Τὰ Χριστούγεννα των ποιητών(Δημ.Κοσμόπουλου)

ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/12/2005, Σελ.: B46-www.nektarios.gr

Οἱ ποιητές μᾶς διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα.


«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφημερίδα τῆς 25ης Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράμιλλα εἰκονιζόμενο στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):

Μὲ χρόνους μὲ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ,
κάποιος ἀμαθής, ἁμαρτωλὸς χυδαῖος,
καμμία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυμεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν μποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.

Ἂν ὁ Παπαδιαμάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶμα, ὅμως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήματος. Πάντως στὴν πεζογραφία μας, καὶ μάλιστα στὴ διηγηματογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαμορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγματα. Δειγματοληπτικὰ ὑπενθυμίζουμε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραμα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀμερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).

H δίψα γιὰ διάρκεια

Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήμαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσματος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε μέσα στὴν ποιητική μας παράδοση μορφικὰ ἐπιτεύγματα, τὰ πράγματα δὲν μένουν μόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτμόσφαιρας. Ἀλλά, μέσῳ τῆς μεταμορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώματος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: μὲ ἄλλα λόγια, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας του ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν – συχνὰ – αἱματηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδομένων.

Ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια μου καὶ τὰ χαρτιά μου» ἐντάσσει δυὸ κείμενα μὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφημος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαμαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάμπει τὸ νόημα τῆς γιορτῆς:

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός.

Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόημα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων ἀντιφάσεων:

Εἴδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,
τῆς νύχτας μέσα μου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ μέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά μου μιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)

Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα – καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα – παραπέμπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα / λάμπει τ᾿ ἀστέρι.

Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μία ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το / μπορεῖ νὰ φτάσει.

Παρόμοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης μὲ τὰ ποιήματα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει γιὰ τὴν παραμυθητικὴ σημασία τῶν Χριστουγέννων:

Κι ὅσο κι ἂν ματώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισμα ἅγιων ἡμερῶν
μόνο αὐτὸ σοῦ μένει
στὶς θύελλες μέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδομένη.

Ἡ βαθύτερη φλέβα

Ξανακερδίζουμε στὶς μέρες μας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦμε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου – τοῦ σώματος τῆς ἔμμετρης ποιητικῆς μας ἰδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας καὶ μελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμοὺς ποὺ μποροῦν νὰ συγκραθοῦν μὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δημιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ μίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ μὲ βάθος.

Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή μας ὅσον ἀφορᾶ τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία – ἐκφράζουν μία μυστικὴ βιωματικὴ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόμενοι ἀντηχεῖα μιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρημένο στὴ σύγχρονη μαζικὴ πραγματικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτημα. Ἐξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς μὲ τὸ ποίημα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε μία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:

Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσματα πῶς σ᾿ Ἕνα
ποτάμια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν ματωμένα
πὼς ματωμένοι θ᾿ ἄνοιγαν μαζί τους κι οἱ οὐρανοί.

Νεωτερικὲς ἐκφράσεις

Ὁ ἑλληνικὸς μοντερνισμὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς – ἀξεπέραστες ὡς σήμερα, ἐν πολλοῖς – κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται μονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται. Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα μὲ τὸ χαμηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ μοντέρνου καθημερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει. Ὡστόσο εἶναι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωμα νοήματος, ρητὴ ἢ διατυπούμενη ὡς αἴτημα, ἀποτελεῖ μία κορυφαία μοντερνιστικὴ ἀναζήτηση. Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς, στεκόμαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ μὲ τὰ τρία του ποιήματα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) μᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:

Δὲν περιμένω τὴν ὀσμὴ καμιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ μου, θὰ μὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιμενικὸν θαῦμα, θὰ φανῶ φάσμα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσμα.

Συγκεκριμένη πνευματικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη μὲ τὸ ποίημα «Παραμονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):

Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐμοί»,

ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μεθόδου, μεταμορφωτὴς ἑνὸς μηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐμφυλίου:

Σημαία / ἀκόμη / τὰ δόκανα στημένα στοὺς δρόμους /
τὰ μαγικὰ σύρματα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καμένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ μικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷμα τὸ αἷμα τὸ αἷμα.
(«Χριστούγεννα 1948»)

Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίημα γιὰ τὰ Χριστούγεννά μας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώμη μου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιημάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς». Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):

Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα. Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό. «Εἶδες – μου λέει – γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.

Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.

Οἱ ποιητές μας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἐλύτη:

Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος /
νά ῾ν᾿ ἥμερος νά ῾ναι ἄκακος /
λίγο φαΐ, λίγο κρασί /
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.

Ὁ κ. Δημήτρης Κοσμόπουλος εἶναι ποιητὴς καὶ δοκιμιογράφος.

Tα σπάργανα τού Χριστού(Λόγος αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕNΝΑΤΑΙ – ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΞΕΝΟΝ – ΜΕΓΑΛΥΝΟΝ

“ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ”

(Προεόρτια, Εόρτια και Μεθεόρτια)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάθε εορτή της Εκκλησίας μας, Δεσποτική και Θεομητορική, έχει τα Προεόρτια, την Εορτή και τα Μεθεόρτιά της, τα οποία καταλήγουν στην λεγομένη Απόδοση της εορτής. Με την σοφία τους οι Πατέρες καθόρισαν την τυπική διάταξη των εορτών μας πάντα με σκοπό να δοθή στους πιστούς το πλήρωμα του θεολογικού νοήματος της εορτής και το μεγαλείο της πίστεώς μας.

Συνεπώς και η εορτή των Χριστουγέννων έχει τα Προεόρτιά της την 24ητου μηνός Δεκεμβρίου, που είναι και η παραμονή της εορτής. Τα πάντα είναι Προεόρτια, ο Εσπερινός, ο Κανών του Άποδείπνου, ο Όρθρος και οι Μεγάλες Ώρες. Η προεόρτια Ακολουθία των Χριστουγέννων είναι πλούσια σε χαρά για τον ερχομό του Χριστού. Στον προεόρτιο Εσπερινό κάποιος ύμνος αναφέρει:

“Εν κυμβάλοις ηχήσωμεν εν ωδαίς αλαλάξωμεν η Χριστού ανάδειξις πεφανέρωται…”

“Προεόρτια άσματα διανοίας ευθύτητι της Χριστού Γεννήσεως προηχήσωμεν….”

“Προεορτάσωμεν λαοί Χριστού τα γενέθλια και επαίροντες τον νουν επί την Βηθλεέμ αναχθώμεν τη διανοία και κατίδωμεν την Παρθένον τοις ψυχικοίς οφθαλμοίς επειγομένην τίκτειν εν Σπηλαίω τον των όλων Κύριον και Θεόν ημών…..”

Ο υμνογράφος στο γεγονός της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού και της θεώσεως του ανθρώπου καλεί τον καθένα από εμάς ξεχωριστά να αλαλάξωμε με ώδές, να ηχήσουμε με κύμβαλα και να προεορτάσουμε υψώνοντας τον νουν και ανεβάζοντας την διάνοια στην Βηθλεέμ, όπου θα αντικρύσωμε την Θεοτόκο να γεννά στο Σπήλαιο τον Υιό και Λόγο του Θεού.

Το Προεόρτιο Απολυτίκιο “Απεγράφετο ποτέ σύν τω πρεσβύτη Ιωσήφ…..”παρομοιάζει το σπήλαιο με παλάτι για τον Ουράνιο Βασιλέα, τον φτωχό στη γη τόσο, ώστε “ουκ ήν τόπος εν τω καταλύματι” γι Αυτόν.

Μέσα από τα Καθίσματα, από τους προεορτίους Κανόνες του Όρθρου, τις Καταβασίες, τους Ειρμούς, τα Εξαποστειλάρια, τους Αίνους ξεχύνεται μια οικουμενική χαρά ότι ετέχθη ημίν σήμερον Σωτήρ.

“Ω των υπέρ νουν αρρήτων μυστηρίων! Τίκτεται Θεός επί γης δι’ ευσπλαγχνίαν…..”

“Ω μακαριστή της Θεόπαιδος κοιλία, ήτις νοητώς ουρανού μείζων εδείχθης…..”(Στιχηρό αίνων).

Οι Μεγάλες Ώρες της παραμονής των Χριστουγέννων μαζί με την Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου έχουν τί δικό τους προεόρτιο χρώμα. Οι Προφητείες παίζουν κι αυτές τον δικό τους ρόλο. Παλαιά και Καινή Διαθήκη συμψάλλουν τον “εν παντί καιρώ και πάση ώρα εν ουρανώ και επί γης προσκυνούμενον…. τον σαρκωθέντα δι’ ημάς και δια την ημετέραν σωτηρίαν”

Αυτή την ημέρα ο Εσπερινός της εορτής τελείται μετά την Θ` Ώρα και συμψάλλεται με την Θεία Λειτουργία.

Αντιθέτως πάλι τί να πρωτοθαυμάση κανείς στον Όρθρο της εορτής των Χριστουγέννων!

“Δεύτε ίδωμεν πιστοί πού εγεννήθη ο Χριστός…”

“Ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί…”

Η υμνολογία των Χριστουγέννων μετατρέπεται σε ένα Χριστολογικό υπόμνημα με σωτηριολογικό περιεχόμενο. Στον Όρθρο ψάλονται δυο Κανόνες. Ο πρώτος με την Καταβασία Χριστός γεννάται δοξάσατε…..ο οποίος είναι ποίημα του Κοσμά του Μαϊουμά και ο δεύτερος Κανών που είναι ποίημα του Ιωάννου Μοναχού….

Πρέπει να σημειωθή ότι τα Μεθεόρτια της εορτής των Χριστουγέννων διαρκούν έως την 31η Δεκεμβρίου, οπότε και αποδίδεται η εορτή. Στην Απόδοση ψάλλονται όλα τα ψαλλόμενα στην εορτή εκτός από τα Αναγνώσματα, την Λιτή και τον Πολυέλεο.

Τέλος, δεν θα πρέπη να παραλείψωμε τον σωτηριολογικό ρόλο της Παρθένου, αφού κάποιο τροπάριο των Αίνων αναφέρει Θεοτόκε Παρθένε η τεκούσα τον Σωτήρα ανέτρεψας την πρώτην κατάραν της Εύας. Ο Μ. Αθανάσιος θεωρεί καθοριστική την συμβολή της συμμετοχής της Παναγίας στην σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της Κτίσεως.

Η σάρκωση του Λόγου, όχι μόνον ως γεγονός, αλλά και ως τρόπος φανέρωσης, αποτελεί το μοναδικό γεγονός της ιστορίας. Κανένα άλλο πρόσωπο δεν ήρθε στη ζωή, όπως ήρθε ο Χριστός. Κι αυτό, γιατί αξιώθηκε η Παναγία να μετάσχη κατά την φυσική της ενέργεια στην κοινή ενέργεια της Θεότητος, δηλαδή στην ίδια τη ζωή του Θεού. Όλον τον τρόπο της Θείας γεννήσεως ως μοναδικού γεγονότος μαρτυρεί και η Κτίση με την εμφάνιση του αστέρος.

Η Παναγία από αυτή τη στιγμή χαρακτηρίζεται ως η νέα Εύα, γιατί ανατρέπει την κατάρα του θανάτου της παλαιάς Εύας. Και ο Χριστός είναι πλέον ο νέος Αδάμ, γιατί μόνον Αυτός θα μπορούσε να πετύχη την ανακαίνιση του πεπτωκότος ανθρώπου. Μόνον ο “εν σαρκί” επιφανείς Θεός Λόγος ως εικόνα του Πατρός, δηλαδή ως ζωοποιός Αρχή αφθαρσίας και αυτοζωΐας, θα μπορούσε να ανακαινίση τον άνθρωπο. Ο Μ. Αθανάσιος παρατηρεί ότι “…αληθώς ευδόκησε ο Θεός και Πατήρ ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ”.

Ας μας αξιώση, λοιπόν, ο τεχθείς εκ Παρθένου Κύριος να βιώσουμε το βαθύτερο νόημα της εορτής των Χριστουγέννων που είναι όχι μόνον πανανθρώπινο, αλλά και προσωπικό.

Τα Χριστούγεννα στην ποίηση του Κωστή Παλαμά.

του Κώστα Παπαδημητρίου, σ. Σχολικού Συμβούλου

Μαρτύριο Ταντάλου μοιάζει η πνευματική ζωή του ποιητή Κωστή Παλαμά. Η ψυχή του κλυδωνίζεται χωρίς αναπαμό ανάμεσα σε δύο αντίθετους πόθους, που ο καθένας τον τραβάει γοητευτικά προς τη μεριά του. Απ’ τη μια τον ταράζει η εωσφορική επανάσταση για τις χαρές της ζωής και της ύλης κι απ’ την άλλη η συγκινητική νοσταλγία προς το θείο, «το ωραίο και καθάριο τ’ ουρανού». Ανάλογο είναι και το ποιητικό και κριτικό του έργο. Παράλληλα με την αρχαία τραγωδία και τον διθύραμβο αντικαθρεπτίζεται και η αναστροφή του με τα ιερά κείμενα από το Ευαγγέλιο ως την υμνογραφία της Εκκλησίας.

Κάποτε δοκιμάζει «εκ της απιστίας την κάμπη και της αμφιβολίας τα καρφιά» (Π.Μ.Πολιτεία). «Έχει τη συνείδηση του σκεπτικισμού του, μα συχνά τον ενοχλεί τούτη η αρρώστια» (Άπαντα τ. 12, σελ. 445). Συχνότερα όμως μεταστρέφεται και νιώθει την ανάγκη να υψώση δέηση εξιλέωσης και θερμές ικεσίες. Με δέος προσβλέπει τότε στην αληθινή αλήθεια και ζητάει σωτηρία από τη μεγαθυμία του Θεού. Ζητάει μια ελπίδα φωτός, ένα καταφύγιο από το δαρμό της απιστίας. Αφήνει τότε να τον συγκινήσουν θέματα υπαρξιακά που τον μεταρσιώνουν πνευματικά και μας δίνει αναβλύσματα συναισθηματικά της ψυχής του, που κυλάνε σ’ ένα κανάλι τεχνουργημένο με σμιλεμένους στίχους ομορφοπλεγμένους σε αρμονικές στροφές. Τότε βρίσκει τον πραγματικό εαυτό του, η φωνή του γίνεται γλυκειά, μελωδική και οι στίχοι του παίρνουν το ρυθμό του παρακλητικού κασσιανισμού:

«Το σώμα, το αίμα Σου, Χριστέ μου / για να πιώ, / χτύπα τη σκέψη, σκότωσέ μου / το σκορπιό. / Δίχως να ψάχνω ο άθλιος μπροστά Σου / γυρευτής / της άχραντης αγνά ομορφιάς Σου / λατρευτής» (Δ.Σ. Θωμάς, 311)

Προσεγγίζει και ζη, υμνολογεί και δοξολογεί τις γιορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ιδιαίτερα στέκεται μπροστά στο «Μέγα μυστήριον» της ενανθρώπησης του Θεού, της αγάπης και της θείας συγκατάβασης, τα Χριστούγεννα. Τον θαμπώνει με τη λάμψη του το ανέσπερο φως του Άστρου της Βηθλεέμ:

«Τι φως και χρώμα κ’ εμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι / οπού στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχει φέρει! / Ποιός άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο! / Τ’ άλλα τ’ αστέρια θα’ βλεπαν το φωτεινό του δρόμο / κι από τη ζήλεια θα’ τρεμαν… / και μόνο όταν τα λαμπρά Χριστούγεννα θα’ μπουν / θαρρώ πως οι ακτίνες του μες την ψυχή μου λάμπουν».

