ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ

Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Μέσα εἰς τὴν ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπικρατοῦσαν τελευταίως σκοτεινὴν ἀτμόσφαιραν τῆς σοβούσης ποικίλης κρίσεως, οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, ἠθικῆς καί, κυρίως, πνευματικῆς, ἡ ὁποία πολὺν θυμόν, πολλὴν πικρίαν, πολλὴν σύγχυσιν, πολλὴν ἀγωνίαν, πολὺ ἄγχος, πολλὴν ἀπογοήτευσιν καὶ πολὺν φόβον διὰ τὴν αὔριον προξενεῖ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, γλυκεῖα ἀκούεται ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας:

«Δεῦτε, πιστοί, ἐπαρθῶμεν ἐνθέως καὶ κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκὴν ἄνωθεν ἐν Βηθλεὲμ πρὸς ἡμᾶς ἐμφανῶς…»
(Ἰδιόμελον ΣΤ΄ Ὥρας Χριστουγέννων).

Πίστις ἀκλόνητος τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν παρακολουθεῖ ἀφ’ ὑψηλοῦ καὶ ἀδιαφόρως τὴν πορείαν τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν Του ὑπὸ τοῦ ἰδίου, αὐτοπροσώπως, πλασθέντος ἀνθρώπου. Τούτου ἕνεκα καὶ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου Του ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἡ «εὐδοκία» Του, τὸ πρώτιστον θέλημά Του, ἡ «προαιώνιος βουλή» Του. Νὰ ἀναλάβῃ ὁ Ἴδιος, ἐξ ὑπερβολῆς ἀγάπης, τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ποὺ ἔπλασε, καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ «θείας φύσεως κοινωνόν» (Β΄ Πέτρ. 1: 4). Καὶ τοῦτο, πρὸ τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων, πρὸ καὶ αὐτῆς τῆς πλάσεώς των! Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Πρωτοπλάστων, ἡ «προαιώνιος βουλὴ» τῆς Σαρκώσεως περιέλαβε τὸν Σταυρόν, τὸ Ἄχραντον Πάθος, τὸν Ζωοποιὸν Θάνατον, τὴν εἰς Ἅιδου Κάθοδον, τὴν Τριήμερον Ἔγερσιν, ὥστε ἡ παρείσακτος ἁμαρτία, ποὺ ἐδηλητηρίασε τὰ πάντα, καὶ ὁ λαθρεπιβάτης τῆς ζωῆς θάνατος νὰ τεθοῦν τελείως καὶ ὁριστικῶς ἐκποδών, καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπολαύσῃ ἀκεραίαν τὴν Πατρικὴν κληρονομίαν τῆς αἰωνιότητος.
Ἀλλ’ ἡ θεϊκὴ συγκατάβασις τῶν Χριστουγέννων δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ τῆς αἰωνιότητος. Ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ τῆς ἐπὶ γῆς πορείας ἡμῶν. Ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ εὐαγγελισθῇ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἦλθεν ἐπίσης εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν. Ἐχόρτασε θαυματουργικῶς κατ’ ἐπανάληψιν τὰ πλήθη τῶν ἀκροατῶν τοῦ λόγου Του, ἐκαθάρισε λεπρούς, ἐστερέωσε παραλύτους, ἐχάρισε τὸ φῶς εἰς τυφλούς, τὴν ἀκοὴν εἰς κωφοὺς καὶ τὴν ὁμιλίαν εἰς ἀλάλους, ἀπήλλαξε δαιμονισμένους ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, ἀνέστησε νεκρούς, ὑπεστήριξε τὸ δίκαιον τῶν ἀδικουμένων καὶ λησμονημένων, ἐστηλίτευσε τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν, τὴν πρὸς τοὺς πτωχοὺς ἀσπλαγχνίαν, τὴν ὑποκρισίαν καὶ τὴν «ὕβριν» εἰς τὰς ἀνθρωπίνας σχέσεις, ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπόδειγμα ἐθελουσίου κενωτικῆς χάριν τῶν ἄλλων θυσίας! Ἴσως ἡ διάστασις αὕτη τοῦ μηνύματος τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως πρέπει νὰ προσεχθῇ περισσότερον κατὰ τὰ σημερινὰ Χριστούγεννα. Πολλοὶ συνάνθρωποι καὶ συγχριστιανοὶ δοκιμάζουν φοβερὸν πειρασμὸν ἐκ τῆς σοβούσης κρίσεως. Εἶναι ἀναρίθμητοι αἱ στρατιαὶ τῶν ἀνέργων, τῶν νεοπτώχων, τῶν ἀστέγων, τῶν νέων μὲ τὰ «ψαλιδισμένα ὄνειρα». Ἀλλά, Βηθλεὲμ ἑρμηνεύεται «Οἶκος Ἄρτου»! Χρεωστοῦμεν, λοιπόν, οἱ πιστοὶ εἰς πάντας τοὺς ἐμπεριστάτους ἀδελφοὺς ὄχι μόνον τὸν «Ἐπιούσιον Ἄρτον», δηλαδὴ τὸν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εὑρίσκεται ἐσπαργανωμένος εἰς τὴν πενιχρὰν φάτνην τῆς Βηθλεέμ, ἀλλὰ καὶ τὸν καθημερινὸν ἐπιτραπέζιον ἄρτον τῆς ἐπιβιώσεως, καὶ ὅλα τὰ «ἐπιτήδεια τοῦ σώματος» (Ἰακ. 2: 16). Εἶναι ἡ ὥρα τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Εὐαγγελίου, ἐν ὑψηλῷ αἰσθήματι εὐθύνης! Ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούεται ἐντονώτερος καὶ ἀπαιτητικώτερος ὁ ἀποστολικὸς λόγος: «Δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου» (Ἰακ. 2: 18)! Ὁ καιρός, δηλ. ἡ εὐκαιρία, νὰ «ἐπαρθῶμεν ἐνθέως» εἰς τὸ ὕψος τῆς οἰκειούσης ἡμᾶς μὲ τὸν Θεὸν βασιλικῆς ἀρετῆς τῆς Ἀγάπης.
Ταῦτα ἀπὸ τῆς ἁγίας καὶ μαρτυρικῆς καθέδρας τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοῦ Χριστοῦ Πενήτων εὐαγγελιζόμενοι πρὸς τὰ ἀνὰ τὸν κόσμον τέκνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας τὴν θεϊκὴν συγκατάβασιν, τὸ ἄπειρον ἔλεος, τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χάριν τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου ἐνανθρωπήσαντος Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, Ὧι ἡ δόξα, τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Φανάριον, Χριστούγεννα ,βι’
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Βίος της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας(22 Δεκ)


1. Καταγωγή καί δράση τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας

Γεννήθηκε καί μεγάλωσε στή Ρώμη στό τέλος τοῦ 3ου μ.Χ αἰῶνος. Ἦταν κόρη ἀρχοντικῆς καί πλούσιας οἰκογένειας. Παρά τήν σκληρή ἐπαγρύπνηση τοῦ εἰδωλολάτρη πατέρα της Πραιτεξτάτου, ἡ Χριστιανή μητέρα της Φαύστα τήν ὁδήγησε στόν Χριστιανό διδάσκαλο Χρυσόγονο πού τῆς δίδαξε τό Χριστιανισμό καί ἄναψε τόν ἔρωτα καί τήν ἀγάπη της πρός τόν Χριστό. Ἀποφασισμένη νά ζήσει μοναχική ζωή διά βίου, ἐν ἁγνείᾳ καί παρθενίᾳ, ὑποχρεώθηκε ἐν τούτοις πιεζόμενη ἀπό τόν πατέρα της, νά παντρευτεῖ τόν εἰδωλολάτρη ἀξιωματοῦχο τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ Πούπλιο, τήν πρός τόν ὁποῖο ὅμως σαρκική συνάφεια ἀπέφευγε, ὅπως λέγει τό συναξάριο, διά τήν ἀπιστίαν αὐτοῦ, προφασιζόμενη ὅτι ἦταν ἀσθενής· «νοσεῖν ἀεί προφασιζομένη». Ὁ αἰφνίδιος καί θεόσταλτος θάνατος τοῦ συζύγου της ἐλευθέρωσε ὅλες τίς δυνατότητες τῆς Ἀναστασίας, πού διέθεσε στό ἑξῆς, ἡ περικαλλέστατη αὐτή καί ἀρχοντική νεαρή γυναίκα, ὅλα της τά πλούτη, τό χρόνο, τή δράση καί τήν ἀγάπη της στό νά ἐπισκέπτεται στίς φυλακές τούς φυλακισμένους Χριστιανούς, νά τούς ἐνισχύει καί νά τούς ἐνθαρρύνει, ὥστε νά μήν δειλιάσουν μπροστά στό μαρτύριο. Ἔγινε «ἀλείπτρια», προπονήτρια πολλῶν μαρτύρων πού ὀφείλουν τό ἔνδοξο μαρτυρικό τους τέλος στήν ἐνθάρρυνση τῆς Ἀναστασίας.

2. Ἐνισχύει στή Θεσσαλονίκη τίς ἀδελφές ὁσιομάρτυρες, Ἀγάπη, Χιονία καί Εἰρήνη

Γιά τό ἔργο της αὐτό δέν περιορίστηκε στή Ρώμη, ἀλλά ἅπλωσε τήν ἀγάπη της μέχρι τήν Ἀνατολή, μέχρι τή Νικομήδεια, ἀφοῦ διέτρεξε τό Ἰλλυρικό καί τή Μακεδονία, ὅπου ἔδρασε ἰδιαίτερα στήν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ τρεῖς γνωστές ἀδελφές Ἀγάπη, Χιονία καί Εἰρήνη πού μαρτύρησαν ἐπί Διοκλητιανοῦ στή Θεσσαλονίκη, πρίν ἀπό τό μαρτυρικό τους θάνατο γνώρισαν τήν φροντίδα καί τήν ἀγάπη τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία γιά τό λόγο αὐτό φυλακίσθηκε καί βασανίσθηκε σέ φυλακή τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι μάλιστα πολύ πιθανό ὅτι τό ὄρος στό ὁποῖο τοξεύθηκε ἀπό στρατιώτη ἡ τρίτη ἀπό τίς ἀδελφές, ἡ ἁγία Εἰρήνη, εἶναι τό ὄρος ὅπου σήμερα εἶναι ἡ Μονή τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία φρόντισε καί ἐνεταφίασε τά τίμια σώματα τῶν τριῶν ἀδελφῶν παρθενομαρτύρων, τῶν ὁποίων τή μνήμη ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει στίς 16 Ἀπριλίου.

3. Χρυσόγονος καί Ζωΐλος

Δέν εἶναι ὅμως μόνον οἱ τρεῖς παρθενομάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης μέ τίς ὁποῖες συνδέθηκε ἡ Ἁγία Ἀναστασία. Ἀναφερθήκαμε προηγουμένως στόν διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ὁ ὁποῖος ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στήν Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατά τόν συναξαριστή, κατ’ ἄλλους δέ στήν Ἀκυϊλία τῆς Ἰλλυρίας. Σώζεται ἀλληλογραφία μεταξύ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, τόν καιρό πού τήν εἶχε φυλακίσει ὁ ἄνδρας της, γιά νά ἐμποδίσει τήν φιλάνθρωπη δράση της, καί τοῦ Χρυσογόνου, πού τόν εἶχαν φυλακίσει, γιατί δίδασκε μέ παρρησία καί πολλή ἐπιτυχία τό Χριστιανισμό. Τόν Χρυσόγονο ἀκολούθησε ἡ Ἀναστασία στήν μαρτυρική του πορεία ἀπό τή Ρώμη στή Νικομήδεια, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ ἀποφυλακίσθηκε μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της. Τοῦ συμπαρεστάθη καί τον ἐνεδυνάμωσε, ἡ τολμηρή αὐτή μαθήτρια τόν πρεσβύτη δάσκαλο. Μετά τόν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ μαρτυρικό του θάνατο, ὁ Χρυσόγονος ἐμφανίσθηκε σέ ὅραμα στόν ἱερέα Ζωΐλο, τοῦ ὑπέδειξε τόν τόπο πού βρισκόταν τό ἅγιό του λείψανο καί τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ Διοκλητιανός ἔδωσε ἐντολή νά βασανιστοῦν οἱ τρεῖς ἀδελφές Ἀγάπη, Χιονία καί Εἰρήνη, τίς ὁποῖες ὅμως θά ἐρχόταν νά ἐνθαρρύνει ἡ Ἀναστασία, ὅπως καί ἔγινε. Τό ἴδιο ὅραμα εἶδε συγχρόνως καί ἡ Ἀναστασία, πού ἀνέλαβε πράγματι νά συμπαρασταθεῖ στίς τρεῖς μέλλουσες μάρτυρες. Ὁ ἱερεύς Ζωΐλος, πλησίον τοῦ ὁποίου ἔμεναν οἱ τρεῖς ἀδελφές, δέχτηκε σέ λίγες μέρες τήν προαναγγελθεῖσα ἐπίσκεψη τῆς Ἀναστασίας, ἡ ὁποία προσκύνησε τό ἅγιο λείψανο τοῦ διδασκάλου της καί ἀνέλαβε τίς τρεῖς ἀδελφές, οἱ ὁποῖες ὅπως εἴπαμε, μαρτύρησαν στή Θεσσαλονίκη. Ὁ Ζωΐλος ἐντός ὀλίγου ἀπέθανεν ἐν Κυρίῳ, ὅπως τοῦ εἶχε προαναγγείλει ὁ Χρυσόγονος, μαζί μέ τόν ὁποῖο ἑορτάζεται στίς 22 Δεκεμβρίου, ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου καί τῆς μνήμης τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Στόν συναξαριστή ὁ Ζωΐλος παρουσιάζεται ὡς μάρτυς. Χρυσόγονος, Ζωΐλος, Ἀγάπη, Χιονία, Εἰρήνη ἀποτελοῦν τήν πρώτη ὁμάδα ἁγίων, μέ τήν ὁποία συνδέθηκε ἡ Ἁγία μας, ἀκολουθοῦν ὅμως καί ἄλλες.

