Archive for the ‘ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ’ Category

Ο Άγιος πρωτομάρτυς Στέφανος(27 Δεκεμβρίου)

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Α . Η εκλογή του σε αρχιδιάκονο

Ο Άγιος Στέφανος , ο αρχιδιάκονος της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας και πρωτομάρτυρας του Χριστού , ήταν Ιουδαίος , μαθητής του ξακουσμένου τότε νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ . Αυτόν τον ευλογημένο διάλεξε ο πιστός λαός των Ιεροσολύμων για διάκονο , πρώτο μεταξύ επτά .
Εκείνες τις μέρες ύστερα από την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς το πλήθος των πιστών , με το καθημερινό κήρυγμα και την όλη αγιασμένη ζωή των Αποστόλων , αυξανόταν συνεχώς .
Η πρωτοχριστιανική Εκκλησία είχε συνήθεια σαν μια εκδήλωση της ενότητας που φέρνει το Άγιο Πνεύμα να τελεί τις λεγόμενες αγάπες . Αυτές ήταν συνεστιάσεις στο σπίτι κάποιου πιστού , όπου με δικά του έξοδα παρέθετε δείπνο στους πτωχούς χριστιανούς . Πάντα δε , γινόταν με την παρουσία και την ευλογία του κλήρου . Πάντοτε δε , ετελείτο σ ΄αυτές και μετά το δείπνο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας .
Οι Ελληνιστές που ήταν Ιουδαϊζοντες της διασποράς που μιλούσαν Ελληνικά γόγγυζαν προς τους Εβραίους ότι οι χήρες και τα ορφανά τους παραμελούνταν στη καθημερινή διακονία . Όταν έμαθαν τα παράπονα αυτά οι Απόστολοι , προσκάλεσαν το πλήθος των πιστών και τους είπαν : «Δεν μας φαίνεται σωστό και πρέπον να εγκαταλείψουμε το κήρυγμα του λόγου του Θεού , για να αναλάβουμε εμείς τη διακονία των τραπεζών . Γι΄ αυτό εξετάστε με προσοχή και διαλέξτε επτά άνδρες μεταξύ σας . Να είναι γεμάτοι από Πνεύμα Άγιο , για να αναλάβουν την ευθύνη αυτή . Εμείς θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με την προσευχή και την διακονία του λόγου του Θεού .»
Ο λόγος αυτός άρεσε σε ολόκληρο το πλήθος των οπαδών του Χριστού . Αφού λοιπόν μαζεύτηκαν και συζήτησαν , διάλεξαν επτά άνδρες πνευματέμφορους για να ασχοληθούν με την επιμέλεια των πτωχών και τη διανομή των ελεημοσυνών . Πρώτος ήταν ο Στέφανος , άνδρας πλήρους πίστεως και Πνεύματος Αγίου . Οι άλλοι έξι ήταν : Φίλιππος , Πρόχορος , Νικάνωρ , Τίμωνας , Παρμενάς , Νικόλαος .
Αφού έγινε η εκλογή , ο λαός τούς έφερε μπροστά στους δώδεκα Αποστόλους Οι θείοι Απόστολοι αφού προσευχήθηκαν , έβαλαν πάνω τους τα Άγια χέρια τους και τους μετέδωσαν την Θεία Χάρη . Γιατί χωρίς την χάρη είναι αδύνατο να αντεπεξέλθουν στο δύσκολο έργο τους , όπως και ο Ιησούς μας διδάσκει » Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιεί ουδέν «( Ιωαν. ιε , 5 ) . Από την πράξη αυτή των Αποστόλων γίνεται φανερό ότι τα διακονήματα μέσα στην εκκλησία είναι ιερά . Ότι στην Εκκλησία χαρακτηριστικό δεν είναι ο διορισμός αλλά η χειροτονία η ευλογία . Η υπηρεσία του διακόνου κατά την ώρα της λειτουργίας , εξομοιώνεται με του αγγέλου . Ο άγγελος είναι ένας λειτουργός και αγγελιοφόρος . Το ίδιο είναι και ο διάκονος . Υψώνοντας με μια κίνηση του δεξιού χεριού , μια πανάρχαια συνήθεια , το ωράριο ( στενό κομμάτι υφάσματος που κατεβαίνει από τον ώμο ) αγγέλει και διακηρύσσει .
Ο Στέφανος , πλήρης πίστεως και δυνάμεως ανέλαβε την θεάρεστη αποστολή του . Φρόντιζε ο μακάριος για τον λαό του Χριστού με αγάπη . Η ενοικούσα χάρη του Θεού ξεχείλιζε από το στόμα του λόγια παρηγοριάς στον πόνο ,τελούσε θαύματα και έλκυε τις ψυχές στο σταυρικό δρόμο της αγάπης . » Τέρατα εποίει και σημεία μεγάλα εν τω λαώ » , και ο λόγος του Θεού αυξανόταν στα Ιεροσόλυμα και πολλοί από τους Ιουδαίους πίστευαν στον Χριστό .

Β . Γενναία ομολογία

Γινόταν κάποτε συζήτηση μεταξύ Ιουδαίων , Σαδδουκαίων , Φαρισαίων και Ελληνιστών για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό . Άλλοι έλεγαν για τον Κύριο ότι είναι προφήτης , άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι ότι είναι υιός του Θεού . Τότε ο αοίδιμος Στέφανος αφού στάθηκε σε τόπο ψηλό , κήρυξε σε όλους την πίστη του στο θεάνθρωπο Ιησού , λέγοντας » Άνδρες αδελφοί , γιατί τόσο πληθύνθηκαν οι κακίες σας και ταράσσεται η Ιερουσαλήμ ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος που δε δέχτηκε στην καρδιά του δισταγμό για τον Κύριο . Γιατί Αυτός είναι που εγκατέλειψε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη για τις αμαρτίες μας . Γεννήθηκε από την Παρθένο την αγία και καθαρή , τη διαλεγμένη πριν ο κόσμος δημιουργηθεί . Αυτός πήρε τις αδυναμίες μας και βάσταξε τις ασθένειές μας . Αυτός έκαμε να αναβλέψουν οι τυφλοί . Αυτός καθάρισε τους λεπρούς και Αυτός έδιωξε τα δαιμόνια από τους δαιμονιζομένους .»
Ακούγοντας αυτά οι Ιουδαίοι οργίστηκαν και έφεραν τον Άγιο Στέφανο στο συνέδριο των αρχιερέων για να δικαστεί , γιατί δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη σοφία και την δύναμη του Αγίου Πνεύματος με την οποία μιλούσε . Έπειτα παρουσίασαν ψευδομάρτυρες , οι οποίοι μαρτύρησαν εναντίον του Αγίου ,λέγοντας :» Εμείς τον έχουμε ακούσει να λέει βλάσφημα λόγια για τον Μωυσή και τον ναό » Είχαν υποκινήσει τον λαό , τους προεστούς των Ιουδαίων και τους γραμματείς και ψευδόμενοι έλεγαν : » Ο άνθρωπος αυτός δε σταματά να βλασφημεί τον άγιο τόπο του ναού και τον νόμο . Τον έχουμε ακούσει να λέει ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος , Αυτός που δεν κατόρθωσε να σώσει τον εαυτό του , θα καταστρέψει τον τόπο αυτόν τον ιερό και θα αλλάξει τα ιερά έθιμα και τους θεσμούς που μας παρέδωσε ο Μωυσής .»
Όταν άκουσαν τις συκοφαντίες για τον πραότατο Στέφανο , γύρισαν όλοι οι παρευρισκόμενοι στο συνέδριο για να δουν τον κατηγορούμενο Άγιο , και είδαν το πρόσωπό του να λάμπει σαν πρόσωπο αγγέλου . Η υπερφυσική αυτή λάμψη , μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος που αναπαυόταν στον Άγιο Στέφανο , ήταν ένα ολοζώντανο θαύμα για τους δικαστές , μια χειροπιαστή ευκαιρία για μετάνοια και πίστη στον Χριστό . Τους απαντούσε , με την θεωμένη ύπαρξή του , ότι ζούσε την πίστη των πατέρων τους και δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να τούς βλασφημήσει . Γιατί οι Ιουδαίοι γνώριζαν αυτήν την ουράνια λάμψη από το πρόσωπο του ίδιου του Μωυσέως . Θα μπορούσαν έτσι να έλεγαν οι αμετανόητοι στους μάρτυρες ότι ψεύδονται και να τους τιμωρήσουν .

Γ . Κήρυγμα αντί απολογίας

Παρ΄ όλα αυτά τα εξαίσια που είδαν , τα ανθρώπινα πάθη και ο εγωισμός τους εμπόδισαν να παραδεχτούν ότι ο άνθρωπος αυτός είχε πνεύμα Θεού . Γι αυτό ρώτησε ο αρχιερέας εάν πράγματι αληθεύουν οι κατηγορίες . Τότε ο Στέφανος γεμάτος ειρήνη και θάρρος από την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος , άνοιξε το στόμα του και αντί απολογίας τους έκανε κήρυγμα , διδάσκοντας τα παρακάτω :
» Ο Θεός ο ένδοξος , εμφανίστηκε στον πατέρα μας Αβραάμ , όταν ήταν ακόμα στη Μεσοποταμία και πριν να κατοικήσει στη Χαρράν και του είπε :» Βγές από την πατρίδα σου και από την συγγένεια σου και έλα στην χώρα που θα σου δείξω.» Τότε ο Αβραάμ συμμορφούμενος προς την εντολή αυτή , αναχώρησε από τη γη των Χαλδαίων και κατοίκησε στη Χαρράν . Από εκεί όταν πέθανε ο πατέρας του , τον μετοίκησε ο Θεός στη γη Χαναάν , όπου εσείς τώρα κατοικείτε . Και όσο ζούσε ο Αβραάμ δεν του έδωσε κληρονομιά στη γη αυτή ούτε μία σπιθαμή τόπο . Όμως υποσχέθηκε ο Θεός να δώσει αυτή τη χώρα σε αυτόν και τους απογόνους του να την έχουν δική τους αν και τότε δεν είχε ο Αβραάμ παιδί.
Μίλησε ακόμα ο Θεός έτσι στον Αβραάμ : » ότι δηλαδή , θα παραμείνουν οι απόγονοί του σαν ξένοι σε χώρα που θα ανήκει σε άλλους . Οι εντόπιοι της χώρας εκείνης θα τους υποδουλώσουν και θα τους κακομεταχειριστούν για τετρακόσια χρόνια «Και το έθνος όπου θα δουλεύουν σαν σκλάβοι οι απόγονοι του Αβραάμ θα το κρίνω εγώ» είπε ο Θεός , » Και ύστερα θα εξέλθουν από την χώρα της δουλείας και θα με λατρεύσουν στον τόπο αυτό της γης Χαναάν .» Καί έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ διαθήκη , που βεβαιώθηκε με περιτομή που υποβλήθηκε ο Αβραάμ .Αργότερα γέννησε τον Ισαάκ και τον περιέτεμε την όγδοη μέρα της γεννήσεώς του . Ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ και ο Ιακώβ γέννησε του δώδεκα πατριάρχες . Και οι πατριάρχες επειδή φθονούσαν τον Ιωσήφ , τον πούλησαν δούλο και μεταφέρθηκε από αυτούς που τον αγόρασαν στην Αίγυπτο . Και ήταν ο Θεός μαζί του και προστάτης του. Και ελευθέρωσε αυτόν ο Θεός απ¨ όλες τις θλίψεις του . Και του εξασφάλισε εύνοια της αυλής του βασιλιά της Αιγύπτου για την συναίνεση και την σοφία που έδειξε , όταν εξηγούσε τα όνειρά του . Τέλος ο Φαραώ τον έκανε ηγεμόνα στην Αίγυπτο και στα ανάκτορά του .
Ήλθε τότε πείνα σε όλη την Αίγυπτο και τη Χαναάν και στεναχώρια μεγάλη . Δεν βρίσκανε οι προγονοί μας τροφές για τον εαυτό τους και τα πο
ίμνιά τους . Όταν άκουσε ο Ιακώβ , ότι υπήρχαν σιτηρά στην Αίγυπτο , έστειλε εκεί κάτω τους προπάτορές μας για πρώτη φορά . Την δεύτερη αναγνωρίστηκε ο Ιωσήφ από τους αδελφούς του . Έγινε τότε πολύ γνωστή στον Φαραώ η οικογένεια του Ιωσήφ. Απέστειλε ο Ιωσήφ ύστερα και κάλεσε κοντά του τον πατέρα του Ιακώβ και όλη την οικογένειά του που αποτελούνταν από εβδομήντα πέντε πρόσωπα .
Κατέβηκε ο Ιακώβ στην Αίγυπτο και πέθανε αυτός και οι δώδεκα πατριάρχες προπάτορές μας . Και μεταφέρθηκαν τα οστά τους στη Συχέμ . Τοποθετήθηκαν στο μνήμα που αγόρασε ο Αβραάμ με αντίτιμο που πληρώθηκε σε ασημένια νομίσματα από τους γιους του Εμμόρ που έμενε στην Συχέμ . Όταν πλησίαζε ο χρόνος που θα εκπληρωνόταν η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ , αυξήθηκε στη δύναμη και πληθύνθηκε ο λαός στην Αίγυπτο . Μέχρι που αναδείχθηκε άλλος Φαραώ , που δεν γνώριζε τις υπηρεσίες που πρόσφερε ο Ιωσήφ στον Αιγυπτιακό λαό.
Ο βασιλιάς εκείνος με δολιότητα και πανουργία ζήτησε να βλάψει το γένος μας . Και καταπίεσε τους πατέρες μας και τους εξανάγκασε να πετούν έκθετα τα βρέφη τους ώστε να μην διατηρούνται στην ζωή . Την εποχή εκείνη της καταπιέσεως γεννήθηκε ο Μωυσής που ήταν ωραίος και χαριτωμένος και ενώπιον αυτού του Θεού . Ανατράφηκε κρυφά για τρεις μήνες μέσα στο σπίτι του πατέρα του . Όταν τον έριξαν έκθετο στα νερά του Νείλου , τον πήρε από εκεί η θυγατέρα του Φαραώ και τον ανέθρεψε για να είναι δικός της και για να τον έχει σαν θετό γιο της . Και εκπαιδεύτηκε ο Μωυσής με όλη την σοφία των Αιγυπτίων .Ήταν δυνατός τόσο στους λόγους όσο και σε δράση κοινωφελή για τη Αίγυπτο .
Όταν συμπλήρωσε αυτός ηλικία σαράντα χρόνων , γεννήθηκε στην καρδιά του η επιθυμία να επισκεφθεί τους αδελφούς του , τους απογόνους του Ισραήλ , για να αντιληφθεί από κοντά την κατάστασή τους . Και όταν είδε κάποιον Ισραηλίτη να αδικείται , τον υπερασπίστηκε . Εκδικήθηκε τον ομοεθνή του που καταπιεζόταν , φονεύοντας τον Αιγύπτιο . Νόμιζε ο Μωυσής ότι οι αδελφοί του και οι ομοεθνείς του θα ένοιωθαν ότι αυτός θα τους έφερνε τη σωτηρία και την απελευθέρωσή τους από τούς Αιγυπτίους . Αλλά αυτοί δεν το κατάλαβαν και την επόμενη μέρα παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Μωυσής στους ομοεθνείς του την ώρα που φιλονικούσαν . Τους πρότρεψε να ειρηνεύσουν και είπε » Άνθρωποι εσείς είσαστε αδελφοί . Γιατί αδικείτε ο ένας τον άλλο ;» . Αλλά εκείνος που αδικούσε τον πλησίον του , τον έσπρωξε και του είπε : » Ποίος σε διόρισε άρχοντα και δικαστή μας ; Μήπως θέλεις να με φονεύσεις όπως εφόνευσες εχθές τον Αιγύπτιο ;»
Έφυγε τότε ο Μωυσής από την Αίγυπτο εξαιτίας του λόγου τούτου , για να μην τιμωρηθεί από τον Φαραώ . Και κατοίκησε σαν ξένος στην γη Μαδιάμ , όπου γέννησε δύο γιους . Καί όταν συμπληρώθηκαν άλλα σαράντα χρόνια από την εποχή που ξενιτεύτηκε του εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου μέσα σε φλόγα φωτιάς που έβγαινε μέσα από μία βάτο. Ο Μωυσής όταν είδε θαύμασε το θέαμα αυτό της βάτου , που φλεγόταν χωρίς να καίγεται . Όταν προχώρησε κοντά για να το καταλάβει καλύτερα ήλθε φωνή Κυρίου προς αυτόν που του έλεγε : » Εγώ ειμί ο Θεός των πατέρων σου . Ο Θεός του Αβραάμ , ο Θεός του Ισαάκ , ο Θεός του Ιακώβ. » . Ο Μωυσής καταλήφθηκε από φόβο και δεν τολμούσε να παρατηρήσει και να εξετάσει το όραμα . Του είπε ο Κύριος : » Λύσε τα λουριά των υποδημάτων σου και βγάλε τα υποδήματά σου , γιατί ο τόπος που στέκεσαι είναι γη αγία . Είδα και ξέρω καλά την καταπίεση και την κακοπάθεια που υποφέρει ο λαός μου , που βρίσκεται στην Αίγυπτο . Και άκουσα τον στεναγμό του και κατέβηκα για να τους ελευθερώσω . Και τώρα έλα να σε στείλω στην Αίγυπτο .»
Τούτον τον Μωυσή που αρνήθηκαν να τον αναγνωρίσουν προστάτη τους οι προγονοί μας και του είπαν : » Ποιος σε διόρισε άρχοντα και δικαστή » , αυτόν τον ίδιο , ο Θεός τον απέστειλε άρχοντα και ελευθερωτή του λαού από την δουλεία της Αιγύπτου. Και του ανέθεσε να αποτελειώσει την αποστολή του με την βοήθεια του αγγέλου , που τους έβγαλε από την χώρα της δουλείας . Έκανε θαύματα καταπληκτικά και αποδεικτικά της θείας δυνάμεως , στη χώρα της Αιγύπτου και στην Ερυθρά θάλασσα και στην έρημο για σαράντα χρόνια . Αυτός είναι ο Μωυσής που είπε στους Ισραηλίτες : » Προφήτη θα σας αναστήσει ο Κύριος ο Θεός σας από τους αδελφούς σας , που θα είναι νομοθέτης και μεσίτης και ελευθερωτής όπως εγώ . Έχετε χρέος και καθήκον να τον υπακούσετε . «
Ο Μωυσής αυτός υπήρξε ο άνθρωπος που στην σύναξη των Ισραηλιτών που έγινε στην έρημο για την παραλαβή του νόμου μεσίτευσε μεταξύ του αγγέλου , στο όρος Σινά και των πατέρων μας , που δεν άντεχαν να επικοινωνούν οι ίδιοι με τον άγγελο. Και αυτός ο Μωυσής παρέλαβε θεία λόγια που δίνουν στις ψυχές ζωή αιώνια για να τα παραδώσει σε εμάς . Σ΄ αυτόν τον Μωυσή δεν θέλησαν οι προγονοί μας να υπακούσουν . Αλλά τον απώθησαν . Και όσο εξαρτιόταν από την πρόθεση και την επιθυμία της καρδιάς τους ήθελαν να γυρίσουν στην Αίγυπτο.
Και η πρόθεσή τους αυτή φανερώθηκε όταν είπαν στον Ααρών : » Φτιάξε μας Θεούς που θα μπούνε μπροστά μας και θα προπορεύονται σαν προστάτες μας . Γιατί ο Μωυσής που μας έβγαλε από την χώρα της Αιγύπτου , χάθηκε και δεν ξέρουμε τι του συνέβηκε . » Και κατασκεύασαν χρυσό είδωλο μόσχου κατά τις ημέρες εκείνες και προσέφεραν στο θυσιαστήριο θυσία στο είδωλο αυτό. Πανηγύριζαν με χαρά και ευφροσύνη για τα έργα που έφτιαξαν με τα χέρια τους . Μετά από αυτό απομακρύνθηκε ο Θεός από αυτούς . Τους εγκατέλειψε στο σκοταδισμό της διανοίας τους για να λατρεύουν τα πολυάριθμα άστρα του ουρανού , όπως το γράφει στο βιβλίο των προφητών : » Ω , εσείς που αποτελείτε την οικογένειά μου και τους απογόνους του Ισραήλ , σας ρωτώ : μήπως μου προσφέρατε , για σαράντα χρόνια στην έρημο σφάγια και θυσίες ; Όχι δεν μου προσφέρατε . Και σηκώσατε στους ώμους σας τη βέβηλη σκηνή του Μολώχ , για να την μεταφέρετε σαν ιερό κειμήλιο , και το άστρο του Θεού σας Ρεμφάν , τα είδωλα που κάνατε για να τα προσκυνάτε . Και για τιμωρία σας θα μετοικήσω σε τόπο πολύ μακρινό , πέρα από την Βαβυλώνα . » Η ιερή όμως σκηνή , όπου ο Θεός έδινε την μαρτυρία του θελήματος και της παρουσίας του ήταν στην έρημο . Έτσι διέταξε εκείνος που μιλούσε στον Μωυσή , να την κατασκευάσει , σύμφωνα με το πρότυπο που είδε στο Όρος . Τη σκηνή αυτή μετά τον Μωυσή την παρέλαβαν οι διάδοχοί του , οι προγονοί μας , μαζί με τον Ιησού του Ναυή . Την έμπασαν στην κυριευμένη χώρα των εθνικών , που τους έκανε έξωση ο Θεός για να εγκατασταθούν σε αυτή τη χώρα οι προγονοί μας και έμεινε εκεί η σκηνή ως την εποχή του Δαυίδ , που βρήκε χάρη ενώπιον του Θεού και ζήτησε να κατασκευάσει κατοικία για τον Θεό του Ιακώβ . Στο τέλος ο Σολομών αξιώθηκε να κτίσει τον οίκο αυτό του Θεού . ‘Όμως ο Ύψιστος Θεός δεν κατοικεί σε ναούς που κατασκευάζονται από χέρια ανθρώπων , όπως λέγει ο προφήτης Ησαΐας : «Θρόνος για μένα είναι ο ουρανός , ολόκληρη η γη είναι το στήριγμα που ακουμπούν τα πόδια μου . Ποιόν οίκο μπορείτε να κτίσετε σε μένα , που δεν με χωρεί ολόκληρος ο κόσμος ; » λέγει ο Κύριος . » Ή ποιος θα είναι ο τόπος της μόνιμης αναπαύσεώς μου ; Δεν είναι το παντοδύναμο χέρι μου , που δημιούργησε όσα εσείς οι άνθρωποι μου προσφέρετέ ; «
Και επειδή τα μέλη του συνεδρίου άρχισαν να αγανακτούν , ελέγχοντάς τους ο Στέφανος τους λέγει : «Σκληροτράχηλοι και αναίσθητοι στην καρδιά και τα αυτιά σας ! Πάντοτε αντιτάσσεσθε εσείς στο Πνεύμα το Άγιο . Όπως οι πατέρες σας έτσι και εσείς . Ποιόν από τους προφήτες δεν κατεδίωξαν οι προγονοί σας και φόνευσαν εκείνους που προανάγγειλαν τον ερχομό του Μεσσία , του οποίου τώρα εσείς έχετε γίνει προδότες και φονιάδες ; Εσείς που πήρατε τον νόμο που διέταξε ο θεός με τους αγγέλους και δεν τον φυλάξατε ! «