Στο δεύτερο μέρος του ιδίου ποιήματος με τίτλο «Χριστούγεννα» καταφέρνει ο ποιητής και συνδυάζει τη μεγάλη αυτή γιορτή με τις παραδόσεις του λαού μας και τα έθιμα της χριστιανικής οικογένειας. Πόση οικογενειακή θαλπωρή δε σκορπίζουν σε μικρούς και μεγάλους οι στίχοι:

«Αχ! αχ!, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι / που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει! / Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά, λαμποκοπούν τα πιάτα, / Γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα!»

Επανέρχεται στο ίδιο ποίημα με στίχους πνευματικότερους. Θέλει με ταπείνωση να πλησιάση το θείο Βρέφος και να νιώση το λυτρωτικό μήνυμα που εκπορεύεται από την ταπεινή φάτνη. Πλησιάζει νοερά και αντικρύζει τον νεογέννητο Χριστό και με ταπείνωση και συντριβή δέεται με την αγνότητα μικρού παιδιού:

«Νάμουν του στάβλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι, / την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι! / Να δω την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του, / το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του / να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι, / κι από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι, / να μοσχοβοληθώ κι εγώ από την ευωδία / που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία. / Να ιδώ την Αειπάρθενο, να ιδώ το πρόσωπό της, / πως εκοκκίνισε, καθώς πρωτόειδε το μικρό της, / όταν λευκό, πανεύοσμο το προσωπάκι εκείνο / της θύμισ’ έτσι άθελα του Γαβριήλ τον κρίνο…».

Τέτοια λόγια σάλπισε η φωνή του ποιητή ‘κείνη την καλή του ώρα που συνταίριαζε μες την αγνή ψυχή του ένα από τα μελωδικότερα τραγούδια του. Απλό και πολύ ποτισμένο με στοχαστική χαρά και υπεράνθρωπη γαλήνη.

Τα πνευματικά ερεθίσματα από τη θεία μορφή του νεογέννητου Βρέφους είναι έντονα και χαράζονται βαθειά μέσα του. Τόσο που τον επηρεάζουν και στον ύπνο του. Βλέπει όνειρο που το διηγείται στη συλλογή του: «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου». Αποσπούμε το σχετικό κομμάτι:

«Στο πατρικό το εικονοστάσι το σκοτεινό βρέθηκ’ αγνάντια. Ανάμεσα στις εικόνες μια Παναγιά σαν αλυσοδεμένη μέσα στο γαλάζιο της μανδύα, μα πάντα στην όψη της κρατώντας μιαν αυστηρή προσήλωση σε κάτι υπερκόσμιο. Στην αγκαλιά της το Θεάνθρωπο Βρέφος.

Έξαφνα το Θεάνθρωπο Βρέφος σάλεψε σα να ήθελε να λυτρωθή από την αγκαλιά της Μητέρας του και νάβγη από τη φυλακή της εικόνας. Άπλωσε προς εμένα τα χεράκια του, μου χαμογέλασε και τα χεράκια του τα κράτησε αποπάνω μου, σα να ήθελε να μ’ ευλογήση, σα νάθελε να παίξη μαζί μου, με σάλεμα, μαζί περίχαρο και μυστικό και υπέρτατο, σαν παιδιού και σα Θεού.

Κ’ ένα μυστικό ψιθύρισμα χάϊδεψε τ’ αυτιά μου:

-Πιστεύεις;

Κ’ εγώ αισθάνθηκα πρωτάκουστη συγκίνηση και λύγισα τα γόνατά μου για να προσπέσω στα πόδια του. Αλλά κρατήθηκ’ αμέσως από κάποιο άλλο αίσθημα αμφιβολίας και περηφάνειας και του αποκρίθηκα:

-Πιστεύω πως ονειρεύομαι. Μακάρι να είταν αλήθεια. Όνειρο ωραιότερο δεν ξανάειδα, ούτε θα ξαναϊδώ. Ξέρω πως κοιμάμαι και πως θα φύγη τόνειρο.

Ακούστηκαν βροντόλαλες οι Χριστουγεννιάτικες καμπάνες (Άπαντα, τομ. 4, σελ. 291).

Τον κατέχει η αιώνια δίψα του καθαρού αγναντέματος των θείων οραμάτων φυλαγμένη από τη σκληρή κρυάδα των φιλοσοφικών θεωριών και της φυλακής του λογικού και σε τέτοιες στιγμές που είναι οι ουσιαστικότερες κινήσεις της ψυχής του, βυθίζει τον εαυτό του στα ενδότερα και αδιόρατα κρησφύγετα της ύπαρξής του και βλέπει με τα άϋλα μάτια του, μάτια μεταφυσικά, κόσμους υπερούσιους, «πράγματα κρυμμένα και αθώρητα». Διαβάζουμε στο ποίημα του «Τα μάτια της ψυχής μου»:

Στα βάθη της ψυχής μου, χαρίσματα θεϊκά / ολανοιγμένα νιώθω δυό μάτια μυστικά.

Δεν τα φωτίζει ο ήλιος που λάμπει για τη γη / και παίρνουν φως απ’ άλλη πιο καθαρή πηγή.

Στα βάθη της ψυχής μου, που πάθη ταπεινά / δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια φωτεινά.

Και βλέπω τα κρυμμένα, τ’ αθώρητα θωρώ, / τον άνθρωπο, την πλάση, τ’ αστέρια, τον καιρό.

Στα βάθη της ψυχής μου κι εκεί που δεν μπορείς / ποτέ σου νάμπης-νιώθω δυό μάτια ολημερίς…

Χειροπιαστά ξανοίγω τα πλάσματα του νου / κι απάνου μου σκυμμένους αγγέλους τ’ ουρανού.

Εκεί που η σκύλα η Έγνοια δεν πάει, δεν αλυχτά, / μέσ’ στην ψυχή μου κρύβω δυό μάτια ολανοιχτά.

Μια μέρα τ’ άλλα μάτια, που είναι από γη πλαστά / θα λυώσουν μες το μνήμα με το κορμί κλειστά.

Στα βάθη της ψυχής μου που πάθη κοσμικά / δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια μυστικά.

Αυτά δε θα κλειστούνε ποτέ, δε θα χαθούν, / ελεύθερα μια μέρα γοργά θα φτερωθούν.

Τα μάτια της ψυχής μου, τα μάτια τα θεϊκά / που μέσα μου ανοιγμένα τα νιώθω μυστικά,

ψηλότερ’ απ’ τ’ αστέρια, στον έβδομο ουρανό / θα τ’ ανταμώσουν πάλι το Φως το αληθινό.

Στην ίδια ποιητική ενότητα και κάτω από τον τίτλο «Μεσσίας» στηρίζονται πέντε ποιήματά του από τα οποία τα τέσσερα είναι αφιερωμένα στα Χριστούγεννα. Εκφράζει και σ’ αυτά τα συναισθήματα που πλημμυρίζουν την ψυχή του μπροστά στο θαύμα της ενανθρώπησης του Θεού.

Το πρώτο έχει επικεφαλίδα «Ένας Θεός». Σε τόνο εσωτερικό, προσωπικό, με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση μπροστά στη θεία Γέννηση, διαπιστώνει μιαν αλήθεια που συνέλαβε ενοραματικά η ψυχή του:

Ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός / και το κορμί μου γίνεται ναός, / δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή / μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπό μου λάμπει σαν αστέρι… / Στο Θεό φανήτε τώρα, ήρθεν η ώρα, / από τάγνωστα μυστικά σας μέρη, / Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου, Μάγοι -θεία βουλή το γράφει- / τα σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι / της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι! / Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια / στην καρδιά στην κούνια του σκυμμένα / με της αθανασίας τα τραγούδια, / υμνολογείτε σεις τη θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί / και το κορμί μου φάτνη ταπεινή, / βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός / ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!

Το δεύτερο ποίημα της ίδιας συλλογής επιγράφεται «Απόκρυφον Ευαγγέλιον». Σ’ αυτό νοερά ο ποιητής μεταφέρεται στο Όρος των Ελαιών, όπου συλλαμβάνει τη λυρική και παραστατική εικόνα να υμνούν τον Κύριο τα δέντρα και τα περιστέρια με το δικό τους τρόπο:

«Μια μέρα μόνος πρόβαλε στ’ Όρος εκεί κι εστάθη / έξω απ’ του κόσμου τις χαρές κι απ’ των κακών τα πάθη, / από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη της γης, ωραίος, / κι εκεί στου κέδρου ακούμπησε τη ρίζα ο Ναζωραίος. / Και με το πρώτο πάτημα και με το ανάβλεμμά του / το χόρτο στα ποδάρια του, τα δέντρα ολόγυρά του, / το κέδρο, των ροδόλευκων περιστεριών τα πλήθη, / και η φύση και η φτερουγιαστή και η ριζωμένη, ελύθη / σείστηκε και λυγίστηκε και οι φοινικιές που οι λαύρες / τις τρέφουν, κ’ οι τριανταφυλλιές που μόσχους κλέβουν / οι αύρες / κ’ οι μεστωμένες οι συκιές, κ’ οι ελιές οι καρποφόρες, / του Όρους πλούτη, συντροφιές του κέδρου, του ήλιου / κόρες, / και δέντρα και χαμόδεντρα και βότανα και βάτα / σκόρπισαν απ’ τα φύλλα τους κι απ’ τ’ άνθη τα δροσάτα, / κι από τις ρίζες τους βαθειά, μιαν άφραστη θυσία, / ένα τρανό υμνολόγημα στα πόδια του Μεσσία».

ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τα δέντρα με απορία κι έκσταση τον ρωτούν:

«Ξένε, ποιός είσαι, που χωρίς καμώματα και μάγια / μαγεύεις; Κοίτα! όπου πατάς άχραντα βγαίνουν βάγια! / Δεν κρύβεσαι, ας πορεύεσαι φτωχά, ταπεινωμένα / τίνος αγγέλου είσαι καρπός, τίνος Θεού είσαι γέννα;

Δε φοβερίζει ο λόγος Σου, μηδέ η ματιά σου καίει / πως τρέμουν έτσι αγνάντια Σου κ’ οι άγριοι Σαδδουκαίοι; /

Αλήθεια μ’ ένα λόγο Σου πως το κακό γιατρεύεις / κι ακόμα κι απ’ το θάνατο πας και νεκρούς γυρεύεις; /

Για ν’ ακολουθήσουν με το λυρικό δοξολόγημά τους τα περιστέρια:

«Αλλά ποτέ δεν έφεξε στα πάναγνα φτερά μας / τόσο μεγάλ’ η χάρη μας, τόσο βαθιά η χαρά μας, / σαν τώρα που Σε βλέπουμε… Κ’ είναι γραφτό μια μέρα / Θεός να θρονιαστής και Συ στον έβδομον αιθέρα, / κ’ εμείς μέσ’ στην εφτάθρονη μεγάλη Σου Εκκλησία, / λευκόφτεροι άγγελοι, ιερά σημάδια σου, Μεσσία, / και να γενή ο παράδεισος, που τάζεις εις αιώνας / με των δικαίων τα πνεύματα, φωτός περιστεριώνας!

Αλλ’ απ’ του κόσμου τάφθαρτα θαύματ’ αυτά κανένα / δεν είναι πιο γιγάντιο, δε λάμπει σαν Εσένα, / Κέδρο της Ιερουσαλήμ, δέντρο αγιασμένου τόπου / που ίσκιωσες και που ανάπαψες, δέντρο, τον Υιό του / ανθρώπου,

Κι από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη του κόσμου, ωραίος, / κάτου απ’ του κέδρου απόμενε τη σκέπη ο Ναζωραίος, / και φαίνονταν πως τίποτε δεν άκουγε κι απ’ όσα / σκορπούσε η φύση γύρω του με μαγεμένη γλώσσα. / Γιατί άλλη γλώσσαν άκουγε κι είταν αυτή του Υψίστου, / του Υψίστου που τον ένιωθε στα βάθη της ψυχής του!»

Το τρίτο ποίημά του έχει την επιγραφή «Αρχαία ζωγραφιά». Αναφέρεται κι αυτό στα Χριστούγεννα. Το διαπερνά κι αυτό μια εσωτερικότητα και μια λυρική νότα. Είναι από τα καλύτερα ποιήματα της θρησκευτικής μας ποίησης. Παραθέτουμε ένα κομμάτι:

«Κι από την άχραντη Μαριάμ που λάμπει στην πορφύρα, / κι από τον άγγελο, κι απ’ το θνητό, κι απ’ το Σωτήρα / θαρρείς πως βγαίνει μια φωνή και χύνεται στον αέρα: / -Δόξα εν Υψίστοις! Ένας Θεός γεννήθηκ’ εδώ πέρα!»

Τέλος το τέταρτο ποίημα της ενότητας «Μεσσίας» «Η νύχτα των Χριστουγέννων» χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, σε πρώτο πρόσωπο γραμμένο, είναι κάποιοι κρύφιοι και άδηλοι αναστεναγμοί της ψυχής του, που αναφέρονται στο θαυμασμό του μπροστά στο γεγονός της ενανθρώπησης του Θεού. Τον εμπνέει και του φτερώνει την ψυχή ο ήχος της καμπάνας που αναγγέλλει τη μεγάλη γιορτή.

Στο δεύτερο μέρος η σκέψη του ποιητή πετάει στη ζωή των πρώτων Χριστιανών. Υμνολογεί εκείνες τις ευλογημένες «Αγάπες» που «έδεναν τους ανθρώπους μια ψυχή». Αποκαλεί σ’ αυτές τις «αυγές της πίστης» και τις «χρυσαυγές» του κόσμου που έβλεπε ο άνθρωπος τον συνάνθρωπο αδελφό και ήξερε πως «τα βάσανα τα ξένα είναι και δικά του».

Και σε άλλες ποιητικές του συνθέσεις ο Παλαμάς αναφέρεται στο μεγάλο γεγονός της γέννησης του Χριστού.