4. Ἡ Θεοδότη καί τά παιδιά της

Κατά τήν παραμονή της στή Νικομήδεια, ὅπου εἶχε φθάσει συνοδεύοντας τόν διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ἡ Ἀναστασία ἔγινε γνωστή γιά τίς ἀγαθοεργίες καί τήν χριστιανική της δράση. Στήν πόλη αὐτή ζοῦσε ἐν χηρείᾳ, μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της, ἡ Θεοδότη μέ τά τρία παιδιά της. Προσκολλήθηκε στήν Ἀναστασία, ὡς συνεργάτης καί βοηθός στίς ἀτέλειωτες ἐπισκέψεις τῶν φυλακισμένων καί διωκομένων Χριστιανῶν. Ἐπειδή ἀρνήθηκε νά ὑπανδρευθεῖ τόν ἄρχοντα Λευκάδιο, πού τήν θαύμαζε γιά τήν ὀμορφιά της, ἡ Θεοδότη ὁδηγήθηκε σέ δίκη, κατά τήν ὁποία προτίμησε νά μαρτυρήσουν αὐτή καί τά τρία παιδιά της μέσα σέ καμίνι φωτιᾶς, παρά νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό· ἡ μητρότητα στίς ὡραιότερες στιγμές της, ἀφοῦ θέτει σέ δεύτερη μοῖρα τή ζωή τή σαρκική τῶν παιδιῶν της, προκειμένου νά κερδίσουν τήν αἰώνια καί ἀγέραστη ζωή τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἄλλη μία ὁμάδα μαρτύρων ἀπό τόν κύκλο τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, πού γιορτάζουν ἐπίσης μαζί της στίς 22 Δεκεμβρίου.

5. Οἱ ἑκατόν εἴκοσι κατάδικοι

῎Εφθασε ὅμως καί ὁ καιρός καί τοῦ δικοῦ της μαρτυρίου, πρίν ἀπό τό ὁποῖο ἔγινε αἰτία νά πλουτίσει ἡ ᾿Εκκλησία μας μέ ἑκατόν εἴκοσι ἀκόμη μάρτυρες. Μετά ἀπό ἐπίμονες προσπάθειες οἱ ἄρχοντες, ἄλλοτε μέ ὑποσχέσεις καί γλυκόλογα καί ἄλλοτε μέ φρικτά βασανιστήρια, δέν κατόρθωσαν νά πείσουν τήν ᾿Αναστασία νά ἀρνηθεῖ τή χριστιανική της πίστη. ῾Η Θεοδότη ἐμφανιζόταν στόν ὕπνο της, μήνυμα ἀπό τόν οὐρανό, γιά νά τήν ἐνισχύσει, ἀνταποδίδοντας ἔτσι ὅσα εἶχε κάνει ἡ ᾿Αναστασία γι᾿ αὐτήν. Κατά θαυματουργικό τρόπο ἡ ᾿Αναστασία, ἀντί νά βγαίνει ταλαιπωρημένη καί ἐξουθενωμένη ἀπό τίς φυλακές καί τά βασανιστήρια, ἐμφανιζόταν ἀκμαία καί χαρούμενη. Στήν ἀπόγνωσή του ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας διατάσσει νά βάλουν τήν ᾿Αναστασία μαζί μέ ἄλλους ἑκατόν εἴκοσι εἰδωλολάτρες καταδίκους καί ἕνα Χριστιανό, τόν Εὐτυχιανό, μέσα σέ μεγάλη βάρκα, νά ἀνοιχθοῦν στή θάλασσα καί, ἀφοῦ ἀνοίξουν ὀπές στή βάρκα, νά τούς ἀφήσουν νά πνιγοῦν, ὅπως καί ἔγινε. ῾Ο Θεός ὅμως δέν ἐπέτρεψε νά εὐοδωθοῦν τά σχέδια τοῦ ἄρχοντα, γιατί τό δικό του σχέδιο προέβλεπε τή σωτηρία καί ἄλλων ἀνθρώπων. Ξαφνικά ἐμφανίζεται στό τιμόνι τῆς βάρκας ἡ Θεοδότη καί τήν ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στή στεριά. ῎Εκθαμβοι οἱ ἑκατόν εἴκοσι κατάδικοι ἀπό τό θαῦμα πού ἔζησαν, πίστεψαν στόν Χριστό, ὁμολόγησαν καί αὐτοί μέ παρρησία τήν πίστη τους ἑνώπιον τοῦ ἄρχοντος, μέ συνέπεια νά ἀποκεφαλισθοῦν καί νά κερδίσουν τόσο γρήγορα τήν αἰωνιότητα.

6. Τό μαρτύριο τῆς ῾Αγίας

῾Η ἄκαμπτη καί ἀνυποχώρητη ᾿Αναστασία τελικά δέθηκε σέ πασσάλους καί, δεμένη ὅπως ἦταν, παραδόθηκε στή φωτιά, στίς 22 Δεκεμβρίου, πού ἡ ᾿Εκκλησία γιορτάζει τή μνήμη της. Τό λείψανο τῆς ῾Αγίας τό πῆρε μία γυναίκα ἀρχόντισσα, πού λεγόταν ᾿Απολλωνία, ἀφοῦ χρησιμοποίησε τή γνωριμία της μέ τή σύζυγο τοῦ ἐπάρχου. ᾿Ενεταφίασε τό σῶμα στόν κῆπο της, ὅπου ἀργότερα ἔκτισε καί νάο πρός τιμήν της. Ποιός ἀκριβῶς ἦταν ὁ τόπος αὐτός τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ ἐνταφιασμοῦ της δέν γνωρίζουμε. Τό μαρτύριό της ἔγινε τό 303 ἤ 304 κατά τό Διωγμό τοῦ Διοκλητιανοῦ, κατά πολλούς στή Θεσσαλονίκη, κατά ἄλλους στό Σίρμιο, ἐνῶ ὑπάρχουν καί μερικοί πού πιστεύουν ὅτι ἐμαρτύρησε στή Ρώμη.

7. Τά λείψανα τῆς ῾Αγίας

Εἶναι πάντως ἱστορικά ἐξακριβωμένο ὅτι τό λείψανό της βρέθηκε στό Σίρμιο, ἀπ᾿ ὅπου μεταφέρηθκε στήν Κωνσταντινούπολη ἐπί πατριάρχου Γενναδίου (457-471) καί αὐτοκράτορος Λέοντος Α´ (457-474). Τοποθετήθηκε κατ᾿ ἀρχήν στόν ἐπ᾿ ὀνόματί της ναό πού βρισκόταν στόν Ἱππόδρομο, τόν μοναδικό πού εἶχε ἀπομείνει στούς ᾿Ορθοδόξους κατά τήν ἐποχή τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ. Στόν μικρό αὐτό ναό ἔδωσε τή μεγάλη μάχη του ἐναντίον αὐτῆς τῆς αἱρέσεως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ἐπανέφερε τήν ᾿Ορθοδοξία στήν Κωνσταντινούπολη μέ τούς περίφημους Θεολογικούς Λόγους πού ἐξεφώνησε ἐκεῖ.

Σήμερα, μέρη τῶν ἱερῶν λειψάνων τῆς ῾Αγίας, ἡ ἁγία κάρα της καί μέρος ἀπό τό δεξιό της πόδι βρίσκονται στήν Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή τῆς ῾Αγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας στήν Μακεδονία.

8. Γιατί ὀνομάζεται «Φαρμακολύτρια»

α) Δίδει φάρμακα καί θεραπεύει σωματικές καί ψυχικές ἀσθένειες

Τό ἐπίθετο «Φαρμακολύτρια» τῆς ῾Αγίας ἔχει δύο ἔννοιες, μία γενική καί μία εἰδική. Κατά τήν εὐρύτερη, τήν γενική ἔννοια, ἡ ῾Αγία ὀνομάζεται ἔτσι, διότι ὅπως λέει ὁ Τρύφων Εὐαγγελίδης στό βιβλίο του Βίοι ῾Αγίων (σελ. 994) «εἶχεν ἄνωθεν παρά Θεοῦ τήν δύναμιν νά λύῃ καί καταστρέφῃ τῶν φαρμάκων καί τῶν δηλητηρίων τά κακά ἀποτελέσματα καί τάς ἐνεργείας» ἤ διότι παρέχει ἡ ἴδια ἀφθόνως φάρμακα, «ἐκλύει» φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῶν σωματικῶν καί ψυχικῶν ἀσθενειῶν, ὅπως λέγει τό Μεγαλυνάριο μιᾶς ἀκολουθίας της: «Φάρμακα προχέουσα μυστικά ψυχῶν καί σωμάτων θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ ᾿Αναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διό τάς χάριτάς σου πάντες κηρύττομεν».

β) Διότι λύνει τίς φαρμακεῖες, δηλαδή τά μάγια

Κατά τήν εἰδική ἔννοια ἡ ῾Αγία ὀνομάζεται «Φαρμακολύτρια», διότι ἀνάμεσα στίς πολλές ἄλλες ἰάσεις καί θεραπεῖες πού ἐπιτελεῖ ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τή Χάρη καί τή δύναμη νά γλυτώνει ὅσους ἔπεσαν στά δίχτυα τῶν φαρμακῶν καί τῶν φαρμακευτριῶν, δηλαδή τῶν μάγων καί τῶν μαγισσῶν. Λύνει τίς φαρμακεῖες, δηλαδή τά μάγια, καί γι᾿ αὐτό ὀνομάζεται φαρμακολύτρια.

Παραθέτουμε ἕνα ἀπό τά παλαιά θαύματα τῆς ῾Αγίας πού ἀναφέρεται σέ θεραπεία μαγεμένης κοπέλλας καί ἔχει σχέση μέ τό μοναστήρι πού ἦταν τότε ἡγουμένη ἡ ῾Αγία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου, ὅπως τό διηγεῖται ὁ πατήρ Χαράλαμπος Βασιλόπουλος (Βίοι ῾Αγίων 89, ῾Η ῾Αγία ᾿Αναστασία ἡ Φαρμακολύτρια, σελ. 34 ἑ.):

Μιά κοπέλλα εὐγενής καί ὡραία, πού καταγόταν ἀπό τήν Καππαδοκία, ἦταν ἀρραβωνιασμένη. ῎Επειτα μετάνοιωσε ἡ νέα καί δέν τόν ἤθελε τόν μνηστῆρα. ῎Αλλά γιά νά μήν τήν ἐνοχλεῖ ἐκεῖνος, ἔφυγε καί πῆγε στό Μοναστήρι, πού ἦταν ῾Ηγουμένη ἡ ῾Αγία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου, κοντά στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐκεῖ ἐμόνασεν.

῾Ο μνηστήρας της δέν μποροῦσε μέ κανέναν τρόπο νά τήν βγάλη ἀπό τό Μοναστήρι. ῏Ηταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἔρωτα. Γι᾿ αὐτό βρῆκε ἕνα μεγάλο μάγο καί τοῦ ἔταξε πολλά χρήματα, ἄν θά μποροῦσε νά καταφέρη τήν νέα μέ τά μάγια του, νά ἐγκαταλείψη τό Μοναστήρι καί νά γίνη γυναίκα του.

῾Ο μάγος ἐκεῖ στήν Καππαδοκία ἔκανε τά μάγια του καί ἡ γυναίκα βγῆκε ἀπό τίς φρένες της. Γύριζε ὅλο τό Μοναστήρι καί φώναζε τόν μνηστῆρα μέ τό ὄνομά του. ῾Ωρκιζόταν δέ, ὅτι ἐάν δέν τῆς ἀνοίξουν τήν πόρτα νά πάη νά τόν βρῆ θά πνιγόταν. ῾Η ῾Οσία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου, ἡ ῾Ηγουμένη, τήν ἔβλεπε σ᾿ αὐτήν τήν κατάσταση, ἔκλαιγε καί ἔλεγε:·

-᾿Αλλοίμονο σέ μένα τήν ἀθλία, διότι διά τήν ἀμέλειαν τῶν βοσκῶν ἁρπάζουν οἱ λύκοι τά πρόβατα. ᾿Αλλά, πονηρέ διάβολε, ἄδικα κοπιάζεις. ῾Ο Χριστός δέν θά σέ ἀφήση νά καταπιῆς τήν ἀμνάδα μου.

Τότε συγκέντρωσε ὅλη τήν ἀδελφότητα καί τίς δίδαξε νά φυλάγωνται ἀπό τίς πανουργίες τοῦ δαίμονος. Διέταξε κατόπιν νά νηστέψουν ὅλες ὅλη τήν ἑβδομάδα καί νά προσεύχωνται. Νά κάμνουν δέ διά τήν πάσχουσαν ἀδελφήν, κάθε μέρα χίλιες μετάνοιες. ῎Ετσι προσευχόταν ἡ κάθε μία στό κελλί της.