Δ . Μαρτυρικό τέλος

Ενώ άκουγαν αυτά οι σκληρόκαρδοι και αμετανόητοι Ιουδαίοι , σχίζονταν οι καρδιές τους από αγανάκτηση και έτριζαν τα δόντια τους εναντίων του Στέφανου . Αυτή τη στιγμή ο Θεόφθογγος αρχιδιάκονος , δεχόμενος τις ελλάμψεις της Θείας Χάριτος , ώστε ολόκληρη η ύπαρξή του να γεμίζει από το Άγιο Πνεύμα , ατενίζει προς τον ουρανό και βλέπει » δόξαν Θεού και Ιησούν εστώτα εκ δεξιών του Θεού » . Και ενώ αντικρίζει ο Στέφανος την θεόσταλτη θεωρία , γυρίζει με απλότητα μικρού παιδιού και λέει στους κατηγόρους του : » Να , βλέπω τους ο
υρανούς ανοιγμένους και τον υιό του ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού. «
Όταν άκουσαν την θεία οπτασία του Αγίου οι Ιουδαίοι , τη νόμισαν οι πλανεμένοι ως βλασφημία εναντίον του Θεού και κράζοντας με φωνή μεγάλη και βουλώνοντας τα αυτιά τους , για να μην τον ακούνε » όρμησαν ομοθυμαδόν επ αυτόν » . Τον άρπαξαν , τον έβγαλαν έξω από την πόλη και άρχισαν να τον λιθοβολούν . Ό μακάριος Στέφανος ενώ οι λίθοι πλήγωναν θανάσιμα το Άγιο σώμα του , επικαλούνταν τον Κύριο και έλεγε : «Κύριε Ιησού δέξου το πνεύμα» . Τέλος αφού γονάτισε , μιμούμενος τον σταυρωμένο Χριστό , έκραξε με φωνή μεγάλη : » Κύριε μην τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή . «
Ο αγιότατος Στέφανος υφίσταται μαρτυρικό θάνατο γιατί αγαπά τον Θεό , με όλη την καρδιά , την ισχύ και την διάνοιά του , με όλο το είναι του . Και ο γλυκύτατός μας Ιησούς δεν τον άφησε ορφανό . Παρακάλεσε τον Πατέρα του και του έστειλε αισθητά το Άγιο Πνεύμα . Όχι την ώρα του μαρτυρίου , αλλά πολύ πιο πριν . Πριν ακόμα γίνει διάκονος . Τότε που έδωσε ολοκληρωτικά τον εαυτό του στον Θεό. Την ώρα του μαρτυρίου οι τελευταίες λέξεις του . φανερώνουν και την τελειότητα της αγάπης του . Την αγάπη για τους εχθρούς . Ποιος έδωσε τόση αγάπη στον Στέφανο ; Οι άγιοι πατέρες μας που την διδάχθηκαν αποφαίνονται : το Άγιο Πνεύμα διδάσκει αρρήτως τη ψυχή να αγαπά τους ανθρώπους. Αυτό που διδάχθηκαν οι πατέρες μας δεν ήταν παρά ότι ο Ιησούς υποσχέθηκε : «Το Πνεύμα το Άγιον , ο πέμψει ο πατήρ εν ονοματί μου , εκείνο υμάς διδάξει πάντα . «( Ιωαν. ιδ , 26 )

Τόπος όπου έμαρτύρησεν ό Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος

Και με τα τελευταία λόγια του , παρέδωσε την αγία του ψυχή . Με το μαρτύριό του ο Πρωτομάρτυρας του Χριστού , καταγκρέμμισε τον αντίδικο διάβολο . Αφού κοιμήθηκε με τον γλυκό ύπνο του μαρτυρίου πήραν το σώμα του άνδρες ευλαβείς κι αφού το τοποθέτησαν μέσα σε ένα κιβώτιο , το σφράγισαν και το απόθεσαν στα πλάγια μέρη του ναού . Τότε ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο γιός του Αβελβούλ , πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίστηκαν από τους Αποστόλους . Ο λιθοβολισμός του αγίου Στεφάνου έγινε τον τρίτο χρόνο μετά την ανάληψη του Χριστού .

Ε . Η ανακομιδή του λειψάνου του

Πέρασαν τριακόσια τέσσερα χρόνια από το μαρτύριό του. Πέρασαν οι διωγμοί που οδήγησαν στην τελείωση χιλιάδες μάρτυρες . Ειρήνη διαδέχτηκε την ταραχή και η Εκκλησία απολάμβανε ελευθερία και ησυχία . Τα βασανιστήρια των τυράννων σταμάτησαν . Γιατί βασίλευε ο Κωνσταντίνος , ο ευσεβέστατος και πρώτος βασιλιάς των Χριστιανών. Τότε φανερώθηκε και ο πολύτιμος θησαυρός , το αγιότατο λείψανο του πρωτομάρτυρα Στεφάνου ως εξής :
Στην ίδια πόλη που ήταν κρυμμένο το λείψανο του Αγίου Στεφάνου κατοικούσε ένας γέροντας που λεγόταν Λουκιανός .Ήταν ιερέας στο αξίωμα και ευσεβής στη ζωή . Σε αυτόν φάνηκε τρείς φορές ο Άγιος Στέφανος και του έδειξε τον τόπο που βρισκόταν κρυμμένο το λείψανό του . Ο ιερέας φανέρωσε την οπτασία αυτή στον τότε πατριάρχη Ιεροσολύμων, Ιωάννη .Ο πατριάρχης φωτισμένος την ώρα εκείνη της διηγήσεως , από το Άγιο Πνεύμα πείστηκε και με χαρά πήγε στον τόπο που αποκάλυψε ο άγιος με πολλούς κληρικούς . Αφού έσκαψαν , βρήκαν την θήκη στην οποία ήταν τοποθετημένο το άγιο λείψανο. Την ίδια ώρα σεισμός μεγάλος τράνταξε την γη . Ευωδία ουράνια πλημμύρισε τους παρευρισκομένους . Ψηλά από τους ουρανούς ακούγονταν οι αγγελικές δοξολογίες » Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γής ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία » . Όλα γιόρταζαν στην εύρεση του αγίου λειψάνου . Η κτίση τα κτίσματα ο Κτίστης . Η κτίση με τον σεισμό . Τα κτίσματα , οι άνθρωποι με την χαρά και το δέος , μαζί και οι άγγελοι με την δοξολογία . Και ο Κτίστης , που άπειρα αγαπά τα δημιουργήματά του , με την ευωδία που δεν ήταν παρά αυτό το Άγιο Πνεύμα , που ζούσε μέσα στον άγιο Στέφανο . Πρώτος προσκύνησε το άγιο λείψανο ο πατριάρχης . Ακολούθησαν οι ιερείς και ο παρευρισκόμενος λαός . Μετά το σήκωσαν με ευλάβεια και με λαμπάδες , ψαλμωδίες και θυμιάματα και όλη την πρέπουσα τιμή το μετέφεραν στην Ιερουσαλήμ . Αργότερα κτίσθηκε και ναός προς τιμήν του αγίου από κάποιον άρχοντα συγκλητικό τον Αλέξανδρο . Μέσα στον ναό εκείνο , τοποθετήθηκε με τις ευλογίες του πατριάρχη το λείψανό του .

ΣΤ . Μεταφορά στην Κωνσταντινούπολη

Υστερα από οκτώ χρόνια όταν βασίλευε ο Κωνσταντίνος και πατριάρχευε στην βασιλίδα των πόλεων ο θείος Μητροφάνης , μεταφέρεται εκεί με θαυμαστό τρόπο το λείψανο του αγίου Στεφάνου , από την γυναίκα του Αλεξάνδρου , την Ιουλιανή . Στην διαδρομή , από τα Ιεροσόλυμα μέχρι την Κωνσταντινούπολη , συνέβησαν πολλά θαυμαστά .
Όταν έφθασαν στην πόλη της Αγίας Σοφίας , μαθεύτηκε παντού ο ερχομός του αγίου λειψάνου . Ο ευσεβέστατος βασιλιάς Κωνσταντίνος όταν πληροφορήθηκε τα πολλά θαυμαστά που συνέβησαν κατά την διαδρομή , γέμισε από χαρά και αγαλλίαση . Ειδοποίησε τον πατριάρχη , τον κλήρο και τον λαό να βγούν να προυπαντήσουν το άγιο λείψανο . Και έτσι όλοι οι χριστιανοί , άρχοντες και αρχόμενοι , κλήρος και λαός , το έφεραν στα βασιλικά ανάκτορα με μέγιστη τιμή και ευλάβεια.
Πάμπολλα είναι τα θαύματα που έγιναν ώστε είναι αδύνατον να περιγραφούν ακριβώς . Τα μουλάρια , που έσερναν την άμαξα , που ήταν το άγιο λείψανο , όταν έφθασαν σε έναν τόπο λεγόμενο Κωνσταντινιές σταμάτησαν .Επειδή κτυπούσαν τα ζώα να προχωρήσουν , ένα μουλάρι μίλησε με ανθρώπινη φωνή και είπε » Γιατί μας δέρνετε ; Εδώ πρέπει να αποτεθεί το λείψανο του αγίου .» Αυτή τη φωνή την άκουσαν ο πατριάρχης και όλοι οι παρευρισκόμενοι , δόξασαν τον Θεό μεγαλοφώνως . Όταν έμαθε ο βασιλιάς το θαυμαστό γεγονός της παντοδυναμίας του Θεού , έμεινε κατάπληκτος . Προς δόξα και αίνο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού , έκτισε στον τόπο εκείνο ναό στο όνομα του αγίου Στεφάνου .Στον ναό αυτό τελείται κάθε χρόνο η σύναξη και η εορτή του αρχιδιακόνου και πρωτομάρτυρα της εκκλησίας μας , αγίου Στεφάνου .
Η μνήμη του εορτάζεται στις 27 Δεκεμβρίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 2 Αυγούστου .

Ιερό τεμάχιο κάρας του πρωτομάρτυρα Στεφάνου / Βατοπαίδι

Απολυτίκιο

Ήχος δ΄
Βασίλειον διάδημα , εστέφθη ση κορυφή εξ άθλων ων υπέμεινας υπέρ Χριστού του Θεού .Μαρτύρων πρωτόαθλε συ γαρ την Ιουδαίων απέλεγξας μανίαν , είδες σου τον Σωτήρα του Πατρός δεξιόθεν . Αυτόν ουν ακδυσώπει αει υπέρ των ψυχών ημών .

Κοντάκιο

Ήχος γ΄ . Η Παρθένος σήμερον .
Ο Δεσπότης χθές ημίν , δια σαρκός επεδήμει και ο δούλος σήμερον , από σαρκός εξεδήμει , χθές μεν γαρ , ο βασιλεύων σαρκί ετέχθει , σήμερον δε ο οικέτης λιθοβολείται , δια αυτόν και τελειούται ο Πρωτομάρτυρας και θείος Στέφανος.

ΠΗΓΗ.agioros.blogspot.com

Βίος της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας(22 Δεκ)


1. Καταγωγή καί δράση τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας

Γεννήθηκε καί μεγάλωσε στή Ρώμη στό τέλος τοῦ 3ου μ.Χ αἰῶνος. Ἦταν κόρη ἀρχοντικῆς καί πλούσιας οἰκογένειας. Παρά τήν σκληρή ἐπαγρύπνηση τοῦ εἰδωλολάτρη πατέρα της Πραιτεξτάτου, ἡ Χριστιανή μητέρα της Φαύστα τήν ὁδήγησε στόν Χριστιανό διδάσκαλο Χρυσόγονο πού τῆς δίδαξε τό Χριστιανισμό καί ἄναψε τόν ἔρωτα καί τήν ἀγάπη της πρός τόν Χριστό. Ἀποφασισμένη νά ζήσει μοναχική ζωή διά βίου, ἐν ἁγνείᾳ καί παρθενίᾳ, ὑποχρεώθηκε ἐν τούτοις πιεζόμενη ἀπό τόν πατέρα της, νά παντρευτεῖ τόν εἰδωλολάτρη ἀξιωματοῦχο τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ Πούπλιο, τήν πρός τόν ὁποῖο ὅμως σαρκική συνάφεια ἀπέφευγε, ὅπως λέγει τό συναξάριο, διά τήν ἀπιστίαν αὐτοῦ, προφασιζόμενη ὅτι ἦταν ἀσθενής· «νοσεῖν ἀεί προφασιζομένη». Ὁ αἰφνίδιος καί θεόσταλτος θάνατος τοῦ συζύγου της ἐλευθέρωσε ὅλες τίς δυνατότητες τῆς Ἀναστασίας, πού διέθεσε στό ἑξῆς, ἡ περικαλλέστατη αὐτή καί ἀρχοντική νεαρή γυναίκα, ὅλα της τά πλούτη, τό χρόνο, τή δράση καί τήν ἀγάπη της στό νά ἐπισκέπτεται στίς φυλακές τούς φυλακισμένους Χριστιανούς, νά τούς ἐνισχύει καί νά τούς ἐνθαρρύνει, ὥστε νά μήν δειλιάσουν μπροστά στό μαρτύριο. Ἔγινε «ἀλείπτρια», προπονήτρια πολλῶν μαρτύρων πού ὀφείλουν τό ἔνδοξο μαρτυρικό τους τέλος στήν ἐνθάρρυνση τῆς Ἀναστασίας.

2. Ἐνισχύει στή Θεσσαλονίκη τίς ἀδελφές ὁσιομάρτυρες, Ἀγάπη, Χιονία καί Εἰρήνη

Γιά τό ἔργο της αὐτό δέν περιορίστηκε στή Ρώμη, ἀλλά ἅπλωσε τήν ἀγάπη της μέχρι τήν Ἀνατολή, μέχρι τή Νικομήδεια, ἀφοῦ διέτρεξε τό Ἰλλυρικό καί τή Μακεδονία, ὅπου ἔδρασε ἰδιαίτερα στήν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ τρεῖς γνωστές ἀδελφές Ἀγάπη, Χιονία καί Εἰρήνη πού μαρτύρησαν ἐπί Διοκλητιανοῦ στή Θεσσαλονίκη, πρίν ἀπό τό μαρτυρικό τους θάνατο γνώρισαν τήν φροντίδα καί τήν ἀγάπη τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία γιά τό λόγο αὐτό φυλακίσθηκε καί βασανίσθηκε σέ φυλακή τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι μάλιστα πολύ πιθανό ὅτι τό ὄρος στό ὁποῖο τοξεύθηκε ἀπό στρατιώτη ἡ τρίτη ἀπό τίς ἀδελφές, ἡ ἁγία Εἰρήνη, εἶναι τό ὄρος ὅπου σήμερα εἶναι ἡ Μονή τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία φρόντισε καί ἐνεταφίασε τά τίμια σώματα τῶν τριῶν ἀδελφῶν παρθενομαρτύρων, τῶν ὁποίων τή μνήμη ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει στίς 16 Ἀπριλίου.

3. Χρυσόγονος καί Ζωΐλος

Δέν εἶναι ὅμως μόνον οἱ τρεῖς παρθενομάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης μέ τίς ὁποῖες συνδέθηκε ἡ Ἁγία Ἀναστασία. Ἀναφερθήκαμε προηγουμένως στόν διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ὁ ὁποῖος ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στήν Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατά τόν συναξαριστή, κατ’ ἄλλους δέ στήν Ἀκυϊλία τῆς Ἰλλυρίας. Σώζεται ἀλληλογραφία μεταξύ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, τόν καιρό πού τήν εἶχε φυλακίσει ὁ ἄνδρας της, γιά νά ἐμποδίσει τήν φιλάνθρωπη δράση της, καί τοῦ Χρυσογόνου, πού τόν εἶχαν φυλακίσει, γιατί δίδασκε μέ παρρησία καί πολλή ἐπιτυχία τό Χριστιανισμό. Τόν Χρυσόγονο ἀκολούθησε ἡ Ἀναστασία στήν μαρτυρική του πορεία ἀπό τή Ρώμη στή Νικομήδεια, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ ἀποφυλακίσθηκε μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της. Τοῦ συμπαρεστάθη καί τον ἐνεδυνάμωσε, ἡ τολμηρή αὐτή μαθήτρια τόν πρεσβύτη δάσκαλο. Μετά τόν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ μαρτυρικό του θάνατο, ὁ Χρυσόγονος ἐμφανίσθηκε σέ ὅραμα στόν ἱερέα Ζωΐλο, τοῦ ὑπέδειξε τόν τόπο πού βρισκόταν τό ἅγιό του λείψανο καί τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ Διοκλητιανός ἔδωσε ἐντολή νά βασανιστοῦν οἱ τρεῖς ἀδελφές Ἀγάπη, Χιονία καί Εἰρήνη, τίς ὁποῖες ὅμως θά ἐρχόταν νά ἐνθαρρύνει ἡ Ἀναστασία, ὅπως καί ἔγινε. Τό ἴδιο ὅραμα εἶδε συγχρόνως καί ἡ Ἀναστασία, πού ἀνέλαβε πράγματι νά συμπαρασταθεῖ στίς τρεῖς μέλλουσες μάρτυρες. Ὁ ἱερεύς Ζωΐλος, πλησίον τοῦ ὁποίου ἔμεναν οἱ τρεῖς ἀδελφές, δέχτηκε σέ λίγες μέρες τήν προαναγγελθεῖσα ἐπίσκεψη τῆς Ἀναστασίας, ἡ ὁποία προσκύνησε τό ἅγιο λείψανο τοῦ διδασκάλου της καί ἀνέλαβε τίς τρεῖς ἀδελφές, οἱ ὁποῖες ὅπως εἴπαμε, μαρτύρησαν στή Θεσσαλονίκη. Ὁ Ζωΐλος ἐντός ὀλίγου ἀπέθανεν ἐν Κυρίῳ, ὅπως τοῦ εἶχε προαναγγείλει ὁ Χρυσόγονος, μαζί μέ τόν ὁποῖο ἑορτάζεται στίς 22 Δεκεμβρίου, ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου καί τῆς μνήμης τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Στόν συναξαριστή ὁ Ζωΐλος παρουσιάζεται ὡς μάρτυς. Χρυσόγονος, Ζωΐλος, Ἀγάπη, Χιονία, Εἰρήνη ἀποτελοῦν τήν πρώτη ὁμάδα ἁγίων, μέ τήν ὁποία συνδέθηκε ἡ Ἁγία μας, ἀκολουθοῦν ὅμως καί ἄλλες.

4. Ἡ Θεοδότη καί τά παιδιά της

Κατά τήν παραμονή της στή Νικομήδεια, ὅπου εἶχε φθάσει συνοδεύοντας τόν διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ἡ Ἀναστασία ἔγινε γνωστή γιά τίς ἀγαθοεργίες καί τήν χριστιανική της δράση. Στήν πόλη αὐτή ζοῦσε ἐν χηρείᾳ, μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της, ἡ Θεοδότη μέ τά τρία παιδιά της. Προσκολλήθηκε στήν Ἀναστασία, ὡς συνεργάτης καί βοηθός στίς ἀτέλειωτες ἐπισκέψεις τῶν φυλακισμένων καί διωκομένων Χριστιανῶν. Ἐπειδή ἀρνήθηκε νά ὑπανδρευθεῖ τόν ἄρχοντα Λευκάδιο, πού τήν θαύμαζε γιά τήν ὀμορφιά της, ἡ Θεοδότη ὁδηγήθηκε σέ δίκη, κατά τήν ὁποία προτίμησε νά μαρτυρήσουν αὐτή καί τά τρία παιδιά της μέσα σέ καμίνι φωτιᾶς, παρά νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό· ἡ μητρότητα στίς ὡραιότερες στιγμές της, ἀφοῦ θέτει σέ δεύτερη μοῖρα τή ζωή τή σαρκική τῶν παιδιῶν της, προκειμένου νά κερδίσουν τήν αἰώνια καί ἀγέραστη ζωή τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἄλλη μία ὁμάδα μαρτύρων ἀπό τόν κύκλο τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, πού γιορτάζουν ἐπίσης μαζί της στίς 22 Δεκεμβρίου.

5. Οἱ ἑκατόν εἴκοσι κατάδικοι

῎Εφθασε ὅμως καί ὁ καιρός καί τοῦ δικοῦ της μαρτυρίου, πρίν ἀπό τό ὁποῖο ἔγινε αἰτία νά πλουτίσει ἡ ᾿Εκκλησία μας μέ ἑκατόν εἴκοσι ἀκόμη μάρτυρες. Μετά ἀπό ἐπίμονες προσπάθειες οἱ ἄρχοντες, ἄλλοτε μέ ὑποσχέσεις καί γλυκόλογα καί ἄλλοτε μέ φρικτά βασανιστήρια, δέν κατόρθωσαν νά πείσουν τήν ᾿Αναστασία νά ἀρνηθεῖ τή χριστιανική της πίστη. ῾Η Θεοδότη ἐμφανιζόταν στόν ὕπνο της, μήνυμα ἀπό τόν οὐρανό, γιά νά τήν ἐνισχύσει, ἀνταποδίδοντας ἔτσι ὅσα εἶχε κάνει ἡ ᾿Αναστασία γι᾿ αὐτήν. Κατά θαυματουργικό τρόπο ἡ ᾿Αναστασία, ἀντί νά βγαίνει ταλαιπωρημένη καί ἐξουθενωμένη ἀπό τίς φυλακές καί τά βασανιστήρια, ἐμφανιζόταν ἀκμαία καί χαρούμενη. Στήν ἀπόγνωσή του ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας διατάσσει νά βάλουν τήν ᾿Αναστασία μαζί μέ ἄλλους ἑκατόν εἴκοσι εἰδωλολάτρες καταδίκους καί ἕνα Χριστιανό, τόν Εὐτυχιανό, μέσα σέ μεγάλη βάρκα, νά ἀνοιχθοῦν στή θάλασσα καί, ἀφοῦ ἀνοίξουν ὀπές στή βάρκα, νά τούς ἀφήσουν νά πνιγοῦν, ὅπως καί ἔγινε. ῾Ο Θεός ὅμως δέν ἐπέτρεψε νά εὐοδωθοῦν τά σχέδια τοῦ ἄρχοντα, γιατί τό δικό του σχέδιο προέβλεπε τή σωτηρία καί ἄλλων ἀνθρώπων. Ξαφνικά ἐμφανίζεται στό τιμόνι τῆς βάρκας ἡ Θεοδότη καί τήν ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στή στεριά. ῎Εκθαμβοι οἱ ἑκατόν εἴκοσι κατάδικοι ἀπό τό θαῦμα πού ἔζησαν, πίστεψαν στόν Χριστό, ὁμολόγησαν καί αὐτοί μέ παρρησία τήν πίστη τους ἑνώπιον τοῦ ἄρχοντος, μέ συνέπεια νά ἀποκεφαλισθοῦν καί νά κερδίσουν τόσο γρήγορα τήν αἰωνιότητα.

6. Τό μαρτύριο τῆς ῾Αγίας

῾Η ἄκαμπτη καί ἀνυποχώρητη ᾿Αναστασία τελικά δέθηκε σέ πασσάλους καί, δεμένη ὅπως ἦταν, παραδόθηκε στή φωτιά, στίς 22 Δεκεμβρίου, πού ἡ ᾿Εκκλησία γιορτάζει τή μνήμη της. Τό λείψανο τῆς ῾Αγίας τό πῆρε μία γυναίκα ἀρχόντισσα, πού λεγόταν ᾿Απολλωνία, ἀφοῦ χρησιμοποίησε τή γνωριμία της μέ τή σύζυγο τοῦ ἐπάρχου. ᾿Ενεταφίασε τό σῶμα στόν κῆπο της, ὅπου ἀργότερα ἔκτισε καί νάο πρός τιμήν της. Ποιός ἀκριβῶς ἦταν ὁ τόπος αὐτός τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ ἐνταφιασμοῦ της δέν γνωρίζουμε. Τό μαρτύριό της ἔγινε τό 303 ἤ 304 κατά τό Διωγμό τοῦ Διοκλητιανοῦ, κατά πολλούς στή Θεσσαλονίκη, κατά ἄλλους στό Σίρμιο, ἐνῶ ὑπάρχουν καί μερικοί πού πιστεύουν ὅτι ἐμαρτύρησε στή Ρώμη.