Παραθέτουμε μερικούς στίχους που συναντούμε στους «Δειλούς και Σκληρούς Στίχους» και στη θεματική ενότητα «Γιορτές» (Άπαντα 9ος τ.)

«Χριστούγεννα και μέσα στη χιλιόδιπλη καρδιά μου μια σπηλιά κι ένας Χριστός γεννιέται….»

ΓΙΟΡΤΕΣ

Χριστούγεννα, ω, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια. / Του Χριστού λατρεία, αγάπες των τραγουδιστών, / Θαβώρ η φάτνη, ανοίγουν τα επουράνια, / του Χριστού, τ’ Αη Βασίλη, των Φωτών…

Ω, των παιδιών όνειρα, πόθοι των παιδιών / το θάμπος στους χορούς μπροστά των παιχνιδιών

ΤΕΤΡΑΦΩΝΟΣ ΨΑΛΜΟΣ

Φάτνη αλόγων. Μάγοι, Βοσκοί. Η Παρθένο. / Δόξα, έκσταση σε γη και σε ουρανό. / Ψηλάθε ένα άστρο, μάτι καρφωμένο. / Ένα βρέφος πλιο απ’ το άστρο φωτεινό

ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου, / Στην φάτνη βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δος μου. / Κι όσο θα ‘ρθή από Σε σταλτός ο χάρος να με πάρη, / κάμε συ, βρέφος, να σταθώ μπροστά στη θεία Σου χάρη. / Και κάμε λόγια τα έργα μου σαν των αγρών τα κρίνα, / προφητικά, φεγγοβόλα κάμε τα σαν εκείνα, / της νύκτας των απλών βοσκών. Γεννιόσουν και γρηκούσαν. / Τους ουρανούς ολάνυκτους που σε δοξολογούσαν.

Οι παραπάνω και άλλες υψηλές και μεγαλόπνοες ποιητικές δημιουργίες του Παλαμά, που εκφράζουν τη θέρμη της καρδιάς του και τον αυθορμητισμό του θυμικού του έχουν τη φύτρα τους στον πλούτο των εικόνων και των συναισθημάτων που χαράχτηκαν βαθιά μέσα του, όταν μικρό παιδί με τον παππού του στο Μεσολόγγι, είχε άμεση επαφή με το κάλλος της εκκλησιαστικής τελετουργίας και υμνολογίας. Αυτά ρίζωσαν βαθιά στην ύπαρξή του, έγιναν ατράνταχτο υπόστρωμα του ψυχικού του κόσμου και όπως αποκαλυπτικά γράφει «Στα Γράμματα προς τη Ραχήλ» «έγιναν ένα ύφασμα θρησκευτικό που με θερμαίνει και δεν το άφησα να σκοροφαγωθεί». Έτσι όσο κι αν φύσηξε αργότερα της αμφιβολίας ο βοριάς, δεν μπόρεσε να του μαράνη «της πίστης όλα τ’ άνθη».

Πάντοτε

«Σαν από τοίχου στ’ άφεγγο μια / τρύπα, τον ήλιο Σου έβλεπα, Θεέ / κι έβλεπα ανήμπορος προς το φως / μέσ’ στη νυχτιά μου, της άλλης πλάσης. / Σώστης το δάκρυ μου ας γίνει…»,

θα πη ο ίδιος.–

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ Ι.Μ.ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Προκαταβολικά πρέπει να σημειώσουμε, ότι η εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού ανήκει στις λεγόμενες πολυεικόνες, διότι απεικονίζει πολλά γεγονότα μαζί, που χρονικά και τοπικά απέχουν μεταξύ τους. Είναι και αυτός ένας τρόπος που χρησιμοποιείται από την Εκκλησία μας, για να παρουσιάζει και να βιώνει το γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως, ως ένα συνεχές παρόν.
«΄Οτε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν». (Γαλ. 4, 4-5).
Με αυτό το λιτό τρόπο περιγράφει η Καινή Διαθήκη το μεγαλύτερο γεγονός των αιώνων, τη σάρκωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Το ίδιο απέρριτα και λιτό, αποδίδουν το μεγάλο τούτο μυστήριο και οι ορθόδοξοι αγιογράφοι.
Ο Φώτης Κόντογλου αποδίδει πολύ παραστατικά το περιβάλλον, όπου λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα της Γεννήσεως του Κυρίου: «Εικόνισον βουνόν βραχώδες, αλλ’ εύχαρι και φωτεινόχρωμον, και εις το μέσον σπήλαιον, και μέσα εις αυτό φάτνην και τον Χριστόν νήπιον εσπαργανωμένον».
Είναι γνωστό ότι, ο Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ. Αυτό βεβαιώνεται και από τους Ευαγγελιστές Ματθαίο: «Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας» (2,1), και Λουκά: «Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις πόλιν Δαυίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ». (2,4).
Βηθλεέμ σημαίνει «οίκος άρτων». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, ο Ιησούς γεννήθηκε εκεί. Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του: «εγώ ειμί ο άρτος της ζωής…ο άρτος ο καταβάς εκ του ουρανού». (Ιωαν.6, 35 και 41).
Για σπήλαιο μας πληροφορούν αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, όπως ο Ιουστίνος, ο Ωριγένης κ.ά.
Για τη φάτνη αντλούμε πληροφορίες από το ευαγγέλιο του Λουκά: «και έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι». (2,7). Μέσα στη φάτνη ανακλίνεται το Θείο Βρέφος σπαργανωμένο. Ο Ουσπένσκυ αναφέρει χαρακτηριστικά:«Σπήλαιο, φάτνη, σπάργανα είναι δείγματα της κένωσης της θεότητας, της συγκατάβασής της, της άκρας ταπείνωσης Εκείνου, ο οποίος, αοράτος στη θεία Του φύση γίνεται ορατός εν σαρκί για χάρη του ανθρώπου, προδηλώνοντας έτσι το θάνατο και την ταφή Του, τον τάφο και τα σάβανα». Πραγματικά παρατηρώντας τη φάτνη, θα διαπιστώσουμε, ότι μοιάζει με τάφο και τα σπάργανα, με σάβανα της εποχής εκείνης.
Στην ορθόδοξη αγιογραφία η φάτνη εικονίζεται μέσα σε σκοτεινό σπήλαιο. Με το μαύρο χρώμα συμβολίζεται ο κόσμος, ο οποίος ήταν σκοτισμένος από την αμαρτία και φωτίζεται τώρα, με το φως του Χριστού. Μέσα στο σπήλαιο, πάνω από τη φάτνη ζωγραφίζονται ένα βόδι και ένας όνος. Η παράσταση αυτή είναι παρμένη από την προφητεία του Ησαΐα: «΄Εγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού, Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός μου ου συνήκεν». Επάνω από το σπήλαιο εικονίζεται ο ουρανός , από τον οποίο κατεβαίνει ακτίνα θεϊκού φωτός, στην οποία κρέμεται το αστέρι, σαν δροσοσταλίδα πάνω από το Χριστό, ο οποίος ως Θείο Βρέφος ανακλίνεται σπαργανωμένος μέσα στη φάτνη των αλόγων ζώων, διότι όπως λέει ο ΄Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «έμελλε να ελευθερώση ημάς από την αλογίαν».
Το πρόσωπο που κατέχει κεντρική θέση στην παράσταση και διακρίνεται για το μέγεθός του, είναι η Μητέρα του Θεού. Σε άλλες εικόνες εικονίζεται ξαπλωμένη με έκδηλη την κούραση στο πρόσωπό Της, σε άλλες μισοκαθισμένη, σε στάση ανάλαφρη για να φαίνεται με τον τρόπο αυτό η έλλειψη πόνων και συνεπώς η παρθενική γέννηση του Παιδίου. Εικονίζεται και γονατιστή –στοιχείο δυτικής καταγωγής- με τα χέρια σταυρωμένα να προσκυνά το Θείο Βρέφος.
Σε όποια στάση κι αν εικονίζεται η Παρθένος, το πρόσωπό Της παρουσιάζεται σκεπτικό και με διάχυτη μια γλυκιά μελαγχολία. Η Μαρία ακούει και βλέπει όσα θαυμαστά συμβαίνουν και «πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής». (Λκ. 3,19).
Στα αριστερά της εικόνας εικονίζεται ο ΄Αγγελος Κυρίου, ο οποίος ευαγγελίζεται στους ποιμένες«χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ». (Λκ. 2,10). Από τους ποιμένες ο ένας παρακολουθεί έκθαμβος τον ΄Αγγελο, ενώ ο άλλος καθιστός παίζει τη φλογέρα του. Πέρα του γεγονότος, ότι η παρουσία των ποιμένων αναφέρεται στις διηγήσεις των ευαγγελίων, στην εικόνα συμβολίζουν τους Ιουδαίους.
Στη δεξιά πλευρά της εικόνας ΄Αγγελοι κοιτάζοντας το άστρο δοξολογούν τον «εν υψίστοις Θεόν». Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρεται σε πλήθος Αγγέλων. «Και εξαίφνης εγένετω συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων τον Θεόν και λεγόντων, δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». (2, 13-14).
Κάτω από τους Αγγέλους και ανάμεσα στα βουνά που φαίνονται πίσω από το σπήλαιο, εικονίζονται οι τρεις Μάγοι, άλλωτε έφιπποι και άλλωτε πεζοί. Οι Μάγοι έχουν διαφορετικές ηλικίες, (νέος, μεσήλικας, γέροντας), ενώ τα άλογα τους έχουν διαφορετικό χρώμα το καθένα, (άσπρο, μαύρο και κόκκινο). Με τον τρόπο αυτό τονίζεται η αλήθεια, ότι ο Χριστός είναι «το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον»,ανεξάρτητα από ηλικία και κοινωνική θέση. Οι Μάγοι αντιπροσωπεύουν τους ειδολωλάτρες, οι οποίοι θα αποτελέσουν την εκκλησία που θα προέρχεται από τους εθνικούς. Η προσκύνηση των Μάγων έγινε μετά την περιτομή του Κυρίου. Επειδή όμως είναι στενά συνδεδεμένη με τη Γέννηση, εμφανίζονται ως δύο γεγονότα αναπόσπαστα. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας, οι Μάγοι που προσκύνησαν το Χριστό ήταν ανατολίτες αστρολόγοι. Η καταγωγή τους δεν είναι γνωστή. Τα δώρα που προσέφεραν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατάγονταν από κάποια χώρα της Ανατολής, πιθανόν από την Αραβία ή την Περσία.
Στο νεογέννητο Χριστό, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, προσέφεραν «χρυσόν και λίβανον και σμύρναν», (2,11). Η ερμηνεία που συμφωνεί με την παράδοση της Εκκλησίας, όσον αφορά τα δώρα των Μάγων είναι ότι, ο χρυσός προσφέρθηκε στο Χριστό ως βασιλέα, ο λίβανος ως θεό και η σμύρνα, με την οποία άλειφαν τους νεκρούς πριν από την ταφή, ως άνθρωπο.
Αξιοσημείωτη είναι η θέση του Ιωσήφ στην εικόνα. Δεν εικονίζεται, όπως η Μητέρα του Θείου Βρέφους κοντά σε αυτό, αλλά βίσκεται στην άκρη, διότι δεν είναι ο πατέρας του παιδιού, αλλά προστάτης της Αγίας Οικογένειας. Κάθεται συλλογισμένος ο Ιωσήφ, στο κάτω μέρος της εικόνας στηρίζοντας το κεφάλι του, με το αριστερό του χέρι. Η στάση αυτή του δικαίου Ιωσήφ ερμηνεύεται θαυμάσια από το δοξαστικό της Α΄ ΄Ωρας, της ακολουθίας των Χριστουγέννων, όπου ρωτά τη Θεοτόκο: «Μαρία, τι το δράμα τούτο, ο εν σοι τεθέαμαι; αντί τιμής αισχύνην, αντ’ ευροσύνης, την λύπην, αντί του επαινείσθαι, τον ψόγον μοι προσήγαγες. Ουκ έτι φέρω, το όνειδος των ανθρώπων».
Δίπλα στον Ιωσήφ, στηριγμένος στο ραβδί του και τυλιγμένος με προβιά, βρίσκεται ένας γέρος τσομπάνης και φαίνεται σαν να ρωτά τον Ιωσήφ, τι του συμβαίνει. Ο Ουσπένσκυ, στο πρόσωπο του γέροντα βλέπει το σατανά, που προσπαθεί να καλλιεργήσει στον Ιωσήφ, την αμφιβολία.
Στο άλλο άκρο, απέναντι από τον Ιωσήφ παρουσιάζονται δυο γυναίκες, που ετοιμάζουν το λουτρό του νεογέννητου. Η μία, ηλικιωμένη κρατά στην αγκαλιά της γυμνό τον Ιησού και με το χέρι της φαίνεται να δοκιμάζει τη θερμοκρασία του νερού, ενώ η άλλη, νέα στην ηλικία αδειάζει νερό μέσα στην κολυμβήθρα. Αυτή η σκηνή είναι παρμένη από το απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιακώβου, όπου αναφέρεται ότι, στο στάβλο, ο Ιωσήφ έφερε μια μαία και τη Σαλώμη, για να βοηθήσουν τη Θεοτόκο.
Στην ορθόδοξη αγιογραφία υπάρχουν και άλλες εικονογραφικές παραστάσεις της Θείας Γεννήσεως, που στηρίζονται στα κείμενα και στους ύμνους της εορτής.
Ενδιαφέρουσα είναι μία τοιχογραφία του 16ου αιώνα, η οποία βρίσκεται στο καθολικό της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου, στο ΄Αγιον ΄Ορος. Στην εικόνα δεσπόζει η Θεοτόκος, να κάθεται σε θρόνο με το Βρέφος στα γόνατά Της. Αυτή η παράσταση ανταποκρίνεται στα λεγόμενα του τροπαρίου των αίνων, της εορτής, που λέει:«Παρθένος καθέζεται τα Χερουβίμ μιμουμένη βαστάζουσα εν κόλποις Θεόν.
Εκτός από τις μορφές των Αγγέλων και των ανθρώπων, στην εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού υπάρχουν αντιπρόσωποι και από το φυτικό και από το ζωικό βασίλειο. ΄Ολη η κτίση έχει να προσφέρει κάτι στο νεογέννητο Χριστό: «Οι ΄Αγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε μητέρα Παρθένον». (Στιχηρό, εσπερινού Χριστουγέννων).
Η Γέννηση του Χριστού αποτέλεσε προσφιλές θέμα όχι μόνο αγιογράφων αλλά και ζωγράφων. ΄Ετσι συναντούμε πολλές «εικόνες», όπου εικονίζονται δεξιά του Θείου Βρέφους, η Θεοτόκος γονατιστή και αριστερά στην ίδια στάση ο δίκαιος Ιωσήφ, να προσκυνούν το Χριστό.
Αυτοί την παράσταση τη συνηθίζουν οι δυτικοί εικονογράφοι. Σε άλλες πάλι, παρόμοιες εικόνες το Θείο Βρέφος δεν διακρίνεται σχεδόν καθόλου, γιατί βρίσκεται ανάμεσα σε αρχαία χαλάσματα και περιστοιχίζεται από πλήθος ανθρώπων. Το σκηνικό συμπληρώνεται με άλογα, καμήλες και άλλα ζώα. Σε κάποιες άλλες, σπάνιες «εικόνες», πάνω στα χείλη του σπηλαίου είναι ζωγραφισμένα δύο μάτια, σαν να είναι ζωντανό το σπήλαιο. Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο δεν τονίζεται, αλλά αντιθέτως καταστρέφεται η απλότητα του μυστηρίου και τα νοήματα συγχέονται.
Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης

Στις αρχές της εικονογραφίας της Φάτνης

 

Κ. Χαραλαμπίδη, Μνήμη Ιωάννου Ευ. Αναστασίου,
Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 631-646

Η λέξη φάτνη (praesepe – praesepium στη λατινική γλώσσα)(1) που φιλοξένησε «τόν Δεσπότην ἡμῶν… κείμενον, ἐσπαργανωμένον, τό φρικτόν ἐκεῖν ο καί παράδοξον θέαμα» (2), απαντά στο Ευαγγέλιο μόνο του Λουκά (3) και στο μέρος όπου αναφέρεται η διήγηση της Γεννήσεως του Χριστού. Τα κανονικά Ευαγγέλια αν και δεν αναφέρουν καμιά είδηση για το βόδι και το γαϊδούρι στη φάτνη που γεννήθηκε ο Χριστός, εν τούτοις η πρώιμη χριστιανική εικονογραφία περιέλαβε στην παράσταση της Γεννήσεως του Χριστού και τα δύο παραπάνω ζώα, τόσο γνώριμα στην καθημερινή αγροτική ζωή των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Το βόδι σαν σύμβολο του Ευαγγελιστή Λουκά είναι γνωστό από την αρχαία χριστιανική παράδοση και την παλαιοχριστιανική εικονογραφία. Το γαϊδούρι που πρόσφερε τις υπηρεσίες του στη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα διαδραμάτισε το ρόλο του στο σωτηριώδες έργο του θείου αναβάτη του. Η υπάρχουσα ισχυρή παράδοση των απόκρυφων Ευαγγελίων αναφερόμενη στη διήγηση μεταξύ άλλων της παρουσίας βοδιού και γαϊδουριού στη Γέννηση του Χριστού (4), μετέχοντας στην προσκύνηση του, οδήγησε τους καλλιτέχνες των πρώτων χριστιανικών αιώνων στην παραγωγή εικονογραφικών σκηνών της μεγάλης αυτής δεσποτικής γιορτής, περιλαμβάνοντας και τα παραπάνω ζώα.

Νομίζω όμως, ότι περισσότερο από τις παραπάνω απόκρυφες διηγήσεις, οι παλαιοδιαθηκικές μαρτυρίες(5) για τα δύο αυτά ζώα ενέπνευσαν ιδιαίτερα τους γλύπτες της παλαιοχριστιανικής τέχνης. Στις προφητείες που αναφέραμε, στηρίζονται και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Η φάτνη στην οποία έκειτο ο Χριστός είναι η ίδια την οποία προανήγγειλε ο προφήτης, γράφει ο Ωριγένης (6). Γύρω απ’ αυτά τα δύο ζώα έχει καθιερωθεί μια συμβολική εξήγηση βασισμένη πάντοτε στην πατερική θεολογία. Ο Ωριγένης (7) πάλι χαρακτηρίζει το βόδι καθαρό ζώο και το γαϊδούρι ακάθαρτο, ενώ στα δύο αυτά ζώα προεικονίζονται οι δύο ληστές μεταξύ των οποίων σταυρώθηκε ο Χριστός ή επίσης οι Ιουδαίοι και οι Εθνικοί (8). Οι μυθολογικές και λατρευτικές παραδόσεις για τα υπόψη ζώα, που απαντούν στις αρχαίες ανατολικές θρησκείες (αιγυπτιακή, μιθραϊκή και άλλες), τα κατέστησαν ευρύτατα γνωστά στις τάξεις του ελληνορρωμαϊκού κόσμου. Η συμμετοχή των συγκεκριμένων ζώων στη Γέννηση του Χριστού, του αληθινού Θεού, είναι ο απόηχος της τελετουργικής παρουσίας των αντίστοιχων ζώων σε ειδωλολατρικές θρησκευτικές εκδηλώσεις της αρχαιότητας. Ανάμνηση των βιβλικών διηγήσεων που σχετίζονται με το γαϊδούρι, όπως είναι από την Π. Διαθήκη του Βαλαάμ και από την Κ. Διαθήκη της Γέννησης του Χριστού κατά πρώτο λόγο, της φυγής στην Αίγυπτο και τη(θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα συνιστά μεσαιωνική παρα -λειτουργική εκδήλωση της Δύσεως. Πρόκειται για τη λεγόμενη γιορτή των γαϊδουριών που εμφανίστηκε στη Γαλλία και άνθισε από το ΙΒ’ μέχρι τον ΙΕ’ αι. ως θρησκευτικό θέαμα και με ποικίλες άλλες όψεις (9).

Τα παρακάτω σχολιαζόμενα εικονογραφικά παραδείγματα με παράσταση της φάτνης και των ζώων ανήκουν στην παλαιοχριστιανική γλυπτική της Δύσεως κυρίως και χρονολογικά ανάγονται στον Γ-Ζ’ αι. (10). Η ομάδα αυτών των γλυπτικών έργων συνηγορεί στο να δεχτούμε την πρώιμη ύπαρξη προφορικής παράδοσης για τη συμμετοχή των ζώων στην προσκύνηση του θείου βρέφους και τη μεταγενέστερη, γύρω στον ΣΤ’ αι., εμφάνιση της γραπτής (Evangelium Pseudo- Matthaei). Ακριβώς πρόκειται για μια σειρά εικονογραφικών μνημείων που παραδίδουν πιστά, όπως φαίνεται, τις απόκρυφες επιδράσεις αφενός και την επίσημη εκκλησιαστική διδασκαλία αφετέρου θεμελιωμένη στον παλαιοδιαθηκικό προφητικό λόγο. Οι γλύπτες των έργων αυτών εγνώριζαν καλά την απόκρυφη καινοδιαθηκική γραμματεία που κυκλοφορούσε άνετα στο γεωγραφικό χώρο της ιταλικής χερσονήσου και όλου βέβαια του Orbis Christianus Antiquus. Έτσι σε παράσταση σαρκοφάγου του Γ’-Δ’ αι. του μουσείου Λατερανού Ρώμης (πίν. 1, εικ. α) διακρίνουμε το νεογέννητο Χριστό να είναι ξαπλωμένος επάνω σε ψηλή φάτνη μέσα στο σταύλο. Η κατασκευή της φάτνης μας θυμίζει τα μεγάλα πλεκτά από λυγαριά καλάθια της εποχής μας. Ο σταύλος απεικονίζεται με το σχήμα στεγασμένου χώρου κεραμοσκεπούς, στηριζόμενου σε χοντρά ξύλινα δοκάρια. Η μπροστινή πλευρά είναι εντελώς ανοιχτή για να φαίνονται τα απεικονιζόμενα. Επάνω από το σπαργανωμένο σώμα του Χριστού σκύβουν και το θερμαίνουν με τις αναπνοές τους ένα βόδι και ένα γαϊδούρι (11). Τα κεφάλια των ζώων είναι πλάϊ – πλάι. Το σώμα του γαϊδου – ριού κρύβεται πίσω από τη φάτνη. Στη δεξιά πλευρά της απεικονίζεται ποιμένας με υψωμένο το δεξιό χέρι του και με το αριστερό κρατώντας ραβδί. Η άρση του χεριού σημαίνει ότι χαιρετά το Χριστό ή ότι εκφράζει τη χαρά του, κηρύττοντας το κοσμοσωτήριο γεγονός της ενανθρώπησης του Χριστού, ως αντιπρόσωπος στην απεικόνιση αυτή του σωσμένου ανθρώπινου γένους. Φορεί ρωμαϊκή ποιμενική ενδυμασία και είναι αγένειος. Το ποιμενικό ραβδί (pedum) με το οποίο είναι εφοδιασμένος παρουσιάζει κύρτωση στο επάνω μέρος. Η επεισοδιακή αυτή σκηνή χωρίζεται με δέντρα φοινίκων απ’ τις άλλες απεικονίσεις που συμπληρώνουν όλη την οριζόντια εικονογραφική σύνθεση. Στις απεικονίσεις αυτές παρίστανται ανθρώπινες μορφές. Στο αριστερό άκρο φαίνονται οι μάγοι που αποχωρούν δι ‘ άλλης οδού, αφού προσκύνησαν και προσέφεραν τα δώρα στο σαρκωθέντα Χριστό(12), και στο δεξιό είναι η μορφή προφήτη που εμφανίζεται μερικές φορές σε σαρκοφάγους της κωνσταντίνειας εποχής. Εικονίζεται κατά πρόσωπο και φέρει πολύπτυχο χιτώνα, κρατώντας ειλητάριο στο αριστερό χέρι για να δηλώσει έτσι την προφητεία του για την έλευση του Χριστού στη γη.

Η ίδια αυτή λεπτομέρεια επαναλαμβάνεται σε διάζωμα σαρκοφάγου του τέλους του Δ’ αι., του μουσείου Λατερανού πάλι (πίν. 1, εικ. β). Σ’ αυτό το παράδειγμα ο προφήτης στρέφει το πρόσωπο του προς τα δεξιά, κατέχοντας το αριστερό άκρο του διαζώματος. Στο προβαλλόμενο αριστερό χέρι του κρατεί σφιχτά το χειρόγραφο. Εικονίζεται αγένειος και βρίσκεται δίπλα σ’ ένα ποιμένα γενειοφόρο. Ο τελευταίος φέρει ψηλό ραβδί κυρτωμένο, που φθάνει μέχρι το ύψος του κεφαλιού του, και κοιτάζει τον προφήτη. Σ’ ένα άλλο παράδειγμα σαρκοφάγου (πίν. 2, εικ. α) που ταυτίζεται χρονολογικά με το προηγούμενο και ανήκει στο ίδιο μουσείο, ο ποιμένας καταλαμβάνει το δεξιό σχεδόν άκρο της σύνθεσης δίπλα σε δύο δέντρα. Παρουσιάζει ενδυματολογική ομοιότητα με την αντίστοιχη μορφή του έργου του Λατερανού (πίν. 1, εικ. α). Διαφέρει όμως στις χειρονομίες, διότι αντί του δεξιού υψώνει το αριστερό χέρι. Παρόμοια στάση των ζώων, που είδαμε στη σαρκοφάγο αυτή (πιν. 1, εικ. α), απαντά σε κάλυμμα της λεγόμενης μεγάλης σαρκοφάγου – διαζώματος των ετών 320-325, στο Εθνικό Μουσείο Ρώμης (πιν. 2, εικ. β). Στην παράσταση αυτή της Γεννήσεως του Χριστού ο ποιμένας κοντά στα πόδια του Χριστού βρέφους στηρίζει το κεφάλι του στην παλάμη του υψωμένου αριστερού χεριού του και το σώμα του στο ραβδί, ακουμπώντας με το δεξιό χέρι. Είναι, νομίζω, από τις αρχαιότερες παραστάσεις της εικονογραφικής λεπτομέρειας του στηριζόμενου στο ραβδί του ποιμένα. Το ραβδί του ποιμένα, όμοιο με ρόπαλο, κοντό στις διαστάσεις, απεικονίζεται στη σχετική παράσταση σαρκοφάγου του Δ’ αι., που εκτίθεται στο Επιγραφικό Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης της γαλλικής πόλης Arles (πίν. 3). Φανερή είναι η ρωμαλέα εμφάνιση του ποιμένα που θυμίζει πρότυπα αρχαιοελληνικής γλυπτικής και μάλιστα τη θεματολογία των άθλων του Ηρακλή. Σ’ ό,τι αφορά τη μορφή της φάτνης στα τρία παραπάνω έργα, παρατηρείται διάφορος τρόπος κατασκευής. Στην ανάγλυφη παράσταση της Α rles εξαίρεται η μισοξαπλωμένη στάση του Χριστού επάνω στη φάτνη.

Μια άλλη σαρκοφάγος του Δ’ αι., που ανήκει στο μουσείο του Λατερανο ύ (πιν. 4), παρουσιάζει εικονογραφικά ενδιαφέροντα για το θέμα μας. Η ξυλόστεγη σκεπή του σταύλου φαίνεται περισσότερο, καθότι είναι εντελώς επικλινής. Τα δύο ζώα βρίσκονται πλάγια εκτελεσμένα από τον καλλιτέχνη, στα πόδια της φάτνης. Και σ’ αυτή τη σαρκοφάγο φαίνεται ακριβώς μόνο το κεφάλι του γαϊδουριού. Στην αριστερή πλευρά της παράστασης έχουν προσεγγίσει στα ζώα οι τρεις μάγοι με τα δώρα στα χέρια, ακολουθούμενοι από μια καμήλα, το μεταφορικό μέσο τους. Είναι ντυμένοι με περσική ενδυμασία και φορούν φρυγικό σκούφο. Στο δεξιό μέρος και δίπλα απ’ το κεφάλι του νεογέννητου βρέφους προβάλλει η μορφή του ποιμένα, που φέρει εξωμίδα. Οι κινήσεις του είναι όμοιες με εκείνες του ποιμένα του πρώτου έργου κατά σειρά που σχολιάσαμε (πίν. 1, εικ. α). Δίπλα ακριβώς στον ποιμένα στέκεται η Θεοτόκος, ντυμένη με μακρύ πολύπτυχο χιτώνα και μαφόριο. Το βλέμμα της είναι στραμμένο προς την αντίθετη πλευρά. Πρέπει να προστεθεί ακόμη ότι δέντρα διακοσμούν τα δύο άκρα της όλης παράστασης. Οι μορφές αυτές του ποιμένα και της Θεοτόκου μαζί υπάρχουν επίσης στην απεικόνιση της φάτνης στο δεξιό μέρος του καλύμματος της σαρκοφάγου, ονομαζόμενης Α delphia, των ετών 340-345, στο Εθνικό Μουσείο της σικελικής πόλης Συρακούσας (πίν. 5, εικ. α). Πρόκειται για σαρκοφάγο που στην μπροστινή πλευρά της και μέσα σε clipeus, δηλαδή ασπίδα, παρίστανται οι προτομές του κόμη Valerius και της Α delphia, συζύγων, περιστοιχιζομένων από άλλες βιβλικές σκηνές.