Τήν τρίτη νύχτα βλέπει ἡ ῾Αγία Εἰρήνη ἐκεῖ πού προσευχόταν, τά μεσάνυχτα, μπροστά της τόν Μέγαν Βασίλειον, πού τῆς εἶπε:

-Γιατί μᾶς ὀνειδίζεις Εἰρήνη, ὅτι ἀφήνομε καί γίνονται στήν πατρίδα μας τά φοβερά καί ἀνόσια μάγια; ῞Οταν ξημερώση, πάρε τήν ἄρρωστη μαθήτριά σου καί νά τήν πᾶς εἰς τάς Βλαχέρνας. ᾿Εκεῖ θά ἔλθη νά τήν θεραπεύση ἡ Μήτηρ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, πού ἔχει τή δύναμη.

῾Ο ῞Αγιος ἀμέσως ἔγινε ἄφαντος. ῾Η ῾Αγία πῆρε τήν πάσχουσα καί δύο ἀδελφές, τίς ἐναρετώτερες, καί πῆγε στόν Ναό τῶν Βλαχερνῶν. Ἐκεῖ προσευχόταν ὅλη τήν ἡμέρα μέ δάκρυα. Τό μεσονύκτιον ὅμως ἀπό τόν κόπον ἀποκοιμήθηκαν.

Τότε βλέπει στόν ὕπνο της ἡ ῾Αγία πολύ λαό, πού ἑτοίμαζαν τούς δρόμους. ῏Ηταν χρυσοφορεμένοι, ὁλόφωτοι καί ραντίζανε μέ εὐωδέστατα ἄνθη καί ἐθυμίαζαν. ῾Η ῾Αγία τούς ρώτησε, γιατί ἔκαμναν τόση ἑτοιμασία. ᾿Εκεῖνοι ἀποκρίθηκαν:

– ῾Η Μήτηρ τοῦ Θεοῦ ἔρχεται. ῾Ετοιμάσου καί σύ ν᾿ ἀξιωθῆς νά τήν προσκυνήσης.

Τότε ἔφτασε ἡ Παντάνασσα. Τήν ἀκολουθοῦσε πλῆθος ἀμέτρητο ἀστραπηφόρων, τό δέ θεῖο καί σεβάσμιο πρόσωπό της ἔχυνε τόση λάμψη, πού δέν μποροῦσε νά τό βλέπη ἄνθρωπος. ῞Οταν εἶδε ὅλους τούς ἐκεῖ ἀρρώστους ἡ Παναγία, ἦλθε καί στήν ἄρρωστη μαθήτρια τῆς Εἰρήνης. ῾Η ῾Ηγουμένη πέφτει στά πόδια τῆς Παναγίας φοβισμένη καί ἔντρομη.῎Ακουσε ὅμως ὅτι ἡ Θετόκος φώναξε τό Μέγαν Βασίλειον καί τόν ἐρώτησεν γιά τήν Εἰρήνη, τί χρειαζόταν. ᾿Εκεῖνος τῆς ἐξέθεσεν ὅλη τήν ὑπόθεση τῆς νέας.

– Καλέστε τήν ᾿Αναστασία, εἶπεν ἡ Παναγία.

῾Η ῾Αγία ᾿Αναστασία ἡ Φαρμακολύτρια ἔφθασε ἀμέσως. Τότε ἡ Θεοτόκος τῆς εἶπε:

– Πηγαίνετε στήν Καισάρεια μέ τόν Βασίλειο, ἐξετάστε μέ ἐπιμέλεια καί νά θεραπεύσετε αὐτήν τήν κόρη της, διότι σέ σένα ὁ Υἱός καί Θεός μου χάρισε αὐτήν τήν χάριν.

Κατόπιν προσκύνησαν τήν Παναγία ἡ ῾Αγ. ᾿Αναστασία καί ὁ Μέγας Βασίλειος καί ἀνεχώρησαν ἐσπευμένως νά ἐκτελέσουν τήν ἐντολή. ῎Ακουσε δέ καί ἡ ῾Οσία ῾Ηγουμένη μιά φωνή, πού τῆς ἔλεγε·:

– Πήγαινε στό Μοναστήρι σου, ἐκεῖ θά θεραπευθῆ.

Ὅταν ἡ Χρυσοβαλάντου ξύπνησε, φανέρωσε καί στίς ἄλλες μοναχές τό ὅραμα καί ἀνεχώρησαν χαρούμενες. ῏Ηταν Παρασκευή καί τήν ὥρα τοῦ ῾Εσπερινοῦ μαζεύτηκαν ὅλες στό Ναό. ῾Η ὁσία τούς διηγήθηκε τήν ὀπτασία καί τίς διέταξε νά σηκώσουν μάτια καί χέρια στόν Οὐρανό καί νά λέγουν ἀπό τήν καρδιά τους τό «Κύριε ἐλέησον».

῎Επειτα ἀπό πολλή ὥρα προσευχῆς μέ δάκρυα, φάνηκαν στόν ἀέρα πετώντας ἡ ᾿Αναστασία ἡ Φαρμακολύτρια καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε:

– ῞Απλωσε, Εἰρήνη, τά χέρια σου. Δέξου αὐτά καί μή μᾶς ὀνειδίζεις ἄδικα.

Αὐτό τῆς τό εἶπε, διότι ἡ ῾Οσία Χρυσοβαλάντου προσευχόταν στήν εἰκόνα του καί τοῦ ἔλεγε νά διώξη τούς Μάγους ἀπό τήν Καισάρεια. Ἅπλωσε τότε τά χέρια της καί πῆρε ἕνα δέμα, πού ἐρχόταν ἀπό τόν ἀέρα καί τό ὁποῖον ἐζύγιζε τρεῖς λίτρες.

῞Οταν ὅμως τό ἔλυσε, βρῆκαν μέσα διάφορα μαγικά· σπάγγους, τρίχες, μολύβια, δεσίματα καί γραμμένα ὀνόματα δαιμόνων, ἰδιαιτέρως ὅμως εἶχαν δύο μικρά ἀγαλματάκια ἀπό μολύβι. Τό ἕνα ἦτο τοῦ ἀνδρός τό ὁμοίωμα καί τό ἄλλο τῆς μοναχῆς. Οἱ μοναχές ἐθαύμασαν καί ὅλη τήν νύχτα εὐχαριστοῦσαν τήν Θεοτόκον.

Τό πρωί ἔστειλε ἡ ῾Ηγουμένη στίς Βλαχέρνες δύο μοναχές καί τήν πάσχουσαν. ῎Εδωσε συγχρόνως εἰς αὐτές καί τά προαναφερθέντα μαγικά, καθώς καί λάδι μέ πρόσφορον, γιά νά λειτουργήση ὁ Προσμονάριος.

Αὐτός μετά τήν θείαν Λειτουργίαν ἔχρισε τήν ἄρρωστη ἀπό τό λάδι τῆς κανδήλας. ῎Επειτα ἔβαλε τά μαγικά ἐπάνω στά ἀναμμένα κάρβουνα. Τήν ὥρα δέ πού καιγόταν ἐκεῖνα, λύνονταν καί τά ἀόρατα δεσμά τῆς μοναχῆς. ῏Ηλθε τότε στό μυαλό της καί δόξαζε τόν Θεόν, πού τήν ἀπάλλαξε.

῞Οταν ὅμως διαλύθηκαν τελείως τά μολυβένια ἀγάλματα, ἔβγαιναν φωνές μεγάλες ἀπό τά κάρβουνα, ὅπως κάνουν οἱ χοῖροι, ὅταν τούς σφάζουν.

῞Οσοι ἦσαν παρόντες καί ἔβλεπαν καί ἄκουγαν αὐτά, φύγανε ἔντρομοι, δοξάζοντες τόν Θεόν, πού κάμνει τέτοια θαυμάσια. Κατόπιν ἐπέστρεψαν οἱ μοναχές στό Μοναστήρι καί διηγόνταν στίς ἄλλες τά συμβάντα.

ΠΗΓΗ.vatopaidi.wordpress.com

Ενα θαύμα της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας

Σε εποχές που ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται προς τα γήινα και αγνοούν και περιφρονούν και αμφισβητούν την ουράνια πολιτεία, σε εποχές που λησμονούν και ειρωνεύονται τον Δημιουργό, Εκείνος δεν παύει να δείχνει δια του υιού Του και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και των Αγίων του, την αγάπη Του. Δεν παύει να φροντίζει, με το μοναδικό τρόπο που Εκείνος γνωρίζει, αυτούς που τον αναζητούν. Δεν παύει να καλεί ως καλός Ποιμένας τα απολωλότα πρόβατα, ενισχύοντας την πίστη τους. Δεν παύει να γιατρεύει, να κατηχεί και να οδηγεί το πιο τέλειο δημιούργημά του μέσα από σειρά ανεξήγητων, για πολλούς από εμάς, γεγονότων, που είθισται να ονομάζουμε σήμερα θαύματα.
Σε καιρούς λοιπόν γενικής αμφισβήτησης και κλονισμού της πίστης, ο καλός Θεός συνηθίζει να μιλά και να επικοινωνεί με τρόπο θαυματουργικό, ώστε οι πιστοί που γεύονται τη δωρεά της Χάρης του Υψίστου, να αποκτούν βιώματα τέτοια, τα οποία καθιστούν ακλόνητη την πίστη τους. Όλοι λίγο-πολύ οι Χριστιανοί έχουμε γευθεί και ζήσει –αν και δεν την αξίζουμε- τη θεία χάρη, έχουμε βιώσει στην προσωπική μας ζωή το θαύμα. Και οι περισσότεροι από εμάς δεν παύουμε να το αναζητούμε μέχρι και την τελευταία αναπνοή μας. Το θαύμα που αποκλειστικά παρουσιάζει στο τεύχος αυτό ο «Σ.Ο.» σχετίζεται με ένα 35χρονο νεαρό, ο οποίος κτύπησε πολύ σοβαρά με το όχημα που οδηγούσε και ενώ οι γιατροί είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά και περίμεναν το βέβαιο κατ’ αυτούς θάνατο, εκείνος έζησε το θαύμα μέσα από την θεία παρέμβαση της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας.

Τρία χρόνια μετά το θαυματουργικό γεγονός πήραμε την άδεια του νεαρού καλού φίλου και συνεργάτη να δημοσιεύσουμε το θαύμα, υπό την προϋπόθεση πως δεν θα δημοσιεύσουμε τα στοιχεία του. Και αυτό, γιατί δεν επιθυμεί να γίνει «τροφή» στα τηλεοπτικά κανάλια και σε κάθε λογής «περίεργους» σύγχρονους αμφισβητίες της αδιάλειπτης παρουσίας του Θεού. Η διήγηση του αγαπητού Κώστα, συνδέεται, όπως ήδη αναφέραμε με την Αγία Αναστασία τη Ρωμαία τη μνήμη της οποίας η Αγία Εκκλησία μας τιμά στις 29 Οκτωβρίου. Λείψανα της Αγίας σώζονται στην Ιερά Μονή του Οσίου Γρηγορίου στο Άγιο Όρος. Στο μοναστήρι μάλιστα στις 12 Νοεμβρίου (29 Οκτωβρίου με το Παλαιό Ημερολόγιο) γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Η εορτή αυτή έχει αποκτήσει εδώ και τρία χρόνια για έναν εκλεκτό φίλο και συνεργάτη του «Σ.Ο.» ξεχωριστή σημασία, αφού δια μέσου της Αγίας Αναστασίας βίωσε το θαύμα κατά τέτοιο τρόπο που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια στη ζωή του. Βέβαια ο στενός κύκλος του αλλά και ο ηγούμενος της Μονής Οσίου Γρηγορίου αρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Καψάνης, γνωρίζουν τα στοιχεία και εκ της διηγήσεως θα κατανοήσουν σε ποιον αναφέρεται η διήγηση.
Το ατύχημα
Ο νεαρός Κώστας, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, επέστρεφε από την Αθήνα, στην πόλη που κατοικεί στις 11 Σεπτεμβρίου 2002, με τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού. Είχε μόλις τακτοποιήσει ορισμένες εργασίες και επέστρεφε καταπονημένος. Κατά τη διαδρομή, η μοτοσικλέτα ανατρέπεται και ο ίδιος στην κυριολεξία απογειώνεται και πέφτει με ορμή σε μια κολώνα. Η σύγκρουση, όπως διηγείται ο ίδιος προκαλεί θραύση στη λεκάνη και στα πλευρά και στις απολήξεις των πέντε χαμηλών σπονδύλων της σπονδυλικής του στήλης. Μία εκ των απολήξεων κόβει μία φλέβα, η οποία προκαλεί σύμφωνα με τη διάγνωση των θεράποντων ιατρών οπισθοπεριτωναϊκό αιμάτωμα από την εσωτερική αιμορραγία. Το γεγονός αυτό έκανε τους γιατρούς να σηκώσουν στην κυριολεξία τα χέρια, αφού τέτοια περίπτωση δεν δεχόταν χειρουργική επέμβαση. Μετά την πάροδο 24ωρών στην εντατική, ο Κώστας εξαντλημένος από την απώλεια αίματος οδηγείται στο χειρουργείο. «Ήμουν ετοιμοθάνατος, είχα χάσει τρία κιλά αίμα, όταν οι γιατροί αποφασίζουν να κάνουν μια προσπάθεια σωτηρίας.