7. Τά λείψανα τῆς ῾Αγίας

Εἶναι πάντως ἱστορικά ἐξακριβωμένο ὅτι τό λείψανό της βρέθηκε στό Σίρμιο, ἀπ᾿ ὅπου μεταφέρηθκε στήν Κωνσταντινούπολη ἐπί πατριάρχου Γενναδίου (457-471) καί αὐτοκράτορος Λέοντος Α´ (457-474). Τοποθετήθηκε κατ᾿ ἀρχήν στόν ἐπ᾿ ὀνόματί της ναό πού βρισκόταν στόν Ἱππόδρομο, τόν μοναδικό πού εἶχε ἀπομείνει στούς ᾿Ορθοδόξους κατά τήν ἐποχή τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ. Στόν μικρό αὐτό ναό ἔδωσε τή μεγάλη μάχη του ἐναντίον αὐτῆς τῆς αἱρέσεως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ἐπανέφερε τήν ᾿Ορθοδοξία στήν Κωνσταντινούπολη μέ τούς περίφημους Θεολογικούς Λόγους πού ἐξεφώνησε ἐκεῖ.

Σήμερα, μέρη τῶν ἱερῶν λειψάνων τῆς ῾Αγίας, ἡ ἁγία κάρα της καί μέρος ἀπό τό δεξιό της πόδι βρίσκονται στήν Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή τῆς ῾Αγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας στήν Μακεδονία.

8. Γιατί ὀνομάζεται «Φαρμακολύτρια»

α) Δίδει φάρμακα καί θεραπεύει σωματικές καί ψυχικές ἀσθένειες

Τό ἐπίθετο «Φαρμακολύτρια» τῆς ῾Αγίας ἔχει δύο ἔννοιες, μία γενική καί μία εἰδική. Κατά τήν εὐρύτερη, τήν γενική ἔννοια, ἡ ῾Αγία ὀνομάζεται ἔτσι, διότι ὅπως λέει ὁ Τρύφων Εὐαγγελίδης στό βιβλίο του Βίοι ῾Αγίων (σελ. 994) «εἶχεν ἄνωθεν παρά Θεοῦ τήν δύναμιν νά λύῃ καί καταστρέφῃ τῶν φαρμάκων καί τῶν δηλητηρίων τά κακά ἀποτελέσματα καί τάς ἐνεργείας» ἤ διότι παρέχει ἡ ἴδια ἀφθόνως φάρμακα, «ἐκλύει» φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῶν σωματικῶν καί ψυχικῶν ἀσθενειῶν, ὅπως λέγει τό Μεγαλυνάριο μιᾶς ἀκολουθίας της: «Φάρμακα προχέουσα μυστικά ψυχῶν καί σωμάτων θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ ᾿Αναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διό τάς χάριτάς σου πάντες κηρύττομεν».

β) Διότι λύνει τίς φαρμακεῖες, δηλαδή τά μάγια

Κατά τήν εἰδική ἔννοια ἡ ῾Αγία ὀνομάζεται «Φαρμακολύτρια», διότι ἀνάμεσα στίς πολλές ἄλλες ἰάσεις καί θεραπεῖες πού ἐπιτελεῖ ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τή Χάρη καί τή δύναμη νά γλυτώνει ὅσους ἔπεσαν στά δίχτυα τῶν φαρμακῶν καί τῶν φαρμακευτριῶν, δηλαδή τῶν μάγων καί τῶν μαγισσῶν. Λύνει τίς φαρμακεῖες, δηλαδή τά μάγια, καί γι᾿ αὐτό ὀνομάζεται φαρμακολύτρια.

Παραθέτουμε ἕνα ἀπό τά παλαιά θαύματα τῆς ῾Αγίας πού ἀναφέρεται σέ θεραπεία μαγεμένης κοπέλλας καί ἔχει σχέση μέ τό μοναστήρι πού ἦταν τότε ἡγουμένη ἡ ῾Αγία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου, ὅπως τό διηγεῖται ὁ πατήρ Χαράλαμπος Βασιλόπουλος (Βίοι ῾Αγίων 89, ῾Η ῾Αγία ᾿Αναστασία ἡ Φαρμακολύτρια, σελ. 34 ἑ.):

Μιά κοπέλλα εὐγενής καί ὡραία, πού καταγόταν ἀπό τήν Καππαδοκία, ἦταν ἀρραβωνιασμένη. ῎Επειτα μετάνοιωσε ἡ νέα καί δέν τόν ἤθελε τόν μνηστῆρα. ῎Αλλά γιά νά μήν τήν ἐνοχλεῖ ἐκεῖνος, ἔφυγε καί πῆγε στό Μοναστήρι, πού ἦταν ῾Ηγουμένη ἡ ῾Αγία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου, κοντά στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐκεῖ ἐμόνασεν.

῾Ο μνηστήρας της δέν μποροῦσε μέ κανέναν τρόπο νά τήν βγάλη ἀπό τό Μοναστήρι. ῏Ηταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἔρωτα. Γι᾿ αὐτό βρῆκε ἕνα μεγάλο μάγο καί τοῦ ἔταξε πολλά χρήματα, ἄν θά μποροῦσε νά καταφέρη τήν νέα μέ τά μάγια του, νά ἐγκαταλείψη τό Μοναστήρι καί νά γίνη γυναίκα του.

῾Ο μάγος ἐκεῖ στήν Καππαδοκία ἔκανε τά μάγια του καί ἡ γυναίκα βγῆκε ἀπό τίς φρένες της. Γύριζε ὅλο τό Μοναστήρι καί φώναζε τόν μνηστῆρα μέ τό ὄνομά του. ῾Ωρκιζόταν δέ, ὅτι ἐάν δέν τῆς ἀνοίξουν τήν πόρτα νά πάη νά τόν βρῆ θά πνιγόταν. ῾Η ῾Οσία Εἰρήνη ἡ Χρυσοβαλάντου, ἡ ῾Ηγουμένη, τήν ἔβλεπε σ᾿ αὐτήν τήν κατάσταση, ἔκλαιγε καί ἔλεγε:·

-᾿Αλλοίμονο σέ μένα τήν ἀθλία, διότι διά τήν ἀμέλειαν τῶν βοσκῶν ἁρπάζουν οἱ λύκοι τά πρόβατα. ᾿Αλλά, πονηρέ διάβολε, ἄδικα κοπιάζεις. ῾Ο Χριστός δέν θά σέ ἀφήση νά καταπιῆς τήν ἀμνάδα μου.

Τότε συγκέντρωσε ὅλη τήν ἀδελφότητα καί τίς δίδαξε νά φυλάγωνται ἀπό τίς πανουργίες τοῦ δαίμονος. Διέταξε κατόπιν νά νηστέψουν ὅλες ὅλη τήν ἑβδομάδα καί νά προσεύχωνται. Νά κάμνουν δέ διά τήν πάσχουσαν ἀδελφήν, κάθε μέρα χίλιες μετάνοιες. ῎Ετσι προσευχόταν ἡ κάθε μία στό κελλί της.

Τήν τρίτη νύχτα βλέπει ἡ ῾Αγία Εἰρήνη ἐκεῖ πού προσευχόταν, τά μεσάνυχτα, μπροστά της τόν Μέγαν Βασίλειον, πού τῆς εἶπε:

-Γιατί μᾶς ὀνειδίζεις Εἰρήνη, ὅτι ἀφήνομε καί γίνονται στήν πατρίδα μας τά φοβερά καί ἀνόσια μάγια; ῞Οταν ξημερώση, πάρε τήν ἄρρωστη μαθήτριά σου καί νά τήν πᾶς εἰς τάς Βλαχέρνας. ᾿Εκεῖ θά ἔλθη νά τήν θεραπεύση ἡ Μήτηρ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, πού ἔχει τή δύναμη.

῾Ο ῞Αγιος ἀμέσως ἔγινε ἄφαντος. ῾Η ῾Αγία πῆρε τήν πάσχουσα καί δύο ἀδελφές, τίς ἐναρετώτερες, καί πῆγε στόν Ναό τῶν Βλαχερνῶν. Ἐκεῖ προσευχόταν ὅλη τήν ἡμέρα μέ δάκρυα. Τό μεσονύκτιον ὅμως ἀπό τόν κόπον ἀποκοιμήθηκαν.

Τότε βλέπει στόν ὕπνο της ἡ ῾Αγία πολύ λαό, πού ἑτοίμαζαν τούς δρόμους. ῏Ηταν χρυσοφορεμένοι, ὁλόφωτοι καί ραντίζανε μέ εὐωδέστατα ἄνθη καί ἐθυμίαζαν. ῾Η ῾Αγία τούς ρώτησε, γιατί ἔκαμναν τόση ἑτοιμασία. ᾿Εκεῖνοι ἀποκρίθηκαν:

– ῾Η Μήτηρ τοῦ Θεοῦ ἔρχεται. ῾Ετοιμάσου καί σύ ν᾿ ἀξιωθῆς νά τήν προσκυνήσης.

Τότε ἔφτασε ἡ Παντάνασσα. Τήν ἀκολουθοῦσε πλῆθος ἀμέτρητο ἀστραπηφόρων, τό δέ θεῖο καί σεβάσμιο πρόσωπό της ἔχυνε τόση λάμψη, πού δέν μποροῦσε νά τό βλέπη ἄνθρωπος. ῞Οταν εἶδε ὅλους τούς ἐκεῖ ἀρρώστους ἡ Παναγία, ἦλθε καί στήν ἄρρωστη μαθήτρια τῆς Εἰρήνης. ῾Η ῾Ηγουμένη πέφτει στά πόδια τῆς Παναγίας φοβισμένη καί ἔντρομη.῎Ακουσε ὅμως ὅτι ἡ Θετόκος φώναξε τό Μέγαν Βασίλειον καί τόν ἐρώτησεν γιά τήν Εἰρήνη, τί χρειαζόταν. ᾿Εκεῖνος τῆς ἐξέθεσεν ὅλη τήν ὑπόθεση τῆς νέας.

– Καλέστε τήν ᾿Αναστασία, εἶπεν ἡ Παναγία.

῾Η ῾Αγία ᾿Αναστασία ἡ Φαρμακολύτρια ἔφθασε ἀμέσως. Τότε ἡ Θεοτόκος τῆς εἶπε:

– Πηγαίνετε στήν Καισάρεια μέ τόν Βασίλειο, ἐξετάστε μέ ἐπιμέλεια καί νά θεραπεύσετε αὐτήν τήν κόρη της, διότι σέ σένα ὁ Υἱός καί Θεός μου χάρισε αὐτήν τήν χάριν.

Κατόπιν προσκύνησαν τήν Παναγία ἡ ῾Αγ. ᾿Αναστασία καί ὁ Μέγας Βασίλειος καί ἀνεχώρησαν ἐσπευμένως νά ἐκτελέσουν τήν ἐντολή. ῎Ακουσε δέ καί ἡ ῾Οσία ῾Ηγουμένη μιά φωνή, πού τῆς ἔλεγε·:

– Πήγαινε στό Μοναστήρι σου, ἐκεῖ θά θεραπευθῆ.

Ὅταν ἡ Χρυσοβαλάντου ξύπνησε, φανέρωσε καί στίς ἄλλες μοναχές τό ὅραμα καί ἀνεχώρησαν χαρούμενες. ῏Ηταν Παρασκευή καί τήν ὥρα τοῦ ῾Εσπερινοῦ μαζεύτηκαν ὅλες στό Ναό. ῾Η ὁσία τούς διηγήθηκε τήν ὀπτασία καί τίς διέταξε νά σηκώσουν μάτια καί χέρια στόν Οὐρανό καί νά λέγουν ἀπό τήν καρδιά τους τό «Κύριε ἐλέησον».

῎Επειτα ἀπό πολλή ὥρα προσευχῆς μέ δάκρυα, φάνηκαν στόν ἀέρα πετώντας ἡ ᾿Αναστασία ἡ Φαρμακολύτρια καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε:

– ῞Απλωσε, Εἰρήνη, τά χέρια σου. Δέξου αὐτά καί μή μᾶς ὀνειδίζεις ἄδικα.

Αὐτό τῆς τό εἶπε, διότι ἡ ῾Οσία Χρυσοβαλάντου προσευχόταν στήν εἰκόνα του καί τοῦ ἔλεγε νά διώξη τούς Μάγους ἀπό τήν Καισάρεια. Ἅπλωσε τότε τά χέρια της καί πῆρε ἕνα δέμα, πού ἐρχόταν ἀπό τόν ἀέρα καί τό ὁποῖον ἐζύγιζε τρεῖς λίτρες.

῞Οταν ὅμως τό ἔλυσε, βρῆκαν μέσα διάφορα μαγικά· σπάγγους, τρίχες, μολύβια, δεσίματα καί γραμμένα ὀνόματα δαιμόνων, ἰδιαιτέρως ὅμως εἶχαν δύο μικρά ἀγαλματάκια ἀπό μολύβι. Τό ἕνα ἦτο τοῦ ἀνδρός τό ὁμοίωμα καί τό ἄλλο τῆς μοναχῆς. Οἱ μοναχές ἐθαύμασαν καί ὅλη τήν νύχτα εὐχαριστοῦσαν τήν Θεοτόκον.

Τό πρωί ἔστειλε ἡ ῾Ηγουμένη στίς Βλαχέρνες δύο μοναχές καί τήν πάσχουσαν. ῎Εδωσε συγχρόνως εἰς αὐτές καί τά προαναφερθέντα μαγικά, καθώς καί λάδι μέ πρόσφορον, γιά νά λειτουργήση ὁ Προσμονάριος.

Αὐτός μετά τήν θείαν Λειτουργίαν ἔχρισε τήν ἄρρωστη ἀπό τό λάδι τῆς κανδήλας. ῎Επειτα ἔβαλε τά μαγικά ἐπάνω στά ἀναμμένα κάρβουνα. Τήν ὥρα δέ πού καιγόταν ἐκεῖνα, λύνονταν καί τά ἀόρατα δεσμά τῆς μοναχῆς. ῏Ηλθε τότε στό μυαλό της καί δόξαζε τόν Θεόν, πού τήν ἀπάλλαξε.

῞Οταν ὅμως διαλύθηκαν τελείως τά μολυβένια ἀγάλματα, ἔβγαιναν φωνές μεγάλες ἀπό τά κάρβουνα, ὅπως κάνουν οἱ χοῖροι, ὅταν τούς σφάζουν.

῞Οσοι ἦσαν παρόντες καί ἔβλεπαν καί ἄκουγαν αὐτά, φύγανε ἔντρομοι, δοξάζοντες τόν Θεόν, πού κάμνει τέτοια θαυμάσια. Κατόπιν ἐπέστρεψαν οἱ μοναχές στό Μοναστήρι καί διηγόνταν στίς ἄλλες τά συμβάντα.

ΠΗΓΗ.vatopaidi.wordpress.com

Το μαρτύριο του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου(20η Δεκεμβρίου).

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ὁ Θεοφόρος, ἀνήκει στοὺς λεγομένους ἀποστολικοὺς πατέρες, δηλαδή, στοὺς πατέρες ποὺ γνώρισαν καὶ διαδέχθηκαν τοὺς ἀποστόλους τοῦ Κυρίου μας. Συνεπῶς ἔδρασαν τὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ πρώτου αἰῶνα μ.Χ. καὶ τὶς μετέπειτα τοῦ δευτέρου αἰῶνα μ.Χ.

Τὸ ὄνομά του εἶναι λατινογενὲς -ἀπὸ τὸ ignis ποὺ σημαίνει πῦρ- καὶ συνεπῶς θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν ὀνομάσουμε Πυρφόρο, ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὸν χαρακτῆρα του, ἀφοῦ ἡ φωτιὰ ποὺ ἔκαιγε μέσα του γιὰ τὸν Κύριό μας ἦταν ἄνευ προηγουμένου. Ἐπίσης ἐπονομάσθηκε καὶ Θεοφόρος, προφανῶς γιὰ τὸν ζῆλο ποὺ ὑπηρέτησε τὸν Κύριο καὶ γιὰ τὸν ἔρωτα ποὺ εἶχε νὰ βρίσκεται συνεχῶς ἑνωμένος μ’ αὐτόν.

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὑπῆρξε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας καὶ μάλιστα, ὅπως αὐτοχαρακτηρίζεται ὁ ἴδιος στὶς ἐπιστολές του, ἐπίσκοπος Συρίας (Ρώμ. 2,2). Ἀπὸ αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ δικαιοδοσία τοῦ ὑπῆρξε εὐρεῖα καὶ δὲν περιοριζόταν μόνο στὴν περιοχὴ τῆς Ἀντιοχείας.

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὑπῆρξε καὶ ἱερομάρτυρας.

Μαρτύρησε γύρω στὸ 113, κατὰ τὸ Ἀντιοχειανὸ Μαρτυρολόγιο, ὅταν αὐτοκράτωρ στὴ Ρώμη ἦταν ὁ Τραϊανός. Ἐὰν δὲν μαρτυροῦσε καὶ πέθαινε εἰρηνικὰ σὰν ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, θὰ ἦταν ἄγνωστος καὶ ἄσημος. Οὔτε κὰν θὰ τὸν τιμούσαμε σὰν ἅγιο. Θὰ γνωρίζαμε μόνο τὸ ὄνομά του ἀπὸ τοὺς ξηροὺς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας. Οὔτε οἱ περίφημες, γιὰ τὸ θεολογικὸ περιεχόμενό τους, ἐπιστολὲς πρὸς Ἐφεσίους, Μαγνησιεῖς, Τραλλιανούς, Φιλαδελφεῖς, Σμυρναίους, Ρωμαίους, καὶ πρὸς Πολύκαρπον, ποὺ ἔγραψε κατὰ τὸν καιρὸ τῆς συλλήψεώς του θὰ ἦταν γνωστές· καὶ συνεπῶς ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας θὰ ἦταν πιὸ φτωχή. Πόσο μεγάλη ἡ εὐλογία τοῦ μαρτυρικοῦ του τέλους καὶ γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρη!

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος δικάσθηκε στὴν Ἀντιόχεια καὶ καταδικάσθηκε νὰ φαγωθεῖ ἀπὸ τὰ λιοντάρια μέσα στὸ ἀμφιθέατρο τῆς Ρώμης. Οἱ Ρωμαῖοι, προφανῶς θέλανε νὰ τρομοκρατήσουν τοὺς λαοὺς τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἑλλάδας, ποὺ πρόθυμα δεχόταν τὸν χριστιανισμό, καὶ γι’ αὐτὸ διοργάνωσαν τὴν πανηγυρικὴ μεταγωγή του στὴ Ρώμη -συνοδεία στρατιωτῶν καὶ ἄλλων συλληφθέντων- μὲ πολύμηνη πορεία στὴν Μ. Ἀσία καὶ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ μήνυμα ἦταν προφανές· προσέξτε δὲν ἀστειευόμαστε ἡ τιμωρία σας θὰ εἶναι παραδειγματική, σκληρή, καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο σας. Κι ὅμως τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τῶν Ρωμαίων ἔγινε boomerang καὶ στράφηκε ἐναντίον τους. Τὸ θάρρος του ἁγίου Ἰγνατίου, ἡ αὐτοθυσία του, ὁ πόθος γιὰ μαρτύριο, οἱ ἐπιστολὲς ποὺ ἔγραψε καὶ μάλιστα ἡ πρὸς Ρωμαίους -ὅπου παρακαλεῖ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ρώμης, ποὺ εἶχαν ἀρχίσει νὰ κάνουν ἐνέργειες γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν, νὰ μὴ τοῦ κάνουν τὸ κακὸ καὶ δὲν τὸν ἀφήσουν νὰ πεθάνει ὡς μάρτυρας- συντελέσαν νὰ ἀναζωογονηθεῖ τὸ φρόνημα τῶν χριστιανῶν καὶ νὰ καταισχυνθοῦν οἱ εἰδωλολάτρες.
Ὁ Ἅγιος σκεφτόταν ὅτι ἡ ὁµολογία πού γίνεται µέ µαρτύριο τόν ἑνώνει περισσότερο µέ τόν Κύριο. Καθώς λοιπόν βρέθηκε ἐνώπιον τοῦ βασιλέως Τραϊανοῦ, ὁ βασιλιάς τόν ρώτησε:
“Ποιός εἶσαι πονηρό πνεῦµα πού φροντίζεις νά παραβαίνεις τίς διαταγές µου καθώς καί ἄλλους νά πείθεις γιά νά χαθοῦν κακῶς”;
Καί ὁ Ἰγνάτιος εἶπε:
“Κανένας δεν ἀποκαλεῖ ἕναν Θεοφόρο, πονηρό πνεῦµα· διότι τά δαιµόνια ἔχουν ἀποµακρυνθεῖ ἀπό τούς δούλους τοῦ Θεοῦ”.
Ὁ Τραϊανός εἶπε:
“Καί τί σηµαίνει Θεοφόρος”;
Ὁ Ἰγνάτιος ἀπάντησε:
“Αὐτός πού ἔχει τόν Χριστό στό στέρνο του”.
Ὁ Τραϊανός εἶπε:
“Ἐµεῖς λοιπόν σοῦ φαινόµαστε ὅτι δέν ἔχουµε θεούς, τούς ὁποίους χρησιµοποιοῦµε ὡς συµµάχους πρός τούς ἐχθρούς”.