Ενώ η θέση του ποιμένα είναι καθιερωμένη σχεδόν, αλλάζει στάση στο σχολιαζόμενο μνημείο. Το κεφάλι του στρέφει προς τα δεξιά, δηλαδή αντίθετα στη θέση του Χριστού. Η Θεοτόκος που είναι πλάϊ στον ποιμένα, στο άκρο της όλης σύνθεσης, έχει κατενώπια στάση και φέρει το δεξιό χέρι στο στήθος. Αλλά και ο σταύλος, η φάτνη του Χριστού, η θέση των ζώων και οι τρεις μάγοι στο αριστερό μέρος έχουν την ίδια διάταξη, όπως ακριβώς οι αντίστοιχες λεπτομερειακές σκηνές στη σαρκοφάγο του Λατερανο ύ (πιν. 4). Γνωρίζοντας τη ρωμαϊκή καταγωγή και των δύο έργων και τη χρονολογική ταύτιση τους μέσα στον Δ’ αι. μπορούμε να τα αποδώσουμε στο ίδιο καλλιτεχνικό εργαστήριο. Στο παράδειγμα της Α rles (πίν. 3) τα δύο αυτά πρόσωπα καταλαμβάνουν θέσεις δεξιά και αριστερά από τη φάτνη. Κοντά στο κεφάλι του Χριστού είναι η Θεοτόκος εντελώς καλυμμένη σύμφωνα με την ανατολική ενδυματολογική συνήθεια, ενώ ο ποιμένας εικονίζεται δίπλα στα πόδια του θείου βρέφους, όπως είδαμε προηγουμένως.

Η στάση απεικόνισης των ζώων στην πίσω πλευρά της φάτνης, δηλαδή στο βάθος της παράστασης (πίν. 1, εικ. α, πίν. 3), επαναλαμβάνεται αργότερα στον Ε’ αι. σε ανάγλυφο τεμάχιο του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών (πίν. 5, εικ. β) και στα μέσα του ΣΤ’ αι. στην αντίστοιχη παράσταση σε διάχωρο του ερεισίνωτου του ελεφάντινου θρόνου του επισκόπου Μαξιμιανού στο Αρχιεπισκοπικό Μουσείο της Ραβέννας (13). Τα ζώα στο τελευταίο μνημείο έχουν απομακρυσμένα τα πρόσωπα μεταξύ τους αλλά και από το σώμα του Χριστού. Το αντίθετο συμβαίνει, δηλαδή τα πρόσωπα είναι ακουμπισμένα στη φάτνη και εγγίζουν το ένα το άλλο, στο μνημείο του μουσείου του Λατερανού (πίν. 1, εικ. α). Στο εικονογραφικό παράδειγμα της Ραβέννας διακρίνεται και η σημαντική απεικόνιση του άστρου της Βηθλεέμ (οκτάκτινο) στο επάνω μέρος του διάχωρου και μεταξύ των κεφαλιών των ζώων. Αλλά και η προτίμηση από τους καλλιτέχνες ιεραρχικής σειράς απεικόνισης των ζώων, απ’ τα αριστερά το βόδι, ακολουθώντας το γαϊδούρι, είναι συνηθισμένη στα περισσότερα μνημεία που εξετάζουμε. Στα δύο μνημεία του Λατερανού (πίν. 1, εικ. α και 4) ενώ υπάρχουν ομοιότητες εικονογραφικής διάταξης και εκτέλεσης, σημειώνονται όμως και διαφορές στην εικονογράφηση των μάγων. Πρόκειται για τις δύο σκηνές, δηλαδή της άφιξης τους στο δεύτερο έργο, για να προσκυνήσουν και να προσφέρουν τα δώρα τους στον ουράνιο βασιλιά, και της αναχώρησης τους στο πρώτο μνημείο, για να επιστρέψουν στη χώρα τους.

Διαφορετική εικονογραφική διάταξη και σύνθεση ως προς τα πρόσωπα απαντά σε λεπτομέρεια του ελεφάντινου καλύμματος Ευαγγελιαρίου του Ε’ αι., στο θησαυροφυλάκιο του καθεδρικού ναού του Μιλάνου (πίν. 6). Το κτισμένο παχνί με την ισόδομη τοιχοποιία και το άνω μέρος, που καταλήγει σε μια ξύλινη κατασκευή, παρουσιάζεται πλουσιότερο. Απεικονίζεται λοιπόν μια καλύβα (tugurium). Η στάση των ζώων παρουσιάζει κάποια παραλλαγή, διότι το γαϊδούρι είναι λίγο απομακρυσμένο απ’ το βόδι. Το στέγαστρο της καλύβας διαφέρει στο μνημείο αυτό, διότι οι τέσσερις κολώνες που το στηρίζουν είναι κυρτωμένες και διακρίνεται το βάθος. Στο αριστερό μέρος παρίσταται κτιστός ισόδομος τοίχος με άνοιγμα απ’ το οποίο προβάλλει το σώμα του γαϊδουριού σκυμμένο επάνω στη φάτνη, ζεσταίνοντας με τα χνώτα του το βρέφος -Χριστό. Στην αριστερή πλευρά κάθεται ο Ιωσήφ φορώντας ιμάτιο που καλύπτει μόνο το μισό και αριστερό μέρος του σώματος του και είναι ανυπόδητος. Με το αριστερό χέρι του κρατεί πριόνι διπλής χρήσης, που στηρίζεται στο έδαφος, χαρακτηριστικό γνώρισμα του επαγγέλματος του (τέκτων). Στη δεξιά πλευρά έχει τοποθετηθεί καθισμένη η Θεοτόκος με μακρύ χιτώνα, υψώνοντας τον με το αριστερό χέρι της επάνω απ’ τον αντίστοιχο ώμο. Η διάταξη προσώπων και ζώων στο υπόψη παράδειγμα υπενθυμίζει την αντίστοιχη παράσταση σε μια ορθογώνια πλευρά κιβωτίου, κατασκευασμένου από ελεφαντοστό, των αρχών του Ε’ αι., στο Victoria and Albert Museum του Λονδίνου (15). Η εικονογραφική συγγένεια των έργων του Μιλάνου και του Λονδίνου ως προς τη σκηνή της φάτνης της Βηθλεέμ και τις άλλες καινοδιαθηκικές παραστάσεις οδηγεί στην αποδοχή κοινής γεωγραφικής προέλευσης, συγκεκριμένα απ’ το βορειοϊταλικό χώρο.

Νέα εικονογραφικά στοιχεία και διαφορετικές θέσεις των πρωταγωνιστών και των δύο ζώων στη φάτνη περιλαμβάνονται σε εγχάρακτη παράσταση επάνω σε γυαλί του Ζ’ αι., που ανήκει στην ιδιωτική συλλογή Vettori (πίν. 7). Στο μέσο της ωοειδούς αυτής απεικόνισης παρίσταται ορθογώνιο παραλληλόγραμμο κατασκεύασμα κάθετα τοποθετημένο με τέσσερα διάχωρα σταυροειδώς χωρισμένα, δηλώνοντας την αρχιτεκτονική μορφή του σταύλου. Στο σημείο διασταύρωσης των τεσσάρων δοκών κείται ο τεχθείς Χριστός σπαργανωμένος σε μια μικρή φάτνη που επινόησε ο καλλιτέχνης. Από επάνω το λαμπρό άστρο της Βηθλεέμ ρίχνει μια ακτίνα στο κεφάλι του. Πίσω απ’ το Χριστό και από κάθε άνοιγμα της επάνω σειράς του σταύλου προβάλλουν τα κεφάλια κατά μέτωπο του βοδιού και του γαϊδουριού. Στο αριστερό άκρο και κατά αντιστοιχία σχεδόν προς τη θέση του αστεριού είναι χαραγμένο μισοφέγγαρο. Η εμφάνιση των φυσικών στοιχείων δηλώνει τη μετοχή αυτών στην αποκάλυψη της ταπεινότητας του θείου μεγαλείου. Στο πρώτο επίπεδο και σε παράλληλη πλάγια θέση προς τον ξαπλωμένο Χριστό κείται κατά τον ίδιο τρόπο η Θεοτόκος, καθισμένη σε κρεβάτι απλής μορφής, στηριζόμενο σε τέσσερα χαμηλά πόδια. Η ήρεμη και ατάραχη αυτή θέση της Θεοτόκου φανερώνει την απουσία σωματικού κόπου και εξάντλησης απ’ τον τοκετό και αποτελεί μια από τις εικονογραφικές κατηγορίες της Γεννήσεως του Χριστού που επικρατεί στο εξής σ’ όλη την ανατολική εικονογραφία (16). Στην αριστερή πλευρά κάθεται ο Ιωσήφ επάνω σε βάθρο (scamnum) εμπρός απ’ τα πόδια της Θεοτόκου. Το σώμα του είναι γυρισμένο προς αυτήν, ενώ το πρόσωπο κοιτάζει κατενώπιο. Με το αριστερό χέρι ακουμπισμένο στο πρόσωπο αναλογίζεται το άρρητο γεγονός της υπερφυσικής γέννησης του Χριστού.

Η στάση των αντωπών ζώων στη φάτνη είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα σε ανάλογες παραστάσεις σαρκοφάγων. Στην εικονογραφική αυτή περίπτωση ανήκει η σαρκοφάγος, ονομαζόμενη της Στηλιχούς, του αγίου Αμβροσίου, του Δ’ αι., στη βασιλική του Αγίου Αμβροσίου του Μιλάνου (πίν. 8). Στα δύο ακρωτήρια του αετώματος του καλύμματος της σαρκοφάγου παρίσταται το βόδι στο αριστερό και το γαϊδούρι στο δεξιό, σε θέση αντιμέτωπη. Και τα δύο ζώα είναι καθισμένα με τα λυγισμένα πόδια τους στο έδαφος. Στη φάτνη, που έχει το σχήμα απλού κρεβατιού με ερεισίνωτο, είναι ξαπλωμένος ο Χριστός με το κεφάλι στο αριστερό μέρος. Στις δύο γωνίες του αετώματος εικονίζονται δύο πουλιά με ανοιχτά φτερά, πιθανώς αετοί, που γυρίζουν τα νώτα τους στα δύο ζώα και τσιμπούν με τα ράμφη τους τους καρπούς, με τους οποίους είναι γεμάτα τα δύο κοφίνια ανά ένα μπροστά σε κάθε πουλί. Στην εικονογραφική αυτή ομάδα ανήκει και μια άλλη σαρκοφάγος από τη βορειοϊταλική πόλη Μ antova (17), παραδίδοντας την ίδια διάταξη των ζώων.

Τέλος παρατηρείται, ότι στη σκηνή της φάτνης ενδέχεται να λείπει η Θεομήτωρ, αλλά ποτέ το βόδι και το γαϊδούρι, όπως είδαμε π.χ. στις σαρκοφάγους του Λατερανού (πίν. 1, εικ. α), της βασιλικής του Αγίου Αμβροσίου του Μιλάνου (πίν. 8) και του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών (πίν. 5, εικ. β). Όλες αυτές οι παλαιοχριστιανικές μαρτυρίες, που αναφέραμε στη μελέτη αυτή, καλύπτουν μια εποχή μερικών αιώνων κατά τη διάρκεια της οποίας διαμορφώθηκε το εικονογραφικό σχήμα της φάτνης των Χριστουγέννων με τα δύο ζώα, για να περάσει πια έτοιμο στη βυζαντινή και στη δυτική εικονογραφία.

 


 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1). Για την ετυμολογία του όρου βλ. Stephanus, Thesaurus Graecae Linguae VII, σ. 676-678. Η λέξη προέρχεται από το απαρέμφατο φαγείν, του οποίου παράγωγα είναι τα φάγνη και φάτνη, ή ακόμη από το ρήμα πατώ, εσθίω, ως το πάσασθαι, του οποίου παράγωγα είναι τα πάτνη και φάτνη. Κατά τους Η. G. Liddell και Κ. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Δ΄, σ. 520-521, φάτνη είναι το παχνί, το σκαφίδιο ή η θέση μέσα στην οποία τοποθετείται η τροφή των ζώων. Ο Ιωάννης Σταματάκος στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, Γ’, σ. 2832, ορίζει ότι η φάτνη είναι ξύλινο κατασκεύασμα ή κοιλανθέν τμήμα κορμού δέντρου για την εναπόθεση της τροφής των ζώων. Για τους λατινικούς όρους praesepe ή praesepium βλ. Roberti Stephani, Thesaurus Graecae Linguae , III, σ. 604. Στην ίδια γλώσοα απαντά και η λέξη stabulum (= σταύλος) που ανήκει στη δημώδη διάλεκτο. Βλ. Latin Dictionary, Lewis and Shorts , Oxford, σ. 1749 – 1750.

(2). Ιω. Χρυσοστόμου, Εις τον μακάριον Φιλογόνιον, Ρ G 48, 753.

(3). 2,7: «καί ἔτεκεν τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν φάτνῃ». – 12: «καί τοῦτο ἡμῖν σημεῖον, εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον καί κείμενον ἐν φάτνῃ». -, 16: «καί ἦλθαν σπεύσαντες, καί ἀνεῦρον τήν Μαριάμ καί τόν Ἰωσή φ καί τό βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ. Ο όρος απαντά και στην Π. Διαθήκη, όπως π.χ. Β’ Παραλειπομένων 32,28. Αββακούμ 3,17 κλπ., στον ραββινικό ιουδαϊσμό και στην πρώιμη εκκλησιαστική ιστορία. Γι αυτά βλ. όμως το λήμμα φάτνη στο Τ heologisches Worterbuch yum NeuenTestament , IX, σ. 51-57.

(4). Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου, XXII, 2: «καί ἀκούσασα Μαριάμ ὅτι ἀναιροῦνται τά βρέφη, φοβηθεῖσα ἔλαβε τό παιδίον καί ἐσπαργάνωσεν αὐτό καί ἔθηκεν ἐν φάτνῃ βοῶν». Pseudo-Matthaei Evangelium, XIV : «Tertia autem die nativitatis Domini nostril Jesu Christi beatissima Maria egressa est de spelunca, et ingressa stabulum posuit puerum suum in praesepio, quem bos et asinus adoraverunt. Tunc adimpletum est quod dictum est per Isaiam prophetam dicentem  : Cognovit bos possessorem suum et asinus praesepe domini sui. Ipsa ergo animalia, bos et asinus, in medio eum habentes incessanter adorabant eum. Tunc impletum est quod, dictum et per Abacuc prophetam dicentem  : In medio duorum animalium innotesceris. In eodem loco moratus est Joseph cum Maria tribus diebus».

(5). Αββακούμ 3,2: «Κύριε, κατενόησα τά ἔργα σου καί ἐξέστην, ἐν μέσῳ δύο ζώων γνωσθήσῃ και Ησαΐα 1,3: «ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ…».