agia-anastasia2

Με χειρουργούν στην κοιλιακή χώρα για να μην αφήσουν να πεθάνω όπως οι ίδιοι, είπαν αργότερα, χωρίς ιατρική προσπάθεια. Η εγχείρηση αποτυχαίνει, αφού δεν κατάφεραν να φθάσουν στο σημείο που χρειαζόταν και απλώς περίμεναν, όπως έλεγαν, να πεθάνω», διηγείται εμφανώς συγκινημένος σήμερα ο Κώστας.
Το ανεξήγητο
Κατά περίεργο, όμως τρόπο, και ενώ οι δικοί του ανέμεναν το μοιραίο, ο Κώστας, έζησε. «Η φλέβα έκλεισε μόνη της και οι γιατροί μιλούν μέχρι σήμερα για θαύμα», λέει. Ο νεαρός πατέρας παραμένει στο νοσοκομείο επί δέκα ημέρες. Γυρίζει εν συνεχεία σπίτι του και μετά την πάροδο 15 ημερών περνά και πάλι το κατώφλι του νοσοκομείου για μια ακόμη επέμβαση, με την οποία καθαρίζεται το αιμάτωμα. Στις 26 Οκτωβρίου του 2002, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, επιστρέφει στο σπίτι, στη καλή σύζυγο του και τα δύο κοριτσάκια του. Η βελτίωση στην υγεία του, όπως ομολογεί ο ίδιος είναι ραγδαία. Μέχρι το σημείο, αυτό τίποτε δεν του είχε προκαλέσει εντύπωση.
Η συνομιλία με την Αγία
Τα ξημερώματα της 29ης Οκτωβρίου, όμως ένα όνειρο ή όραμα αλλάζει τη ζωή του, αφού δίνει την απάντηση σ’ αυτό που οι γιατροί αποκάλεσαν ομόφωνα θαύμα. Να πως διηγήθηκε ο ίδιος, το όνειρο αυτό. «Βλέπω μία κοντή και πολύ νεαρή κοπέλα, που φορούσε ένα σκούρο γκριζωπό ράσο και ένα μαντήλι-κάτι σαν κουκούλα-στο κεφάλι να με πλησιάζει. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να διακρίνω το πρόσωπό της. Εξέπεμπε, όμως η παρουσία της μια εξαιρετική γλυκύτητα. Περπατούσε χιαστά πάνω από ένα τεράστιο φίδι, για το οποίο έδειχνε αδιαφορία. Εντύπωση μου προκαλούσε και το χρώμα του ουρανού αλλά και το πρωτόγνωρο –αλλόκοτο- πρωτοφανές φως της ημέρας. Πριν προλάβω να την ρωτήσω ποια είναι σταματάει σε μία απόσταση 4-5 μέτρων και μου λέει. «Είμαι η Αγία Αναστασία. Εγώ σε έσωσα». Το ύφος της έδειχνε πως δεν έκανε κάτι σπουδαίο, πιθανόν για να μην νιώσω υποχρεωμένος για την πράξη της. Με ιδιαίτερα προκλητικό και δύσπιστο ύφος την ρωτώ. «Γιατί με έσωσες;» Και εκείνη με ύφος που έδειχνε πως απλώς ακολούθησε κάποια εντολή μου απαντά: «Γιατί μου το ζήτησε η Παναγία». Όπως αναφέρει, ο Κώστας κατά τη διάρκεια της συνομιλίας η παρουσία της Αγίας Αναστασίας είχε δημιουργήσει στην όλη ατμόσφαιρα μια εξαιρετική γλυκύτητα.
Έκδηλα συγκλονισμένος από το όνειρο-όραμα ο Κώστας σηκώνεται και τηλεφωνεί σε ένα γνωστό του και φίλο του μοναχό. Εκείνος στην κυριολεξία ξαφνιάζεται από το πρωινό τηλεφώνημα. Ο Κώστας αποκρύπτει το όνειρο του και απλώς ρωτά τον μοναχό. «Ξέρεις τίποτε για καμία Αγία Αναστασία;», Όπως μας λέει, μέχρι τότε είχε ακούσει για την Αγία Αναστασία τη Φαρμακολύτρια, αλλά ουδέποτε την είχε επικαλεστεί. «Ποια Αγία Αναστασία, τη Ρωμαία που γιορτάζει σήμερα;» απαντά ο μοναχός. Η απάντηση του μοναχού, συγκλονίζει ακόμη περισσότερο τον Κώστα. Αποφεύγει, όμως να πει, οτιδήποτε για το όνειρο.
Λίγες ημέρες, αργότερα ο Κώστα δέχεται ένα τηλεφώνημα, από γνωστό του ιερωμένο, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να μάθει για την πορεία της ανάρρωσής του. Κατά τη συζήτηση, του αναφέρει πως όταν συναντηθούν, θα του αναφέρει ένα όνειρο με την Αγία Αναστασία τη Ρωμαία, προκειμένου να λύσει ορισμένες απορίες του. Η επιμονή όμως του ιερωμένου να του πει περί τίνος πρόκειται έκαμψε τον Κώστα, που του είπε εν τάχει τι είχε συμβεί. «Κώστα, ξέρεις που βρίσκομαι αυτή τη στιγμή και γιατί επέμεινα να μου πεις;» είπε ο ιερωμένος. Και πρόσθεσε χωρίς να αναμένει απάντηση. «Είμαι στη Ιερά Μονή Γρηγορίου, στο Άγιο Όρος και σε λίγο πρόκειται μαζί με άλλους προσκυνητές να προσκυνήσουμε το Άγιο λείψανό της, το οποίο βρίσκεται στη Μονή». Για δεύτερη φορά ο Κώστας συγκλονιζόταν. «Καταλαβαίνεις το σόκ που έπαθα», μας λέει.
Λόγω, της εργασίας του ο Κώστας επισκέπτεται σχεδόν σε καθημερινή βάση Ιερούς Ναούς και μοναστήρια. Έτσι, τον Απρίλιο του 2004, εξιστορούσε σε ένα μοναχό, έξω από την πύλη του μοναστηριού του στο Λουτράκι της Κορινθίας το όνειρο. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, περνά κάποιο αυτοκίνητο. Ο οδηγός του και η μικρή κόρη του ήταν γνωστοί στο μοναχό. Τον χαιρετούν και καθώς απομακρύνονται ο μοναχός λέει στον Κώστα. «Ο κύριος …. Κώστα έχει τάμα να χτίσει ένα εκκλησάκι στην περιοχή προς τιμή της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας. Και γι’ αυτό την κόρη του την ονόμασε Αναστασία».
Όλα αυτά έχουν στην κυριολεξία προκαλέσει ακλόνητα θεμέλια πίστης στον Κώστα και στην οικογένεια του αλλά και στους φίλους του. Ο ίδιος φροντίζει να μην λείπει στο πανηγύρι που γίνεται προς τιμή της Αγίας Αναστασίας κάθε χρόνο στη Μονή Οσίου Γρηγορίου και διατηρεί μια σχέση επικοινωνίας με την Αγία Αναστασία μέσω της καθημερινής προσευχής του. Το βέβαιο είναι πως αυτή η γνωριμία του με την Αγία Αναστασία του άλλαξε ολόκληρη τη ζωή. Μέσω της γνωριμίας αυτής, έθεσε προτεραιότητα στο θέλημα του Χριστού και βιώνει καθημερινά το θαύμα της Ορθόδοξης πίστης. Δόξα τω Θεώ

http://www.pame.gr/ekklisia

Η χρονολογία της Γεννήσεως του Χριστού

του Παναγιώτη Μελικίδη, Θεολόγου

Την 25η Δεκεμβρίου η Εκκλησία μας πανηγυρίζει την Γέννηση του Θεανθρώπου. Η ημερομηνία αυτή καθορίστηκε, σύμφωνα με τους ιστορικούς, με σκοπό να επισκιασθή η ειδωλολατρική εορτή κατά την οποία οι εθνικοί τιμούσαν τον θεό-ήλιο. Πέρα από αυτόν τον συμβολισμό αναφύεται το ερώτημα: Η ημερομηνία αυτή δεν έχει καμιά ιστορική βάση; Σ’ αυτό το ερώτημα θα απαντήσουμε, συνοπτικά, βασιζόμενοι κυρίως στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά, όταν η Παναγία συνέλαβε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος τον Κύριο καί, ενώ ήταν στον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης της, επισκέφθηκε την Ελισάβετ, η οποία σε προχωρημένη ηλικία είχε συλλάβει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Λουκάς μας πληροφορεί: “Και ιδού η Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνειληφυία υιόν εν γήρει αυτής, και ούτος μην έκτος εστίν αυτή η καλουμένη στείρα”. (Λουκ.1,36-37). Για να προσδιορίσουμε, λοιπόν, το πότε γεννήθηκε ο Χριστός, θα πρέπη κατ’ αρχάς να ερευνήσουμε ποιός ήταν ο έκτος μήνας της κυοφορίας της Ελισάβετ.

Σύζυγος της Ελισάβετ ήταν ο ιερεύς Ζαχαρίας. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει το πώς πληροφορήθηκε ο ευσεβής αυτός άνδρας ότι η γυναίκα του συνέλαβε υιό: “Εγένετο δε εν τω ιερατεύειν αυτόν εν τη τάξει της εφημερίας αυτού έναντι του Θεού, κατά το έθος της ιερατείας έλαχε του θυμιάσαι εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου· και πάν πλήθος ήν του λαού προσευχόμενον έξω τη ώρα του θυμιάματος. Ώφθη δε αυτώ άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος· και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος· μη φοβού Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην”. (Λουκ.1,8-14)

Γνωρίζουμε από την Παλαιά Διαθήκη τον τρόπο με τον οποίο ήταν δομημένος ο ναός, όπου οι Ισραηλίτες λάτρευαν τον αληθινό Θεό: το Καταπέτασμα χώριζε τα Άγια των Αγίων, όπου βρισκόταν η Κιβωτός της Διαθήκης, το Ραβδί του Ααρών και ο Χρυσός Βωμός, στον οποίο ο ιερεύς προσέφερε το θυμίαμα, από τα εξωτερικά Άγια, όπου βρισκόταν η Λυχνία, η Τράπεζα και το Θυσιαστήριο των Ολοκαυτωμάτων. Στα Άγια των Αγίων δεν επιτρεπόταν να εισέλθη κανείς παρά μόνον ο Αρχιερεύς μία μόνο φορά το χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις που περιγράφονται κυρίως στο Λευϊτικό. Έτσι, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, ο Ζαχαρίας, την ώρα που πληροφορήθηκε ότι η σύζυγός του έμεινε έγκυος, προσέφερε θυμίαμα, άρα εισήλθε στα Άγια των Αγίων, όπου ο Αρχιερεύς μπορούσε να εισέλθη, όπως ήδη είπαμε, μία φορά τον χρόνο. Αν τώρα λάβουμε υπόψη μας ότι η μοναδική φορά που ο ιερεύς εισερχόταν εντός του Καταπετάσματος ήταν η εορτή της Σκηνοπηγίας (“καί έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον· εν τω μηνί τω εβδόμω δεκάτη του μηνός ταπεινώσατε τας ψυχάς υμών και πάν έργον ου ποιήσετε, ο αυτόχθων και ο προσήλυτος ο προσκείμενος εν υμίν. Εν γαρ τη ημέρα ταύτη εξιλάσεται περί υμών καθαρίσαι υμάς από πασών των αμαρτιών υμών έναντι Κυρίου και καθαρισθήσεσθε. Σάββατα Σαββάτων ανάπαυσις αύτη έσται υμίν και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών, νόμιμον, αιώνιον. Εξιλάσεται ο ιερεύς, όν αν χρίσωσιν αυτόν και όν αν τελειώσωσιν τας χείρας αυτού ιερατεύειν μετά τον πατέρα αυτού και ενδύσεται την στολήν την λινήν, στολήν αγίαν και εξιλάσεται το άγιον του αγίου και την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον, εξιλάσεται και περί των ιερέων και περί πάσης συναγωγής εξιλάσεται. Και έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον εξιλάσκεσθαι περί των υιών Ισραήλ από πασών των αμαρτιών αυτών· άπαξ του ενιαυτού ποιηθήσεται, καθάπερ συνέταξεν Κύριος τω Μωϋσή” (Λευιτ. 16,29-34), συμπεραίνουμε ότι η σύλληψη του Αγίου Ιωαννου του Προδρόμου έγινε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, άρα ο έκτος μήνας της κυήσεως της Ελισάβετ ήταν τα τέλη Μαρτίου, οπότε αρχίζει και η κύηση του Θεανθρώπου από την Μαριάμ. Έτσι περί τα τέλη Δεκεμβρίου γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας ο αναμενόμενος Μεσσίας.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

(Από το διήγημά του “Η Ντελησυφέρω”)

της Μαρίας Κουτούση-Σύψα, φιλολόγου

Ο Παπαδιαμάντης, βαθιά θρησκευτικός και με πλατιά γνώση της εκκλησιαστικής ζωής, μας άφησε υπέροχα χριστουγεννιάτικα διηγήματα, καθώς βέβαια και Πρωτοχρονιάτικα και Πασχαλινά. Μάλιστα κάποιοι τον επέκριναν, γιατί επέμενε τόσο πολύ σε θρησκευτικού περιεχομένου διηγήματα. Ωστόσο ο ίδιος τους απαντά: “Το επ’ εμοί ενόσω ζώ και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε ίδίως κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη. Εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιληθείη η δεξιά μου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σού μνησθώ”.