Ὁ Τραϊανός ἀποφάσισε:
“… ἀφοῦ δεθεῖ ἀπό στρατιῶτες, νά ὁδηγηθεῖ στή µεγάλη Ρώµη καί νά γίνει τροφή τῶν θηρίων, γιά εὐχαρίστηση τοῦ λαοῦ”.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε σχετική ομιλία του για τον Άγιο Ιγνάτιο γράφει.
«Διωγμὸς μέγας ξέσπασε. Αὐτοὺς ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐπαινοῦν, γιατί ἀφῆσαν τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, τὶς ἀνθρωποθυσίες, τὴν ἀνηθικότητα, αὐτοὺς κυνηγοῦσαν. Καὶ εἰδικώτερα κυνηγοῦσαν τοὺς ποιμένες. Πίστευαν ὅτι ἂν τοὺς ἐξοντώσουν θὰ ἐξοντωθοῦν καὶ τὰ ποίμνια. Δὲν γνώριζαν ὅτι ὁ Θεὸς διοικεῖ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν τοὺς ἔσφαζε ὁ διάβολος στὶς πόλεις τοὺς ἀλλὰ ἐκτὸς ἕδρας, γιὰ νὰ τοὺς ταλαιπωρήσει ἐπιπλέον καὶ γιὰ νὰ τοὺς σπάσει τὸ ἠθικό. Δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ ἔχουν τὴ συμπαράσταση τοῦ ποιμνίου τους, οὔτε καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἐπευφημία. Κι ὅμως αὐτὸ τοὺς ἔκανε δυνατοὺς καὶ διάσημους. Δυνατούς, γιατί συνοδοιπόρο εἶχαν τὸν Χριστὸ καὶ τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες. Διάσημους, γιατί τοὺς γνώριζαν καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες καὶ γιατί γινόταν ἱεραπόστολοι παγκόσμιοι. Ὅταν ἔστελναν τὸν Παῦλο στὴ Ρώμη πίστευαν ὅτι τὸν ἐξόντωναν. Κι ὅμως στὴν πραγματικότητα ὁ Θεὸς τὸν ἔστελνε ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς κατηχήσει. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο. Ἡ αὐτοθυσία του καὶ ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἄφησαν ἔκπληκτους καὶ ἄφωνούς τους πάντες. Ὁ Ἰγνάτιος ἀνέτειλε ὡς ὁ ἥλιος στὴν ἀνατολὴ (Ἀντιόχεια) καὶ ἔδυσε στὴ δύση (Ρώμη). Μᾶλλον ἀνώτερος ἀπὸ ἥλιος, διότι δὲν ἔδινε φῶς αἰσθητὸ ἀλλὰ τὸ νοητὸ φῶς τῆς διδασκαλίας. Καὶ ὅταν «ἔδυσε» δὲν ᾖρθε νύχτα ἀλλὰ ὁλόλαμπρη πνευματικὴ ἡμέρα. Ὁ Πέτρος, ὁ Παῦλος, ὁ Ἰγνάτιος, θυσιάστηκαν στὴ Ρώμη γιὰ νὰ καθαρίσουν μὲ τὸ αἷμα τοὺς τὴ πόλη ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν εἰδώλων καὶ γιὰ ν’ ἀποδείξουν ἔμπρακτα τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ὅταν ζοῦσε ὁ Χριστὸς οἱ μαθητὲς τοῦ φοβόταν τὸν θάνατο· ὅταν ὅμως πέθανε δὲν τὸν φοβόταν ἀλλὰ ἀντίθετα ἐπιζητοῦσαν τὸ μαρτύριο. Ἡ θεία πρόνοια τὸν ἔφερε νὰ μαρτυρήσει στὸ μέσο του θεάτρου μπροστὰ σ’ ὅλη τὴ Ρώμη. Πέθανε ὄχι μόνο γενναία ἀλλὰ καὶ μὲ εὐχαρίστηση, διότι πήγαινε σὲ κάτι καλύτερο. Τέτοιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ εἶναι ἐρωτευμένοι. Ὅ,τι κι ἂν πάθουν ὑπὲρ ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸ δέχονται μὲ ἡδονή. Ὁ Ἰγνάτιος μιμήθηκε τοὺς ἀποστόλους ὄχι μόνο στὴν προθυμία ἀλλὰ καὶ στὴ χαρὰ ποὺ νοιώθανε μετὰ τὰ μαρτύρια (Πράξ. 5,41). Ἡ Ρώμη δέχθηκε τὸ αἷμα του καὶ ἡ Ἀντιόχεια τὰ λείψανά του. Γύρισε τὸ ποσὸ μὲ τόκο στὸν κάτοχό του. Τὸν ἀποστείλατε ἐπίσκοπο καὶ τὸν δεχθήκατε ὡς μάρτυρα. Τὸν προπέμψατε μὲ εὐχὲς καὶ τὸν δεχθήκατε μὲ στεφάνια. Ἃς ἐρχόμαστε καθημερινὰ ἐδῶ στὰ λείψανά του κι ὄχι μόνο στὴ γιορτή του. Ὅταν ἔχουμε λῦπες γιὰ νὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπ’ αὐτὲς κι ὅταν ἔχουμε χαρὲς γιὰ νὰ τὶς διατηρήσουμε. Ὄχι μόνο τὸ λείψανο τοῦ ἔχει χάρη ἀλλὰ καὶ ἡ λάρνακά του. Ἐὰν τὸ σῶμα τοῦ Ἐλισσαίου ἀνέστησε νεκρὸ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Δ΄ Βάσ. 13.21) πολὺ περισσότερο αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸ καιρὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἀφήνει τὰ λείψανα τῶν ἁγίων γιὰ ν’ ἀποκτήσουμε τὸ ζῆλο τους. Νὰ ἔχουμε λιμάνι γιὰ τὰ κακὰ πού μας συμβαίνουν. Ἃς προτιμᾶμε ἀπὸ κάθε εὐχαρίστηση καὶ ἡδονὴ τὴν προσέλευση στὰ ἅγια λείψανα».

Άγιος Βονιφάτιος(19 Δεκεμβρίου)-Ο μέθυσος και πόρνος μάρτυρας του Χριστού

 

Ζητών Bονιφάτιος οστά Mαρτύρων, 
Eαυτόν εύρε Mάρτυρα τμηθείς ξίφει. 
Eννεακαιδεκάτη Bονιφάτιος αυχένα κάρθη. 

Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σί΄ [290], δούλος μιάς γυναικός συγκλητικής, ονόματι Aγλαΐδος, θυγατρός Aκακίου του ανθυπάτου Pώμης. Oύτος λοιπόν καθό άνθρωπος, ενικάτο μεν, από το κρασίον και από τον έρωτα της κυρίας του. Ήτον όμως ελεήμων και φιλόξενοςΠροθύμως μεν βοηθών τους δεομένους, σπλαγχνιζόμενος δε και συμπονών εις τας συμφοράς και παρακαλέσεις των καταπονουμένων. Oμοίως και η κυρία του ήτον ελεήμων, και τους του Xριστού Mάρτυρας αγαπώσα. Ον μιά δε των ημερών λέγει αύτη εις τον Bονιφάτιον. Πήγαινε εις την Aνατολήν, οπού μαρτυρούσιν οι Άγιοι, και φέρε λείψανα Aγίων, διά να έχωμεν αυτά εις βοήθειαν και ψυχικήν σωτηρίαν μας. O δε Bονιφάτιος χαμογελώντας, απεκρίθη. Aνίσως δε φέρω το εδικόν μου λείψανον, δέχεσαι τούτο; H δε Aγλαΐς, δεν είναι καιρός, του είπε, να παίζης. Όθεν αρκετά τούτον επιτιμήσασα, έβαλεν εις την καρδίαν του τον του Θεού φόβον. Eίτα ευξαμένη να επαναγυρίση με δεξιόν γύρισμα απέστειλεν αυτόν, όπου εβασανίζοντο οι του Xριστού Mάρτυρες. 
Πηγαίνωντας λοιπόν ο Bονιφάτιος εις Kιλικίαν με δούλους δώδεκα, και με χρυσίον πολύ, ευρήκεν άνδρας Aγίους μαρτυρούντας, και κατεφίλει τα δεσμά και πληγάς των. Όθεν παρασταθείς έμπροσθεν του ηγεμόνος και ομολογήσας τον εαυτόν του Xριστιανόν,εκρεμάσθη κατακέφαλα, και κατεξεσχίσθη εις το σώμα έως και εις αυτά τα κόκκαλα. Eίτα έμπηξαν εις τα ονύχιά του καλάμια κοπτερά. Kαι επότισαν αυτόν μολύβι βρασμένον. Mετά ταύτα έβαλαν αυτόν μέσα εις ένα καζάνι γεμάτον από πίσσαν βρασμένην. Kαι ο μεν Άγιος εφυλάχθη από αυτά αβλαβής με την χάριν του Θεού, διεφθάρησαν δε δήμιοι πεντήκοντα. Tελευταίον δε, απέκοψαν την τιμίαν κεφαλήν του. Kαι από το κόψιμον ευγήκε παραδόξως γάλα, ανακατωμένον με αίμα. Όθεν επίστευσαν εις τον Xριστόν άνδρες πεντήκοντα. Oι δε σύνδουλοί του νομίσαντες ότι ευρίσκεται εις καπηλεία και μέθας κατά την συνήθειάν του, ετριγύριζον εδώ και εκεί ζητούντες αυτόν. Mόλις δε έμαθον από τους στρατιώτας τα γενόμενα. Όθεν ευρόντες το λείψανόν του, έπεσον επάνω εις αυτό και έκλαυσαν, καταφιλούντες και ζητούντες συγχώρησιν, διά όσα πρότερον τον εκατηγόρουν. Eίτα αγοράσαντες αυτό με πεντακόσια φλωρία, το επήραν και το επήγαν εις την κυρίαν τους. Eις την οποίαν επρομηνύθη ο ερχομός του λειψάνου με αποκάλυψιν αγίου Aγγέλου. 
H δε Aγλαΐς μετά χαράς προϋπαντήσασα το άγιον λείψανον, και πολυτελώς τούτο τιμήσασα, ενταφίασεν αυτό τέσσαρα μίλια σχεδόν έξω της πόλεως Pώμης. Ύστερον δε οικοδόμησε και Nαόν εις το όνομά του εν τω μέσω της πόλεως, κατά το κάλλος και κατά την ύλην λαμπρότατον. Όπου καθ’ εκάστην πηγάς ιαμάτων προχέει. Aπό τότε δε και ύστερα, οσίως και θεαρέστως και εκείνη διεπέρασε την ζωήν της, μεταχειριζομένη τόσην τραχυτάτην άσκησιν, ώστε οπού ηξιώθη να λάβη και χάριν θαυμάτων. Kαι ούτως εν ειρήνη το πνεύμα αυτής τω Kυρίω παρέδωκε.

(κείμενο από τον συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου, εικόνα από τον ιστοχώρο της Μονής Σρετένσκυ της Μόσχας με τον ελληνικής καταγωγής ηγούμενο Τύχωνα)

ΠΗΓΗ.misha.pblogs.gr

 

Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου-Ο Άγιος της συγχώρεσης …

…..Τα βήματα συνεχίστηκαν βίαια. Ενώ ταυτόχρονα, κάποιος ξεφώνιζε απεγνωσμένα: -Άνοιξε καλόγερε, βοήθεια! Παρατώντας το μάνταλο και ξανακατεβαίνοντας κατατρομαγμένος τα πέτρινα σκαλοπάτια, βρέθηκε… τρεμουλιάζοντας στην θολωτή πύλη. Στήν μαντρόπορτα με τους χοντρούς πασσάλους. Ποιός είσαι και τι ζητείς; σιγορώτησε. Άνοιξε, λυπήσου με, με κυνηγούν, θα με σκοτώσουν. Σώσε με, κρύψε με, να συχωρεθούν οι γονέοι σου, αν δε ζουν. Γιατί σε κυνηγούν; Άνοιξε και θα σου μολογήσω. Τράβηξε τον πάσσαλο της ασφάλειας πέντε πόντους πρός τα πάνω, και το χοντρό από κυπαρισσόξυλο πορτόφυλλο, μισάνοιξε. Τότε ώρμησε στον αυλόγυρο, ένας αξύριστος, αλλοσούσουμος, δίχως σκούφο με γουρλωμένα μάτια. Και μαλλιά σκαντζόχοιρα. Στα χέρια κρατούσε ένα ρόπαλο και σε πλάγια τσέπη του σουρτούκου του φάνταζε χοντρό μαχαίρι. – Κρύψε με, όπου νάναι θα φανούν, ανάκραξε σπαρακτικά. – Τι έκανες χριστιανέ; Γιατί σε κυνηγούν; – Σκότωσα… Κίτρινη πέτρα απόμεινε το πρόσωπο. Το φανάρι ξέφυγε από το δίχτυ, κύλησε χάμου. Και τα μάτια στον τσουχτερό χιοναγέρα έπηξαν. – Δυστυχισμένε… Σε κέρδισε ο γκρεμός, ο Κάϊν; – Κρύψε με, μη χασομεράς. Όπου νάναι θα φτάσουν. Κάποιος, αναμεσό τους, φώναξε ότι μονάχα από δω θε να διαβώ. Δεν έχει αλλού γιδόστρατο. Κοντοστάθηκε στις τσουχτερές δροσοστάλες, αναποφάσιστος. Τα χέρια έτρεμαν. Το σάλι σερνόταν στο πλατύσκαλο και με τον χιοναγέρα κουκούλωνε το φανάρι. Πάμε, πρόφεραν τα χείλη. Πού; Στο διπλανό κελλί. Δεξιά στο ανώγι. Έσπρωξε την μαντρόπορτα μηχανικά. Ώσαμε να μπουν, ώσαμε να καλοκλείσει, ώσπου ν’ ανάψει το λαδολύχναρο, ο φονιάς βρέθηκε χάμου. Στα πόδια του. Γονατιστός. Στο γιλέκι του φάνταζαν δύο πιτσιλιές αίμα. Λυπήσου με, μούγκρισε. Κι άρχισε να κλαίει. – Ο Θεός να σε λυπηθεί, δυστυχισμένε. Από λόγου μου σε λυπάμαι. Και πολύ μάλιστα. Αλλά φέρνει πίσω την ζωή;… Κλάψε και μοιρολόγισε. Ζήτα του σπλαχνιά. Ο άνθρωπος έκλαιγε με λυγμούς. – Μετανοιώνεις; Αντήχησαν μία – μία οι συλλαβές.
Χίλιες βολές. Άς όψονται οι Μονδίνοι. Το κρίμα στο λαιμό τους. Μούταξαν να με καταστήσουν από ρέμπελο και μπράβο μπιστεμένο τους. Ο ιεράρχης στη λέξη ανατρίχιασε. Αλλά παρευθύς θυμήθηκε την επικείμενη καταδίωξη… Άνοιξε κάποιο συρτάρι και ανατράβηξε το πετραχείλι. Το φίλησε, το φόρεσε, έκανε πάλι το σημείο του σταυρού και είπε: – Για τα όβολα λοιπόν δέχτηκες δυστυχισμένε, να διαπράξεις φόνο; – Ναίσκε άγιε ηγούμενε, που να μην έσωνα ο ξελογιασμένος. Μ’ έβαλε ο εξαποδώς. Τι γύρευα να παραφουσκώνω στσι παλληκαροσύνες; Για να βγεί παναπεί στην Κοινότητα Κήνσορας, κακόροικος ο άλλος ο αφέντης, ο Σιγούρος… – Ποιόν από τους σέμπρους του Σιγούρου σκότωσες; – Σέμπρο, άγιε ηγούμενε; Τον ίδιο τον αφέντη. Τον κόντε- Κωνσταντή παραφύλαξα και μαχαίρωσα αριστερά στο καντούνι του Κάστρου. Τον άφηκα σέκο. Παρακάλα τον Θεό για την ψυχή. Για μια ψυχή που θα παραδώσω. – Αχχ! – Σαν τι αγροικάς ηγούμενε; Λυπήσουμε, τον μετανοιωμένο. Σου ήτανε φίλος ή γνωστός ο αφέντης;Για ξένα νιτερέσα, ο δόλιος. – Ήταν…ήταν ο αδελφός μου. Ο αδελφός μου. Κωνσταντίνε…Κωνσταντίνε…Κωνσταντίνε… Ένα σμάρι δάκρυα πέσανε κατακόρυφα στο κεφάλι του φονιά. Έχουνε άραγε τα δάκρυα βάρος; Βράχια πέσανε στην αναμαλιασμένη κεφαλή. Μοναστραπίς έπεσε μπρούμιτα. Σπάραζε σαν ψάρι. Και με τα θολόνερα των ματιών του, σερνόταν, φιλούσε ένα ζευγάρι παντόφλες. Είσαι…είσαι ο δέσποτας…ο πανιερώτατος, το καύχημα τση χώρας; Συμφορά που με βρήκε…Αλλοί…Χτύπα με. Να, πάρε το μαχαίρι, σκότωσέ με. Ακολούθησε σιγή. Μια σιγή όλο μυστήριο. Καταγεμάτη δέος. Άραγε ποιό τάγμα των Ασωμάτων να παρακολουθούσε το δράμα; Ο ηγούμενος με το βλέμμα ψηλά και με τα δάκρυα αρμυρές σταγόνες- βράχια- να κυλάνε και να κυλάνε, προσευχόταν. – Θεέ και Κύριε… Θεέ και Κύριε…τραύλιζαν κάθε τόσο τα χείλη του. – Χτύπα με, χτύπα με, ούρλιαζε χάμου στα πόδια του ο αναπάντεχος τούτος επισκέπτης. Πόσο κράτησε η τραγική στιγμή, κανείς πια δεν θυμάται. Μονάχα ο Εσταυρωμένος. Ο παντογνώστης. – Σήκω… αντήχησε η λαλιά του εξομολόγου. Θαρρώ ακούγεται σαματάς. Σκαρφαλώνουν θαρρώ, άλογα. Ο άνθρωπος πετάχτηκε σαν μοσχάρι που του βυθίζουν το στιλέτο στο λαιμό. – Θα με παραδώσεις; – Όχι. – Ω… Και τι αποφασίζεις να πράξω; – Φύγε. Πάρε τις ρεματιές. – Μπορώ; – Δεν ξέρω. Σύρε απέναντι, όπου σε φωτίσει ο Αναστημένος. – Θα… θα με δούν.
Σύρε απέναντι, στο πατητήρι. Κρύψου στο σύδεντρο, στο τσαρδάκι του πορτάρη. Αυτού μέσα υπάρχει άχερο. Και σανός. Και λίγα μέτρα πιο πέρα, βυθίζεται στ’ αγκάθια ο πρασινόβραχος. Η στιγμή ήταν κρίσμη, δεν έπαιρνε χασομέρι. Τα πάντα έγιναν μέσα σε πέντε ή έξι λεπτά. Ίσως και σε δυο. Και να, σε λίγο έξω στην ερημιά, καταμεσίς στον χιοναγέρα που εξακολουθούσε να σφυρίζει, αντήχησε ποδοβολητό αλόγων. Και από κοντά φωνές, βλαστήμιες. Τα χέρια καθώς τοποθετούσαν στην θέση του το πετραχείλι, έτρεμαν. Και τα δόντια γοργοκτυπούσαν. Αν δεν προλάβαινε να σφογκίσει τα δάκρυα, αλλοίμονο θα συντελούσε σε δυσάρεστες εξελίξεις. Καταμπροστά του βρέθηκαν πέντε ζευγάρια μάτια. Γυάλιζαν σαν της ύαινας. – Πέρασε από δω γέροντα, κάποιος ξεσκούφωτος με γένεια; Ανάκραξε φιλεύρενα κάποιος πανύψηλος με φαβορίτες που έδειχνε νάναι επικεφαλής. – Ναί, πέρασε. Και πούναιτος τώρα; Έφυγε. Κατά πού τράβηξε; Δεν πρόσεξα. Πώς; – Έπιασα να ετοιμάζομαι για παρακλητική. Δεν καλοπρόσεξα. Μα… να. Θαρρώ κάπου από δώ. Δηλαδή; Από τη λαγκαδιά, ίσως. Κι έκανε αόριστη χειρονομία. – Γρήγορα να τον προλάβουμε, φώναξε ο ψηλός με τις φαβορίτες. Κατάλαβα. Τραβάει δυτικά για να πέσει στην κατηφόρα, στα πουρνάρια. Προσοχή μη σβήσουνε τα φανάρια.………………………………………………………………………………………………………………………… Οι Ζακύνθιοι ποιητές αργότερα γράψανε ότι είχε τάχα πεί ένα ιερό ψέμα ο άγιος. Για χάρη τάχα της συγγνώμης. Δεν βγαίνει όμως τέτοιο συμπέρασμα από μια προσεκτική έρευνα. Ο Θεός δεν συμβιβάζεται με το «μαύρο» ποτέ. Μήτε δέχεται, μήτε «παραθεωρεί» το ψέμα. Σαν Πνεύμα και σάν αλήθεια είναι και παραμένει Φως. Απλούστατα η απόκρυψη του κακούργου επιβάλλονταν και από το «απόρρητον της εξομολογήσεως», αλλά και από το ψυχικό μεγαλείο του πράου και ανεξίκακου ιεράρχη. Ο στόχος του ήταν να μήν πέσει στα νύχια του δαίμονα, να μη κατρακυλήσει στο χάος, στην απώλεια, το κυνηγημένο εκείνο γεράκι. Αλλά με την μετάνοια, να αλλάζει χρώμα. Να μεταβληθεί σε περιστέρι. Καμιά ώσαμε τότε ψυχή δεν χάθηκε από τόσες και τόσες που σέρνονταν στα πόδια του και του ζητούσαν βοήθεια. Ορθόδοξος μέχρι το μεδούλι ο Όσιος της Αναφωνήτρας, αδύνατο να έπεφτε σε αντικανονική παράβαση.
(Απόσπασμα απο το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου, Ο Άφθορος Άγιος Διονύσιος), Αφηγηματική βιογραφία).
πηγή : vatopaidi.wordpress.com

H Aγία Θεοφανώ η βασίλισσα(16η Δεκεμβρίου)

16η Δεκεμβρίου-Mνήμη της αοιδίμου βασιλίσσης και θαυματουργού Θεοφανούς, συζύγου γενομένης Λέοντος του σοφωτάτου βασιλέως.

Eγγύς βασιλίς Θεοφανώ Kυρίου,
Tαις αρεταίς έστηκεν εστιλβωμένη.

Αύτη ήτον γέννημα και θρέμμα της Kωνσταντινουπόλεως, καταγομένη από αίμα βασιλικόν, εκ των περιφανών Mαρτινακίων, θυγάτηρ Kωνσταντίνου Iλλουστρίου, και μητρός Άννης, οι οποίοι εκατάγοντο από την Aνατολήν. Oύτοι γαρ με το να μην είχον παιδίον, καθ’ εκάστην ημέραν ελυπούντο, και παρεκάλουν υπέρ τούτου την Kυρίαν Θεοτόκον, πάντοτε μεν διατρίβοντες εις τον αυτής πανσεβάσμιον Nαόν, τον ευρισκόμενον εις τον τόπον τον λεγόμενον Bάσσου1, θερμοτάτας δε τας αυτών δεήσεις προσφέροντες. «Λυθήτω Δέσποινα, λέγοντες, η του κόσμου Kυρία, λυθήτω η απαιδία, οπού λυπεί και καταξηραίνει ημάς τους δούλους σου».

Όθεν επειδή με πίστιν εζήτουν, διά τούτο και έλαβον θηλυκόν παιδίον, την βασίλισσαν ταύτην Θεοφανώ. Aύτη λοιπόν αφ’ ου απέκοψε το γάλα, και έγινεν έξι χρόνων, επαιδεύθη τα ιερά γράμματα, και εστολίσθη με όλα τα είδη των καλών και αρετών. Όθεν βλέποντες οι γονείς της, πως ήτον τοιαύτη ενάρετος, έχαιρον και εσκίρτων, ελπίζοντες, ότι θέλουν απολαύσουν εντός ολίγου τον καρπόν της τοιαύτης καλλιτεκνίας των.

Eις καιρόν λοιπόν οπού η πολυχαρίτωτος αύτη γυνή, μαζί με την ηλικίαν επρόκοπτεν εις μεγαλιτέρας αρετάς, και αύξανεν εις ανώτερα καλά, εζητήθη από τον βασιλέα Bασίλειον τον Mακεδόνα μία κόρη ωραία και ενάρετος. Όθεν εις την Θεοφανώ ταύτην ευρών ο ρηθείς βασιλεύς συναθροισμένα όλα ομού τα καλά, εσύναψεν αυτήν διά γάμου νομίμου με τον υιόν του Λέοντα τον Σοφόν και βασιλέα. Kαι λοιπόν ήτον γεμάτη όλη η Kωνσταντινούπολις από χαράν και ευφροσύνην διά τον τοιούτον βασιλικόν και τίμιον γάμον.

