάσει ο γέροντας του, που όταν άκουσε την ψαλμωδία, θύμωσε και του είπε:
– Αντί να κλαις, γελάς και χαίρεσαι;
Ο Άγιος του εξήγησε, αλλά ο γέροντας τον έδιωξε σαν ανυπάκουο. Ο Ιωάννης θυμήθηκε την παράβαση των πρωτοπλάστων και έκλαψε πικρά. Έβαλε δε μεσίτες όλους τους γέροντες και τον Ηγούμενο να παρακαλέσουν το γέροντα του να του δώσει συγχώρηση. Εκείνος όμως ήταν αυστηρός και δεν άλλαξε.
Τότε οι γέροντες τον παρακαλούσαν να του δώσει άλλον κανόνα και να μην τον διώξει τελείως. Είπε λοιπόν, εκείνος:
– Αν δεχθεί να καθαρίσει τις ακαθαρσίες της Λαύρας με τα χέρια του, θα τον συγχωρήσω, διαφορετικά δεν τον δέχομαι.
Μόλις το άκουσε ο Άγιος χάρηκε και είπε:
– Αυτό είναι εύκολο να το κάμω. Ευλογείτε, άγιοι πατέρες.
Πήρε αμέσως τα εργαλεία και άρχισε με τα χέρια να καθαρίζει την κόπρο.
Μόλις τον είδε ο γέροντας του κατάλαβε το μέγεθος της ταπείνωσης του και της υπακοής. Έτρεξε, τον αγκάλιασε και του είπε.
– Είμαι καλότυχος, γιατί αξιώθηκα να έχω τέτοιο μαθητή.
Ο Άγιος όταν άκουσε τους επαίνους, έκλαιγε ταπεινώνοντας, τον εαυτό του. Ο γέροντας του, του έδωσε συγχώρεση και το συμβούλευσε να διατηρεί τη ψυχοσωτήρια σιωπή.

Άδεια να μελωδεί

Μετά από λίγες μέρες είδε στον ύπνο του ο γέροντας την Παναγία που του είπε:
– «Γιατί έφραξες τέτοια θαυμάσια βρύση; Άφησε την πηγή να ποτίσει όλη την οικουμένη, να σκεπάσει τις θάλασσες των αιρέσεων. Αυτός θα ξεπεράσει τον Δαβίδ. Θα μελωδήσει την ουράνια μελουργία. Θα στηλιτεύσει τις αιρέσεις και θα ορθοτομήσει τα δόγματα της πίστεως».
Το πρωί μόλις ξύπνησε ο γέροντας, πήγε στον Άγιο και του είπε:
– Παιδί της υπακοής του Χριστού, άνοιξε το στόμα σου και πες τους λόγους, που το άγιο Πνεύμα έγραψε στην καρδιά σου. Ανέβα στο όρος της Εκκλησιάς και δίδαξε τον κόσμο. Συγχώρεσε και μένα για ό,τι έφταιξα, διότι σε εμπόδισα από άγνοια.
Άρχισε από τότε ο Ιωάννης να συνθέτει εκείνες τις μελωδίες, με τις οποίες λαμπρύνονται οι ακολουθίες της εκκλησίας μας. Εσύνθεσε όχι μόνο κανόνες και τροπάρια, ιδιόμελα και προσόμοια αλλά και πανηγυρικούς λόγους στις Δεσποτικές εορτές και εγκώμια στην Υπεραγία Θεοτόκο και σ’ άλλους Αγίους.
Σπουδαίο είναι και το έργο του, που επιγράφεται «Πηγή Γνώσεως». Περιγράφει σ’ αυτό τα μυστήρια και τα δόγματα της Πίστεως μας, με ορθές αποδείξεις γραφικές αλλά και επιστημονικές.
Έγραψε και πολλούς λόγους για την προσκύνηση των θείων εικόνων. Ποιήματα πολλά εσύνθεσε με τον Άγιο Κοσμά, πνευματικό αδελφό του, που τον είχε συμμέτοχο στους κόπους και στους αγώνες της πνευματικής ζωής. Ο Άγιος Κοσμάς άφησε πολλούς κανόνες και τροπάρια. Για την αρετή του χειροτονήθηκε χωρίς να το θέλει από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Επίσκοπος της πόλεως Μαϊουμά.
Ο Πατριάρχης χειροτόνησε και τον Ιωάννη πρεσβύτερο, που εξακολούθησε και μετά τη χειροτονία του να μένει στη μονή.
Ο Άγιος τελείωσε τη ζωή του, σας πολύαθλος αγωνιστής σε ηλικία εκατόν τεσσάρων χρονών.
Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 4 Δεκεμβρίου.

Απολυτίκιο.
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείον όργανον, της Εκκλησίας, λύρα εύσωμος, της ευσεβείας, ανεδείχθης Ιωάννη πανεύφημε’ όθεν πυρσεύεις του κόσμου τα πέρατα, ταις των σοφών σου δογμάτων ελλάμψεσι. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κοντάκιον
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Τον υμνογράφον και σπετόν Ιωάννην, της Εκκλησίας, παιδευτήν και φωστήρα, και των εχθρών αντίπαλον υμνήσωμεων πιστοί∙ όπλον γαρ οράμενος, τον Σταυρόν του Κυρίου, πα΄σαν απεκρούσατο, των αιρέσεων πλάνην∙ και ως θερμός προστάτης εις Θεόν, πάσι παρέχειν, πταισμάτων συγχώρησιν.
Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος
«Ο Απόστολος Βαρνάβας»