Μέσα σ’ αυτά τα διηγήματα, όπως εξάλλλου σ’ όλο το έργο του Παπαδιαμάντη, συναντάμε ανθρώπους απλούς, ταπεινούς, καλωσυνάτους, βασανισμένους, αλλά και αγωνιστικούς, κάποτε μάλιστα και γραφικούς, που προκαλούν τη θυμηδία στον αναγνώστη με τις παιδιάστικες σχεδόν αδυναμίες τους ή τις προλήψεις και ιδιαιτερότητές τους. Είναι και αυτές, πιστεύει ο Παπαδιαμάντης, δεμένες με τη ζωή και δεν απομακρύνουν τους ανθρώπους από την αληθινή πίστη.

Ο Παπαδιαμάντης τους βλέπει με το μάτι του ανθρώπου που ξέρει να αγαπάη τον άνθρωπο, γνωρίζει τα βάσανά του, μπορεί να διαβάση την ψυχή του. Τους βλέπει με κατανόηση, σχεδόν με τρυφερότητα, αλλά και με το μάτι του τεχνίτη. Ιδιαίτερα τον συγκινούν οι πονεμένες γυναίκες, οι χτυπημένες από τη ζωή και τον θάνατο, οι οποίες όμως δεν παύουν να αγωνίζονται, να παλεύουν γι’ αυτούς που αγαπούν, να διεκδικούν το μερίδιό τους στη ζωή, έστω κι αν κάποτε φαίνονται σκληρές, ίδιόρρυθμες ίσως και γραφικές.

Μια τέτοια γυναίκα – ηρωΐδα του διηγήματος – είναι η θειά Μαριώ η Χρήσταινα – η Ντελησυφέρω. Γυναίκα με αγωνιστικό, σχεδόν αντρικό, φρόνημα βλέπει τη ζωή σαν έναν πόλεμο, τον οποίο πρέπει να κερδίση πάση θυσία. Πολεμάει μέσα και έξω από το σπίτι της, άνδρας και γυναίκα μαζί, μάνα και πατέρας, πάππος και μάμμη, αφού οι τραγικές συγκυρίες της ζωής της την άφησαν πρώτα χήρα να μεγαλώνη τα ορφανά παιδιά της και αργότερα χαροκαμένη μάνα να μεγαλώση μέσα σε αντίξοες συνθήκες τα ορφανά εγγόνια της. Πόλεμος να επιβληθή μέσα στο σπίτι της, πόλεμος για να βρη το δίκιο της στη γειτονιά, στην αγορά, στα δημόσια γραφεία. Πόλεμος ακόμα και στην Εκκλησία… για το στασίδι της, τη θέση της, “τήν αράδα της”. Καμιά άλλη δεν επιτρέπεται να το καταλάβη. Είναι σχεδόν ιδιοκτησία της, την οποία με κάθε τρόπο πρέπει να διαφυλάξη. Εξ ου και το παρεγκώμι “Ντελησυφέρω”, που της κόλλησαν οι άλλες γυναίκες. Ποιά τολμούσε να τα βάλη μαζί της, γνωρίζοντας μάλιστα ότι είναι ικανή να δείρη ακόμη και άνδρες;

Εκείνα τα Χριστούγεννα η καμπάνα που καλούσε τους Χριστιανούς για την Ακολουθία των Χριστουγέννων χτύπησε τόσο νωρίς – βαθιά μεσάνυχτα – που βρήκε τη θεια-Μαριώ, τη Χρήσταινα – τη Ντελησυφέρω – απροετοίμαστη. Αυτή που άλλες φορές, μια ώρα πριν σημάνη η καμπάνα, ήταν στολισμένη και πανέτοιμη, για να φτάση έγκαιρα στο γυναικωνίτη και να καταλάβη το στασίδι της. Βιασύνη και αγωνία την κυρίευσε, φοβούμενη μήπως κάποια από αυτές που μια δυο φορές το χρόνο πάνε στην Εκκλησία, πιο πολύ από συνήθεια ή για να δείξουν τα στολίδια τους χρονιάρες μέρες, προλάβη και καταλάβη τη θέση της. Φουριόζα και ετοιμοπόλεμη ξεκινάει για την ακολουθία της Γέννησης Εκείνου, για τον οποίο οι άγγελοι έψαλαν το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη”. Ευτυχώς, το θαύμα έγινε εκείνα τα Χριστούγεννα και επικράτησε ειρήνη και στο διαμέρισμα των γυναικών, εφόσον το όντως καταληφθέν από κάποια νεαρή γυναίκα στασίδι, παραχωρήθηκε άμεσα στη μαχητική θεια-Μαριώ, της οποίας εξάλλου οι άγριες διαθέσεις ήταν ζωγραφισμένες στο βλοσυρό και απειλητικό βλέμμα της. Έτσι, γαλήνεψε η καρδιά της παράξενης μεν και ιδιότροπης, φιλακόλουθης δε και φιλέορτης γυναίκας, την οποία, Κύριος οίδεν, πόσο στήριξε το στασίδι εκείνο της προσευχής στα τρομερά πλήγματα που δέχτηκε στη ζωή της.

Ενώ, λοιπόν, στη χριστουγεννιάτικη Ακολουθία εξελίχθηκαν όλα ομαλά στο γυναικωνίτη, με τη Ντελησυφέρω να έχη καταλάβει αμαχητί το στασίδι της, στη συνέχεια η φιλοπαίγμων ματιά του Παπαδιαμάντη πέφτει πάνω σε δυο παράξενους γέρους, σε μια άλλη γωνιά του Ναού, το γερο-Νταραδήμο και τον καπετάν-Γιώργο, τον Κονόμο. Ο πρώτος ανήκει στην κατηγορία εκείνων των χριστιανών που κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών έχουν τη συνήθεια να προφέρουν φωναχτά τις ευχές που αναπέμπει ο ιερέας, και μάλιστα πριν απ’ αυτόν, ή να προλαβαίνουν τους ψάλτες, άλλος από υπέρμετρο ζήλο και άλλος από διάθεση επίδειξης των φωνητικών του ικανοτήτων ή της γνώσης του περιεχομένου των ιερών ακολουθιών. Ο καπετάν-Γιώργος, ο Κονόμος, πάλι ανήκει σ’ αυτούς που ενοχλούνται και αντιδρούν και καμιά φορά δημιουργούν φαιδρές καταστάσεις, μη συνάδουσες με την κατανυκτική ατμόσφαιρα του χώρου.

Ο γερο-Νταραδήμος, λοιπόν, κατά τη συνήθειά του, με δυνατή φωνή προλάβαινε και καθοδηγούσε σαν υποβολέας τον ιερέα και τους ψάλτες, ενώ ο γερο-Κονόμος μη ανεχόμενος αυτή του τη μανία στρεφόταν στους χριστιανούς που βρίσκονταν κοντά του και τον κορόϊδευε λέγοντας: “Τ’ ακούτε χριστιανοί…τ’ ακούτε και δεν ξέραμε να τον παίρναμε αποβραδίς στα σπίτια μας να μας τα πη όλα!…θά γλιτώναμε απ’ τον κόπο να ’ρθουμε στην Εκκλησία”. Όπως ήταν φυσικό, γέλιο πνιχτό ακολούθησε το σχόλιο από τους παρεστώτες χριστιανούς. Ωστόσο ο Νταραδήμος συνέχιζε να ψάλλη μεγαλοφώνως μαζί με τους ψάλτες και ο γερο-Κονόμος να σχολιάζη προκαλώντας ακούσια μειδιάματα στο εκκλησίασμα: “Τον ακούτε, βρέ παιδιά… ανόητοι που πάν και κοπιάζουν για να μάθουν ψαλτικά….δέν τον παίρνουν δάσκαλο να τους μάθη τζάμπα”. Και όταν, πριν ο ιερέας εκφωνήση “Σύ γαρ εί ο Βασιλεύς της ειρήνης…..” άρχισε ο Νταραδήμος να εκφωνή την ευχή, ο γερο-Κονόμος συγκεφαλαίωσε: “Τ’ ακούτε χριστιανοί; δύο λειτουργίες κάνουμε τώρα… πάνε και σκοτίζονται και πληρώνουν, για να γίνουν παπάδες… δεν βάζουν το Νταραδήμο, που είναι ο ίδιος και παπάς και διάκος και ψάλτης”. Απτόητοι οι δύο “αθεόφοβοι” συνεχίζουν ο καθένας το τροπάρι του ακόμα και την ώρα της θείας Κοινωνίας! Όταν και πάλι ο Νταραδήμος προηγήθηκε του ιερέως στο “Μετά φόβου Θεού πίστεως……”, ο γερο-Κονόμος γύρισε λοξά προς το μέρος του, έκανε μισό σταυρό επιλέγοντας: “Κύριε ελέησον!…. προσκυνάτε, χριστιανοί… καταδώ, κατά τον Νταραδήμο γυρίστε!”. Και προχώρησε για να λάβη το αντίδωρο.

Μετά το πέρας της ακολουθίας οι τρεις γραφικοί χριστιανοί, οι δύο γέροντες και η κυρα-Μαριώ, η Χρήσταινα – η Ντελησυφέρω – σκοτάδι ακόμα, κατευθύνονται προς τα σπίτια τους μέσα στο χιόνι και στον παγωμένο βοριά εκείνου του πρωϊνού των Χριστουγέννων. Ωστόσο οι καρδιές τους, οι απλές και ανεπιτήδευτες είναι ζεστές. Ανταλλάσσουν ευχές και ο γερο-Κονόμος, σαν να αισθανοταν κάποιες τύψεις για τα πειράγματά του προς τον αυθόρμητο Νταραδήμο, τον καλεί στο σπίτι του να του προσφέρη σούπα και λουκουμάδες, που είχε ετοιμάσει η γερόντισσά του. Η κυρα-Μαριώ προθυμοποιήθηκε να πάρη μέρος και αυτή στην ομήγυρη φέρνοντας από το σπίτι της τηγανίτες. Κοντά στη γλυκιά θαλπωρή της αναμμένης φωτιάς με την καρδιά ανάλαφρη από το χαρμόσυνο γεγονός της Γέννησης του Χριστού, απολαμβάνοντας τα λαχταριστά εδέσματα και την αρωματική και χαλαρωτική μαστίχα, ο γερο-Κονόμος δεν άντεξε να μην πειράξη – καλοπροαίρετα τώρα – για μια τελευταία φορά τον Νταραδήμο: “Θα μας πής τώρα και κανένε τροπάρι για την καλή χρονιά; Μήν εξέχασαν κανένα οι ψαλτάδες και δεν το είπαν;” Και ο απλούς τη καρδία Νταραδήμος τον αφήνει άναυδο: “Αληθινά απαράτησαν ένα Μεγαλυνάριο, δεν ξέρω πώς τους ήρθε: Και άρχισε να ψάλλη: “Μεγάλυνον ψυχή μου, την αγνήν Παρθένον, την γεννησαμένην Χριστόν τον Βασιλέα”.

Μυστήριον ξένον…..σχολιάζει ο Παπαδιαμάντης κλείνοντας το διήγημά του. Μυστήριον ξένον η γέννηση του Θεανθρώπου, μυστήριον ξένον και η ανθρώπινη ψυχή. Τα βάθη της μόνον Εκείνος που την έπλασε μπορεί να τα γνωρίζη.

http://orthodoxi-pisti.blogspot.com

Orthodox Saint-St.John of Kronstadt

ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: «Επεθύμησε πόρνη …»

Κείμενο
Ἀλλ᾿ ὅπερ ἔλεγον, ὁ τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος ἐπεθύμησε πόρνης. Πόρνης ἐπεθύμει ὁ Θεός; Ναί, πόρνης· τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας λέγω. Πόρνης ἐπεθύμει ὁ Θεός; Καὶ ἄνθρωπος μέν, ἐὰν ἐπιθυμήσῃ πόρνης καταδικάζεται, Θεός δὲ πόρνης ἐπιθυμεῖ; Καὶ πάνυ. Πάλιν ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ πόρνης, ἵνα γένηται πόρνος· Θεὸς δὲ ἐπιθυμεῖ πόρνης, ἵνα τὴν πόρνην παρθένον ἐργάσηται· ὥστε ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπώλεια τῆς ἐπιθυμουμένης· ἡ δὲ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ, σωτηρία τῇ ἐπιθυμουμένῃ. Ὁ τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος ἐπεθύμησε πόρνης; Καὶ τί; Ἵνα γένηται νυμφίος. Τί ποεῖ; Οὐ πέμπει πρὸς αὐτὴν οὐδένα τῶν δούλων, οὐ πέμπει ἀρχάγγελον, οὐ πέμπει τὰ Χερουβίμ, οὐ πέμπει τὰ Σεραφίμ· ἀλλ᾿ αὐτὸς παραγίνεται ὁ ἐρῶν. Πάλιν ἔρωτα ἀκούσας, μὴ αἰσθητὸν νόμιζε. Ἔκλεγε τὰ νοήματα ἀπὸ τῶν λέξεων, καθάπερ ἀρίστη μέλιττα ἐφιπταμένη τοῖς ἄνθεσι, καὶ τὸ κηρίον λαμβάνουσα, τὰς δὲ βοτάνας ἐῶσα.