Δεν απέρασε καιρός πολύς αναμεταξύ, και ο Διάβολος έσπειρε διά μέσου της γλώσσης του Σανταβαρινού αββά, ένα ζιζάνιον και πονηρόν λόγον. Όθεν τούτον ακούσας ο πατήρ του Bασίλειος, κλείει εις φυλακήν τρεις χρόνους, τόσον τον υιόν του Λέοντα, όσον και την γυναίκα του ταύτην Θεοφανώ. Aλλ’ όμως όταν τα εγκαίνια έφθασαν του Προφήτου Hλιού, τότε πάλιν εφιλιώθη ο πατήρ με τον υιόν, και μαζί με αυτόν ευγήκεν έξω και έκαμε την συνήθη προπομπήν. Eπειδή δε ο βασιλεύς έπεσεν εις ασθένειαν, διά τούτο εκήρυξεν αυτοκράτορα και βασιλέα τον αυτόν υιόν του Λέοντα. Aπό τότε λοιπόν η τιμία αύτη βασίλισσα, διατρίβουσα εις τα βασιλικά παλάτια, επιμελείτο την σωτηρίαν της ψυχής της, την δε δόξαν της βασιλείας, ως ένα ουδέν ελογίαζε. Kαι όλα τα χαροποιά της ζωής ταύτης, ενόμιζεν ωσάν τα της αράχνης υφάσματα.
Όθεν δεν έπαυεν η αείμνηστος ημέραν και νύκτα από το να δουλεύη τον Θεόν με ψαλμούς και ύμνους, με ελεημοσύνας, και με κάθε εγκράτειαν. Kαι κατά μεν το έξω και το φαινόμενον, εφόρει βασιλικήν αλουργίδα. Kατά δε το έσω και το κρυπτόμενον, εφόρει ράκη και φορέματα τρίχινα, ήγουν υφασμένα από γηδίσσας τρίχας, και με αυτά εταλαιπώρει το σώμα της. Kαι τας μεν πολυτελείς εκαταφρόνει τραπέζας. Tροφήν δε είχεν η μακαρία ευτελή και αυτοσχέδιον, το ψωμίον δηλαδή και τα λάχανα, και με αυτά ευχαριστείτο, ωσάν να ήτον καμμία τρυφή και ξεφάντωμα. Eμοίραζε δε εις τους πτωχούς, όσα άσπρα ήθελαν πέσουν εις χείρας της. Kαι ου μόνον τούτο, αλλά και τα στολίδια και πολύτιμα ρούχα της πωλούσα η μακαρία, τα εσκόρπιζεν εις τους πένητας. Έδιδεν εις τας χήρας και ορφανά τα προς την χρείαν αυτών και αυτάρκειαν. Eπλούτιζε τα Mοναστήρια και καταγώγια των ασκητών με άσπρα και υποστατικά. Eπιμελείτο τους δούλους της, ωσάν να ήτον αδελφοί της. Ποτέ δεν ωνόμαζέ τινα άνθρωπον με μόνον το ψιλόν όνομά του· Γεώργιε! θετέον, ή Δημήτριε! ή Nικόλαε! αλλά επρόσθεττε πάντοτε και το κύριε: ήγουν κύριε Γεώργιε! κύριε Δημήτριε! και κύριε Nικόλαε!
Δεν ελάλησέ ποτε όρκον με την γλώσσαν της. Δεν ωμίλησε ψεύδος με τα χείλη της, ή κατηγορίαν κατά τινος. Δεν έπαυσε ποτέ από το να πενθή κρυπτώς εν τη καρδία της, και να βρέχη την στρωμνήν της με δάκρυα. Kαι αγκαλά η κλίνη της ήτον εστρωμένη με χρυσοΰφαντα πεύκια, και βασιλικά στρώματα, αύτη όμως, όταν ήρχετο η νύκτα, άφινε την κλίνην, και ανεπαύετο επάνω εις το έδαφος της γης, το οποίον ήτον εστρωμένον με μόνην ψάθαν, ή με τρίχινα υφάσματα, από τα οποία εσηκώνετο συχνάκις, και τω Θεώ τας προσευχάς της ανέπεμπεν. Όθεν από την πολλήν σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν, εκυρίευσεν αυτήν η ασθένεια του σώματος. Aλλ’ όμως η μακαρία αύτη αφορμήν εγκρατείας την ασθένειαν εμεταχειρίζετο. Διά τούτο, όσα φαγητά ητοίμαζαν διά την εδικήν της ασθένειαν, αυτή τα εμοίραζεν εις τους πεινασμένους. Tο στόμα της τρισολβίας ταύτης, επειδή και ήτον συνειθισμένον εις την μελέτην των θείων λογίων, διά τούτο δεν έπαυέ ποτε από το να προφέρη τους ψαλμούς του Δαβίδ. Δεν επαραβλέπετο από αυτήν η επτάκις της ημέρας αίνεσις του Kυρίου. Oυδέ εκοιμήθη χωρίς δάκρυα η αοίδιμος. Ένα μεν, διατί εσυλλυπείτο εις τας συμφοράς των άλλων και άλλο δε, διατί με τα δάκρυα εδυσώπει τον Kύριον, και έκαμνεν αυτόν ίλεων, τόσον εις τον εαυτόν της, όσον και εις τους άλλους.
Όθεν ως τοιαύτη συμπαθητική και εύσπλαγχνος, εδιάλυε τας συμφοράς των καταπονουμένων, εβοήθει τους αβοηθήτους και επαρηγόρει τους πάσχοντας από θλίψεις και αθυμίας. Kαι διά να ειπώ με συντομίαν, όλον τον κόσμον και τα εν κόσμω χαροποιά, απαρνήθη η βασιλίς αύτη διά τον Kύριον. Kαι σηκώσασα εις τους ώμους της τον σταυρόν του Xριστού, και τον ελαφρόν ζυγόν του, τούτω ηκολούθει προθύμως. Όθεν δεν απέτυχε των ελπιζομένων αιωνίων αγαθών. Διά τούτο ελθούσα εις το τέλος, επρογνώρισε την ώραν του θανάτου της, και εκάλεσεν όλους να την ασπασθούν. Tους οποίους και αυτή αμοιβαίως ασπασθείσα τον τελευταίον ασπασμόν, έτζι παρέδωκεν εν ειρήνη το μακάριον πνεύμα της εις χείρας Θεού2.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Παρά δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται εν τοις Φωρακίου.

2. Tο άγιον λείψανον αυτής ευρίσκεται εν τω Πατριαρχείω της Kωνσταντινουπόλεως αδιάφθορον.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

H Καθιέρωση της εορτής του Αγίου Σπυρίδωνα.

Η έναρξη της λατρευτικής τιμής του Αγίου Σπυρίδωνος δεν πρέπει να τοποθετηθεί αργότερα από το πρώτο ήμισυ του Ε΄ αιώνα (29) Το επίθετο «Ἄγιος» αναφερόμενο για πρώτη φορά εις τον Σπυρίδωνα, βρίσκεται εις τον τίτλο της σχετικής ειδήσεως του Σωζομενού (περί το 450)· «διήγησις περὶ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος καὶ περὶ τῆς αὐτοῦ μετριοφροσύνης καὶ καταστάσεως» (30)

Όπως ήταν φυσικό η λατρευτική τιμή του ημετέρου Αγίου αναπτύχθηκε κατ’ αρχάς εις την ιδιαίτερη πατρίδα του την Κύπρο και μάλιστα εις την Τριμυθούντα, όπου διετέλεσε επίσκοπος και όπου μέχρι και τον Ζ΄ αιώνα υπήρχε το ιερό του Λείψανο. Ο βιογράφος του Αγίου, επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος αναφέρει ότι κατά το έτος 655, η εορτή του αγίου Σπυρίδωνος τελέσθηκε μεγαλοπρεπώς. Κατά την ιερά σύναξη ο Πάφου ανέγνωσε την βιογραφία του, η οποία προκάλεσε μεγάλη χαρά «τοῖς τὴν φιλόχριστον πόλιν Τριμιθοῦντα οἰκοῦσιν καὶ πᾶσιν τοῖς συναχθεῖσαν ἐν τῇ μνήμῃ τοῦ σεβασμίου πατρός» (31). Στην εορτή παρέστησαν εκτός από τον Πάφου και άλλοι πέντε επίσκοποι (32). Κατά την εόρτιο ημέρα της μνήμη του Σπυρίδωνος ελάμβανε χώρα. τουλάχιστον από τον Ζ΄ αιώνα , και εμποροπανήγυρης (33)

Εις την Κωνσταντινούπολη η μνήμη του ιερού Σπυρίδωνος εορτάζεται μεγαλοπρεπώς κατά τους Θ΄ – Ι΄ αιώνες, όταν συντέθηκε το Συναξάρι της Μεγάλης Εκκλησίας. Η σχετική είδηση αναφέρει: «Τελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ σύναξις ἐν τῷ σεπτῷ ἀποστολείῳ τοῦ ἀγίου Πέτρου, τῷ συγκειμένῳ τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ» (34). Εις τον Παρισινό Κωδ. 1578 προστίθεται: «καὶ ἐν τοῖς ἁγιοῖς ἀποστόλοις, ἔνθα νῦν κατάκειται», Εις δε τον Παρισ. 1594: «τελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ σύναξις… καὶ ἐν τῇ γυναικείᾳ μονῇ τῇ οὔσῃ πλησίον τῆς μονῆς τοῦ Φιάνθρώπου, ἔνθα καὶ τὸ ἄγιον αὐτοῦ σῶμα κατάκειται» (35) Κατά την εόρτιο ημέρα της μνήμης του (12 Δεκεμβρίου), το ιερό Λείψανο εξετίθονταν προς τους πιστούς, εις προσκύνηση. Εις την τελετή, η οποία τελούνταν επίσημα προεξάρχοντος του Πατριάρχη μετέβαινε και ο αυτοκράτορας με όλους τους αξιωματούχους του κράτους. Τούτο προκύπτει από τον οκτάηχο ύμνο (36), ποίημα του Εμμανουήλ ή Μανουήλ Χρυσάφη του Δουκός (37), ο οποίος ψάλλεται μέχρι σήμερα, έχει δε ως εξής:

Ποίημα Εμαννουήλ Χρυσάφη του Δούκα

Ψάλλονταν στην Βασίλισσα των Πόλεων

Ήχος α΄ «Θεαρχίῳ νεύματι, πάντοθεν τὰ τῶν ἀνθρώπων συστήματα, ἀπό οἱκείων δωμάτων φερόμενα.»

πλ. α΄ «Καταλαβόντα τὴν πανέντιμον τοῦ Λειψάνου σου θήκην, ἀξίως ἀσπάζονται»

β΄ «Αἱ δὲ ὑπέρτατοι τῶν ἐπὶ γῆς ἀξίαι, σὺν Βασιλεῖ ἡγεμόνι παραγενόμεναι»

πλ. β΄ «Τὸ Θεοφόρον καὶ ἀξιέπαινον σκῆνος ἐξᾳδοῦσαι, τῷ δέει κρατούμεναι, ὑπὲρ ἐπαίνου δὲ ποιούμεναι· καὶ ὁρατῶς ἐκβοῶσι τὴν τῶν ᾀσμάτων σοι μελῳδίαν· ἰδοὺ ὁ θαυμάσιος Σπυρίδων νῦν προτίθεται»

γ΄ «Ἄρωμεν τοίνυν τὸν ὕμνον, καὶ κατὰ δύναμιν ὑμνήσωμεν τῶν Ἀρχιερέων τὸ μέγα κλέος»

Βαρύς «Διὰ τούτου γὰρ ἡ παγγενής, Κωνσταντιανῶν σωτηρία γίνεται· ᾦ ἀτενίζειν οὐκ ἰσχύουσιν ἔθνη πάντα, ἄξιόν τε ἀπονέμειν ἐφύμνιον»

δ΄ «Τούτου γὰρ τὸ τῶν θαυμάτων ὑπερέχει πᾶσαν ἐννοιαν»

πλ. δ΄ «Διὸ πάνσοφε ἱεράρχα, ἀεὶ σὺν τῇ Μητρὶ τοῦ Ἰησοῦ, καὶ μετὰ πότμον πρέσβευε διηνεκῶς, περιφρουρῆσαι καὶ σῶσαι, ἀπὸ πάσης προσβολῆς ἐναντίας τὴν νεολαίαν σου· τὴν γὰρ ἡμῶν προστασίαν κεκτήμεθα»

α΄ «Εἰς τοὺς αίῶνας ἀγλαοφανῶς μακαρίζοντες» (38)

Εις την Κέρκυρα, ως είναι φυσικό, η μνήμη του αγίου Σπυρίδωνα τελείται μεγαλοπρεπώς και επί τριήμερο, από την 11 δηλαδή μέχρι και της 13 του μηνός Δεκεμβρίου. Μετά το έτος 1456 και προϊόντος του χρόνου, προστέθηκαν και άλλες εορτές, εις ανάμνηση θαυμάτων του Αγίου. Έτσι η Κέρκυρα πανηγυρίζει την 13 Ιουλίου, ημέρα επέτειον του θαύματος της ομματώσεως τυφλού τινός Θεοδώρου εξ Ανατολής, το τριήμερον 11, 12 και 13 Αυγούστου, επέτειο της απαλλαγής της νήσου από της τουρκικής απειλής κατά το 1716, και την 12 Νοεμβρίου, εις ανάμνηση της δια θαύματος ματαιώσεως της εγκαθιδρύσεως εις τον Ναό του Αγίου λατινικού θυσιαστηρίου. Ευνόητο είναι ότι πανηγυρίζει και κατά τις ημέρες των λιτανειών του σεπτού Σκηνώματος. Αποτέλεσμα των πολλών εορτών εις τιμή του αγίου Σπυρίδωνος είναι και η δημιουργία πολλών ασματικών Ακολουθιών οι οποίες αποτελούν ευμεγεθή τόμο (39).

Εξωτερική αργυρή λάρνακα των ιερών λειψάνων του Αγίου Σπυρίδωνος, διακοσμημένη με σμάλτα. Στο επάνω μέρος της λάρνακας αναγράφει: «Κατεσκευάσθη ἐν Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας / ἐν ἔτι 1867 / Ζήλῳ καί προθυμίᾳ τοῦ Κτίτορος (sic) / Αἰδεσιμωτάτου Ἱερομονάχου Κόμητος Γεωργίου Βούλγαρη / Μεγάλου Πρωτοσυγγέλου (sic) Κερκύρας / Ἐπιτροπεύοντος / τοῦ Εὐγενοῦς Κυρίου Ἠλία Βασιλάκη» (Πηγή: Arte Bizantina e Post-Bizantina a Corfu. Monumenti, Icone, Cimeli, Civilta.Corfu 1994, σελ. 176)

Η λαμπρότητα και το πάνδημο του εορτασμού εν Κέρκυρα, της μνήμης και των θαυμάτων του ιερού Πολυούχου εκφράζονται ζωηρά εις τους ενθουσιώδης λόγους του εγκωμιαστή του Αγίου, Αξέξανδρου Τριβόλι – Πιέρι, οι οποίοι ανταποκρίνονται απολύτως εις την πραγματικότητα. «Τὶ ἄξιον θέαμα·» γράφει «τόση συνδρομή· τόσον πλῆθος λαοῦ· ὁ εἶς ὑπὸ τοῦ ἄλλου ὠθούμενος, νὰ στενοχωρῆται, καὶ νὰ συνθλὶβεται· τὸ στράτευμα ὅλον, καὶ αὐτό, ἐν πάσῃ τῇ δόξῇ αὐτοῦ, ἔνοπλον, καὶ ἐν παρατάξει· Κωδώνων τερποκροτούντων ἀλλαλαγμοί, σαλπίγγωντε, καὶ τυμπάνων· ὀργάνων ποικιλοφθόγγων εὐήχωντε καὶ τερπῶν τερπναὶ εὐφραίνουσ΄ ἁρμονίαι. Κρότοι, κτύπου, καὶ βρονταὶ πυροβόλων, διά τε γῆς, καὶ θαλάσσης· πόλις, στόλος, ἄστυ, προάστεια, ν’ .απτουσιν ὅλα, καὶ νὰ βροντοῦν λαμπαδουχούντων, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, προηγουμένωντε, καὶ ἑπομένων· Ἱερεῖς, λαμπρᾷ τῇ στολῇμ, ἐν ὕμνοις, ᾠδαῖς, καὶ ᾄσμασι, δοξολογοῦντες, νὰ προπορεύωνται· καὶ οὐ μόνον οἱ ἔντιμοι, καὶ εύγενεῖς, οὐ μόνον οἱ πλέον ἔγκριτοι, καὶ ἐν ἀξίαις, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ Κρατοῦντες, (40) ἐν δόξῃ παραγενόμενοι, καὶ αὐτοὶ λέγω, αἰδοῖ, καὶ εὐλαβείᾳ, λαμπαδουχοῦντες (41) καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκολουθοῦσι, καὶ νὰ ποιοῦν οὔτω, πλέα ἔνδοξον, ἐπιφανῆ, καὶ τηλαυγεστάτην τὴν δορυφορίαν, καὶ τὴν παράταξιν. ὢ δόξα· ὢ ἀσύγκριτα, ἐν παντὶ καιρῷ, τοῦ Σπυρίδωνος μεγαλεῖα.» (42)

Το ιερό λείψανο του αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνα, εκτίθεται τρεις φορές το χρόνο σε προσκύνηση ως εξής: 1. Κατά την επέτειο της μνήμης του, από της 11:00 ώρας της 11 Δεκεμβρίου, μέχρι της 16:00΄ της 13 του ίδιου του μηνός (43).

Προτίθεται δε το σεπτό Σκήνωμα όρθιο εις την κρυστάλλινη θήκη του, επί θρόνου ηυτρεπισμένου και μεγαλοπρεπούς, ο οποίος τοποθετείται εις την νότια πύλη του εικονοστασίου του Ναού, την πύλη δηλαδή η οποία οδηγεί κατά τις υπόλοιπες ημέρες εις την κρύπτη του ιερού Λειψάνου. Την λαμπρότητα του θρόνου Του επιστρέφει και συμπληρώνει μέγα αργυρό διάδημα, αφιέρωμα της Μαρίας χήρας Covachevich (44)

Έχει ήδη σημειωθεί ότι η αφθαρσία του σεπτού Σκηνώματος του ιερού Σπυρίδωνος αποτελεί εκδήλωση της θείας Παντοδυναμίας, είναι δηλαδή θαύμα και ως τέτοιο προκάλεσε δια μέσου των αιώνων, εξακολουθεί δε, ως είναι φυσικό, να προκαλεί τον θαυμασμό των ανθρώπων. Ημέτεροι δε και ξένοι σοφοί δεν παρέλειψαν κατά καιρούς να αφήσουν γραπτές τις εκδηλώσεις του θαυμασμού τουςΟ λόγιος και διαπρεπής πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος (1661 – 1669) σημειώνει σχετικά: «…πρόκειται καὶ ἐν ἡμῖν Σπυρίδων κατὰ Κέρκυραν ὁ θαυματουργὸς ὡς ἔμπνους, σώζων καὶ τὰς σάρκας μέχρι καὶ νῦν (ἀπὸ χιλίων τριακοσίων που ἑτῶν) ἔχων ἁπαλάς, καὶ ψηλαφόμενος τοῖς προσιοῦσι, προσκυνῆσαι μᾶλλον καὶ θαυμάζειν» (45). Επίσης ο Ρωμαιοκαθολικός αποστολικός πρωτονοτάριος Αββάς Don Lorenzo Miniati γράφει: «(τοῦ ἀγ. Σπυρίδωνος) τὸ σῶμα διατηρεῖται τὴν σήμερον (1163) τοσούτῳ ζωηρὸν καὶ χλωρόν, ὥστε ἐγγιζομένου τοῦ σαρκώδους μέρους τῆς κνήμης αὐτοῦ, ὑποχωρεῖ τοῦτο τῷ δακτύλῳ καὶ ἐπανέρχεται εἴτα ἐν τῇ θέσει του, μολονότι εἶχε ζήσει ὲπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Α΄ ἐν Νικαίᾳ Συνόδου». (46)

Ο Αλέξανδρος Τριβόλις – Πιέρις έκθαμβος αναφωνεί: «ἰδοὺ ὁ Σπυρίδων ὑπερυψούμενος, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἀπ’ αἰῶνος κακοιμημένους ἁγίους δεδοξασμένος παρὰ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον. Ἰδοὺ ὁ Σπυρίδων, ἔπειτα ἀπὸ τόσους καὶ τόσους ἀιῶνας, σῶος ὡς οὐδεὶς ἄλλος ποτὲ εἰς τὰ ὄματα τοῦ κόσμου. Ὦ θαῦμα θαυμάτων· Καὶ ποῦ εἶστε, ὦ φιλόσοφοι, ἔμπειροι εἰς τὰ τῆς φύσεως, καὶ ἐπιστήμονες νὰ τὸν ἰδῆτε, καὶ νᾶ φρίξετε; νὰ τὸν ἰδῆτε, λέγω, σῶον ἔτι, καὶ ἀνελλιπῆ· νὰ ἔχῃ ὅλα του τὰ μέλη, οὐ μόνον τὰ πλέον ἄνικμα, καὶ στερεά, ἀλλά καὶ τὰ πλέον ὑγρά, καὶ λεπτά. Τὰ χείλη, λέγω, τήν γλῶσσαν, καὶ αὐτὰ τὰ ὄμματα, μέλη τά πλέον εὔφθαρτα, ἄφθαρτα, καὶ νὰ σώζεται ἔτι εἰς ὅλα, ὦ θαῦμα. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐλαστικόν; ποῦ εἶστε, λέγω, τοιοῦτον, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τηλικοῦτον, νὰ τὸν ἰδῆτε, καὶ νὰ φρίξετε; καὶ ποῦ εἶναι τὸ ἕκαστον ἐξ ὧν συντίθεται, εἰς αὐτὰ καὶ διαλύεται; Πῶς ο Σπυρίδων ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς φύσεως; Καὶ πόθεν εἰς τὸν Σπυρίδωνα τὸ ἐξαίρετον τοῦτο; » (47)

Ο σοφός, όσο και ο ευσεβής, Κερκυραίος Εμμανουήλ Θεοτόκης (1777 – 1837) μεταξύ άλλων γράφει τα εξής: «Τὸ σῶμα τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος εἶναι διὰ τοὺς φυσικοὺς (ἐπιστήμονας) ἀντικείμενον δικαίας περιεργείας. Μαλακὸν καὶ ἐλαστικόν, θὰ ἔλεγε τις ὅτι εἶναι εὐδιάπνευστον καὶ συγχρόνως συμπαγές, ἀδιάλυτον καὶ ἄφθαρτον. Τὰ προεξέχοντα μέρη τοῦ προσώπου του πλατύνονται καὶ ἀνορθοῦνται, καθόσον προσκρούουν, κατὰ τὸ μᾶλλον ἣ ἧττον εἰς τὸ κρύσταλλον τῆς θήκης, ὅπου εἶναι τοποθετημένον ὅρθιον, ὅταν τὴν μεταφέρουν ἐν λιτανείᾳ ἐντὸς τῆς πόλεως… Αὐτὰ τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα φαίνονται νὰ παραβαίνουν τοὺς κοινοὺς νόμους τῆς φυσικῆς, εἶναι ἐπίσης ἀναντίρρητα καὶ εὔκολον νὰ πιστοποιηθοῦν» (48)

Εις την δόξα του θρόνου του, ατενίζοντας ο ευσεβής προσκυνητής το σεπτό Σώμα του Αγίου, δια μέσου των αιώνων μέχρι την σήμερον εύκαμπτο, ακέραιο, διαρθωμένο και όρθιο, δεν μπορεί παρά να επαναλάβει το εύστοχο επίγραμμα του επισκόπου Ικονίου Ματθαίου Καρυοφύλλου, «Εἰς τὸ ὑπερφυές Λείψανον τοῦ Θαυματουργικοτάτου Σπυρίδωνος» (49)

«Καὶ ζῇς ἐν μακάρεσι, καὶ οὐ βαρὺν ὕπνον ἰαύεις

Ἀλλά φέρεις μορφὴν ἀρτιθανοῦς Σπυρίδων.

Ἅσσα δέ σοι φθιμένῳ σταυρόγραφα ῥήγεα θῆκαν

Λάτριες, εὐθρύπτου σητὸς ἄμοιρα πέλει.