(6). Homilia XIV in Lucam, PG 13, 1832C: «cognovit bos possessorem suum, et asinus praesepe domini sui». Πρβλ. και Προυδέντιο, Cathemerinon XI, Ρ L 59, 896: «Β ovem et asinum ad Domini praesepe intellige, quod piar credidit antiquitas».

(7). Homilia XIV in Lucam, Ρ G 13, 1832 : «Bos animal mundum est, asinus animal immundum».

(8). Περισσότερα για τη συμβολική των δύο ζώων βλ. στο έργο του L. R é au, Iconographie de l ‘ art chr é tien, II Iconographie de la Bible, II, Nouveau Testament, Paris 1967, 228’ 229 και στο Lexicon der Christlichen Iconographie, 3, Allgemeine Iconographie, ed. Herder (1971), αρθ. Ochse und Essel, 339.

(9). Βλ. περισσότερα στο άρθρο asini, festa degli της Enciclopedia Cattolica , II, σ. 146-148.

(10). Για την εικονογραφία του θέματος βλ. μεταξύ άλλων Κ. Berliner, Die Weihnachtskrippe, M ü nchen 1953, Κ.Δ. Καλοκύρη, Η Γέννησις του Χριστού εις την βυζαντινήν τέχνην της Ελλάδος, Αθήναι 1956 και G. Schiller,Iconographie der Christlichen Kunst , I, G ü tersloh 1966, σ. 69 κ. εξ.

(11). Για την εικονογραφία του βοδιού και του γαϊδουριού στη σκηνή της Γεννήσεως του Χριστού βλ. το παλιό μεν αλλά ενδιαφέρον άρθρο του R. Grosset, Le b œ uf et l ‘â ne à la Nativit é du Christ, M é langes d Arch é ologieet d Histoire 4 (1884), σ. 334-344

(12). Ματθ. 2, 1-12: «… ἰδού μάγοι ἀπό ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα καί πεσόντε ς προσεκύνησαν αὐτῷ… καίι προσήνεγκαν αὐτῷ δώρα… δι ‘ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τήν χώραν αὐτῶν».

(13). Ravenna Felix, ed. Longo, Ravenna 1977, εικ. σ. 105.

(14). Γιο το θέμα αυτό βλ. Κ.Δ. Καλοκύρη, Το άστρον της Βηθλεέμ εις την βνζαντινήν τέχνην, Θεσσαλονίκη 1969.

(15). Βλ. W. F. Volbach, Elfenbeinarbeiten der Spätantike und des Frühen Mittelalters, Mainz 1952, πιν. 36, εικ. 118.

(16). Κ.Δ. Καλοκύρη, Η Γέννησις του Χριστού εις την βυζαντινήν τέχνην της Ελλάδος, Αθήναι 1956, σ. 26-29.

(17). G. Wilpert I., Sarcophagi Christiani antichi, Città del Vaticano 1929, I, πιν. 30.

 

Ι.Μ. Χατζηφώτης: Η γέννηση στην ορθόδοξη ζωή και παράδοση

Η Γέννηση του Χριστού αποτελεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, σημείο τριβής αλλά και πόλο έλξης για τη θρησκεία και την επιστήμη. Η πρώτη αποδέχεται τον συμβολισμό και τη σημασία των στοιχείων που περιβάλλουν τις περιγραφές του συμβάντος, ερμηνεύοντας με ολοένα πιο καινούργιους τρόπους τη σημειολογία των Γραφών. Η δεύτερη ερευνά τα δεδομένα, πασχίζει να τα συνδυάσει ιστορικά, φυσικά και γεωπολιτικά και ανακαλύπτει ανακρίβειες χρονικές και σημεία ακόμη σκοτεινά και ανεξήγητα. Αυτό στο οποίο και οι δύο χώροι συμφωνούν είναι το ίδιο το ιστορικό γεγονός.

Ανεξάρτητα από το αν η Γέννηση συνέβη ημερολογιακά το έτος μηδέν, δύο χρόνια πριν ή τρεις ημέρες νωρίτερα, από το αν το άστρο της Βηθλεέμ ήταν πλανητική σύνοδος ή σημάδι ανεξήγητο αστρολογικά, τα Χριστούγεννα γιορτάζονται πανανθρώπινα την ίδια μέρα σε όλο τον πλανήτη Γη και συμβολίζουν την έλευση του φωτός- με ταυτόχρονη τροπή του χειμερινού ηλιοστασίου προς τον Βορρά- της ελπίδας και της αναγέννησης του ανθρώπου.

«Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης, η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο· και σου ενανθρωπήσαντος εκ της Αγνής, η πολυθεΐα των ειδώλων κατήργηται. Υπό μίαν Βασιλείαν εγκόσμιον, αι πόλεις γεγένηνται· και εις μίαν Δεσποτείαν Θεότητος, τα έθνη επίστευσαν. Απεγράφησαν οι λαοί τω δόγματι του Καίσαρος επεγράφημεν οι πιστοί, ονόματι Θεότητος, σου του ενανθρωπήσαντος Θεού ημών. Μέγα σου το έλεος, δόξα σοι».

Κασσία Υμνογράφος

Έτος 55ο8 από την κτίση του Κόσμου. Στην Ιουδαία βασίλευε ο Ηρώδης ο Ιδουμαίος. Στη Ρώμη μετρούσαν το 753 έτος από την κτίση της. Σύμφωνα με τον μεγάλο πατέρα της Εκκλησίας του 4ου αιώνα, Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η Γέννηση από τους αποστολικούς ήδη χρόνους εορταζόταν στις 25 Δεκεμβρίου:«Οι γαρ εν τη Ρώμη διατρίβοντες, άνωθεν και εκ παλαιάς παραδόσεως αυτήν επιτελούντες κατά την 25ην τουτέστι του Δεκεμβρίου, αυτοί νυν αυτής ημίν την γνώσιν διεπέμψαντο». Ο ίδιος διαχώρισε τον εορτασμό της Γέννησης από εκείνον της Βάπτισης, όπως είχε καθιερωθεί στην Αντιόχεια, στην Αρμενία κ.ά. Έτσι ο εορτασμός απλώθηκε σε δώδεκα μέρες, το λεγόμενο «Άγιο Δωδεκαήμερο», με ενδιάμεση τη μνήμη του Αγίου Βασιλείου, που σηματοδοτεί και την έναρξη κάθε νέου χρόνου.
Με τη Γέννηση του Χριστού κλείνει η Παλαιά και αρχίζει η Καινή Διαθήκη. Ουσιαστικά, η ιστορία του κόσμου κόβεται στα δυο. Στην προ και μετά Χριστόν εποχή. Με τον ερχομό του, σύμφωνα με την ορθλοδοξη θεολογία, τα πάντα ξανακαινουργώνονται. Η ίδια η φύση συμμετέχει, αφού γεννιέται σε ένα ταπεινό σπήλαιο. Αστέρας οδηγεί τους μάγους για να τον βρουν. Τα χνώτα των ζώων ζεσταίνουν τον μικρό Χριστό. Το οικολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει είναι μεγάλο. Στη μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους, όπως και σε άλλα μοναστήρια του Άθω, υπάρχει μια τοιχογραφία της Γέννησης όχι συνηθισμένη. Παριστάνει την Παναγία ένθρονη και γύρω της εικονογραφείται με αντίστοιχες φράσεις ο ύμνος εκείνος της Εκκλησίας, που τονίζει την οικολογική σημασία της Γέννησης: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι’ ημάς· έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων, την ευχαριστίαν σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον· οι ουρανοί τον Αστέρα· οι Μάγοι τα δώρα· οι Ποιμένες το θαύμα· η Γη το Σπήλαιον· η έρημος την φάτνην· ημείς δε Μητέρα Παρθένον. Ο προ αιώνων Θεός, ελέησον ημάς».
Όπως βλέπουμε, δεν απουσιάζει η ανθρωπότητα, η οποία μετέχει στη Γέννηση με την ίδια την Παναγία, που γίνεται γέφυρα μεταξύ Γης και ουρανού. Όπως λέγει άλλος ύμνος, με τη Γέννηση φάνηκε στο σπήλαιο «ρίζα απότιστος βλαστάνουσα άφεσιν· εκεί ευρέθη φρέαρ ανόρυκτον, ου ποιείν Δαυΐδ πρίν επεθύμησεν· εκεί Παρθένος τεκούσα βρέφος, την δίψαν έπαυσεν ευθύς την του Αδάμ και του Δαυΐδ».
Περισσότερο και από τη βυζαντινή αγιογραφία, η βυζαντινή υμνογραφία αναλύει το δόγμα και το διαφυλάσσει από έξωθεν επιδράσεις εύλογες στον χώρο της τέχνης. Σημειώνω την άνοδο του Ιωσήφ, που βρίσκεται στις βυζαντινές παραστάσεις της Γέννησης κάτω αριστερά από το σπήλαιο (αλλά και στο μέσο ή κάτω δεξιά) δίπλα στον Χριστό και την Παναγία, αλλά και στις μεταβυζαντινές παραστάσεις της Παναγίας στη Γέννηση, που από λεχώ παριστάνεται στη μετά την Άλωση περίοδο γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια.
Με χίλια δύο επίθετα και φράσεις κοσμεί η υμνογραφία της Εκκλησίας την Παναγία για τη συμμετοχή της στη σάρκωση του Λόγου. Την αποκαλεί «πλατυτέρα ουρανών», «αγία Παρθένο», «αειπάρθενο Μαρία», «Αγνή», «πάνσεμνη», «άμπελο αληθινή βλαστήσασα τον καρπόν της ζωής», «άφθορη», «αθανασίας διαυγή πηγήν», «άμεμπτη Δέσποινα», «Πόλη έμψυχη του Βασιλέως Θεού» κ.ά.
Χρειάζεται, όμως ένα προς ένα να δούμε τα στοιχεία που μετέχουν στη Γέννηση και, πρώτ’ απ’ όλα, την «πενιχρή» φάτνη, που με τη Γέννηση καθίσταται «σεπτότατη», μέσα στο «σμικρότατο» σπήλαιο, που συμβολίζουν την «πτωχεία» με την οποία ήλθε στον κόσμο ο «πλουτίζων τα σύμπαντα»: «Πώς δέξεται, Βασιλεύ Σε σμικρότατον Σπήλαιον, γνώμη πτωχεύσαντα, τον πλουτίζοντα τα σύμπαντα; πώς βλέψει Σε βροτών, φύσις σωματούμενον; Προσκυνούμεν την σην συγκατάβασιν». Η αντίθεση αυτή τονίζεται και σε άλλο ύμνο: «Χορεύσωμεν πιστοί, και σκιρτήσωμεν τω πνεύματι· ο Δεσπότης, καταπλουτών ημάς, εν πάση δικαιοσύνη, ήδη πτωχεύει καθάπερ νήπιον, τεχθείς, και ανακλιθείς εν τη φάτνη· ον ανυμνούμεν και υπερυψούμεν, εις πάντας τους αιώνας».

Με τη Γέννηση καταργήθηκε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους Ανθρώπους, στον πλούτο και στη φτώχεια. Κι έρχονται οδηγημένοι από το Αστέρι οι «βασιλείς του κόσμου» να προσκυνήσουν τον πραγματικό Άρχοντα. «Πέπαυται πλάνη Περσική· Αστεροσκόποι γάρ, Βασιλείς ανατολών, τεχθέντι δώρα προσκομίζουσι. Χριστώ τω παμβασιλεί, χρυσόν τε και σμύρναν συν λιβάνω· ον Παίδες ευλογείτε, Ιερείς ανυμνείτε, Λαός υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας». Έρχονται να προσκυνήσουν αυτόν για τον οποίο είχε προφητεύσει ο Ησαΐας. «Παιδίον εγενήθη ημίν, υιός, και εδόθη ημίν, ου η αρχή εγεννήθη επί του ώμου αυτού· και καλείται το όνομα αυτού Μεγάλης βουλής Άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος. Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος…».
Ποιοι είναι οι «Βασιλείς» το υπογραμμίζει εξαίροντας την κοσμική τους δόξα και δύναμη η υμνογραφία κατ΄αντιδιαστολήν προς την αιώνια βασιλεία του Χριστού:«Μάγοι Περσών βασιλείς», «ους και κατέπληττεν ου σκήπτρα και θρόνοι, αλλ’ ασχάτη πτωχεία· τι γαρ ευτελέστερον σπηλαίου; τι δε ταπεινότερον σπαργάνων; εν οις διέλαμψεν ο της Θεότητός σου πλούτος».
Από πού ακριβώς ήρθαν δεν είναι γνωστό. Έχουν διατυπωθεί, σχετικά, διάφορες γνώμες κσι έχουν υποστηριχθεί διάφορες θεωρίες. Οι περισσότεροι τους θεωρούν ιερείς αστρολόγους από τη Βαβυλώνα, θεωρώντας τον υμνογραφικό χαρακτηρισμό τους ως βασιλέων γενόμενο για να εξαρθεί το αντιθετικό σχήμα προς τον πραγματικό αιώνιο βασιλέα, τον Χριστό. Ο αγιογράφος και πεζογράφος Φώτης Κόντογλου γράφει γι’ αυτούς εξηγώντας το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, στο οποίο αναφέρεται η προσκύνησή τους:
«Ήτανε από την Περσία, μαθητάδες του παλαιού Βαλαάμ, που τους δίδαξε πως θα φανεί, ύστερα από πολλά χρόνια, ένα άστρο καινούργιο και σαν το δούνε να πάνε να βρούνε το μέρος που θα σταθεί, επειδή θα δείχνει το μέρος που γεννήθηκε ο βασιλιάς του κόσμου. Οπωσδήποτε δεν έχουν καμία σχέση με τη σύγχρονη έννοια της μαγείας. Σύμφωνα με μια παράδοση των βυζαντινών χρόνων, ονομάζονταν Γάσπερ, Μελχιόρ και Βαλτάσαρ. Εκτός από τη Βαβυλώνα και την Περσία, πατρίδα τους θεωρήθηκε η Χαλδία, η Αραβία, η Αιθιοπία, η Αρμενία κ.ά. Άλλη παράδοση, μεταγενέστερη, αναφέρει ότι τα λείψανά τους τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη η Αγία Ελένη. Τα ονόματά τους εξελληνίστηκαν ως Απέλλος, Άμνηρος και Δάμασκος». Για τον συμβολισμό των δώρων που πρόσφεραν στον μικρό Χριστό οι τρεις μάγοι, ο Μιχαήλ Γαλανός παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες:
«Το μεν χρυσόν [επρόσφεραν] ως σύμβολον της βασιλείας του, τον δε λίβανον ως σύμβολον της θεότητός του και την σμύρναν κατά την θείαν έμπνευσιν εις προϋπόδειξίν του ότι το παιδίον τούτο έμελλε να προσφερθή θύμα υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων και θα ηλείφετο ο νεκρός του με σμύρναν, καθώς και έγινε πράγματι εις τον Θεάνθρωπον μάρτυρα του Γολγοθά».
Ενώ για τους ίδιους του μάγους υπάρχουν πολλές παραδόσεις,- οι Αρμένιοι τους θέλουν να «μαρτυρούν» στη χώρα τους- , σημαντικό μέρος από τα δώρα που πρόσφεραν έχει διασωθεί και φυλάσσεται στη μονή Αγίου Παύλου, στο Άγιον Όρος. Ο ιατροφιλόσοφος Ιωάννης ο Κομνηνός, στο γλαφυρό Προσκυνητάριον του Αγίου ‘Ορους του Άθωνος, που εξέδωσε το 1701 (τυπώθηκε στη μονή Συναγώβου της Ρουμανίας), αναφέρει ότι στο αθωνικό μοναστήρι του Αγίου Παύλου «είναι πολλά αξιόλογα… και μέρη από δώρα των Μάγων, τα οποία εκπέμπουσι τερπνήν ευωδίαν». Βρίσκονται σε ασημένια θήκη και είναι στολισμένα με μαργαριτάρια.