Ἐπεθύνησε πόρνης· καὶ τί ποεῖ; Οὐκ ἀνάγει αὐτὴν ἄνω· οὐ γὰρ ἐβούλετο πόρνην εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναγαγεῖν, ἀλλὰ καταβαίνει αὐτὸς κάτω. Ἐπειδὴ αὐτὴ οὐκ ἠδύνατο ἀναβῆναι ἄνω, αὐτὸς κατέβη κάτω. Πρὸς τὴν πόρνην ἔρχεται καὶ οὐκ αἰσχύνεται· ἔρχεται εἰς τὴν καλύβην αὐτῆς. Ὁρᾷ αὐτὴν μεθύουσαν. Καὶ πῶς ἔρχεται; Οὐ γυμνῇ τῇ οὐσίᾳ, ἀλλὰ γίνεται, ὅπερ ἦν ἡ πόρνη, οὐ τῇ γνώμῃ, ἀλλὰ τῇ φύσει γίνεται τοῦτο ἵνα μὴ ἰδοῦσα αὐτὸν πτοηθῇ, ἵνα μὴ ἀποπηδήσῃ, ἵνα μὴ φύγῃ. Ἔρχεται πρὸς τὴν πόρνην καὶ γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ πῶς γίνεται; Εἰς μήτραν κυοφορεῖται, αὔξεται κατὰ μικρὸν καὶ ἔρχεται τὴν ὁδὸν τῆς ἡλικίας τῆς ἐμῆς. Τίς; Ἡ οἰκονομία, οὐχ ἡ θεότης· ἡ τοῦ δούλου μορφή, οὐχ ἡ τοῦ Δεσπότου· ἡ σὰρξ ἡ ἐμὴ, οὐχ ἡ οὐσία ἐκείνου· αὔξεται κατὰ μικρόν, καὶ μίγνυται ἀνθρώποις· καίτοι εὑρίσκει αὐτὴν ἐλκῶν γέμουσαν, ἐκτεθηριωμένην, ὑπὸ δαιμόνων πεφορτισμένην· καὶ τί ποιεῖ; Προσέρχεται αὐτῇ. Εἶδεν ἐκείνη καὶ ἔφυγε.
Καλεῖ μάγους. Τί φοβεῖσθε; Οὔκ εἰμι κριτής, ἀλλ᾿ ἰατρός· «οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ιω 12, 47). Καλεῖ εὐθέως μάγους. Ὠ καινῶν καὶ παραδόξων πραγμάτων. Αἱ ἀπαρχαὶ εὐθέως μάγοι. Κεῖται ἐν φάτνῃ ὁ τὴν οἰκουμένην βαστάζων, καὶ ἐσπαργάνωται ὁ πάντα περιέπων. Κεῖται ὁ ναός καὶ ἐνοκεῖ ὁ Θεός. Καὶ ἔρχονται μάγοι, καὶ προσκυνοῦσιν εὐθέως· ἔρχεται τελώνης καὶ γίνεται εὐαγγελιστής· ἔρχεται πόρνη καὶ γίνεται παρθένος· ἔρχεται Χαναναία καὶ ἀπολαύει φιλανθρωπίας. Τοῦτο ἐρῶντος, τὸ μὴ ἀπαιτῆσαι εὐθύνας ἁμαρτημάτων, ἀλλὰ συγχωρῆσαι παρανομήματα πλημμελημάτων. Καὶ τί ποιεῖ; Λαμβάνει αὐτήν, ἀρμόζεται αὐτήν. Καὶ τί αὐτῇ δίδωσι; Δακτύλιον. Ποῖον; Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Λέγει Παῦλος· «ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν Θεός, ὁ σφραγισάμενος ἡμᾶς, καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος» (Β´ Κορ. 1, 21-22). Πνεῦμα αὐτῇ δίδωσιν.

Εἶτα φησίν· οὐκ εἰς παράδεισόν σε ἐφύτευσα; Λέγει, ναί. Καὶ πῶς ἐξέπεσες ἐκεῖθεν; Ἦλθεν ὁ διάβολος καὶ ἔλαβέ με ἀπὸ τοῦ παραδείσου. Ἐφυτεύθης ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἔβαλέ σε ἔξω· ἰδοὺ φυτεύω σε ἐν ἐμαυτῷ, ἐγὼ σε βαστάζω. Πῶς; Οὐ τολμᾷ ἐμοὶ προσελθεῖν. Οὐδὲ εἰς τὸν οὐρανόν σε ἀνάγω· ἀλλὰ μεῖζον ἐνταῦθα τοῦ οὐρανοῦ· ἐν ἐμαυτῷ τῷ Δεσπότῃ τοῦ οὐρανοῦ βαστάζω σε. Ποιμὴν βαστάζει καὶ ὁ λύκος οὐκέτι ἔρχεται· μᾶλλον δὲ ἀφῶ αὐτὸν καὶ προσελθεῖν. Καὶ βαστάζει τὴν ἡμετέραν φύσιν· καὶ προσέρχεται ὁ διάβολος καὶ ἡττᾶται. Ἐφύτευσά σε ἐν ἐμαυτῷ. Διὰ τοῦτο λέγει «ἐγὼ ἡ ρίζα καὶ ἡμεῖς τὰ κλήματα»· καὶ ἐφύτευσεν αὐτὴν ἐν ἑαυτῷ. Καὶ τὶ λοιπόν; Ἀλλὰ ἁμαρτωλός εἰμι καὶ ἀκάθαρτος. Μὴ σοι μελέτω, ἰατρός εἰμι. Οἶδα τὸ σκεῦος τὸ ἐμὸν, οἶδα πῶς διεστράφη. Πήλινον ἦν πρὸ τούτου καὶ διεστράφη. Ἀναπλάττω αὐτὸ διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ παραδίδωμι τῷ πυρί.
—————————————————————-
Μετάφραση
Πόρνη επιθυμούσε ο Θεός; Ναι πόρνη. Εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός και αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρευτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας απαράλλακτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις …

Έριχνε το βλέμμα του στη Γη και την έκανε να τρέμει … Ποτάμια έβγαζε στην έρημο … Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Για να την αναπλάσει από πόρνη σε παρθένα. Για να γίνει ο νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν στέλνει άγγελο στην πόρνη, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.

Επεθύμησε πόρνη. Και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε να ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιό τρόπο έρχεται; Όχι με ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του. Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα.

Έπειτα λέγει. Δεν σε φύτεψα στον Παράδεισο;

– Του λέγει, ναι.

– Και πώς ξέπεσες από εκεί;

– Ήλθε και με πήρε ο Διάβολος από τον Παράδεισο.

– Φυτεύτηκες στον Παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να, σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει και ο λύκος δεν έρχεται πια.

– Αλλά είμαι, λέγει, αμαρτωλή και βρώμικη.

– Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός.

Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την πόρνη, όπως αυτή – το τονίζω – ήταν βουτηγμένη στη βρώμα. Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπατήματα.

Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της Γης, ανάξια για τη Γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Και αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δεν βλέπει ασχήμια. Γι’ αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.

Την πήρε ως γυναίκα, και ως κόρη του την αγαπά, και ως δούλα του την φροντίζει, και ως παρθένα την προστατεύει, και ως παράδεισο την τειχίζει, και ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα την συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μέσα στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μην της λείψει τίποτα.

Ώ, Συ Νυμφίε, που ομορφαίνεις την ασχήμια της νύφης!

Oσίου Σιλουανού του Αθωνίτου : «Λόγος εγκωμιαστικός εις τον άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης»

τη 20η του μηνός Δεκεμβρίου η μνήμη του εν αγίοις  πατρός ημών

Ιωάννου , ιερέως της Κροστάνδης

ioankronstand.jpg

Toν πάτερ Ιωάννη  εγώ τον είδα στην Κροστάνδη. Τελούσε την θεία λειτουργία.Έμεινα έκπληκτος για την δύναμη της προσευχής του, κι από τότε – παρότι πέρασαν γύρω στα σαράντα χρόνια- δεν είδα κανένα να λειτουργή όπως εκείνος. O λαός τον αγαπούσε κι όλοι παρευρίσκονταν με φόβο Θεού.

Και αυτό δεν είναι παράδοξο γιατί το Άγιο Πνεύμα ελκύει κοντά του τις καρδιές των ανθρώπων.Βλέπουμε στο Ευαγγέλιο τι πλήθη λαού ακολουθούσαν τον Κύριο.

Ο λόγος του Κυρίου προσείλκυε τον λαό γιατί προσφερόταν με το Άαγιο Πνεύμα, και γι αυτό είναι γλυκύς και ευάρεστος στην ψυχή.

Όταν ο Λουκάς και ο Κλεόπας πορεύονταν στους Εμμαούς και τους πλησίασε καθ΄οδον ο Κύριος και μιλούσε μαζί τους, τότε έκαιγαν οι καρδιές τους από αγάπη Θεού. Και ο πάτερ Ιωάννης είχε μέσα του άφθονη την χάρη του Αγίου Πνεύματος , που θέρμαινε την καρδιά του με την αγάπη τού Θεού και το ίδιο Άγιο Πνεύμα, μέσω αυτού, επενεργούσε στους ανθρώπους.Είδα πώς έτρεχε ξοπίσω του ο λαός, σαν σε πυρκαγιά, για να πάρουν ευλογία, κι όταν την έπαιρναν χαίρονταν, γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι ευχάριστο και δίνει στην ψυχή ειρήνη και γλυκύτητα.

Μερικοί σκέφτονται στραβά για τον πάτερ Ιωάννη και θλίβουν έτσι το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο ζούσε μέσα του και ζεί και μετά θάνατον.Λένε πως ήταν πλούσιος και ντυνόταν κομψά.Δεν ξέρουν όμως αυτοί πώς ο πλούτος δεν μπορεί να βλάψη αυτόν που μέσα του ζεί το Άγιο Πνεύμα, γιατί όλη του η ψυχή είναι στον Θεό και ο Θεός τον άλλαξε και έτσι λησμονεί τον πλούτο και τις στολές. Καλότυχοι οι άνθρωποι που αγαπούν τον Πάτερ Ιωάννη γιατί θα προσεύχεται για εμάς. Η αγάπη του για τον Θεό ήταν φλογερή και αυτός βρισκόταν ολοκληρωτικά μέσα στη  φλόγα της αγάπης.

Ώ πάτερ Ιωάννη, εσύ είσαι ο μεγάλος πρέσβυς μας! Ευχαριστώ τον Θεό γιατί σε είδα , ευχαριστώ και σένα, τον καλό και άγιο ποιμένα, γιατί χάρη στις προσευχές σου κατάφερα να αποχωριστώ τον κόσμο και να έλθω στο Άγιο Όρος του Άθω, όπου είδα το μέγα έλεος τού Θεού. Και τώρα γράφω και χαίρομαι , γιατί ο Κύριος μού έδωσε να καταλάβω την πολιτεία και τον αγώνα του καλού ποιμένα.

Είναι μέγας άθλος να συγκατοική κανείς με νεαρή γυναίκα και να μη την αγγίζη.Αυτό το μπορούν  μόνον όσοι έχουν μέσα τους αισθητή την χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Η θεϊκή γλυκύτητα νικά τον σαρκικό έρωτα για την αγαπημένη σύζυγο. Πολλοί άγιοι φοβούνταν το πλησίασμα των γυναικών , αλλά ο Πάτερ Ιωάννης είχε ανάμεσα και στις γυναίκες το Άγιο Πνεύμα.

Θα προσθέσω ακόμα πως ήταν τόσο ταπεινός , ώστε διατηρούσε την χάρη του Ααγίου Πνεύματος και με την δύναμη της αγαπούσε πολύ τον λαό κι ανέβαζε τον νού των ανθρώπων στον Θεό.

Καταλαβαίνεις τι δύναμη Αγίου Πνεύματος είχε; Όταν διαβάζης το βιβλίο του «η Εν Χριστώ Ζωή μου»  η ψυχή αισθανεται στα λόγια του τη δύναμη της Χάρης  του Θεού .Εσύ λες :«Εγώ όμως το διαβάζω χωρίς καμιά γεύση». Θα σε ρωτήσω :μήσως γιατί είσα υπερήφανος; Η χάρη δεν προσεγγίζει υπερήφανη καρδιά.

Πάτερ Ιωάννη, που τώρα ζεις στους ουρανούς και βλέπεις τον Κύριο, τον Οποίο αγάπησε ήδη στη γη η ψυχή σου, σε παρακαλούμε πρέσβευε για μας, να αγαπήσωμε κι εμείς τον Κύριο και να φέρωμε τον καρπό της μετανοίας.

Ποιμένα καλέ και άγιε, ανυψώθηκε σαν υψιπετής αετός πάνω από την γή κι από το ύψος που σε ανέβασε το Άγιο Πνεύμα έβλεπες τις ανάγκες του λαού.

Με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος έφερες τον λαό κοντά στον Θεό κι οι άνθρωποι, σαν ακουγαν από το στόμα σου τον λόγο τού Θεού, οδύρονταν κι ήταν φλογερή η μετάνοια τους.

Ποιμένα καλέ και μεγάλε ! Πέθανες  σωματικά αλλά πνευματικά είσαι μαζί μας και τώρα που παρίστασαι ενώπιον τού Θεού μάς βλέπεις με το Άγιο Πνεύμα από τους ουρανούς.