Καὶ λιπαρήν Κέρκυραν ἔχεις, καὶ θαύματα πρήσσεις

Λάτρι φίλε Χριστοῦ, λάτρι φίλε Τριάδος»

(Πηγή: Ο Ιερός Σπυρίδων, Αθανάσιος Χ. Τσίτσας, πρωτοπρεσβύτερος, Κέρκυρα 1967, σσ. 19 – 31)

Η ιστορία του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα.

Ο Σπυρίδων μετά από πολυετή ευάρεστον διακονίαν, αφού, ως άλλος Ιώβ, έζησε «ἄμεμπτος, δίκαιος, ἀληθινὸς, θεοσεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος». Και αφού από της ζωής αυτής, έδωκε τα δείγματα της αγιότητας δια της θαυματουργίας, παρέδωσε την αγία ψυχή του εις τον Κύριο, πεί το έτος 348, στην Κύπρο

Μετά τον θάνατο του ιερού Σπυρίδωνα, το σεπτό λείψανο του διατηρήθηκε ακέραιο, μέχρι δε σήμερα διατηρείται, δια της χάριτος του Παντοδύναμου Θεού και αποτελεί αστείρευτη πηγή θαυμάτων δια των οποίων δοξάζεται ο άγιος Θεός, τιμάται δε ο Σπυρίδων.

Το ιερό λείψανο του Αγίου έμεινε εις την Κύπρο τριακόσια έτη μετά τον θάνατο του. Κατά τον Ζ΄ αιώνα το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα ήταν κατατεθειμένο εις τον ίδιο Ναό, στην Τριμυθούντα της Κύπρου. Την πληροφορία μας δίδει ο βιογράφος του επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος· «Τούτου δὲ τοῦ παραδόξου θαύματος (τῆς καταργήσεως τῶν εἰδώλων εἰς Ἀλεξάνδρειαν διὰ τῆς παρουσίας του, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἀνωτέρω) μνημόσυνον ἐστι ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ πόλει τοῦ σεβασμίου πατρὸς Τριμιθοῦντι ἐπάνω τοῦ μέσου πυλεῶνος ἥγουν τῆς ἀρχοντικῆς θύρας τοῦ ναοῦ ἔνθα κεῖται τὸ τίμιον λείψανον τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος, εἰκῶν πᾶσαν τὴν διήγησιν ταύτην γεγραμμένην ἔχουσαν μετὰ καὶ ἄλλων τινῶν τῶν μὴ γεγραμμένων ἐνταῦθα». Ο εκδότης του βίου του Σ. Παπαγεώργιος ζήτησε να προσδιορίσει δια της ανωτέρω την θέση την οποία εκαταλάμβανε το ιερό Λείψανο εις τον Ναό, έγραφε δε περί αυτής εις τα προλεγόμενα της εκδόσεως: «Ἡ ἔκφασις αὕτη εἶναι ὁλίγον σκοτεινή· εἰκάζομεν ὅτι τὸ λείψανον ἦτο κατατεθειμένον μεταξύ τοῦ Νάρθηκος καὶ τοῦ κυρίως Ναοῦ, ἐπὶ τῆς μεταξὺ ἀυτοῦ Πύλης» .

Αλλά η φράση του Σ. Παπαγεωργίου είναι ακατανόητη προήλθε δε εκ της εσφαλμένης γραφής του χειρογράφου, το οποίον εκείνος είχε εις την διάθεσή του και το οποίο αντί της φράσεως «ἐπάνω τοῦ μέσου πυλεῶνος ἥγουν τῆς ἀρχοντικῆς θὺρας τοῦ ναοῦ ἔνθα κεῖται τὸ τίμιον κ.λ.π.», είχε την φράση «ἐπάνω τοῦ μεγάλου Πυλῶνος, ἤγουν τῆς ἀρχοντικῆς θύρας τοῦ Ναοῦ, ἔγκειται τὸ τίμιον λείψανον…». Οπωσδήποτε η φράση του Θεόδωρου προσδιορίζει την θέση της εικονογραφίας του θαύματος του Σπυρίδωνος.

Ο Θεόδωρος ανέγνωσε τον Βίο κατά την εορτή του Αγίου Σπυρίδωνος το έτος 655 . Καθώς πληροφορεί λεπτομερέστατα ο ίδιος· «τὸ παρὸν διήγημα πρώτως ἀνεγνώσθη ἐν τῇ αὐτῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ μνήμῃ τῆς ἡμέρας τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος, τῆς παρούσης τεσσρεσκαιδεκάτης ἱνδικτιῶνος, πεντεκαιδεκάτου δὲ ἔτους Κωνσταντίνου τοῦ φιλοχρίστου καὶ εὐσεβεστάτου ἡμῶν βασιλέως καὶ δευτέρῳ ἔτει Κωνσταντίνου τοῦ θεοστέπτου καὶ ἐυσεβεστάτου αὐτοῦ υἱοῦ.»

Περί του τέλος του Ζ΄ αιώνα το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε εις την Βασιλεύουσα, εξ αιτίας των Αραβικών επιδρομών εναντίον της Κύπρου. Ο χρόνος της μεταφοράς πρέπει να τοποθετηθεί μετά το έτος 655· πιθανώτατα συντελέσθηκε κατά το έτος 691, όταν διατάχθηκε υπό τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον Β΄ (685 -695, 705 – 711) ομαδική μετανάστευση των Κυπρίων.

Στην Κωνσταντινούπολη το ιερό Λείψανο του Σπυρίδωνος φυλάσσοντας σε γυναικεία Μονή, κείμενη πλησίον εκείνης του Φιλανθρώπου Χριστού, ως μαρτυρεί το χργρ. SA (Cod. Paris. gr. 1594, του ΙΒ΄ αιώνα). Πρόκειται περί της μονής «τῆς Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμήνης», η οποία ιδρύθηκε το βραδύτερο στις αρχές του Ιβ΄ αιώνα, υπό της Ειρήνης Δούκα, συζύγου του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081 – 1118), κειμένης πλησίον της ανδρώας μονής του Φιλανθρώπου χριστού, ιδρυθείσης την αυτήν εποχή.

Ιστορικές ειδήσεις συνοδεύουν το ιερό Λείψανο μέχρι της προτεραίας της εις την Κέρκυρα μετακομιδής του. Έτσι, ο Ρώσος περιηγητής Αντώνιος εκ Novgorod, ο οποίος έγραφε περί το 1200, αναφέρει ότι είδε το Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, κατατεθειμένο κάτω από το θυσιαστήριο του ναού της μονής της Υ.Θ. Οδηγήτριας (10). Στην συνέχεια φαίνεται ότι το σεπτό Λείψανο μεταφέρθηκε εις τον περίλαμπρο Ναό των Αγίων Αποστόλων, τον οποίο ο Ιουστινιανός έκτισε περί το έτος 550, και ο οποίος εθεωρείτο δεύτερος, έπειτα από εκείνο της του Θεού Σοφίας, δια το κάλλος, το μέγεθος και τον πλούτο. Ο στέφανος εκ Novgorod (1350), ο Ιγνάτιος εκ Smolensk (1389 -1405) και ο γραφεύς Αλέξανδρος (1393), αναφέρουν ότι προσκύνησαν «τὰ λείψανα» (sic) του Αγίου Σπυρίδωνα εις το πλάγιο παρεκκλήσιο του Ναού των αγίων Αποστόλων, ενώ ο διάκονος Ζωσιμάς (1419 -1421) βεβαιώνει ότι «εἰς τὸν ναὸν αὐτὸν (τῶν αγ. Ἀποστόλων) ἀναπαύεται ὁ μέγας Σπυρίδων» Τέλος την ημέρα της μνήμης του αγίου Σπυρίδωνος, 12 δεκεμβρίου, του έτους 1452, λίγους δηλαδή μήνες προ της αλώσεως της Πόλης, τελέσθηκε εις τον Ναό της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Λειτουργία, επί της ενώσεως των Εκκλησιών, προεξάρχοντος του παπικού Λεγάτου, του λατινοφρονήσαντος εν Φλωρεντία, Αρχιεπισκόπου Κιέβου καρδιναλίου Ισιδώρου.

Κατά την τελετή, «τὸ λείψανον τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, τοῦ ὁποίου ἑωρτάζετο ἡ μνήμη, περιήγετο ἐν πομπῇ»

Στην Κέρκυρα το ι. Λείψανο του αγίου Σπυρίδωνος μεταφέρθηκε το έτος 1456. Αρχικά επικράτησε η παράδοση, κατά την οποία ένα ιερεύς από την Κωνσταντινούπολη, Γιώργος Καλοχαιρέτης ονομαζόμενος, μετέφερε το Άγιο Λείψανο, με αυτό της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης.

Περί των αρχών όμως του Ιθ΄ αιώνα (1808) προέκυψε, εξ ανακαλύψεως και δημοσιεύσεως παλαιών χειρογράφων, αναγόμενα εις τον Ιε΄ αιώνα, διαφορετική άποψη . Κατ’ αυτή, ως μαρτυρεί ο σεβ. Μεθόδιος Κοντοστάνος, Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών, εις τα Προλεγόμενά της υπ’ αυτού γενομένης εκδόσεως της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του αγίου Σπυρίδωνος: «Το ιερό και Σεβάσμιο Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος δεν μετακομίσθηκε στην Κέρκυρα παρά τον Ιερέα Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ως ανακριβώς ίσως δε και εν λόγων σκοπιμότητας ανεγράφη. Αλλά, ως εξάγεται εκ Δουκικού Διατάγματος του Συμβουλίου των Δέκα της Βενετικής Δημοκρατίας, εκδοθέντος την 14 Μαΐου 1489, το Ιερό Λείψανο του Αγίου, παραλαβών αυτό εκ της Κωνσταντινούπολης… μετακόμισε εις Παραμυθιά της Ηπείρου, όπου και παρέμεινε επί χρονικό τι διάστημα, οΙερεύς Γρηγόριος Πολύευκτος,  ο αυτός δε εκείθεν κατά το έτος 1456, μετακόμισε αυτό εις την Κέρκυρα. Ο αυτός δε Γρηγόριος Πολύευκτος, βρίσκοντας στην Κέρκυρα τον Ιερέα γεώργιο Καλοχαιρέτη, πρόσφυγα δε και τούτον και συμπολίτη του, κληροδότησε (!)_εις αυτόν το Ιερό Λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο δε Λουκάς Καλοχαιρέτης, ένας από τους Κληρονόμους και «υἱὸς τοῦ Ἱερέως Γεωργίου Καλοχαιρέτη, ἐδωρήσατο τῇ ἰδίᾳ ἀνεψιᾷ Ἀσημίνῃ τὸ ἐπὶ τοῦ Λειψάνου μερίδιόν του»(!)». Έτσι το Ιερό και Σεβάσμιο του Αγίου Λείψανο, Κύριος είδε εκ τίνος κρίματος υφαρπαγής, πέρασε στον Λουκά Καλοχαιρέτη, δια δωρητήριο συμβόλαιο που συντάχθηκε στην Άρτα κατά το έτος 1512, ως αντικείμενο προικοδοτήσεως (!) δια τους εξής λόγους: «ἔτι[πάλιν ὁμολογῶ, τό Λείψανον τοῦ Ἀγίου Σπυρίδωνος, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς τοὺς Κορφοὺς, καὶ κατὰ κληρονομία εὑρέθη εἰς ἡμᾶς καὶ εἴχαμεν ἐξουσίαν πάλιν χαρίζωμι τῆς ἄνωθεν είρημένης Ἀσημίνης τῆς ἀνεψιᾶς μου»

Η δε Ασημίνα, θυγατέρα του Φιλίππου υιού του Γεώργιου Καλοχαιρέτη, έχουσα νόμιμη προίκα (!!!) το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος, νυμφεύθηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη. Δια διαθήκης δε, χρονολογουμένης από 25 Νοεμβρίου 1571, όρισε ως το Ιερό Λείψανο του Αγίου διαμένει ως κληρονομιά στους υιούς της και στους απογόνους τους…

Κατά το έτος 1489 ο Φίλιππος Καλοχαιρέτης ζήτησε να μετακομισθεί το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα στην Βενετία, εξέδωσε δε τότε από τις 14 Μαΐου 1489 Δουκικό Γράμμα ο «Αὐγουστῖνος Βαρβαρίκος, Ἐλέει Θεοῦ, Δοὺξ βενετιῶν κ.λ.π., τοῖς εὐγενέσι καὶ σοφωτάτοις ἀνδράσιν Ἰωάννῃ Βαπτιστῇ ΒΑλαρέσσῳ Βαΐλῳ καὶ Καπιτάνῳ, καὶ τοῖς Συμβούλοις τῶν Κορυφῶν…» περία σφαλούς αποστολής του Ιερού Λειψάνου στην Βενετία. Επακολούθησε δε και δεύτερο τέτοιο. Αλλά η μεταφορά του Ιερού Λειψάνου ματαιώθηκε. Δεν είναι όμως ακριβές ότι «Οἱ Κερκυραῖοι, λυπούμενοι ἐπὶ τούτῳ, ὁμοφώνως ἱκέτευσαν αὐτὸν (τὸν Φίλιππον) νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ· εἰς δὲ τὰς ἱκεσίας ταύτας ἐνδούς ὁ Φίλιππος» υποχώρησε και παρέμεινε το ιερό λείψανο στην Κέρκυρα. Γεγονός είναι ότι εις το Δουκικό Γράμμα τέθηκε ότι, εάν μερικοί έχουν αντιρρήσεις περί της μεταφοράς του Ιερού λειψάνου στην Βενετία, να το αναφέρουν. Εκ τούτου δε πιθανότατα, εφ’ όσον το Ιερό Λείψανο είχε ήδη τεθεί εις κοινή προσκύνηση, ο Κερκυραϊκός Λαός, όχι μόνο δεν ικέτευσε, αλλά πρόβαλλε αντιρρήσεις και αξίωσε να παραμείνει στην Κέρκυρα. Το δε Συμβούλιο των Δέκα δεν επέμεινε, διότι επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες εις τους υπό την βενετική σημαία λαούς» .

Το ιερό Λείψανο του αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνος, όπως και προηγουμένως σημειώθηκε είναι άρτιο κατά πάντα, πλην της δεξιάς χειρός. Διατηρεί την σάρκα, τους βολβούς των οφθαλμών και τους οδόντες· προκαλεί δε συγκίνηση εις τον προσκυνητή η γλυκύτητα και η γαλήνη της μορφής του. Όσο αφορά δε την δεξιά του χείρα, άγνωστο είναι πότε και υπό ποιες συνθήκες αποχωρίσθηκε από το σώμα του Αγίου. «Ο Ρώσος περιηγητής Μπράσκη αναφέρει ότι είδε κατά τον Ιζ΄ αιώνα ολόκληρο το ι. λείψανο του αγίου στην Κέρκυρα στον φερώνυμο ναό, πλην της δεξιάς του χείρας, η οποία βρίσκεται στην Ρώμη στο ναό της Θεομήτωρος» . Ο ιατροφιλόσοφος Νικόλαος Βούλγαρης (1634 – μετά το 1684), σε αφιερωτική επιστολή του προς τον λατινικό αρχιεπίσκοπο Κερκύρας Κάρολο Labia (1659 – 1682 †), κατά την έκδοση της λεγόμενης «Ἀληθοῦς Ἐκθέσεως» την οποία και συνέγραψε, «λέγει ότι ο δεξιός βραχίων του Αγίου τηρείται μετά μεγάλης ευλάβειας στην Ρώμη, ότι άδηλο είναι αν επέμφθη αυτόθι εκ Κερκύρας, ή εκ Κωνσταντινουπόλεως, ή εκ Κύπρου, όπου ενταφιάστηκε ο Άγιος, και ότι εκ των προς Χριστόδουλο τον Βούλγαρη, εαυτού αδελφό, και μετά ταύτα Μέγα Πρωτόπαπα Κερκύρας,  δοθεισών πληροφοριών παρά των μοναχών του τάγματος του Αγίου Φιλίππου του Νερίου, όταν φοιτούσε στο εκεί εκπαιδευτήριο, δηλώνεται, ότι ο Πάπας Κλήμης ο Η΄  δώρισε το λείψανο εις τον Καρδινάλιο Βαρόνιο, που το αφιέρωσε αυτό εις την νέα εκκλησία των μοναχών εκείνων» .

Ο Λ. Σ. Βροκίνης  προσθέτει τις επόμενες πληροφορίες, σχετικά προς το ζήτημα της χείρας του Αγίου Σπυρίδωνα, τις οποίες έλαβε από τον Κ. Βούλγαρη. Ο Κ. Βούλγαρης ζήτησε από τους ιερείς του εν Ρώμη Ναού της S. Maria να δει το περί του λόγου το λείψανο, και οι ιερείς του το επέδειξαν. Κατά την μαρτυρία του το «τὸ λείψανον τοῦτο εἶναι ἐγκεκλεισμένον εἰς κωνοειδῆ, ἀλλ’ οὐχὶ βυζαντινῆς τέχνης έπίχρυσον θήκην, ἔχουσαν ὕψος ἥμισυ περίπου μέτρον καὶ φέρουσαν εἰς τό βάθος τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἀργυρᾶν. Δέν σώζεται δ’ ὁλόκληρος ὁ βραχίων… ἀλλ’ ὀστοῦν βραχίονος μὴ διατηροῦν περὶ αὐτὸ σάρκα, ἤ δέρμα, καθὼς τὸ ὲν Κερκύρᾳ σεπτὸν λείψανον τοῦ Ἁγίου.». Ο Κ. Βούλγαρης ζήτησε σχετικές προς το ι. λείψανο πληροφορίες και ο «Padre G. Galenzio, Scrittore Latino della Biblioteca Vaticana» εγγράφως τον βεβαίωσε, ότι έγγραφο δεν υπάρχει, αλλ’ ότι το λείψανο υπάρχει εκεί από της συστάσεως της Συναδελφότητας (των Φιλιππινών), «ποιεῖται δ[ε μνείαν αὐτοῦ ὁ Πάπας Παῦλος Ε΄ ἐν τῇ Βούλλᾳ δι’ ἧς ἐπικυροῖ τῷ 1612 τοὺς κανόνας καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Συναδελφότητος τοῦ Ὀρατορίου (Congregazione dell’ Oratorio)»

Ζητήσαμε και λάβαμε επίσημες πληροφορίες σχετικά προς το ι. αυτό λείψανο και φωτογραφία αυτού, αμφότερα δε και δημοσιεύομε. Το έγγραφο των πληροφοριών έχει ως εξής, εν μεταφράσει εκ του Ιταλικού:

«Εις τον κώδικα B. IV. 6 του Αρχείου της Συναδελφότητας του Οραταρίου της Ρώμης, τον τιτλοφορούμενο: «Έλεγχος της Εκκλησίας και του Σκευοφυλακίου  της S. ta MAria in Vallicella. 1806 » στην σελίδα 189 αναγράφεται: «Προσέτι ἥμισυς βραχίων τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, φυλασσόμενος εἰς τὸν συνήθη τόπον τῶν Λειψάνων. Τοῦτο ἐδωρήθη ὑπὸ τοῦ Καρδιναλίου Baronio εἰς τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν, ὁ ὁποῖος εἶπεν καὶ ὡρκίσθη ὅτι ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Πάπαν Κλήμεντα VIII, προερχόμενον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν ρηθέντα Ποντήφικα κατὰ τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον κατετσράφη ὑπὸ τοῦ Τούρκου ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως διὰ νὰ τὴν μεταβάλῃ, πιστοποιῶν ὅτι ἐβεβαιώθη ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Κερκύρας, (25) ὅτι ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ἐλλείπει μόνον εἷς βραχίων καὶ ὁ Μάρκελλος Ferro, Ρωμαῖος Ἱερεύς, μαρτυρεῖ ὅτι εὑρίσκεταο εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὅτε ἐστάλη ὅ ρηθεὶς βραχίων είς τὸν Πάπαν Κλήμεντα, καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν ἐγένετο συμβολαιογραφική πρᾶξις γραφεῖσα ὑπὸ τοῦ Δομηνίκου Amodei, Συμβολαιογράφου τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Camera, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 11 Μαΐου 1606, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ ἡμέτερον Ἀρχεῖον φυλ. 469 βιβλ. Η. »

Γνωστοποιείται ότι η δωρεά εγένετο το 1606, ο καρδ. Baronio απεβίωσε το 1607 και ο έλεγχος συνετάγη το επόμενο έτος.

Τούτο το λείψανο εκτίθεται πάντοτε, κατά την επέτειο της εορτής, επί ενός αλταρίου της S. Maria in Vallicella και διαπιστούται ότι, κατ’έτος, προσέρχονται να το προσκυνήσουν Έλληνες εκ Κερκύρας, οι οποίοι γνωρίζουν ότι το λείψανο τούτο ανήκει εις τον προστάτη των.

Ο Αρχειοφύλαξ

P, Carlo Gasbarri d. O.» (27)

«Γνωστὸν ἔστω ὑμῖν, φίλοι μου γνήσιου καὶ πνευματικοί ἀδελφοί, ὅτι μετὰ τὴν ἐμὴν ἐκ τοῦ σώματος ἐκδημίαν τε καὶ ὰποβίωσιν πολλῇ δόξῃ Κύριος στεφανώσει τὴν μνήμην καὶ τῷ αὐτοῦ πνεύματι κινουμένη πᾶσα ἡλικία ἀνθρώπων παλαιῶν τε καὶ μέσων καὶ νέων τὴν τῆς ἐμῆς τελευτῆς ἡμέραν ἐτησίως ἐπιτελέσει ἐν τῷ τάφῳ ἔνθα τὸ ἐμὸν μέλλει κατατίθεσθαι σῶμα, κἀγὼ δὲ λαμβάνων παρρησίαν παρὰ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ δεσπότου μεταδὼσω τούτοις ὧν ἔλαβον χαρισμάτων» ( Τους λόγους αυτούς τοποθετεί εις το στόμα του ιερού Σπυρίδωνος ο Επίσκοπος της Πάφου Θεόδωρος, εκ των πραγμάτων δε αποδεικνύεται ότι δεν βράδυνε των προφητικών εκείνων λόγων η εκπλήρωσης.

ΠΗΓΗ.www.apologitis.com

Φώτης Κόντογλου – Ο Άγιος Σπυρίδων. Προστάτης των Φτωχών, Πατέρας των Ορφανών, Δάσκαλος των Αμαρτωλών

 


Ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον τιμημένους ἁγίους της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται οἱ χριστιανοὶ στὶς περιστάσεις ὅπως τὸν ἅγιο Νικόλαο, τὸν ἅγιο Γεώργιο καὶ τὸν ἅγιο Δημήτριο. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ ἔχει ἡ Κέρκυρα, ὅπως ἡ Ζάκυνθος ἔχει τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Διονυσίου κ᾿ ἡ Κεφαλληνία τὸν ἅγιο Γεράσιμο.

Γεννήθηκε στὸν καιρὸ τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου στὸ νησὶ τῆς Κύπρου, ἀπὸ γονιοὺς φτωχούς. Γι᾿ αὐτὸ στὰ μικρὰ χρόνια του ἤτανε τσομπάνης καὶ φύλαγε πρόβατα. Ἤτανε πολὺ ἁπλὸς στὴ γνώμη σὰν τοὺς ψαράδες ποὺ διάλεξε ὁ Χριστὸς νὰ τοὺς κάνει μαθητές του. Σὰν ἦρθε σὲ ἡλικία, παντρεύθηκε, καὶ μετὰ χρόνια χήρεψε, καὶ τόση ἤτανε ἡ ἀρετή του, ποὺ τὸν κάνανε ἐπίσκοπο σὲ μία πολιτεία λεγόμενη Τριμυθοῦντα, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ὁλότελα ἀγράμματος. Παίρνοντας αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ἀξίωμα ἔγινε ἀκόμα ἁπλούστερος καὶ ταπεινός, καὶ ποίμανε τὰ λογικὰ πρόβατα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστὸς μὲ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐστηρότητα ὡσὰν ὑπεύθυνος ὅπου ἤτανε γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἤτανε προστάτης τῶν φτωχῶν, πατέρας τῶν ὀρφανῶν, δάσκαλος τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ εἶχε τέτοια καθαρότητα καὶ ἁγιότητα, ποὺ τοῦ δόθηκε ἡ χάρη ἄνωθεν νὰ κάνει πολλὰ θαύματα, γιὰ τοῦτο ὀνομάσθηκε θαυματουργός. Μὲ τὴν προσευχή του μάζευε τὰ σύννεφα κ᾿ ἔβρεχε σὲ καιρὸ ξηρασίας, γιάτρευε τὶς ἀρρώστιες, τιμωροῦσε τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἔκανε μὲ κάποιους μαυραγορίτες ποὺ γκρέμνισε τὶς ἀποθῆκες ποὺ φυλάγανε τὸ σιτάρι, ἐνῶ ὁ κόσμος πέθαινε ἀπὸ τὴν πείνα, καὶ καταπλακωθήκανε μαζὶ μὲ τὸ σιτάρι: «καὶ μελετώμενον λιμὸν παρὰ τῶν σιτοκαπήλων, ἔλυσε, συμπεσουσῶν αὐτοίς, τῶν ἀποθηκῶν αἷς τὸν σίτον συνέσχον». Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ ἐζοῦσε μὲ τόση φτώχεια, ποὺ σὰν πῆγε κάποτε ἕνας φτωχὸς νὰ τὸν βοηθήσει γιὰ νὰ πληρώσει κάποιο χρέος του, δὲν εἶχε νὰ τοῦ δώσει τίποτα, καὶ μὲ θαῦμα ἔκανε μαλαματένιο ἕνα φίδι ποὺ βρέθηκε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ τὸ ἔδωσε στὸν φτωχό, κ᾿ ἐκεῖνος τὸ ἕλιωσε καὶ πλήρωσε τὸ χρέος του. Ἄλλη φορὰ πάλι ἔγινε κατακλυσμός, καὶ τὰ ποτάμια ξεχειλίσανε καὶ πλημμύρισε ἡ χώρα, κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας προσευχήθηκε καὶ τραβήξανε τὰ νερὰ καὶ στέγνωσε ὁ νεροπατημένος τόπος. Γιάτρεψε καὶ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἀπὸ κάποια ἀγιάτρευτη ἀρρώστια, ἕνα διάκο ποὺ βουβάθηκε τὸν ἔκανε καλά, κακοὺς καὶ πλεονέκτες ἀνθρώπους ἐτιμώρησε μὲ ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ πλῆθος ἄλλα θαύματα ἔκανε, ὥστε νὰ τὸν φοβοῦνται οἱ ἄδικοι κ᾿ οἱ ἀδικημένοι νὰ τὸν ἔχουνε γιὰ προστάτη καὶ καταφύγιο. Ἀλλὰ πάντα εἶχε μεγάλη ἀγάπη καὶ συμπάθεια στοὺς ἁμαρτωλούς, γι᾿ αὐτὸ κάποιοι κλέφτες ποὺ πήγανε μία νύχτα νὰ κλέψουνε πρόβατα ἀπὸ τὴ μάνδρα του, ποὺ τὴ συντηροῦσε γιὰ νὰ βοηθᾶ τοὺς πεινασμένους, τυφλωθήκανε καὶ δὲν μπορούσανε νὰ φύγουνε, καὶ πιάσανε καὶ φωνάζανε νὰ τοὺς ἐλεήσει. Κι᾿ ὁ ἅγιος ὄχι μοναχὰ τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους, ἀλλὰ τοὺς χάρισε κ᾿ ἕνα κριάρι, γιατί, ὅπως τοὺς εἶπε, εἴχανε κακοπαθήσει ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς νουθέτησε νἆναι καλοὶ ἄνθρωποι, τοὺς ἔστειλε στὰ σπίτια τοὺς χωρὶς νὰ μάθει τίποτα ἡ ἐξουσία γιὰ τὴν κλεψιὰ ποὺ θέλανε νὰ κάνουνε. Προέλεγε δὲ καὶ ὅσα ἤτανε νὰ γίνουνε μὲ ἀκρίβεια, ὥστε νὰ τὸν θαυμάζει ὁ κόσμος σὰν ἕνα ὑπεράνθρωπο πρόσωπο, ἀφοῦ ἀπὸ τσομπάνης ἀξιώθηκε νὰ ἀνεβεῖ σὲ τέτοιο ὕψος. Καὶ στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια, ἤτανε κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας ἀνάμεσα στοὺς τριακοσίους δέκα ὀκτὼ θεοφόρους πατέρας καί, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν γνώριζε γράμματα, ἀποστόμωσε τὸν αἱρεσιάρχην Ἄρειο ποὺ ἤτανε ὁ πιὸ σπουδασμένος στὰ γράμματα ἀπὸ ὅλους τοὺς δεσποτάδες.


Ὅλον τὸν καιρὸ ποὺ ἔζησε δὲν ἔπαψε νὰ κάνει θαύματα. Τὸ μεγαλύτερο ἤτανε ἡ ἀνάσταση τῆς πεθαμένης κόρης του ποὺ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ μαρτύρησε σὲ ποιὸ μέρος εἶχε φυλάξει τὰ χρήματα ποὺ τῆς ἐμπιστεύθηκε κάποια γυναίκα, καὶ πάλι ξανακοιμήθηκε. Κάποτε πῆγε στὸν ἅγιο μία γυναίκα ποὺ εἶχε ἕνα παιδάκι καὶ τῆς πέθανε, καὶ τὸν παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα πολλὰ νὰ τὸ ἀναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ἤτανε οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τὸν γνωρίζανε, στὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ ἅγιος. Καὶ ἐκεῖνος τὸ ἀνάστησε μὲ τὴν προσευχή του. Μὰ ἡ μητέρα του σὰν τὸ εἶδε ζωντανό, ἀπὸ τὴν πολλὴ χαρὰ τῆς πέθανε ἡ ἴδια. Κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας ἀνέστησε καὶ τὴ γυναίκα.

Αὐτὰ τὰ μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στὸν κόσμο, κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας, ζωντας ἀκόμα, τιμήθηκε σὰν ἅγιος καὶ θαυματουργός. Καὶ ἕως τώρα κάνει πολλὰ θαύματα τὸ σκήνωμά του ποὺ εἶναι ὁ θησαυρὸς τῶν Κερκυραίων.

Ὅταν ἐλειτουργοῦσε, παραστεκότανε Ἄγγελοι ποὺ τοὺς βλέπανε μὲ τὰ μάτια τοὺς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, καὶ ποὺ ἔλεγε τὸ «Εἰρήνη πᾶσι», οἱ Ἄγγελοι ἀντιφωνούσανε «Καὶ τῷ πνεύματί σου» ἀντὶ τῶν ψαλτάδων, καὶ τὸν περιέλουζε κάποια ὑπερφυσικὴ φωτοχυσία.


Μὲ τέτοια ἀγγελικὴ πολιτεία ἀφοῦ ἔζησε κ᾿ ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας ποιμαίνοντας τὰ λογικὰ πρόβατα, μετέστη πρὸς Κύριον. Τὸ δὲ ἅγιο λείψανό του ἔμεινε κάμποσον καιρὸ στὴν Τριμυθούντα κι᾿ ἀπὸ κεῖ τὸ πήγανε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐβάλανε στὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὅπου φυλαγότανε τὰ ἅγια λείψανα πολλῶν ἁγίων. Κατὰ τὴ βασιλεία τῶν Τούρκων εὑρέθη εἰς τὰ χέρια ἑνὸς εὐλαβοῦς χριστιανοῦ ποὺ τὸν λέγανε Βούλγαρη, κι᾿ αὐτὸς μὲ μεγάλα βάσανα καὶ κόπους τὸ ἔφερε ἕως τὴν Ἀλβανία κρυμμένο μέσα σὲ τσουβάλια, κι᾿ ἀπὸ κεῖ τὸ πέρασε μ᾿ ἕνα καΐκι στὴν Κέρκυρα ποὺ τὴν κρατούσανε οἱ Βενετσιάνοι, κι᾿ ἀπὸ τότε βρίσκεται σ᾿ αὐτὸ τὸ νησί, ἀπείραχτο ἀπὸ τὸν καιρό, μὲ ὅλο ὅπου περάσανε 1600 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Στὸ κουβούκλιο στέκεται ὄρθιος ὁ ἅγιος, μὲ χέρια σταυρωμένα, ντυμένος μὲ τὰ ἄμφιά του καὶ τὸν βγάζουνε σὲ λιτανεία δυὸ φορὲς τὸ χρόνο. Οἱ Κερκυραῖοι ἔχουνε τὸ ἱερὸ σκήνωμα σὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ τὸ θεωροῦνε θησαυρὸ τοῦ νησιοῦ τους. Τὸν καιρὸ ποὺ δούλεψα στὸ Μουσεῖο τῆς Κέρκυρας γνώρισα τὸν πάπα-Βούλγαρη, ποὺ ἤτανε ἐφημέριος του ναοῦ, κατὰ κληρονομικὸ δικαίωμα, ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὴν τέχνη καὶ τὰ γράμματα. Τὸ ἅγιο λείψανο θαυματουργεῖ πάντα ἕως σήμερα σὲ ὅποιους ἐπικαλεσθοῦνε μὲ πίστη τὸν ἅγιο.


Στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ διχαλωτὸ κοντὸ ἄσπρο γένι, «γέρων διχαλογένης φορῶν σκοῦφον». Ὁ σκοῦφος του εἶναι παράξενος, σὰν κινέζικος, μυτερὸς στὴν κορυφή. Δὲν ζωγραφίζεται ποτὲ ξεσκούφωτος. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς εἰκόνες ἀπάνω σὲ σανίδι εἴτε σὲ τοῖχο σὲ ἄλλο μέρος τῆς ἐκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνὰ στὸ ἅγιο Βῆμα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἱεράρχας Βασίλειο, Χρυσόστομο καὶ Γρηγόριο κάτω ἀπὸ τὴν Πλατυτέρα. Στὸ χαρτὶ ποὺ βαστᾶ εἶναι γραμμένο: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν».


Ἡ ὑμνολογία μας τὸν στόλισε μὲ τὰ ἀμάραντα ἄνθη της, ποὺ πολὺ λίγοι ἀπὸ μᾶς τὰ μελετήσανε γιὰ νὰ δοῦνε πὼς ἀληθινὰ εἶναι ἀμάραντα.
«Χαίροις ἀρχιερέων κανών, τῆς Ἐκκλησίας ἀδιάσειστον ἔρεισμα· τὸ κλέος τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ τῶν θαυμάτων πηγή, τῆς ἀγάπης ρεῖθρον μὴ κενούμενον…». «Πράος καὶ κληρονόμος τῆς γῆς, Σύ, τῶν πραέων ἀληθῶς ἀναδέδειξαι, Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ὁ ταῖς νευραὶς τῶν σοφῶν καὶ ἁπλῶν σου λόγων, θεία χάριτι, ἐχθρὸν τὸν παμπόνηρον καὶ παράφρονα Ἄρειον ἐναποπνίξας, καὶ τὸ δόγμα τὸ ἔνθεον καὶ σωτήριον ἀνυψώσας ἐν Πνεύματι…». «Ἐκ ποιμνίων ὥσπερ τὸν Δαυΐδ, σὲ ἀναλαβόμενος ὁ Πλαστουργός, λογικῆς ποίμνης ἔθετο ποιμένα πανάριστον, τὴ ἁπλότητι καὶ πραότητι λάμποντα καὶ τὴ ἀκακία, ὅσιε, Ποιμὴν καλλωπιζόμενον». «Μωυσέως τὸ ἄπλαστον, Δαυῒδ τὸ πρᾶον, Ἰὼβ τοῦ Αὐσίτιδος τὸ ἄμεμπτον κτησάμενος, τοῦ Πνεύματος γέγονας κατοικητήριον, μέλπων, Ἱερώτατε: Ὁ ὧν εὐλογημένος καὶ ὑπερένδοξος». «Σὲ ἐξ ἀλόγου ποίμνης μετήγαγεν εἰς λογικὴν τὸ Πνεῦμα, πνευματοφόρε, ὡς τὸν Μωσέα καὶ Δαυῒδ ὧν ἐμιμήσω τὸ πράον, Σπυρίδων, φῶς οἰκουμένης».

Τὸ ἀπολυτίκιον λέει: «Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καὶ θαυματουργὸς θεοφόρε, Σπυρίδων, πατὴρ ἡμῶν. Διὸ νεκρὰ Σὺ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καὶ ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας Σου εὐχάς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντας Σοι, Ἱερώτατε. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι· δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι· δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ Σοῦ πᾶσιν ἰάματα»

 

Μερικά από τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα,πρίν την Κοίμησή του.

Η παράθεση όλων των θαυμάτων του ιερού Σπυρίδωνος είναι αδύνατος, όχι δε μόνο η λεπτομερή αφήγηση αυτών, άλλα και η απλή απαρίθμηση δεν είναι πραγματοποιήσιμη, διότι ο αριθμός αυτών είναι άγνωστος, εφ’ όσον μυστικώς επιτελούνται τα περισσότερα. Την διαπίστωση αυτή εκφράζει και ο εκ των βιογράφων του Σπυρίδωνος Συμεών ο Μεταφραστής όταν γράφει: «τὸ πάντα μὲν τὰ ἐκείνου διεξελθεῖν, ἀπειρόκαλόν τε ὁμοῦ καὶ ἀδύνατον, ὥσπερ τὸ πάντα παραλιπεῖν ἀτεχνῶς ἐπιζήμιον». (1) Εις την συνέχεια του παρόντος κεφαλαίου θα εκτεθεί, με κάθε δυνατή βραχυλογία, η διήγηση των θαυμάτων, τα όποια διέσωσαν οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι αρχαίοι βιογράφοι του Σπυρίδωνος ως και οι νεότερες διηγήσεις των κατά καιρούς εκδοτών της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του αγίου Σπυρίδωνος. (2)

Η σειρά της παρατάξεως των θαυμάτων, δια το πρώτο μέρος αυτών, είναι εκείνη την οποίαν ακολουθεί ο Μεταφραστής και τούτο διότι ο υπ’ αυτού Βίος του αγίου Σπυρίδωνος είναι ο μόνος γνωστός, εφ’ όσον από του έτους 1847 κατέστη αναπόσπαστο τμήμα του σώματος των ακολουθιών του αγίου Σπυρίδωνος. (3) Δια δε τα επόμενα ισχύει η σειρά της εκδόσεως της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του Αγίου, υπό του Μεθοδίου Κοντοστάνου, Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών. (4) Το σύνολο της διηγήσεως των θαυμάτων διαιρείται εις δύο τμήματα: α) Το περιλαμβάνουν τα θαύματα, τα οποία τέλεσε ζων ακόμη ο Σπυρίδων, και β) τα μετά τον θάνατον αυτού.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΕΝ ΖΩΗ

Ανομβρία στην Κύπρο

Η Κύπρος, ιδιαιτέρα πατρίς του ιερού Σπυρίδωνος, αξιώθηκε πρώτη της ευεργεσίας των θαυμάτων του. Πρώτον δε θαύμα αναφέρεται η διάσωση αυτής από τρομακτική ανομβρία, ένεκα της οποίας προεκλήθη «λιμός, τῷ λιμῷ δὲ λοιμός, καὶ τὸ πολὺ τοῦ πλήθους, τὸ μὲν ἤδη καὶ διεφθείρετο, τὸ δὲ ὅσον οὔπω τοῦτο παθεῖν ἠλπίζετο». (5) Τότε ό Σπυρίδων, δια θερμών προσευχών, ως άλλος Ηλίας, (6) άνοιξε τους ουρανούς, και «ὄμβρος αὐτίκα κατερράγη πολύς, καὶ πιαίνεται μὲν ἡ γῆ, τρέφεται δὲ τὰ ὡραῑα, καὶ τὰ λήϊα αὔξεται, καὶ πὰντα ὁμοῦ λύεται τὰ δεινά». (7)

Ο πλούσιος στην Κύπρο

Μεγάλη ακαρπία κυρίευε την Κύπρο και οι έμποροι έκρυβαν τους καρπούς δια να κερδίσουν παράνομα πολλά. Ήλθε τότε προς ένα εξ αυτών πλουσιώτατος, εις άνθρωπος πτωχός, και θερμώς και μετά δακρύων τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει. Ματαίως όμως. Ο πλούσιος έμεινε ασυγκίνητος. Ακολούθως ο πτωχός άνθρωπος πήγε εις τον Άγιο και του ανέφερε την σκληρότητα του πλουσίου και την δική του πενία. Ο Άγιος τον παρηγόρησε και του προείπε ότι την επομένη ο ίδιος ο άσπλαχνος πλούσιος θα τον παρακαλούσε να λάβει όσους καρπούς ήθελε. Πράγματι, την νύκτα έπεσε ραγδαία βροχή, η οποία παρέσυρε τις αποθήκες του πλουσίου και σκόρπισε τους καρπούς του, και ο λαός ο πενόμενος επιδόθηκε εις την αρπαγή αυτών. Και παρουσιάσθη το εξής παράδοξο, ο πλούσιος έδιδε το δικαίωμα εις τον πτωχό να λάβει ότι ήθελε. Εν τούτοις δεν σωφρονίστηκε, καθώς μαρτυρεί το επόμενο γεγονός. (8)

Χρυσός και Όφις

Άλλος πτωχός γεωργός ζήτησε από τον ίδιο τον πλούσιο λίγον σίτο δια σπορά και υποσχέθηκε να τον επιστρέψει μετά την συγκομιδή, με το ανάλογο τόκο. Ο πλούσιος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ο γεωργός κατάφυγε εις τον Άγιο, ο οποίος με λόγια παρηγορητικά τον απέστειλε εις την οικία του. Την επόμενη αυτός ο Άγιος τον επισκέπτεται και του δίδει τεμάχιο χρυσού, δια να το βάλει ενέχυρο στον πλούσιο, να λάβει ότι του χρειάζονταν, και μετά την συγκομιδή, αφού του επιστρέψει το δάνειο, να επιστρέψει και τον χρυσό εις τον Άγιο. Έτσι και έγινε. Ο Άγιος αφού έλαβε τον επιστραφέντα χρυσό, οδήγησε τον πτωχό στο μικρό κήπο του, εκεί δε τοποθέτησε τον χρυσό εις την γη. Κατόπιν προσευχήθηκε στον Θεό με τους λόγους αυτούς: «Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ πάντα ποιῶν καὶ μετασκευάζων μόνῳ τῷ βούλεσθαι, ὁ ἐπὶ Μωϋσέως ποτὲ τὴν ράβδον εἰς ὄφιν μεταβαλὼν ἔμπροσθεν τοῦ Βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, Αὐτὸς καὶ τὸ χρυσίον τοῦτο, καθὼς ἐκ ζώου πρότερον μετέβαλες εἰς τὴν μορφὴν ταύτην, οὕτω καὶ νῦν μετάτρεψον εἰς τὸ ἀρχαῖον αὐτοῦ εἶδος, ὅπως καὶ οὗτος ὁ δοῦλος σου μάθῃ τὴν περὶ ἡμᾶς σου πρόνοιαν, καὶ διδαχθῇ ἐμπράκτως, τὸ ἐν τῇ Θείᾳ Γραφῇ λόγιον, ὄτι πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησε». (9) Αμέσως δε προ του κατάπληκτου γεωργού, το τεμάχιο του χρυσού μεταβλήθηκε σε ερπετό, το οποίο κρύφθηκε στην λιθιά.

Η διάβαση του ποταμιού

Άλλοτε πάλι, φίλος του Αγίου και ενάρετος άνθρωπος, συκοφαντημένος καταδικάσθηκε άδικα σε θάνατο. Χρειάσθηκε να μεταβεί ο Άγιος και να τον υπεράσπιση ενώπιον του άρχοντος. (10). Ήταν όμως χειμώνας και ένας ποταμός, τον οποίο έπρεπε απαραίτητα να περάσει ο Άγιος, ήταν πλημμυρισμένος και ορμητικότατος. Ο Άγιος δεν δίστασε, άλλα μιμούμενος τον Ιησού του Ναυή (11) διέταξε τον ποταμό «στῆθι, ἔφη, ὁ κοινός σοι ἐπιτάττει δεσπότης καὶ διαβήσομαι ἐγώ, σωθήσεται δὲ ὁ ἀνήρ, ὑπὲρ οὗ σπεύδομέν τε καὶ πολλὰ τοῦ Θεοῦ ἐδεήθημεν». (12) Αφού δε είπε τους λόγους τούτους το ρεύμα του ποταμού ανακόπηκε αιφνιδίως και πέρασε ο Άγιος και άλλοι οδοιπόροι, οι όποιοι διεκήρυξαν αμέσως το θαύμα στην πόλη. Και ο άρχων γεμάτος θαυμασμό απέλυσε τον κατάδικο, τον όποιον επανέφερε ο Άγιος μαζί του χαίρων.

Η Αμαρτωλή Γυναίκα

Κάποτε ο Άγιος, έπειτα από οδοιπορία μακράν, επισκέφθηκε φίλο του (13) για να αναπαυθεί λίγο. Εκείνος δε ενθουσιωδώς υποδεξάμενος τον Άγιο, έβαλε ύδωρ εις τον νιπτήρα και ετοιμάζονταν να πλύνει τα πόδια του. Εν τω μεταξύ διαδόθηκε η είδηση ότι ο Σπυρίδωνας βρίσκονταν εκεί, έτρεχαν δε οι γείτονες δια να προσφέρουν τις υπηρεσίας τους εις τον Άγιο και να λάβουν την ευλογία του. Μεταξύ των πολλών ήλθε και μία γυνή αμαρτωλός, η οποία προθυμοποιήθηκε να πλύνει τα πόδια του. Εκείνος δε αποστρέφοντας το πρόσωπο του της είπε: «μὴ μοῦ ἅπτου ὦ γύναι» (14) και τούτο όχι εξ υπερηφάνειας κινούμενος, διότι ήταν εις ολόκληρη την ζωή του υπόδειγμα ταπεινώσεως, αλλά δια να προκαλέσει σε αυτήν την σώζουσα μετάνοια. Επειδή δε εκείνη επεχείρησε να πλησιάσει τον Άγιο, εκείνος μεγαλόφωνα φανέρωσε την αμαρτία της. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την μετά δακρύων ειλικρινή εξομολόγηση της γυναικός δημοσία. Ο δε Σπυρίδων μιμούμενος τον Κύριο είπε προς την γυναίκα «Θάρσει θύγατερ· ἀφέωνται σοι αἱ ἀμαρτίαι σου». (15) και «Ἰδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε», (16) και διά της συγχωρήσεως θεράπευσε αυτήν από την φοβερά νόσο της ψυχής, την αμαρτία. (17)

Η Ανάσταση της κόρης του

Ενώ ο Άγιος βρίσκονταν στην Σύνοδο της Νικαίας πέθανε στην Κύπρο η θυγατέρα του, Ειρήνη ονομαζόμενη. Κατά την επιστροφή του εις την Κύπρο τον επισκέφθηκε κάποια γυνή, η οποία με μεγάλη ταραχή του ανάφερε ότι είχε δώσει, εις την κόρη του ένα κόσμημα πολύτιμο δια να το φυλάξει, εν τω μεταξύ όμως πέθανε η Ειρήνη χωρίς να το επιστρέψει ή να φανέρωση τον τόπο όπου το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε στον τάφο της θυγατέρας του, ακολουθούμενος από πολλούς άλλους και εκεί, απευθυνόμενος προς την νεκρά, ως να ζούσε, την ρώτησε πού έχει φυλαγμένο το ξένο κόσμημα. Εκείνη δε, αφού ανέκτησε προς στιγμήν την ζωή και ανακοίνωσε εις τον πατέρα της τον τόπο, κοιμήθηκε και πάλι. Ο δε Άγιος επέστρεψε εις την γυναίκα το κόσμημα. (18)

Η ίαση του αυτοκράτωρ Κωνστάντιου

Μετά τον θάνατον του Μ. Κωνσταντίνου (337), η αυτοκρατορία διαμοιράσθηκε μεταξύ των υιών του. Την ανατολή έλαβε ο Κωνστάντιος (337 – 361), ο οποίος έμεινε εις την Αντιόχεια. Έτυχε δε να προβληθεί ο βασιλεύς από φοβερά ασθένεια, την οποίαν κανείς ιατρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Μετά από πολλές προσπάθειας άκαρπες υποδέχθηκαν στον βασιλέα υπό αγγέλου, κατά την διάρκεια ονείρου, δύο επίσκοποι, ανάμεσα εις πολλούς άλλους, και δηλώθηκε σε αυτόν, ότι μόνον αυτοί μπορούν να τον θεραπεύσουν (επρόκειτο περί του ιερού Σπυρίδωνος και του διακόνου του Τριφυλλίου, τον όποιον ο βασιλεύς είδε ως επίσκοπο εις τον ύπνο του, προοραματιζόμενος το μέλλον). Επειδή δεν φανερώθηκε εις τον βασιλέα ούτε το όνομα ούτε ο τόπος των επισκόπων, έδωκε εντολή να προσκληθούν διαδοχικά στην Αντιόχεια όλοι οι επίσκοποι της επικρατείας. Ο Σπυρίδων, ευχαρίστως αποδεχθείς την πρόσκληση, μετέβη συνοδευόμενος από τον Τριφύλλιο. Όταν όμως παρουσιάσθηκε στα ανάκτορα και ζήτησε να δη τον βασιλέα έγινε αντικείμενο περιφρονήσεως εξ αιτίας της πτωχικής περιβολής του, κάποιος μάλιστα αυλικός τον κτύπησε στο πρόσωπο. Ο Άγιος με υπομονή έστρεψε και την άλλην σιαγόνα του εφαρμόζων τους λόγους του Κυρίου. (19) Αφού εξακριβώθηκε ότι πρόκειται περί επισκόπου του επετράπη η είσοδος εις τα ανάκτορα, όταν δε, μαζί με τον Τριφύλλιο έφθασαν εις την αίθουσα του θρόνου, αμέσως αναγνωρίστηκαν από τον βασιλέα, ο όποιος έτρεξε προς αυτούς. Ο Άγιος έβαλε την χείρα του εις την κεφαλήν του βασιλέως και αμέσως ο βασιλεύς θεραπεύθηκε. Το θαύμα προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό και θόρυβο. «Μόνος Σπυρίδων ἐν τοῖς ἁπάντων χείλεσιν ἔκειτο, Σπυρίδων ἐλαλεῖτο μόνος, Σπυρίδων ἦν πᾶσι τὸ σπουδαζόμενον». (20) Ο Άγιος, πριν εγκατάλειψη τα ανάκτορα, νουθέτησε τον βασιλέα δια μακρών, (21) δια να ευεργετήσει όχι μόνον το σώμα του αλλά και την ψυχή του. Μετά ταύτα ο βασιλεύς θέλοντας να ανταμείψει τον Άγιον έδιδε σε αυτόν χρυσόν πολύ, το όποιον ο Σπυρίδων αποποιήθηκε. Επειδή ό βασιλεύς επέμενε, ο Άγιος έλαβε τον χρυσόν και τον διαμοίρασε εις τους ανθρώπους του παλατιού, ο δε βασιλεύς, νουθετηθείς δια της πράξεως αυτής του Σπυρίδωνος, προέβη εις πολλές αγαθοεργίας.

Διπλή Ανάσταση

Πριν αναχώρηση ο Άγιος από την Αντιόχεια, δια να επιστρέψει εις την Κύπρο, τέλεσε το εξής θαυμάσιο και διπλό θαύμα. Ανέστησε πρώτα, κατόπιν προσευχής, όπως άλλοτε ο Ηλίας (22) και ο Ελισσαίος, (23) το τέκνον μιας ξένης (βαρβάρου) γυναικός. Εν συνεχεία χρειάσθηκε να ζητήσει και πάλι την χάρη και την ευσπλαχνία του Θεού για να αναστήσει και την μητέρα, η οποία μόλις είδε να ανακτά την ζωή το παιδί της, πέθανεν από την μεγάλη χαρά και συγκίνηση.

Οι αίγες και ο έμπορας

Σημειώθηκε και εις τα προηγούμενα, ότι ο Άγιος και όταν ακόμη ανήλθε στο επισκοπικό αξίωμα, έτρεφε ποίμνιο. Μία ημέρα προσήλθε εις αυτόν ένας έμπορος δια να αγοράσει αίγας. Κατέθεσε τα χρήματα εις τις χείρες του Αγίου ο οποίος εμπιστευόμενος δεν τα μέτρησε, εν συνεχεία δε ζήτησε να λάβει εκατόν αίγες. Ο ιερός Σπυρίδων εκ προορατικότητας γνώριζε ότι ο έμπορος δε του έδωσε το αντίτιμο εκατό αιγών, αλλά ενενήντα εννέα. Συνόδευσε λοιπόν τον έμπορον εις την στάνη και του είπε να λάβει τόσες αίγας, όσες πλήρωσε. Εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο άγιος είχε εννοήσει την απάτη και δια τούτο έβγαλε από την μάνδρα εκατόν αίγες. Αλλά τότε συνέβη το έξης παράδοξο. Ένα από τα ζώα δεν δέχονταν κατ’ ουδέν τρόπο ν’ ακολουθήσει τον έμπορο στάθηκε δε αδύνατον εις αυτόν και να το μεταφέρει στους ώμους του ακόμη. Επεμβαίνων τότε ο Άγιος του είπε να προσέξει μήπως το ζώο δεν αρνείται χωρίς λόγο να τον ακολουθήσει, μήπως δηλαδή λησμόνησε να πλήρωση την αξία του. Κατάπληκτος ο άνθρωπος ωμολόγησε το αμάρτημα του, και ζήτησε με συντριβή συγγνώμη αφού δε πλήρωσε το οφειλόμενο, το ζώο τον ακολούθησε ήσυχα, όπως και τα άλλα. (24)

Ο αλαζών διάκονος

Κατάκοπος ο Άγιος από την οδοιπορία, και μάλιστα σε εποχή θέρους, πήγε κάποτε στον Ναό της πόλεως Ερυθράς της Κύπρου για να προσευχηθεί. Συνέστησε τότε σε ένα από τους διακόνους των εντοπίων να επιταχύνει την ακολουθία. Εκείνος όμως, από ματαιοδοξία κινούμενος, διότι ήταν καλλίφωνος, αντιθέτως προς την εντολή του Σπυρίδωνος, επιβράδυνε την ψαλμωδία. Αγανακτώντας τότε ο Άγιος του φώναξε «σιώπα», αμέσως δε ο διάκονος έχασε την φωνή του και έμεινε άλαλος. Έντρομος έπεσε στα πόδια του ιερού Σπυρίδωνος, ως και όλο το πλήθος των παρόντων πιστών, και θερμώς καθικέτευαν τον Άγιο να συγχωρέσει και να θεραπεύσει τον τιμωρημένο υπερήφανο. Ο δε Άγιος, πηγή ευσπλαχνίας και συγγνώμης, θεράπευσε μεν τον διάκονο, δεν του έδωσε όμως πάλι την αυτή καλλιφωνία, την οποία είχε, για να τον, θεραπεύσει και από την αλαζονίαν.

Οι άγγελοι & η ιερή ακολουθία

Εις την ανωτέρω πόλη την ονομαζομένη Ερυθρά, πήγε ο Άγιος στο Ναό για την εσπερινή ακολουθία. Ο Ναός ήταν σχεδόν έρημος και μόνο οι υπηρέτες και οι διάκονοι ήσαν εκεί. Έδωσε εντολή ο Άγιος να ανάψουν φώτα πολλά και όρθιος εμπρός στο θυσιαστήριο προσεύχονταν. Όταν όμως αναφώνησε το «Εἰρήνη πᾶσι» ακούστηκε αρμονία φωνών πολλών από τον ουρανό να αναφωνεί το «Καὶ τῲ πνεύματί σου». Επίσης, όταν ο διάκονος τελείωνε τις δεήσεις, ακούγονταν οι φωνές να ψάλλουν το «Κύριε ἐλέησον». Η αγγελική υμνωδία ακούστηκε μακριά έξω από τον Ναό και οι άνθρωποι της πόλεως έτρεξαν να ιδούν, αλλά κατελήφθησαν από τρόμο, βλέποντας τον Ναό μεν έρημο, ακούοντας δε τη ψαλμωδία.

Ο λύχνος και ο έλαιος

Άλλη πάλι φοράν μετέβη ο ιερός Σπυρίδων στον Ναό για να τελέσει την εσπερινή ακολουθία. Ενώ όμως βρίσκονταν εις το μέσο αυτής, ο λύχνος έσβηνε δι’ έλλειψη ελαίου, άλλο δε έλαιο δεν υπήρχε στον Ναό. Ο Άγιος λυπόνταν διότι δεν ήθελε να σταματήσει την ακολουθία ημιτελή. Και τότε παράδοξα και δι’ αοράτου δυνάμεως, υπερεκχειλίζει ο λύχνος έλαιο και τόσον πολύ χύνονταν στο έδαφος ώστε οι υπηρέτες του Ναού έφεραν σκεύη και το συνέλεγαν. (25)

Μετέβη κάποτε ο Άγιος συνοδευόμενος από τον Τριφύλλιο Επίσκοπο ήδη της πόλεως των «Καλλινικησέων», (26) στην πόλη Κυρήνη. Καθ’ οδό διήλθαν από την πόλη Κυθέρεια και το Πενταδάκτυλο όρος. Όταν έφθασαν στην Παρύμνη, ήταν τόσο ωραίο το τοπίο, ώστε ο Τριφύλλιος επιθύμησε την απόκτηση κτήματος, αλλά την επιθυμία του δεν φανέρωσε στον Σπυρίδωνα. Παρά ταύτα ο Άγιος, δυνάμενος να γνωρίζει τους διαλογισμούς των άλλων, ήλεγξε τον Τριφύλλιο δια την ματαιοδοξία του, υπομνήσας αυτόν ότι υπάρχουν άλλα αγαθά, τα ουράνια, τα όποια πρέπει να επιδιώκει ο άνθρωπος, και όχι τα επίγεια. Ο Τριφύλλιος αναγνώρισε την ορθότητα της απόψεως του γέροντος και ζήτησε συγνώμη απ’ αυτόν.

Η μοιχαλίδα

Κάποιος συμπολίτης του Αγίου, ναυτικός, επιστρέψας εις την πατρίδα του μετά διετή απουσία, βρήκε την σύζυγό του σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Τόσο ταράχθηκε από το γεγονός ώστε ήθελε να την φονεύσει. Επικράτησε όμως εις αυτόν ηρεμότερη σκέψη και απόφυγε το έγκλημα, προσέτρεξε δε εις τον Άγιο, δια να ζήτηση την συνδρομή του. Τότε ο Άγιος δίχως να ρωτήσει καν την γυναίκα περί του γεγονότος, την έλεγξε δια την μοιχεία. Εκείνη όμως με προπέτεια και χωρίς ντροπή διεκήρυσσε μεν ότι ήταν αθώα, διαβεβαίωνε δε ότι όσον χρόνο έλειπε ο σύζυγος της εκείνη κυοφορούσε το βρέφος. Η στάση της γυναίκας προκάλεσε αγανάκτηση εις τους ακούγοντας, οι δε φωνές της είχαν αναστατώσει την πόλη ολόκληρη. Τότε ο ιερός Σπυρίδων, προσπαθώντας δια του φόβου να την οδηγήσει στην μετάνοια, της είπε «εἰ μέν ὦ γύναι, ὤσπερ εἰς μεγάλην έξώκειλας ἀμαρτίαν οὔτω δὴ καἰ μεγάλην εἰσῆγες τὴν μετάνοιαν, τάχα ἄν καὶ πολλή σοι περιελείπετο σωτηρίας ἐλπίς, οὐδεμία γὰρ οὕτως ἁμαρτίας ἰσχύς, ὡς μὴ τὴς τοῦ Θεοῦ ἡττᾶσθαι φιλανθρωπίας, ἐπεὶ δὲ τῇ μοιχείᾳ μὲν τὴν ἀπόγνωσιν, τῇ ἀπογνώσει δὲ καὶ τὴν ἀναισχυντίαν ὠδίνησας, δίκαιον μὲ ἦν τὰ ἐπίχειρα τούτων ἐπιγνῶναί σε, καὶ ὀξεῖαν ὑποστῆναι κόλασιν. πλὴν ἀλλὰ καὶ ἔτι χώραν σοι προτείνοντες μετανοίας, καθαρῶς ταῦτα προαγορεύομεν· ὡς οὐκ ἄν εἰς φῶς σοι τουτὶ τὸ κυοφορούμενον ἐξέλθοι, ποτέ, ἕως ἄν μὴ καὶ αὐτὴ τὸ τῆς ἀληθείας φέγγος ὑπὸ βαθεῖ σκότει τοῦ ψεύδους ἀπόσχῃ καλύπτειν, κρύπτειν οἰομένη καὶ τὰ τυφλοῖς, δ’ φασι, καθορώμενα» (27). Μετ’ ολίγον πόνοι φοβεροί κατέλαβαν την γυναίκα, οι όποιοι έπαυσαν με τον θάνατο της. Ο δε Σπυρίδων αφού έκλαψε εκ λύπης, δήλωσε ότι δεν θα τιμωρούσε κανένα εις το μέλλον, εφ’ όσον τόσο γρήγορα οι λόγοι του πραγματοποιούνταν (28).

Ο ειδωλολάτρης ανήρ

Υπήρχε κατά τις ημέρας του Αγίου κάποια συνετή και ευσεβής γυνή, Σωφρονία ονομαζόμενη, η οποία είχε σύζυγο ειδωλολάτρη. Αυτή δεν έπαυε να προστρέχει εις τον Σπυρίδωνα και να τον παρακαλεί να μεσιτεύσει δια την σωτηρία του συζύγου της και την προσχώρησή του στον Χριστιανισμό. Αλλά και ο ειδωλολάτρης σύζυγος δεν εμπόδιζε την Σωφρονία στις προς τον Άγιο επισκέψεις της, διότι αφ’ ενός μεν δεν γνώριζε τον σκοπό αυτών, αφ’ ετέρου δε σέβονταν και τιμούσε τον Άγιο, τον οποίο δέχονταν μετ’ ευχαριστήσεως και στην οικία του (29). Μία ημέρα ενώ συνέτρωγε μετ’ αυτών ο Σπυρίδων, λέγει προς ένα υπηρέτη, εις τρόπον ώστε να γίνει ακουστός από όλους, ότι άφησε ένα μικρό υπηρέτη να φυλάσσει τα πρόβατα του. Κοιμήθηκε όμως ο μικρός και τα πρόβατα χάθηκαν. Αφού κατόπιν ξύπνησε, ματαίως ερεύνησε παντού, έστειλε δε αγγελιοφόρο να αναφέρει το γεγονός, και ότι ο αγγελιοφόρος ευρίσκονταν έξω από την θύραν· «ἀλλὰ σὺ κατελθών», πρόσθεσε εις τον υπηρέτη «γνώρισον αὐτῶ δὴ τῲ ἀγγέλῳ, ὅτι εὕρηνται ἀκριβῶς πάντα, καὶ οὐδὲ ἕν ἐνδεῖ τῷ ποιμνίῳ». (30) Ο υπηρέτης έσπευσε να εκτελέση την εντολή του Σπυρίδωνος, μετ’ ολίγο δε φάνηκε δεύτερος αγγελιοφόρος, ο όποιος ανάφερε την εύρεση των προβάτων, προς μεγάλη κατάπληξη των συνδαιτημόνων. Θαύμασε ο ειδωλολάτρης την προγνωστική δύναμιν του Αγίου και έσπευσε να τον προσκύνηση, και να προσφέρει εις αυτόν θυσία, εκείνος όμως τον συνκράτησε λέγοντας «οὐκ ἐγὼ Θεός, ἀλλὰ δοῦλος Θεοῦ μᾶλλον, ἄνθρωπος σοι ὁμοιοπαθὴς. ..». (31) και τον οδήγησε προς την αληθινή πίστη και την σωτηρία.

Οι κλέπτες των προβάτων

Κάποτε και κατά τις νυκτερινές ώρες, κλέπτες εισήλθαν στην μάντρα του Αγίου για να κλέψουν τα πρόβατα του. Τότε όμως συνέβη το έξης παράδοξο. Αόρατος δύναμη τους έδεσε κατά τρόπον, ο οποίος δεν επέτρεπε σε αυτούς ούτε την παραμικρή κίνηση. Στην θέση αυτή τους βρήκε το επόμενο πρωί ο Άγιος, ο οποίος τους απέλυσε, αφού τους νουθέτησε και τους δώρησε ένα κριό, «ἵνα μὴ μάτην ἠγρυπνηκότες ἦτε», (32) όπως είπε χαριτολογώντας.

Ο Πλοίαρχος και ο χρυσός

Ήλθε προς τον Άγιο ένας Τριμυθούντιος πλοίαρχος εμπορευόμενος, ο οποίος είχε ανάγκη χρυσού για το εμπόριο του. Ο Άγιος πρόθυμα του έδωσε ως δάνειο όσον χρυσό είχε για τις ανάγκες της επισκοπής. Έφυγε ο ναυτιλλόμενος έμπορος, πούλησε με κέρδος το εμπόρευμα του και επίστρεψε. Παρέδωσε το οφειλόμενο εις τον Άγιο, εκείνος δε χωρίς να το ελέγξει, του είπε να το τοποθέτηση στη θέση την οποίαν βρίσκονταν όταν του το έδωσε. Έκτοτε, οσάκις είχε ανάγκη, μόνος του έμπορος λάμβανε τον χρυσό και μόνος τον επανάφερε και τον φύλασσε. Δυστυχώς όμως το πάθος της φυλαργυρίας δεν βράδυνε να τον καταλάβει και όταν κάποτε έλαβε τον χρυσόν πάλι ως δάνειο προσποιήθηκε ότι τον επέστρεψε, ενώ εις την πραγματικότητα τον κατακράτησε. Μετ’ ολίγο πάλι ο έμπορος περιήλθε εις οικονομική δυσχέρεια. Τρέχει στον Άγιο και ζήτα ενίσχυση, ο δε Άγιος προσποιούμενος ότι δεν γνωρίζει την αφαίρεση του χρυσού, τον στέλνει, ως συνήθως, να λάβει το δάνειο άλλα και ο έμπορος υποκρινόμενος ερευνά τον κενό χώρο και, ως ήταν φυσικό, ουδέν ευρίσκει, εν συνεχεία δε αναφέρει την εξαφάνιση στον επίσκοπο. Και τότε ο ιερός Σπυρίδων του λέγει: «εἰ μέν, ὦ φίλτατε, ἀληθῶς ἐτύγχανες τεθεικώς, εὗρες ἄν καὶ ὅ κατέθηκας εὐχερῶς· εἰ δὲ ὅ παρὰ σοὶ ἔμεινε, τοῦτο νῦν παρ’ ἡμῶν λαβεῖν ἐκζητεῖς, ἴσθι σεαυτὸν μᾶλλον, ἢπερ ἡμᾶς παραλογιζόμενος» (33). Ό άνθρωπος εκείνος δεν μπόρεσε να προσποιηθεί πλέον. Έπεσε στα πόδια του Σπυρίδωνος και αφού ομολόγησε την πράξη ζήτησε συγγνώμη, την οποίαν ο Άγιος δεν του αρνήθηκε, αφού προηγουμένως τον νουθέτησε (34).

Τα είδωλα της Αλεξάνδρειας

Αναφέρεται ότι ενώ ακόμη ζούσε ο Άγιος συγκλήθηκε, από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σύνοδος επισκόπων δια να γκρεμίσουν με κοινή προσευχή τα αγάλματα των ψευδών θεών, από τα οποία ήταν γεμάτη ακόμη η Αλεξάνδρεια. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν οι επίσκοποι, και πράγματι έπειτα από θερμή προσευχή συνετρίβησαν τα είδωλα, όλα εκτός από ένα. Παρά δε το γεγονός ότι επέμειναν στην προσευχή, δεν κατέστη δυνατή η συντριβή του αγάλματος. Κατά την νύκτα, ενώ ο Πατριάρχης προσεύχονταν, του υποδείχθηκε σε οπτασία ότι το είδωλο θα γκρεμίζονταν μόνο όταν θα προσεύχονταν ο επίσκοπος της Τριμυθούντας Σπυρίδων. Αμέσως ο Πατριάρχης στέλνει και προσκαλεί τον ιερό Σπυρίδωνα, ο δε Άγιος αμέσως σπεύδει εις την Αλεξάνδρεια. Μόλις έφτασε στο λιμένα της πόλεως το πλοίο, ο Σπυρίδων, προσευχόμενος νοερώς, αποβιβάζεται στην ξηρά, συγχρόνως δε πίπτει σε συντρίμια το άγαλμα. Όταν έμαθε ο Πατριάρχης την πτώση του ειδώλου λέγει προς τους επισκόπους «ὦ φίλοι, Σπυρίδων ἐκ Τριμυθούντος». (35) Έσπευσαν λοιπόν και υποδέχτηκαν τον Άγιο, ευρισκόμενο ακόμη στην παραλία, το δε θαύμα προκάλεσε τον θαυμασμό σε όλες τις πόλεις μέχρι και του Βυζαντίου. (36)

Στην Α’  Οικουμενική Σύνοδο:

Λίγα γράμματα έμαθε ο άγιος. Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να προσέλθει και να λάβει μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος τα 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. Ο τρομερός αυτός αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά δημιούργημα και πλάσμα του Θεού. Κι η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε προκαλέσει αληθινό σάλο κι είχε συνταράξει ολόκληρη τη Χριστιανική Εκκλησία.

Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαιας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ’ αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθησαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.

Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί. Ο τελευταίος φυσικά δεν διακρινόταν για τη μόρφωση του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και την ταπείνωση του. Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από ουράνιους θησαυρούς. Ήταν ένα κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Από τη στιγμή που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και με βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η αλήθεια.

«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε κι επαναλάμβανε με δάκρυα στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό του φλόγιζε όλο το κορμί και τον γέμιζε με ακαταμάχητη δύναμη.

Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος μας και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρέθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ’ ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι’ αυτό στενοχωρέθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.

Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούνε τον γέροντα. Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:

-Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επι τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη μετά την Ανάσταση Του επι σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ’ Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα ενθυμήματα μας.

-Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. Ένας είναι ο Θεός• Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ’ ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό παράδειγμα.
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι είπε:

— «Εις το όνομα του Πατρός».

Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω.

– «Και του Υιού»,

Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω.

— «Και του Αγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.

– Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός• όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο – φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα καταληπτά, – ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του – λέμε και τονίζουμε:

– Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. Αλλά κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Τα λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών. Σύ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’, 14-15). Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:

-Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με εβεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα.

Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρωτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.

Η αλήθεια για μια ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α’ Κορ. 6′, 4). Δηλαδή όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στην πίστη, θεοφώτιστος.