Ο ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης, στο μνημειώδες έργο του, Το Άγιον Όρος (1903), δίνει την πληροφορία ότι στην ίδια μονή «υπάρχουσι πλείω των 72 τεμαχίων σμύρνας και λιβάνου σχήματος ρομβοειδούς και σφαιροειδούς, ων το χρώμα είναι ημαυρωμένον, πλείω δε των 15 τμημάτων χρυσού, ων τινα είναι σχήματος ορθογωνίου μήκους 0 μ. 0,55 και 0,35 πλάτους, αλλά δε σχήματος τραπεζίου μετά πλευρών μήκους 0 μ. 06, 0 μ. 0,58 και 0 μ. 0.15, άλλα δε ομοιάζουσι προς πόρπην διαμέτρου 0 μ. 0,5 κ.λπ.». Είναι τοποθετημένα σε διάφορες θήκες και μόνο τμήμα τους εμφανίζεται ή μεταφέρεται έξω από το μοναστήρι.
Τα δώρα των τριών μάγων παραδίδεται ότι προσφέρθηκαν στη μονή Αγίου Παύλου από τη θυγατέρα του Σέρβου ηγεμόνα Γεωργίου (Γιούργια) Βράγκοβιτς, Μάρα ή Μάρω, που παντρεύτηκε τον σουλτάνο Μουράτ Β’, πριν ενηλικιωθεί, και γέννησε των Μωάμεθ τον Πορθητή. Σύμφωνα με την παράδοση, η Παναγία τα είχε δώσει, μαζί με τη την Τίμια Εσθήτα και την Αγία Ζώνη της, στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, απ’ όπου το 400 μ.Χ. περίπου, τα μετέφερε ο Αρκάδιος στην Κωνσταντινούπολη. Στην περίοδο της Φραγκοκρατίας φυλάχτηκαν στη Νίκαια της Βιθυνίας, απ’ όπου επιστράφηκαν στην Πόλη επί Μηχαήλ Παλαιολόγου. Συνεχίζοντας την οικογενειακή της παράδοση, μετά τον θάνατο του συζύγου της (1451), η Μάρα αφιέρωσε στο μοναστήρι του Αγίου Παύλου, το 1468, τον Πρόβλακα, εύφορη περιοχή με πύργο και μύλο, και το 1473 τη Μαραβίτσα, μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση στην Εγαβά Σερρών.
«Η ιδιαίτερη εύνοιά της προς το Άγιον Όρος», γράφει ο Δωρόθεος, μοναχός Αγιορείτης, στο βιβλίο του Το Άγιον Όρος, «και προς τη μονή εξηγείται πρώτιστα από τη χριστιανική πίστη της, αλλά και τη συμπάθειά της προς τους συμπατριώτες της Σέρβους, που μόναζαν στη μονή… που είχε στην κατοχή της 8 χωριά μόνο στη Σερβία». Η ίδια η σουλτάνα, λέγεται, έφτασε στο Άγιο Όρος για να προσφέρει στη μονή του Αγίου Παύλου «τα τεμάχια από τα δώρα των Τριών Μάγων, που σύμφωνα με τον αείμνηστο καθηγητή της αρχαιολογίας Θωμά Μ. Προβατάκη, είχαν συληθεί από τους Τούρκους κατά την πτώση της Βασιλεύουσας».
«Στην προσπάθειά της» λέγεται, «να μεταφέρει η ίδια η Μάρα τα Τίμια Δώρα στη μονή Αγίου Παύλου, αποβιβάστηκε στον ορσανά της και, αφού προχώρησε λίγο, άκουσε φωνή να της λέει να σταματήσει ως εκεί, γιατί στο Άγιον Όρος υπάρχει άλλη βασίλισσα, η Θεοτόκος. Τότε, η Μάρα σταμάτησε και από εκεί έστειλε τις προσφορές της. Στο σημείο αυτό υπάρχει από τότε μικρό ναΐδιο».
Στο Άγιον Όρος παραδίδεται ότι άκουσε φωνή «ουρανόθεν» και ότι το σημείο, όπου σταμάτησε η φωνή τη Μάρα, δεν είναι στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το προσκυνητάρι. «Η παλαιά οδός της μονής» , γράφει ο Σμυρνάκης, «διήρχετο διά του νυν κοιμητηρίου των Αγίων Πάντων (1796) κάτωθεν της νυν προσόψεως αυτής, η δε παλαιά πύλη έκειτο εγγύς του βράχου, εφ΄ου ίδρυτο η παλαιά μονή. Κατά την νέαν επέκτασιν της μονής, μετετοπίσθη εν αρχή της νέας λιθοστρώτου οδού και το αναμνηστικόν οροθέσιον, εν ω η βασίλισσα Μάρα προσήνεγκε τη μονή τα Τίμια Δώρα των Μάγων, ως μη επιτρεπομένης ως γνωστόν της εισόδου εν ταις μοναίς γυναικών, ένθα σήμερον υπάρχει εν κτιστώ προσκυνηταρίω τοιχογραφία παριστώσαν την βασίλισσαν προσάγουσα τα δώρα. Η δε ειρημένη παλαιά θέσις λέγεται ότι ήτο άνωθεν του ήδη κοιμητηρίου, ένθα υπάρχει βράχος, εφ’ ου είναι πεπηγμένος σιδηρούς Σταυρός». Αυτά λένε οι Αγιορείτικες παραδόσεις για τα δώρα των τριών μάγων και τη διάσωσή τους στη μονή Αγίου Όρους.
Στο Μηναίο του Δεκεμβρίου, την ημέρα των Χριστουγέννων, υπάρχει εκτενές υπόμνημα μνημονευομένης της Προσκύνησης των Μάγων ως εορταζομένης «τη αυτή μέρα». Στους στίχους συμπυκνώνεται η σημασία της Προσκύνησης:
«Σε προσκυνούσα τάξις εθνική, Λόγε. Το προς σε δηλοί των Εθνών μέλλον σέβας».
Για το αστέρι που τους οδήγησε στον Χριστό αναφέρεται:«Εν ταις ημέραις εκείναις εγένετό τις Μάντις λεγόμενος Βαλαάμ, εν τη τω Περσών χώρα και μαντευόμενος και άλλα πολλά είπε και ταύτα: «Ανατέλει άστρον εξ Ιακώβ και θραύσει τους αρχιγούς Μωάβ». Και οι τρεις μάγοι «ως αστρονόμοι, ιδόντες τον του Χριστού αστέρα, ότι ουκ εποίει πορείαν ως οι λοιποί αστέρες από ανατολών προς δύσιν, αλλ’ από άρκτου προς μεσημβρίαν, έγνωσαν ότι γέννησιν μεγάλου βασιλέως δηλοί, και πέσοντες προσεκύνησαν αυτώ και προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν και ούτω τη προστάξει του Αγγέλου υπέστρεψαν εις την χώραν αυτών…».
Οι ύμνοι, οι παραδόσεις της Γέννησης, εκτός από τους μάγους φέρουν ως προσκυνητές του μικρού Χριστού και ποιμένες, οι οποίοι «θαυμάζουσι αγραυλούντες». Έβλεπαν κι αυτοί το αστέρι, μας λέγει ο ιερός υμνογράφος, και μαζί με τους μάγους και του Αγγέλους «ανεκήρυττον τον εκ σου γεννηθέντα, Θεογεννήτωρ, Μαριάμ, διά το σώσαι ημάς». Η μνήμη τους εορτάζεται, όπως και των μάγων, στις 25 Δεκεμβρίου, τα Χριστούγεννα. Στο Μηναιό αναφέρεται ως μνήμη «των θεασαμένων Ποιμένων τον Κύριον» και παρατίθενται οι στίχοι:
«Ποίμνην αφέντες των εαυτών ποιμένες, Ιδείν καλόν σπεύδουσι Χριστόν ποιμένα».
Κι ένα ακόμη από τα τροπάρια της Γέννησης λέγει για τους ποιμένες, που αξιώθηκαν να δουν το μεγάλο γεγονός:
«Ποιμένες αγραυλούντες, εκπλαγούς φωτοφανείας έτυχον· δόξα Κυρίου γαρ αυτούς περιέλαμψε και Άγγελος. Ανυμνήσατε βοών ότι ετέχθη Χριστός, ο τω Πατέρων Θεός, ευλογητός ει».

Στην ίδια τη Βηθλεέμ δεν πρέπει να περιμένει κανείς να δει κανένα σπήλαιο, όπου γεννήθηκε ο Χριστός, αφού έχει σκεπαστεί και πάνω του υψώνεται η περίφημη βασιλική της Γεννήσεως.
Πάνω ακριβώς από το σημείο, όπου με ασημένιο αστέρι δηλώνεται ότι γεννήθηκε ο Χριστός, και τη λατινική επιγραφή «His de Virgine Maria Jesus Christus natus est», τοποθετήθηκε Αγία Τράπεζα, όπου κάθε μέρα τελούν τη θεία λειτουργία οι ιερείς του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και απευθύνεται την ημέρα της Γέννησης (με το παλαιό εορτολόγιο που ακολουθεί η Σιωνίτιδα Εκκλησία) το ειρηνικό μήνυμά του προς όλη την Οικουμένη ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και πάσης Παλαιστίνης, αγγέλοντας ότι γεννήθηκε ο Χριστός. Οι ορθόδοξοι Έλληνες έχουν στην κυριαρχία τους και το καθολικό. Στη δικαιοδοσία των Ρωμαιοκαθολικών έχει περιέλθει η φάτνη.

Η βασιλική της Γεννήσεως ανεγέρθηκε από το 327 ως το 333 μ.Χ. και διαρρυθμίστηκε από το 532 έως το 543 επί Ιουστινιανού. Ενδιαφέρον έδειξε για το μνημείο ο αυτοκράτορας Μαουήλ Κομνηνός, ο οποίος το στόλισε με εξαίρετης τέχνης ψηφιδωτά. Τόσο στον 15ο όσο και στον 17ο αιώνα επισκευάστηκε η στέγη της βασιλικής, όπως και το 1842 από την Αγιοταφιτική Αδελφότητα. Στα 1927 σεισμός έριξε κάτω τον πύργο που είχε ανεγερθεί επί Ιουστινιανού. Το 1934 βρέθηκαν στο δάπεδο της βασιλικής βυζαντινά ψηφιδωτά. Το 1951 ο Αχιεπίσκοπος Νεαπόλεως Αρτέμιος, του Παναγίου Τάφου, ανακαίνισε τον πύργο του Ιουστινιανού και, ύστερα από πέντε χρόνια, ανοικοδόμησε παρεκκλήσιο επ’ ονόματι των νηπίων, των οποίων οι μητέρες είχαν καταφύγει εκεί για να τα κρύψουν, αλλά εντοπίστηκαν και σφάχτηκαν κατ΄εντολήν του Ηρώδη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών, το 1967, χτυπήθηκε με εμπρηστική βόμβα η στέγη της βασιλικής, η πυρκαγιά, όμως αντιμετωπίστηκε από τους Αγιοταφίτες μοναχούς. Το 1983, χάρη στη μέριμνα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Διοδώρου, επισκευάστηκε η στέγη και ανακατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν εξαρχής τα τριάντα οκτώ παράθυρά της.Κοντά στη Βηθλεέμ μέσα σε πυκνό πράσινο βρίσκεται ένα χωριό, που λέγεται χωριό των ποιμένων, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ο άγγελος τους ανήγγειλε όσα ο ύμνος αναφέρει και, όπως γράφει ο αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος «ακούσθηκε εκείνο το αγγελικό, δοξολογικό εμβατήριο «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί Γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία»». Το πιο γλυκό, το πιο χαρούμενο άγγελμα του κόσμου, η Γέννηση του Καλού Ποιμένος, πρωτοειπωμένο στις απλές και αθώες ποιμενικές ψυχές. Εδώ, η αγία Ελένη ίδρυσε εκκλησία και στο ιερό σπήλαιό της, κατά την παράδοση, ετάφησαν τρεις από τους προνομιούχους τρισευτυχισμένους εκείνους βοσκούς. Σήμερα, υπάρχει μια υπόγεια εκκλησία, εκεί όπου σώζονται τα ερείπια της παλαιάς.