(από τα κείμενα του οσίου Σιλουανού  στο βιβλίο ΅«ο γέροντας Σιλουανός», του αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, εκδ Ι.Μ Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Μετάφραση από τα ρωσικά, Δεύτερη Έκδοση 1978, σελ 514-516)

misha.pblogs.gr

Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης (1829-1908), από τη Ρωσία, διηγείται αυτό το όραμα που είχε τον Ιανουάριο του 1901


Μετά τις βραδινές προσευχές, ξάπλωσα λίγο να ξεκουραστώ στο αμυδρά φωτισμένο κελί μου, καθώς ήμουν κουρασμένος. Μπροστά από την εικόνα της Μητέρας του Θεού βρισκόταν κρεμασμένη η λαμπάδα μου. Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα, όταν άκουσα ένα θρόισμα. Κάποιος ακούμπησε τον αριστερό μου ώμο και με τρυφερή φωνή μου είπε: «σήκω δούλε του Θεού Ιωάννη, και ακολούθησε το θέλημα του Θεού!»

Σηκώθηκα και είδα κοντά στο παράθυρο έναν ένδοξο στάρετς (γέροντα) με ψαρά μαλλιά, φορώντας ένα μαύρο μανδύα, και κρατώντας μια ράβδο στο χέρι του. Με κοιτούσε τρυφερά και κρατιόμουν με δυσκολία να μην πέσω εξαιτίας του μεγάλου φόβου μου. Τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν, ήθελα να μιλήσω, άλλα η γλώσσα μου δεν με υπάκουε. Ο γέροντας έκανε το σημείο του σταυρού σε μένα και σύντομα γέμισα με γαλήνη και χαρά. Έπειτα, έκανα το σταυρό μου κι ο ίδιος. Στη συνέχεια, έδειξε με τη ράβδο του προς το δυτικό τοίχο του κελιού μου, έτσι ώστε να παρατηρήσω ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο γέροντας είχε χαράξει στον τοίχο τους ακόλουθους αριθμούς:1913, 1914, 1917, 1922, 1924 και 1934. Ξαφνικά ο τοίχος εξαφανίστηκε και περπατούσα με το γέροντα σε ένα πράσινο λιβάδι και είδα πλήθος από χιλιάδες σταυρούς σαν σημάδια τάφων. Ήταν ξύλινοι, πήλινοι ή χρυσοί. Ρώτησα τον γέροντα, για πιο λόγο υπήρχαν αυτοί οι σταυροί. Μου απάντησε γαλήνια, ότι οι σταυροί αυτοί υπάρχουν γι΄ αυτούς που υπέφεραν και δολοφονήθηκαν για την πίστη τους στο Χριστό και για τον Λόγο του Θεού, και έγιναν μάρτυρες. Και έτσι συνεχίσαμε να περπατάμε. Ξαφνικά είδα ένα ολόκληρο ποτάμι από αίμα και ρώτησα τον γέροντα, ποια είναι η σημασία αυτού του αίματος και πόσο είχε χυθεί. Ο γέροντας κοίταξε γύρω και απάντησε: «Αυτό είναι το αίμα των αληθινών Χριστιανών!» Έδειξε έπειτα σε κάποια σύννεφα , και είδα πλήθος από αναμμένα καντήλια που έκαιγαν με άσπρη φλόγα. Άρχισαν να πέφτουν προς το έδαφος το ένα μετά το άλλο κατά δεκάδες και εκατοντάδες. Κατά την πτώση τους, σκοτείνιαζαν και γινόταν στάχτες. Τότε ο γέροντας μου είπε, «Κοίτα!», και είδα σε ένα σύννεφο εφτά καιγόμενα καντήλια. Ρώτησα ποιο είναι το νόημα των καιγομένων καντηλιών που πέφτουν στο έδαφος και μου απάντησε: «Αυτές είναι οι εκκλησίες του Θεού που έχουν πέσει σε αίρεση, άλλα αυτά τα εφτά καντήλια στα σύννεφα είναι οι εφτά Εκκλησίες της μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που θα μείνουν μέχρι τέλους του κόσμου!». Ο γέροντας στη συνέχεια, έδειξε ψηλά στον αέρα και είδα και άκουσα αγγέλους να ψάλλουν: « Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ!».Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων με κεριά στα χέρια τους μας προσπέρασαν, ενώ η χαρά φαινόταν να λάμπει στα πρόσωπά τους. Ήταν αρχιεπίσκοποι, μοναχοί, μοναχές, ομάδες λαικών, ενήλικες, νέοι, ακόμα και παιδιά και μωρά. Ρώτησα το θαυματουργό γέροντα ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι κι αυτός αποκρίθηκε: « Όλοι αυτοί είναι οι άνθρωποι που υπέφεραν για την Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και για τις άγιες εικόνες που βρέθηκαν στα χέρια αμαρτωλών καταστροφέων». Έπειτα ρώτησα το μεγάλο γέροντα, αν θα μπορούσα να κάτσω δίπλα τους. Ο γέροντας είπε: « Είναι πολύ νωρίς για σένα να υποφέρεις, επομένως το να καθίσεις μαζί τους δεν είναι ευλογημένο από το Θεό!» Είδα πάλι ένα μεγάλο πλήθος από νεογέννητα που υπέφεραν για το Χριστό από τον Ηρώδη και έλαβαν στέμμα από τον Επουράνιο Βασιλέα. Προχωρήσαμε περισσότερο και πήγαμε σε μια μεγάλη εκκλησία. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας με συμβούλευσε: «Δεν είναι ανάγκη να κάνεις το σταυρό σου, επειδή αυτό το μέρος είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως». Η εκκλησία ήταν σκοτεινή και καταθλιπτική. Στην Αγία Τράπεζα ήταν ένα αστέρι και ένα Ευαγγέλιο με αστέρια. Κεριά καμωμένα από πίσσα καιγόντουσαν και έτριζαν σαν καυσόξυλα. Το δισκοπότηρο στεκόταν εκεί, καλυμμένο με μια απαίσια βρωμιά. Υπήρχε κι ένα πρόσφορο με αστέρια. Ένας ιερέας στεκόταν μπροστά από την Αγία Τράπεζα με ένα πρόσωπο κατάμαυρο σαν πίσσα, και μια γυναίκα βρισκόταν κάτω από την Αγία Τράπεζα, καλυμμένη με κόκκινα και με ένα αστέρι στα χείλη της και ούρλιαζε και γελούσε σε όλη την εκκλησία λέγοντας: «Είμαι ελεύθερη!» Σκέφτηκα: « Θεέ μου, πόσο τρομερό!».

Οι άνθρωποι σαν τρελοί άρχισαν να τρέχουν γύρω από την Αγία Τράπεζα, φωνάζοντας, σφυρίζοντας και χειροκροτώντας. Μετά, άρχισαν να τραγουδούν άσεμνα τραγούδια. Ξαφνικά, ένας κεραυνός άστραψε, ένα φοβερό αστροπελέκι αντήχησε, η γη σείσθηκε και η εκκλησία κατέρρευσε, στέλνοντας τη γυναίκα, τους ανθρώπους, τον παπά και τους υπόλοιπους στην άβυσσο. Σκέφτηκα: «Θεέ μου πόσο τρομερό, σώσε μας!». Ο γέροντας είδε αυτό που είχε γίνει όπως και εγώ. Τον ρώτησα:»Πάτερ, πείτε μου, ποια είναι η σημασία αυτής της φοβερής εκκλησίας»; Αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι οι κοσμικοί άνθρωποι, οι αιρετικοί, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και αναγνώρισαν την πρόσφατη νεωτερίζουσα εκκλησία την οποία ο Θεός δεν έχει ευλογήσει. Σ’ αυτή την εκκλησία δεν νηστεύουν, δεν παρακολουθούν ακολουθίες και δεν λαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία»! Φοβήθηκα και είπα: « Ο Θεός μας ελεεί μα καταριέται αυτούς με θάνατο»! Ο γέροντας με διέκοψε και είπε: « Μη θρηνείς, μόνο προσευχήσου».
Έπειτα, είδα μια κοσμοσυρροή, καθένας από τους οποίους είχε ένα αστέρι στα χείλη και ήταν τρομερά εξαντλημένοι από τη δίψα, περπατώντας εδώ και εκεί. Μας είδαν και φώναξαν δυνατά: «Άγιοι Πατέρες, προσευχηθείτε για μας. Είναι πολύ δύσκολο για μας, επειδή εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε. Οι πατέρες και οι μητέρες μας δεν μας δίδαξαν το Νόμο του θεού. Ούτε το όνομα του Χριστού δεν έχουμε και δεν έχουμε λάβει ειρήνη. Απορρίψαμε το Άγιο Πνεύμα και το σημείο του σταυρού. Άρχισαν να κλαίνε. Ακολούθησα το γέροντα. «Κοίτα!», μου είπε δείχνοντας με το δάκτυλο του. Είδα ένα βουνό από ανθρώπινα πτώματα βαμμένα στο αίμα. Φοβήθηκα πολύ και ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των νεκρών πτωμάτων. Μου απάντησε: «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έζησαν μοναστική ζωή, απορρίφθηκαν από τον Αντίχριστο, και δεν έλαβαν τη σφραγίδα του. Υπέφεραν για την πίστη τους για τον Χριστό και την Αποστολική Εκκλησία και έλαβαν τους στεφάνους του μαρτυρίου πεθαίνοντας για τον Χριστό. Να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς τους δούλους του θεού!». Χωρίς προειδοποίηση ο γέροντας γύρισε στο βορρά και έδειξε με το χέρι του. Είδα ένα αυτοκρατορικό παλάτι, γύρω από το οποίο έτρεχαν σκυλιά. Άγρια τέρατα και σκορπιοί ούρλιαζαν και επιτίθονταν έχοντας προτεταμένα τα δόντια τους. Και είδα τον Τσάρο να κάθεται σ’ ένα θρόνο. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, άλλα ανδρείο. Έλεγε την ευχή του Ιησού. Ξαφνικά έπεσε σαν νεκρός άνθρωπος. Το στέμμα του έπεσε. Τα άγρια θηρία, οι σκύλοι και οι σκορπιοί τσαλαπάτησαν τον βασιλιά. Ήμουν φοβισμένος και έκλαιγα πικρά. Ο γέροντας με πήρε από το δεξί ώμο. Είδα μια φιγούρα σαβανωμένη στα άσπρα ήταν ο Νικόλαος ο Β’. Στο κεφάλι του ήταν ένα στεφάνι από πράσινα φύλλα, και το πρόσωπό του ήταν άσπρο και κάπως ματωμένο. Φορούσε ένα χρυσό σταυρό γύρω από το λαιμό του και ψιθύριζε ήσυχα μια προσευχή. Και μετά μου είπε με δάκρυα: «Προσευχήσου για μένα, Πάτερ Ιωάννη. 
Πες σε όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ότι εγώ ο Τσάρος μάρτυρας, πέθανα ανδρείως για την πίστη μου στο Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πες στους Άγιους Πατέρες ότι πρέπει να κάνουμε μια Παννυχίδα για μένα τον αμαρτωλό, αλλά δεν θα υπάρξει τάφος για μένα!» Σύντομα όλα έγιναν άφαντα στην ομίχλη. Έκλαψα πικρά προσευχόμενος για τον Τσάρο μάρτυρα. Τα χέρια μου και τα πόδια μου έτρεμαν από φόβο. Ο γέροντας είπε: «Κοίτα!». Μετά είδα μια κοσμοσυρροή από ανθρώπους διασκορπισμένους γύρω στη γη που είχαν πεθάνει από πείνα, ενώ οι άλλοι έτρωγαν γρασίδι και φυτά. Τα σκυλιά κατέτρωγαν τα σώματα των πεθαμένων, ενώ η δυσοσμία ήταν τρομερή. Σκέφτηκα: «Κύριε, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πίστη». Από τα στόματά τους έβγαιναν βλασφημίες και γι’ αυτό δέχθηκαν το θυμό του Κυρίου. Είδα, επίσης, ένα ολόκληρο βουνό από βιβλία και ανάμεσα στα βιβλία σέρνονταν σκουλήκια εκπέμποντας μια τρομερή δυσοσμία. Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν η σημασία αυτών των βιβλίων. Αυτός είπε: «Αυτά τα βιβλία είναι ασέβεια και βλασφημία που θα μολύνουν όλους τους Χριστιανούς με αιρετικές διδασκαλίες! Μετά ο γέροντας ακούμπησε το ραβδί του σε κάποια από τα βιβλία και άρπαξαν φωτιά. Ο άνεμος διασκόρπισε τις στάχτες. Στη συνέχεια είδα μια εκκλησία γύρω από την οποία ήταν στοίβα από δεήσεις για τους αποθανόντες. Έσκυψα και θέλησα να τις διαβάσω, αλλά ο γέροντας είπε: «Αυτές οι δεήσεις για τους πεθαμένους βρίσκονται εδώ πολλά χρόνια και οι ιερείς τις έχουν ξεχάσει. Δεν πρόκειται ποτέ να τις διαβάσουν, αλλά οι νεκροί θα ζητούν κάποιον να προσευχηθεί γι’ αυτούς!» Εγώ τον ρώτησα: «Ποιοι θα προσευχηθούν γι’ αυτούς;». Ο γέροντας αποκρίθηκε: « Οι Άγγελοι θα προσευχηθούν γι’ αυτούς».
Προχωρήσαμε πιο πέρα, και ο γέροντας τάχυνε το βήμα του τόσο που με δυσκολία τον προλάβαινα. «Κοίτα!», μου είπε. Είδα ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους να καταδιώκονται από τους δαίμονες οι οποίοι τους κτυπούσαν με πασσάλους, με δίκρανα και γάντζους. Ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των ανθρώπων. Μου αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι εκείνοι που απαρνήθηκαν την πίστη τους και άφησαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και δέχθηκαν την καινούρια νεωτερίζουσα εκκλησία. Αυτή η ομάδα, εκπροσωπεί τους ιερείς, τους μοναχούς, τις μοναχές, και τους λαικούς οι οποίοι απαρνήθηκαν τους όρκους τους, ή το γάμο τους, και δεσμεύθηκαν με το ποτό, την ανηθικότητα, και όλου του είδους τις βλασφημίες και τις διαβολές. Όλοι αυτοί έχουν τρομακτικά πρόσωπα και μια τρομερή δυσοσμία βγαίνει από τα στόματά τους. Οι δαίμονες τους κτυπούσαν, οδηγώντας τους στην τρομερή άβυσσο, από την οποία βγαίνουν οι φλόγες της κολάσεως. Ήμουν πολύ φοβισμένος. Έκανα το σημείο του σταυρού ενώ προσευχόμουν, ο Κύριος να μας αποτρέψει από τέτοια μοίρα!. Μετά, αντίκρισα μια ομάδα ανθρώπων, νέοι και γέροι μαζί, που ήταν όλοι ντυμένοι άσχημα, και κρατούσαν ψηλά ένα μεγάλο αστέρι με 5 σημεία. Σε κάθε γωνία ήταν 12 δαίμονες και στην μέση ήταν ο Σατανάς ο ίδιος με κέρατα και αχυρένιο κεφάλι. Έβγαλε ένα βλαβερό αφρό στους ανθρώπους, ενώ ανακοίνωνε αυτές τις λέξεις: «Σηκωθείτε εσείς οι καταραμένοι με τη σφραγίδα μου…» Ξαφνικά εμφανίστηκαν πολλοί δαίμονες με σιδερένιες σφραγίδες και πάνω σε όλους τους ανθρώπους τοποθέτησαν τη σφραγίδα: στα χείλη τους, στους αγκώνες και στο δεξί χέρι. Ρώτησα τον γέροντα: «Τι σημαίνει αυτό;» Και αποκρίθηκε: «Αυτό είναι το σημάδι του Αντιχρίστου!». έκανα το σταυρό μου και ακολούθησα το γέροντα.
Ξαφνικά, σταμάτησε και έδειξε προς την Ανατολή με το χέρι του. Είδα μια μεγάλη συγκέντρωση από ανθρώπους με χαρούμενα πρόσωπα που κουβαλούσαν σταυρούς και κεριά στα χέρια. Στο μέσο τους υπήρχε μια Αγία Τράπεζα τόσο λευκή όσο το χιόνι. Στην Αγία Τράπεζα υπήρχε ο σταυρός και το Άγιο Ευαγγέλιο και πάνω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο αέρας με ένα χρυσό αυτοκρατορικό στέμμα πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα «Για το άμεσο μέλλον». Πατριάρχες, επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, μοναχές και λαικοί στέκονταν γύρω από την Αγία Τράπεζα. Όλοι έψαλαν: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη». Από μεγάλη χαρά έκανα το σταυρό μου και δόξασα το Θεό. Ξαφνικά ο γέροντας κούνησε το σταυρό του προς τα πάνω τρείς φορές και είδα ένα βουνό από πτώματα καλυμμένα από ανθρώπινο αίμα και από πάνω τους πετούσαν Άγγελοι. Έπαιρναν τις ψυχές αυτών που είχαν δολοφονηθεί για το Λόγο του Θεού προς τα ουράνια ενώ έψαλλαν: «Αλληλούια!». Παρατήρησα όλα αυτά και έκλαψα δυνατά. Ο γέροντας με πήρε από το χέρι και μου απαγόρευσε να κλαίω. Ό,τι ευχαριστεί το Θεό είναι το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός υπέφερε και έχυσε το πολύτιμο αίμα του για μας. Κάποιοι σαν αυτούς θα γίνουν μάρτυρες, που δε θα δεχθούν τη σφραγίδα του Αντιχρίστου, και όλοι αυτοί που θα χύσουν το αίμα τους θα λάβουν ουράνια στέμματα. Ο γέροντας έπειτα προσευχήθηκε γι’ αυτούς τους δούλους του Θεού και στράφηκε στην Ανατολή καθώς τα λόγια του Προφήτη Δανιήλ βγήκαν αληθινά:
«Το βδέλυγμα της ερημώσεως».
Τελικά είδα το θόλο του ναού της Ιερουσαλήμ. Πάνω του ήταν ένα αστέρι. Μέσα στην εκκλησία εκατομμύρια άνθρωποι συνέρεαν και πάλι πολλοί προσπαθούσαν να μπούν. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας μου άρπαξε το χέρι και είπε: «Εδώ είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως». Έτσι μπήκαμε στην εκκλησία, που ήταν γεμάτη κόσμο. Είδα μια Αγία Τράπεζα, που έκαιγαν κεριά από λίπος ζώων. Στην Αγία τράπεζα ήταν ένας βασιλιάς με κόκκινα, φλογισμένος, πορφυρός. Στο κεφάλι του ήταν ένα χρυσό στέμμα με ένα αστέρι. Ρώτησα το γέροντα: «ποιος είναι αυτός;» Μου απάντησε: « Ο Αντίχριστος». Ήταν πολύ ψηλός με μάτια σαν φωτιά, μαύρα φρύδια, ξυρισμένο μούσι, θηριώδης, πανούργος, διαβολικός με τρομακτικό πρόσωπο. Ήταν μόνος του στην Αγία Τράπεζα και έτεινε τα χέρια του στους ανθρώπους. Είχε νύχια σουβλερά σαν τίγρης και φώναζε: «Είμαι βασιλιάς, είμαι Θεός. Είμαι ο Αρχηγός. Αυτός που δεν έχει τη σφραγίδα μου θα θανατωθεί.». Όλοι οι άνθρωποι έπεσαν κάτω και τον προσκύνησαν και εκείνος άρχισε να βάζει τη σφραγίδα του στα χείλη τους και στα χέρια τους, έτσι ώστε να μπορέσουν να λάβουν λίγο ψωμί και να μην πεθάνουν από πείνα και δίψα. Γύρω από τον Αντίχριστο, υπηρέτες του οδηγούσαν αρκετούς ανθρώπους που τα χέρια τους ήταν δεμένα, και δεν είχαν πέσει να τον προσκυνήσουν. Αυτοί είπαν: «είμαστε Χριστιανοί, και όλοι πιστεύουμε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό!» Ο Αντίχριστος σύντριψε τις κεφαλές τους αστραπιαία, και το Χριστιανικό αίμα άρχισε να ρέει. Ένα παιδί οδηγήθηκε μετά στην Αγία Τράπεζα του Αντιχρίστου να τον προσκυνήσει, άλλα τολμηρά διακήρυξε: «Είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, άλλα εσύ είσαι υπηρέτης του Σατανά»! θάνατος σ΄ αυτόν!» , αναφώνησε ο Αντίχριστος. Άλλοι που δέχθηκαν το σφράγισμα του Αντιχρίστου έπεσαν και τον προσκύνησαν. Ξαφνικά μια βοή από κοσμοσυρροή ξανακούστηκε και χιλιάδες φωτισμένες αστραπές άρχισαν να αστράφτουν. Βέλη άρχισαν να χτυπούν τους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Έπειτα, ένα μεγάλο φλεγόμενο βέλος άστραψε και χτύπησε τον Αντίχριστο τον ίδιο στο κεφάλι. Καθώς κουνούσε το χέρι του, το στέμμα του έπεσε και συνετρίβη στο έδαφος. Μετά εκατομμύρια πουλιά πέταξαν και κούρνιασαν στους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Ένιωσα το γέροντα να με παίρνει από το χέρι. Προχωρήσαμε περισσότερο, και είδα πάλι πολύ αίμα Χριστιανών. Ήταν εδώ που θυμήθηκα τις λέξεις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Βιβλίο της Αποκαλύψεως, ότι το αίμα θα έφτανε ως το χαλινάρι του αλόγου. Σκέφτηκα: «Θεέ μου σώσε μας!» Εκείνη τη στιγμή είδα Αγγέλους να πετούν και να ψάλουν « Άγιος, ‘Αγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ»!. Ο γέροντας κοίταξε πίσω και άρχισε να λέει: «Μη λυπάσαι, γιατί σύντομα, πολύ σύντομα θα έρθει το τέλος του κόσμου! Προσευχήσου στον Κύριο. Ο Θεός είναι εύσπλαχνος στους υπηρέτες του». Ο καιρός πλησίαζε στο τέλος του. Έδειξε στην Ανατολή, έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται. Κι εγώ προσευχήθηκα μαζί του. Μετά ο γέροντας άρχισε να απομακρύνεται γρήγορα από τη γη εις τας ουρανίους μονάς. Καθώς έκανε αυτό, θυμήθηκα ότι δε γνώριζα το όνομά του και έτσι ικέτεψα δυνατά: «Πάτερ πιο είναι το όνομά σου;» Τρυφερά απάντησε: «Σεραφείμ του Σαρώφ». Ένα μεγάλο κουδούνι χτύπησε πάνω από το κεφάλι μου, άκουσα τον ήχο και σηκώθηκα από το κρεβάτι. « Κύριε, ευλόγησε και βοήθησέ με μέσω των προσευχών του Αγίου Γέροντα! Με φώτισες, τον αμαρτωλό δούλο σου, τον ιερέα της Κροστάνδης.»

ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ – ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ

· Ένας φτωχός σου ζητεί να τον βοηθήσεις. Ο Αρχέκακος προσπαθεί τότε να στρέψει την καρδιά σου πρός την αδιαφορία. Πρόσεξε, μην παρασυρθείς. Διώξε απο μέσα σου τα απάνθρωπα αισθήματα. Ατένισε τον αδελφό σου με αγάπη και οικτιρμούς και βοήθησέ τον πρόθυμα. Είναι μέλος τού Χριστού και δικό σου – «αλλήλων μέλη εσμέν» (Εφες.δ΄ 25) – , είναι ναός τού Αγίου Πνεύματος. Ο Θεός τον αγαπά και τον υπολήπτεται όπως και σένα. 

· Μήν παραλείπεις την ελεημοσύνη. Πρέπει καθημερινά να την ασκής, χωρίς να δυσανασχετεί η καρδιά σου. Δεν δίνεις τίποτε το αληθινά δικό σου. Δίνεις ό,τι ανήκει στον Θεό, στα πενόμενα παιδιά τού Θεού. Δεν είσαι τίποτε άλλο παρά οικονόμος, διαχειριστής τής θείας περιουσίας. Να θεωρείς τον εαυτό σου ταπεινό υπηρέτη τών «ελαχίστων» αδελφών τού Κυρίου. Και, έτσι, να εκτελείς το χρέος σου με τρυφερή καρδιά, ταπεινά, αγόγγυστα. Καλείσαι να διακονής τον Χριστό, τον Κριτή και Βραβευτή. Σκέψου τι μεγάλη τιμή, τί υψηλό αξίωμα σού δόθηκε μ’αυτή την διακονία. Να είσαι λοιπόν « ιλαρός δότης». Μπορεί το χρήμα να έρχεται σ’εσένα εύκολα, χωρίς να καταβάλλης μεγάλους κόπους. Μοίραζέ το λοιπόν και σύ εύκολα, χωρίς να του πολυδίνης σημασία. Οι κόποι σου μπορεί να αμείβωνται καλά, ικανοποιητικά. Άς είσαι λοιπόν και σύ γενναιόδωρος στους άλλους. Πολλοί απ΄αυτούς δεν αμείβονται ανάλογα με την αξία τους. Να μη δίνεις στους άλλους ανάλογα με την αξία τους, αλλά ανάλογα με τις ανάγκες τους.

· Η προσφορά ελεημοσύνης στον φτωχό πρέπει να εμπνέεται απο την αγάπη προς τον πλησίον. Αλλοιώς δεν είναι ελεημοσύνη που εντέλλεται ο Χριστός. Άπλωνε το χέρι σου με αγάπη, χωρίς δύσθυμο καρδιά. Η ίδια η λέξη ελεημοσύνη φανερώνει ότι πρόκειται για προσφορά που πηγάζει απο την καρδιά, ότι πρέπει να νοιώθουμε έλεος, ευσπλαχνία, όταν δίνουμε κάτι στον φτωχό. Αλλά και κάτι άλλο προϋποθέτει το ευαγγελικό νόημα τής ελεημοσύνης : την συντριβή για τα αμαρτήματά μας, την επιθυμία να συγχωρηθούμε γι’αυτά. Γιατί λέγει η Γραφή : « Ελεημοσύνη εκ θανάτου ρύεται και αυτή αποκαθαριεί πάσαν αμαρτίαν» (Τωβ.ιβ’9). Όποιος κάνει ελεημοσύνη με κρύα διάθεση, αυτός δεν αναγνωρίζει τις αμαρτίες του, δεν έχει την αληθινή αυτογνωσία. Η ελεημοσύνη κάνει καλό, πριν απ΄όλα, στον ίδιο τον ελεήμονα.