Ο Στουδίτης μοναχός και υποδιάκονος Δαμασκηνός, σε έναν από τους λόγους του για τη Γέννηση, λέγει με ποιητικό οίστρο:«Θαύμα όντως παράδοξον! Ο τέλειος θεός βρέφος ατελές φαίνεται. Ο άναρχος αρχήν δέχεται. Ο αόρατος σήμερον φαίνεται ορατός. Διά τούτο και παν ποίημα Θεού δορυφορεί τον γεννηθέντα. Οι μεν ουρανοί δίδουσι τον αστέρα· οι Άγγελοι τον υμνούν· η γη το σπήλαιον· η έρημος την φάτνην· οι ποιμένες το θαύμα και οι άνθρωποι την Θεοτόκον Μαρίαν. Επειδή δε έμελλε ο Θεός να φωτίσει όλον τον κόσμον, δίδων εις όλα τα έθνη την θεογνωσίαν, διά τούτο και οι Μάγοι τα δώρα έφερον, φανέντες ούτω ως απαρχή όλων των εθνών. Διά τούτο οι Άγγελοι μετά των ανθρώπων πανηγυρίζουσι και υμνούσιν, ως μη έχοντες άλλον τι τούτου μεγαλύτερον. Οι δε Μάγοι από την Περσίαν τα δώρα φέρουσι, ότι σήμερον αι προφητείαι των Προφητών εκπληρούνται και οι λόγοι των τέλος δέχονται σήμερον… Διά τούτο και ημείς, ευλογημένοι Χριστιανοί, ας πανηγυρίσωμεν σήμερον, ασ τιμήσωμεν την ημέραν την Δεσποτικήν, ας δωξάσωμεν τον Χριστόν, όχι με θυσίας ειδωλολατρικάς ή με χορούς ή μέθας και άσματα και όσα χαίρεται ο δαίμων, αλλά με ευχαριστίας και δοξολογίας, με καθαράν καρδίαν και γενικώς με όσα χαίρεται ο Θεός…».
Στην ομιλία του ο Δαμασκηνός Στουδίτης αναλύει δέκα σημεία που συνδέονται με τη Γέννηση: α) Περί Αγίας Τριάδος και σαρκώσεως του Λόγου. β) Πότε γεννήθηκε ο Χριστός. γ) Γιατί έτυχε τότε να απογραφεί ο κόσμος. δ) Πώς οι μάγοι αντιλήφθηκαν και ήρθαν να προσκυνήσουν τον Χριστό. ε) Τι σήμαιναν τα δώρα που πρόσφεραν. στ) Πώς οι μάγοι γνώρισαν και πήγαν αυτά τα δώρα στον Χριστό. ζ) Αν οι μάγοι βρήκαν τον Χριστό στο Σπήλαιο ή σε άλλο τόπο. η) Το αστέρι που οδήγησε τους μάγους ήταν φυσικό ή μόνο τότε φάνηκε («ήτο άγγελος Κυρίου, όστις εφαίνετο εις σχήμα αστέρος…»). θ) Πόσα χρόνια πριν από τη Γέννηση του Χριστού φάνηκε το αστέρι που οδήγησε τους μάγους (δύο έτη). ι) Γιατί δεν σαρκώθηκε ο Χριστός πρωτύτερα; (Γιατί τότε, όπως μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου).
Γιατί η Γέννηση του Χριστού είναι «μυστήριον ξένον και παράδοξον», αναλύει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, η μεγάλη αυτή μορφή της Ορθόδοξης Πατερικής Γραμματείας.
«Πώς Θεός Λόγου γίνεται σύλληψις; Πώς γένεσις σαρκός άνευ σποράς; Πως γέννησις άνευ φθοράς; Πώς μήτηρ η μετά τον τόκον διαμείνουσα Παρθένος; Πώς ο υπερτελής καθ΄ηλικίαν προέκοπτεν; Πώς ο καθαρός εβαπτίζετο; Πώς διέτρεφεν ο πεινών; Πώς ο κοπίων εχαρίζετο δύναμιν; Πώς ο πάσχων εδίδου ιάματα; Πώς ο θνήσκος εζωοποίει; Και ίνα το πρώτον και τελευταίον είπω, πως ο Θεός άνθρωπος γίνεται; Και το δη πλέον μυστηριωδέστερον, πως ουσιωδώς εν σαρκί καθ΄υπόστασιν ο Λόγος, ο κατ΄ουσίαν υποστατικώς όλως υπάρχων τω Πατρί; Πώς ο αυτός και όλος έστι Θεός κατά φύσιν και όλος γέγονε κατά φύσιν άνθρωπος;»
Οι κορυφαίοι υμνογράφοι της Εκκλησίας συνέθεσαν θαυμάσιους ύμνους που ψέλνονται όλη τη περίοδο των Χριστουγέννων. Περίφημο είναι το κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού, του «Πινδάρου» της βυζαντινής υμνογραφίας, «εις την Χριστού Γέννησιν», που εκτός από το προοίμιό του, περιλαμβάνει είκοσι τέσσερις οίκους. Στον Άγιο Ρωμανό οφείλουμε το τόσο δημοφιλές αυτό προοίμιο:
«Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τί­κτει, και η γη το σπήλαιον, τω απροσίτω προσ­άγει. Άγγελοι, μετά Ποιμένων δοξολογούσι, Μάγοι δε, μετά Αστέρος οδοιπορούσι, δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».
Θαυμάσιος είναι και ο α’ και άλλοι οίκοι του κοντακίου:
«Την Εδέμ Βηθλεέμ ήνοιξε, δεύτε ίδωμεν την τρυφήν εν κρυφή ηύραμεν, δεύτε λάβωμεν τα του Παραδείσου εντός σπηλαίου· εκεί εφάνη ρίζα απότιστος, βλαστάνουσα άφεσιν, εκεί ευρέθη φρέαρ ανώρυκτον, ου πιείν Δαυΐδ πριν επεθύμησεν· εκεί Παρθένος, τεκούσα βρέφος, τήν δίψαν έπαυσεν ευθύς την του Αδάμ και του Δαυΐδ· διά τούτο προς τούτο επειχθώμεν, που ετέχθη, παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».
Δογματική ακρίβεια, παραστατική δύναμη, υψηλή έμπνευση, γλωσσικός πλούτος, διακρίνει το έργο του μεγάλου μελωδού του Βυζαντίου και της Ορθοδοξίας. Ο έτερος μέγιστος των βυζαντινών υμνογράφων, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συνέθεσε τον λαμπρό ιαμβικό κανόνα της Γέννησης, που, επίσης, είναι σε χρήση στη λατρεία των Χριστουγέννων.
«Έσωσε λαόν, θαυματουργών Δεσπότης, υγρόν θαλάσσης κύμα χερσώσας πάλαι. Εκών δε τεχθείς εκ Κόρης, τρίβον βατήν πόλου τίθησιν· ημίν ον κατ’ ουσίαν ίσον τε Πατρί και βροτοίς δοξάζομεν».
Ένας άλλος ύμνος ανήκει στον επίσης σπουδαίο υμνογράφο, τον Κοσμά του Μαϊουμά (ειρμός ε’ ωδής του κανόνα του «εις την Χριστού Γέννησιν») και αποτελεί δείγμα τόσο των συνθετικών του δυνατοτήτων όσο και του θεολογικού του βάθους:«Θεός ων ειρήνης, Πατήρ οικτιρμών, της μεγάλης Βουλής σου τον Άγγελον, ειρήνην παρεχόμενον απέστειλας ημίν· όθεν θεογνωσίας, προς φως οδηγηθέντες, εκ νυκτός ορθρίζοντες, δοξολογούμεν σε φιλάνθρωπε».
Αντίθετα με τον δυτικό κόσμο, όπου οι μέρες των Χριστουγέννων είναι περίοδος χειμερινών διακοπών, στην Ορθόδοξη Ανατολή βιώνονται πνευματικά, με πολλές λατρευτικές συνάξεις. «Χωρίς τις καταβασίες του Όρθρου των Χριστουγέννων», έλεγε ένας παλιός δάσκαλος, «δεν μπορώ να νιώσω το νόημα της μεγάλης μέρας». Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν συνοδεύεται το Δεδεκάμερο με πλούσια ήθη κι έθιμα. «Το Δεδεκάμερο» γράφει ο Κώστας Καραπατάκης, «τοποθετημένο μέσα στην καρδιά του χειμώνα, με τα βρασμένα καινούρια κρασιά, τις φρέσκες ραφινάτες ρακές, το μπόλικο χοιρινό κρέας και τις μεγάλες φωτιές στο τζάκι, που εξουδετέρωναν τα χιόνια και τα κρύα, που σκέπαζαν έξω τη γη, χωρίς να το θέλει κανείς, γεννούσε μια διάθεση, μια χαρά για τραγούδι, για χορό, για γλέντι. Το βιολί, το κλαρίνο, το ντέφι, το λαγούτο, η λύρα, η γκάιντα, ο ζουρνάς, η πίπιζα και το νταούλι ήταν τα μόνα γνωστά όργανα της εποχής που συνόδευαν τις λαϊκές γιορτές και τους λαϊκούς χορούς, σε συνδυασμό με το δημοτικό τραγούδι…».
Δεν λείπουν και οι λαϊκές δοξασίες, που είναι συχνά κατάλοιπα δεισιδαιμονιών. «Οι Έλληνες», σημειώνει ο Θάνος Βελούδιος, «σαν λαός που έχει μεγάλο και σπουδαίο πολιτισμό, κράτησαν ζωντανές τις αρχαίες παραδόσεις τους με τον πιο εορταστικό και χαριτωμένο τρόπο. Τις πλούτισαν, μάλιστα, με πολλή ευφυΐα και τις έκαναν παραστατικές. Ήθελαν κι αυτοί πάντοτε, όπως και οι πολύ αρχαίοι πρόγονοί τους, να εξευμενίζουν με ευγένεια τα πονηρά ή άτακτα πνεύματα και με οργιώδη φαντασία που έβλεπε Κόβαλους, δαιμόνια και τέρατα, έδειχναν την ευλαβική τους αίσθηση του μέτρου του καλού και του ωραίου, που είναι χαρακτηριστικά του πολιτισμού τους». Πολύ σωστά τα χαρακτηρίζει «μεσοδαιμονικά πνεύματα», που έρχονται με τη Γέννηση κι εξαφανίζονται με τα Φώτα και τον αγιασμό των υδάτων. Η κοινή τους ονομασία είναι καλικάντζαροι, διαφοροποιούνται, όμως, από περιοχή σε περιοχή κι έχουν ένα σωρό ονομασίες, καρκαντζέλια, κολιντσάγκαροι, σκλαπούνταροι, καλοβρύσηδες, χρυσαφένταδοι, τζόγες, καλισπούδες, γκατζόμαροι κ.ά.
Στο πρώτο του δημοσίευμα για τα Χριστούγεννα, που είδε το φως την Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 1887, στην Εφημερίδα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μεταφέρει όλο το άρωμα του ορθόδοξου εορτασμού, που ντύνεται τόσο όμορφα και πνευματικά από τους ανυπέρβλητους βυζαντινούς ύμνους. Σ΄αυτό το κομμάτι του ο εξαίρετος Σκιαθίτης δημιουργός κορφολογεί τα πιο ευωδιαστά άνθη από τον πλούσιο λειμώνα της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, συσχετίζοντας τα με λόγους και εγκώμια των Πατέρων. Μεταξύ άλλων γράφει:
«Το δημοτικώτατον εκείνον άσμα το ‘Χριστός γεννάται, δοξάστε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί της γης, υψώθητε», είναι κατά λέξιν πρανισμένον εκ του πανηγυρικού του ιερού Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, του Θεολόγου επικαλούμενου. Εκ πανηγυρικού λόγου ελήφθη επίσης και το εξαποστειλάριον της εορτής, «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών». Η τελευταία αυτή φράσις έχει το προνόμιον, ως ήκουσα, να εμπνέη μέγαν ενθουσιασμόν εις τους ατυχήσαντας μεν περί την γλώσσαν, Έλληνας δε την καρδίαν και φρόνημα, αδελφούς ημών της Καισαρείας της Καππαδοκίας, ευλόγως καυχωμένους και λέγοντας ότι «εξ Ανατολής το φως…».
Ο πνευματικός πλούτος της Ορθοδοξίας δεν υποκαθίσταται ούτε από κοσμικά πλούτη ούτε από τρόπους που αλλοιώνουν τα άφθαρτα μηνύματα που έφερε με τη σάρκωσή του ο Χριστός στον κόσμο, την αγάπη, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη, την ειρήνη. Ο Χριστός των φτωχών και των ταπεινών, για τους οποίους ήλθε στη γη.
Για τη Γέννηση του Χριστού έχουν γραφτεί πολλά και αξιόλογα κείμενα ορθόδοξης θεολογίας και πνευματικής διδαχής. Όλοι οι μεγάλοι πατέρες, οι τρεις ιεράρχες, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Άγιος Επιφάνιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι Νηπτικοί κ.ά. στάθηκαν με δέος και συγκίνηση μπροστά στο μυστήριο της Γέννησης.
Με θαυμάσιο λόγο το περιέγραψε ο ιερός Χρυσόστομος:
«Μυστήριον ξένον και παράδοξον βλέπω· ποιμένες μου περιηχούσι τα ώτα, ουκ έρημον συρίζοντες μέλος, αλλ΄ουράνιον, υμνεί τα Χερουβείμ, δοξολογεί τα Σεραφείμ, πάντες εορτάζουσι, Θεόν επί της γης ορώντες και άνθρωπον εν ουρανοίς, τον άνω κάτω δι΄οικονομίαν και τον κάτω άνω διά φιλανθρωπίαν. Σήμερον Βεθλεέμ των ουρανών εμιμήσατο, αντί μεν αστέρων Αγγέλους υμνούντας δεξαμένη, αντί δε ηλίου τον της δικαιοσύνης απεριγράπτως χωρήσασα· και μη ζήτει πώς όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις. Ηβουλήθη γαρ, ηδυνήθη, κατήλθεν, έσωσε, σύνδρομα τα πάντα τω Θεώ…».
 

του Ι. Μ. Χατζηφώτη
Από το περιοδικό «Θεός & Θρησκεία»
Ιανουάριος 1999, τεύχος 0, σελ 74- 79
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC
Ο Ι. Μ. Χατζηφώτης γεννήθηκε το 1944 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από γονείς Δωδεκανησίους και έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 2006 στην Αθήνα.

 
http://noctoc-noctoc.blogspot.com

Χριστούγεννα στη σπηλιά – Φώτη Κόντογλου. Κ

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί.

Μα εκείνη τη χρονιά, οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση.

Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ’ αστραπές.

Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε, και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωί, ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ’ έπιασε κ’ έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ’ έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα, και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ’ εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές. Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ’ οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος! Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ’ άρμεγμα, και κοιτάζανε το μαντρί νά ‘ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο. Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη, κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ’ ήτανε λημέρι των ληστών. Απ’ έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι. Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα – νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά, κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ’ ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ’ επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ’ ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες, κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει. Θά ‘τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά ‘τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή.

Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί, και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα. Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού ‘χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ’ άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ’ άλλα σκυλιά. «Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά. Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.

-«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ’ η συντροφιά του.

-«Καλώς ορίσατε!» Τους πήγανε στη σπηλιά.

-«Μωρέ, τ’ είν’ εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε. Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

-«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό ‘λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια – Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ’ επειδή ξέραμε απ’ άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά ‘ρθουμε στ’ αρχοντικό σας… Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι! Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το ‘κανε!» Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ’ έτρεμε σαν θερμιασμένο. -«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!» Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.

Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά: Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας. Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε». Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ’ έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο! Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ’ το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε. Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ’ έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ’ είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του. Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ’ Άγιον Όρος για ελέη, κ’ ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορος στο Όρος, κ’ ήτανε από τη Θεσσαλία. Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ’ έξω από το Ταλιάνι.

Ο καιρός σκύλιαξε, κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να ‘μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα. Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ’ επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ’ – Απόστολο με τον μούτσο. Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία. «Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο…», φτάξατε κ’ εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»! Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς. Στο μεταξύ ο πάτερ – Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ’ είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του: «Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ’ έκανε τον σταυρό του. Ο πάτερ – Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ’ είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ’ ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.» Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο. Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ’ η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ’ ύστερα ξυπνούσε κ’ έψελνε μαζί με τη συνοδεία. Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν». (Από το βιβλίο: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου).