Archive for the ‘ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑ’ Category

Εμείς περιμένουμε τον Χριστό ή τον Αντίχριστο;



“ΣΥ ΕΙ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ Ή ΕΤΕΡΟΝ ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝ;”

του Πρωτοπρ. Βασίλειου Ε. Βολουδάκη

Η αγία μας Εκκλησία έκανε για μας, λίγο πριν από ταΧριστούγεννα μια αναδρομή στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, από της δημιουργίας του πρώτου ανθρώπου μέχρι της γεννήσεως του Χριστού. Από του Αδάμ έως Ιωσήφ του μνή­­τορος, ο οποίος στα κλειστά πνευματικά μάτια του τότε κόσμου, εφαίνετο ως άνδρας της Παναγίας, αλλά, στην πραγματικότητα ο Ιωσήφ ήταν απλώς ο προστάτης της για να μη θεωρηθή «κλεψί­γαμος» η Πανάχραντος Παρθένος, ενώ η Υπεραγία Θεοτοκος συνέλαβε τον Κύριο εκ Πνεύματος Αγίου και όχι από άνδρα.

Αυτή η αναδρομή, μέσα σε δεκατετράδες γενεών, μας δίνει την εικόνα του τότε κόσμου, αλλά, συνάμα, διαπιστώνουμε ότι μέσα σ’ αυτήν καθρεφτίζεται και ο τωρινός μας κόσμος.

Τότε, καθ’ όλα τα χρόνια, από Αδάμ μέχρι Ιωσήφ του μνήστορος, δοκιμάσθηκαν όλων των ειδών οι πολιτικοί σχεδιασμοί· βασιλεία, ολιγαρχία, δημοκρατία και άλλοι συναφείς και, όπως μας λέει ο Θείος Χρυσόστομος αλλά και μας διδάσκει η ιστορία, με κανένα από αυτά τα πολιτεύματα ο άνθρωπος δεν έγινε καλύτερος. Ούτε με τη βασιλεία έγινε καλύτερος, ούτε με την αριστοκρατία, ούτε με την ολιγαρχία, –κάτι σαν δικτατορία– αλλά ούτε και με τη δημοκρατία έγινε καλύτερος.

Ωστόσο ο κόσμος τότε είχε μια μοναδική προοπτική, που ήταν και το διακριτικό του γνώρισμα. Περίμενε τον Μεσσία! Περίμενε να σαρκωθή ο Θεός, περίμενε να εγκατασταθή η Βασιλεία των Ουρανών για να γίνη και η γη Ουρανός και Παρά­δεισος. Περιμέναν όλοι τον Μεσσία. Και αυτό που περιμένεις, αυτό βρίσκεις. «Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει». Αυτό που ψάχνουμε θα βρούμε. Τίποτε άλλο!

Η ιστορική αναδρομή της Εκ­κλησίας μας από Αδάμ μέχρι Ιωσήφ του μνήστορος μας υποχρεώνει να αναλογισθούμε ποιά ήταν η πορεία μας σαν ανθρώπινο γένος, από της Γεννήσεως του Χριστού, του νέου Αδάμ, μέχρι σήμερα.

Γιατί κι’ εμείς δοκιμάσαμε, στις δυο χιλιετίες που πέρασαν, όλα τα καθεστώτα. Και βασιλεία και ολιγαρχία και αριστοκρατία και δικτατορία και δημοκρατία. Και διαπιστώσαμε ότι, όχι μόνο δεν γίναμε καλύτεροι χάρις σε κάποιο πολίτευμα, αλλά και ότι η πορεία του ανθρωπίνου γένους, ασχέτως πολιτευμάτων, πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο! Στην εποχή μας, μάλιστα, έχουμε την δυνατότητα να επιβεβαιώσουμε αυτή τη διαπίστωση, αφού σε περίοδο δημοκρατίας (που θεωρείται το κορυφαίο πολίτευμα) σαράντα ετών σημειώθηκε η μεγα­λύτερη κοινωνική και ηθική κατάπτωση της Πατρίδος μας από της συστάσεώς της! Άρα, λοιπόν, τα λόγια του ουρανού που λένε «Μη πεποί­θατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ έστι σωτηρία», βρί­σκουν και τώρα την πλήρη εφαρμογή τους.

* * *

Το τραγικό της εποχής μας δεν είναι η κατρακύλα που έχει πάρει η κοινωνία, γιατί, όπως είπαμε, μέχρι Ιωσήφ του μνήστορος η κατρακύλα ήταν απίστευτη. Το τραγικό με εμας είναι ότι δεν περιμέ­νουμε τον Μεσσία, δεν περιμένουμε την Δευτέρα του Χριστού και ένδοξη Παρουσία, αλλά περιμένουμε τον Αντίχριστο! Όλη μας η σκέψη, η ανησυχία και ο τρόμος δεν είναι για το πως θα αρέσουμε στον Χριστό και πως θα γίνουμε φίλοι Του, αλλά ψά­χνουμε εναγωνίως για το πως θα γλιτώσουμε από τον Αντίχριστο. Και αυτό που ψάχνουμε, αυτό θα βρούμε. Αυτό για το οποίο αγωνιούμε, θα γίνη η μόνιμη αγωνία μας. Αυτόν που προσπαθούμε να αποφύγουμε, αυτός θα μας βρη. Γιατί αλλιώς τον περιμένουμε και αλλιώς θα μας έρθη!

Ποτέ στο παρελθόν της η Εκκλησία δεν ασχολήθηκε με τον Αντί­χριστο, ποτέ άλλοτε οι χριστιανοί δεν είχαν στραμμένη την προσοχή τους, σχεδόν εξ ολοκλήρου, στο πως θα προστα­τευθούν από τον Αντί­χριστο. Γιατί μία είναι η προστασία από τον Αντί­χρι­στο: να έχουμε τον Χριστό εντός και εκτός ημών!

Ο Αντίχρι­στος δεν είναι ένας αριθμός. Αν ήταν, τότε και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος έλαβε την «Αποκάλυψη», αλλά και οι συναπόστολοί του και οι μαθητές του αγίου Ιωάννου, θα κυνηγούσαν ένα αριθμό. Και ξέρετε γιατί θα τον κυνηγούσαν; Γιατί τότε η προσδοκία των Εσχάτων, ήταν πολύ πιο έντονη από σήμερα. Τότε, τα Έσχατα, η Συντέλεια του Κόσμου, η αναμο­νή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού ήσαν περισσότερο έντονα στη ζωή των πρώτων χριστιανών και από ίδια τη ζωή που ζούσαν!

Οι πρώτοι χριστιανοί μετά την Ανάληψη του Χριστού δεν περίμεναν τίποτε άλλο παρά μόνο την Δευτέρα ένδοξη Πα­ρουσία Του. Ο άγιος Απόστολος Παύλος μιλάει σε άμεσο χρό­νο: «και ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι, άμα σύν Αυτώ αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα». Ήταν τόσο έν­­το­νη αυτή η προσδοκία.

Δεν θα ήταν, λοιπόν, πολύ πιο φυσικό, αν έπρεπε οπωσδήποτε να ανησυχήσουμε για τον αριθμό-φόβητρο και τον ερχομό του Αντιχρίστου, να ανη­­­συ­­χήσουν πρώτοι οι Χριστια­νοί της εποχής εκείνης;

Αφού ο άγιος Ιωάννης είχε ήδη ο­λο­κλη­ρώσει τη συγγραφή της «Αποκαλύψεως» και είχε γράψει όλα αυτά που τρομοκρατούν σήμερα τον όχλο των θρη­σκευο­μένων ανθρώπων, δεν θα έπρεπε από τότε –από τα τέλη του πρώτου αιώνα– να μας είχε δοθεί το σύνθημα να “παθιάσουμε” για το κυνηγητό του Αντιχρίστου; Αν η εξέγερση, ο ξεσηκωμός και η αναστάτωση των σημερινών θρησκευομένων ήσαν εκ Θεού, δεν θα έπρεπε αυτά να τα ζούσε η Εκκλησία σε υπερθετικό βαθμό στα χρόνια του Ευαγ­γελιστού συγγραφέως της «Αποκαλύψεως» αλλά και στους αμέσως επομένους αιώνες, αφού τότε κατ’ εξοχήν οι Χρι­στιανοί βίωναν τα Έσχατα σαν παρόντα;

Τότε, όμως, οι άνθρωποι ζούσαν πραγματικά τον Χριστό και τους ήταν αδιανόητο να πιστέψουν πως κάποιος μπορεί να τους μαγέψη “στα κρυφά”, “στα μουλωχτά”, χωρίς να το “πάρουνε χαμπάρι”! Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ένας αριθμός θα ήταν τόσο καθοριστικός για την πίστη τους και θα αλλοίωνε την πνευματική τους κατάσταση και τα φρονήματά τους επειδή κά­ποιος θα τους τον έβαζε κρυφά στα δημόσια έγγραφά τους, χω­ρίς να τους κάνη λόγο για τον σατανά ή να συσχετίζη τον αριθμό αυτόν με τη σατανολατρεία!

Τότε, λοιπόν, υπήρχε η Πίστη στον Χριστό, η σχέση μαζί Του. Δεν υπήρχε η δεισιδαιμονία του σήμερα, που αντί να κοι­τάξουμε τα χάλια μας και την ανυπαρξία της πνευματικής μας ζωής, ασχολούμεθα με το ποιος μας έκανε μάγια και δεν πάνε καλά οι δουλειές μας ή με το ποιος μας έκανε μάγια και δεν μπορούν να παντρευτούν τα παιδιά μας και πολλά άλλα παρόμοια.

Οι τότε Χριστιανοί δεν μπορούσαν ούτε να διανοηθούν ότι θα εμφανίζονταν κάποτε Χριστιανοί, και μάλιστα κληρικοί, που θα ισχυρίζονταν ότι ο σατανάς με την κτιστή και βρώμικη σφρα­γίδα του μπορεί να σφραγίση οριστικά και αμετάκλητα τους ανθρώπους! Γιατί, βεβαίως, μόνο για αμετάκλητο Χάραγμα γράφει η «Αποκάλυψη» και γι’ αυτό και το ίδιο το ιερό Βιβλίο αλλά και οι άγιοι Πατέρες μας εξηγούν ότι το Χάραγμα είναι η απόλυτη αμετανοησία του ανθρώπου και η διαμόρφωση του χαρακτήρα του σε σατανόσχημη προσωπικότητα και όχι μια στιγμιαία ή και προσωρινή άρνηση, ακόμη και αυτού του Θεού.

Ήταν αδιανόητο για τους τότε Χριστιανούς να σκεφθούν πως θα “ξεφύτρωναν” κάποτε Χριστιανοί με τέτοια φοβία και δεισιδαιμονία, που να πιστεύουν ότι ο σατανάς μπορεί να επικρατήση στις ψυχές των ανθρώπων, ακόμη και χωρίς τη θέληση και τη συγκατάθεσή τους! Ότι μπορεί να αναδειχθή ισχυρότερος του …Χριστού(!), που ενεργεί τηνάκτιστη σφραγίδα Του μόνο σ’ αυτούς που την θέλουν και για όσο την θέλουν. Δηλαδή ποτέ αμετά­κλητα! Αυτό το γνωρίζει η Εκκλησία μας και γι’ αυτό σφραγίζει και πάλι (αναμυρώνει, χρίει ξανά) εκείνους τους Χριστιανούς που αρνήθηκαν για κάποιο διάστημα τον Χριστό και κατόπιν επέστρεψαν στην Πίστη.

Για φαντασθείτε τη βλασφημία μας: Η άκτιστη σφραγίδα του Χριστού, που έχουμε με το άγιο Βάπτισμα, αδύναμη μπροστά στην κτιστή και βρώμικη σφραγίδα του Διαβόλου!


Καμαρώστε, που φθάσαμε: Να πιστεύουμε πως αυτός, που δεν έχει εξουσία ούτε στα γουρούνια να εισέλθη, χωρίς την άδεια του Χριστού, ότι μπορεί να κυριαρχήση πάνω στους αν­θρώπους –χωρίς αυτοί να γίνουν ψυχικά γουρούνια– και να τους κάνη δικούς του (αυτό είναι το Χάραγμα) μόνο και μόνο επειδή αυτοί έλαβαν από την Πολιτεία τα κρατικά έγγραφα, όπως έκαναν μέχρι σήμερα, ενώ μέσα στα έγγραφα αυτά υπάρχει κρυμμένος αριθμός, που κάποιοι τον θεωρούν σατανικό, επειδή κάπου κάποτε θα συμπέση με τον αριθμό που θα έχη ο Αντίχριστος! Δηλαδή, ακολουθώντας τη λογική τους, πρέπει να καταργήσουμε ακόμη και το Όνομα του Χριστού και να μη το προφέρουμε καν, αφού κάποτε θα κυκλοφορήσουν κάποιοι ψευδόχριστοι που θα λένε ότι αυτοί είναι ο Χριστός!


Το όνομα του Αντιχρίστου δεν μας ενδιαφέρει. Δεν έχεικαμμιά απολύτως εξουσία, όπως και η σφραγίδα του. Ούτε γουρούνια δεν μπορεί να σφραγίση χωρίς την άδεια του Χριστού, όχι ανθρώπους! Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να αποστρεφό­μαστε τα έργα του Διαβόλου και να μην προσκυνούμε τις δραστη­ριό­τητές του. Και, βεβαίως, αν κάποτε οι κυβερνήτες μας συσχε­τίσουν την παράδοση των κρατικών εγγράφων με την αποδοχή και την προσκύνηση του Διαβόλου, τότε –όπως έγραψε και ο μακαριστός π. Επιφάνιος– «όχι μόνο δεν θα λάβωμε τα “διαβολό­χαρτα” αλλ’ ούτε καν θα τα εγγίσωμεν». Ωστόσο, καλό θα ήταν να στρέψουμε όλο μας το ενδιαφέρον και το πάθος μας στο να εξαφανίζουμε από την Πατρίδα μας τους όποιους “διαβολοκυ­βερνήτες”, παρά να κυνηγάμε σαν μανιακοί τα όποια “διαβο­λό­χαρτά” τους!

* * *

Όμως, όπως συνήθως, έτσι και τώρα, δεν μας ενδιαφέρει η ουσία αλλά η περιουσία! Μας απασχολεί το θέμα του Αντι­χρίστου γιατί έχει να κάνη με το τι θα φάμε, τι θα πουλήσουμε και το τι θα αγοράσουμε. Αλλιώς δεν θα μας απασχολούσε, όπως δεν μας απασχόλησε μέχρι το 1984 που η “θεοπάλαβη” Α­μερικανίδα Προτεστάντις Μ. Relfe πήρε από τον διάβολο την οδηγία να αναστατώση παγκοσμίως τους χριστιανούς κάνοντας έτσι την παρουσία του “φοβερή και τρομερή” στους ανθρώπους!

Το διαβολικό έργο συμπλήρωσε ο συνεργάτης της John Separd, ο οποίος, κατά τα λεγόμενα της Relfe, πήρε το “χάρισμα” «να διαβάζη με μοναδικό τρόπο τους γραμμωτούς κώδικες»! Έτσι εξηγείται γιατί κανείς σοβαρός και ανεπηρέαστος επιστήμων δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να διαβάση ότι είναι απαραίτητη η παρουσία του 666 στους γραμμωτούς κώδικες, αφού γι’ αυτή την ανάγνωση δεν χρειάζονται επιστημονικές γνώσεις αλλά μόνο ειδικό … “χάρισμα”!

Το θέμα, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι οι πωλήσεις και οι α­γο­ρές, αλλά το τι είδους πνεύμα “πουλάμε” και το τι είδους πνεύ­μα “αγορά­ζουμε”! Ο Θεός μας είπε με τον άγιο Παύλο να δοκιμάζουμε τα πνεύματα αν είναι από τον Θεό ή από τον Διάβολο. Άραγε, δεν μας εν­διαφέρει, το ότι όλη αυτή η ιστορία με τα σφραγίσματα και τα χαράγματα ξεκίνησε παγκοσμίως από μια ψυχοπαθή προτεστάντισσα και όχι μετά από αποκάλυψη του Θεού σε αγίους ανθρώπους; Ο π. Παΐσιος ενεπλάκη στην ιστορία αυτή εκ των υστέρων, παρακινούμενος φορτικά από τάχα θεολογικά κατηρτι­σμένους, τους οποίους υπήκουσε –κατά το «άκακος ανήρ πιστεύει παντί λόγω»– όπως λεπτομερώς εξηγείται στην ειδική θεολογική μελέτη του γράφον­τος, με τίτλο «Ο Αντίχριστος, ο αριθμός 666 και η ανησυχία των Χριστιανών»
(Αθήνα 1986 και –επηυξημένη– 1997).

Αλλά ούτε τα τρόφιμα πρέπει να είναι το θέμα μας. Δεν πρέ­πει κα­θόλου να μας απασχολούν, γιατί η γη δεν θα στε­ρή­ση ποτέ στους ανθρώπους του Θεού τα τρόφιμά της, όσοι Αντί­χριστοι και να έρθουν! Ό­ποιος πιστεύει στον Χριστό, θα φυτεύη το βράδυ και το πρωΐ θα θερίζη!

Παρ’ ότι, όμως, δεν πρέπει, το πάθος μας για το θέμα αυτό είναι μεγάλο και αγιάτρευτο, γιατί όλη μας η έννοια είναι στο τι θα γίνη αν έρθη ο Αντίχριστος και δεν μπορούμε να φάμε! Το φαΐ είναι όλη η ιστορία. Και γι’ αυτό βλέπουμε να έχη κυριαρχήσει σε κληρικούς και λαϊκούς αυτή η φοβία: Τι θα γίνη αν χάσουμε τα κουτάλια μας! Τι θα γίνη αν δεν μπορούμε να τρώμε; Και οδηγούνται άνθρωποι ταλαίπωροι να μαρτυρήσουν χωρίς λόγο σήμερα, παρακινούμενοι από εκείνους οι οποίοι δεν έχουν μελετήσει εις βάθος ποιά είναι η αλήθεια της πίστεώς μας και γι’ αυτό κυριαρχεί μέσα τους η φοβία.

* * *

Τελικά, η τραγικότητα της εποχής μας οφείλεται στο ότι δεν ζούμε τον Χριστό, δεν προσδοκούμε τη Βασιλεία Του και γι’ αυτό δεν ρυθμίζουμε τη ζωή μας σύμφωνα με Αυτόν.

Αν πράγματι μας ενδιαφέρει η διάσωση του ανθρωπίνου προσώπου, όπως κατά κόρον ισχυριζόμαστε και διαλαλούμε, αυτό δεν θα το επι­τύχουμε με το να καταργήσουμε από τα κρα­τικά έγγραφα την αρίθμιση των ανθρώπων. Δεν παθαίνει τίποτα ο άνθρωπος με το να κωδικοποιηθούν τα στοιχεία του στις Κρα­τικές Υπη­ρεσίες.

Αυτό πάντοτε γινόταν. Τα αυτοκίνητά μας κυκλοφορούν πάνω από ένα αιώνα έχοντας στις πινακίδες τους αριθμούς και όχι τα ονόματα ή τα επίθετά μας. Το ίδιο και οι πιστωτικές και οι παντός εί­δους Κάρτες, χωρίς αυτό να το θεωρούμε μέχρι σήμερα αριθμο­ποιήση του Προσώπου.

Δεν πάψαμε να βαπτιζόμαστε με το όνομά μας. Δεν πάψαμε να εξομολογούμεθα και να λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών μας με το όνομά μας. Δεν πάψαμε να Κοινωνούμε με το όνομά μας και να μετέ­χουμε σε όλα τα Μυστήρια της Εκκλη­σίας μας με το όνομά μας.Εκτός αν έγινε ξαφνικά η Κρατική κατα­γρα­φή μας τόσο αποφασι­στικής σημασίας, ώστε αυτή μόνη να μας προσδιορίζη και όχι το πως μας απογράφει η Εκκλησία.

Πρέπει κάποτε να σοβαρευτούμε. Αν νοιώθουμε σαν τους πρώτους χριστιανούς, που ζούσαν κάτω από την κυριαρχία του κατ’ ουσίαν άθεου Καίσαρα, να κάνουμε κατακόμβες και να πά­ψουμε να διαμαρτυρόμαστε για τα διάφορα έγγραφα των αθέων κυβερνητών, όπως δεν διαμαρτύρονταν και οι πρώτοι χριστιανοί για τέτοιου είδους πράγματα.

Αν νοιώθουμε σαν Ορθόδοξοι Έλληνες, που δεν ζουν σε ολοκληρωτικό καθεστώς αλλά σε δημο­κρα­τικό πολίτευμα με δικαίωμα του «εκλέγειν και εκλέ­γεσθαι», να οδηγήσουμε και να προτρέψουμε πιστους ανθρώπους να γίνουν πολιτικοί, αντί να κυνηγάμε σαν “φτωχοί συγγενείς” και ζητιάνοι τα δικαιώματά μας από την Πολιτεία. Αυτού του είδους η Πολιτεία χαίρεται με την αθλιότητά μας, που εμείς τη θεωρούμε αγωνιστικότητα, γιατί “παίζει” μαζί μας. Αύριο, η ίδια αυτή Πολιτεία θα ανακοινώση ότι δεν θα εφαρμόση αυτό που εξήγγειλε και δυσαρέστησε τους χριστιανούς, και θα το “πάρη πίσω”, όπως πολύ πιθανόν να συμβή με την περιβόητη «Κάρτα του Πολίτη». Τότε οι αφελείς πιστοί θα “κάνουν χαρούλες”, θεωρούντες ότι οι αγώνες της Πίστεως νίκησαν και θα σπεύσουν να τους ξαναψηφίσουν!

* * *

Δεν περιμένουμε να μεταβληθή η ζωή του κόσμου σε επίγειο Παράδεισο από τους άρχοντες. Αυτό το τονίσαμε και στην αρχή. Από το σημείο όμως αυτό, μέχρι του να συνεχίζουμε το «σφάξε με αγά μου να αγιάσω», ενώ έχουμε και δικαίωμα και υποχρέωση να επιλέγουμε παντού και πάντοτε χριστιανούς, υπάρχει αβυσ­σαλέα απόσταση. Εκτός αν νομίζουμε πως οι άθεοι κυβερνήτες θα μεταστραφούν σε προασπιστές της Ορθοδοξίας και των Παραδόσεων του Γένους μας λαμβάνοντες το ίδιο “χάρισμα” που έλαβε ο αξιοθρήνητος John Separd και …διαβάζει τους γραμμωτούς κώδικες!

Η ιστορία του κόσμου έχει δείξει ότι μόνο οι άνθρωποι που επιλέγουν πάντοτε σωστά, με τη λογική και τη θεολογία και κά­νουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να γίνη ο κόσμος μας καλύτερος, μόνο αυτοί προσδοκούν την ένδοξη Παρουσία Του Χριστού μας, γιατί η αναστροφή μας στον κόσμο είναι ένα πρόκριμα, μια προετοιμασία, ένα φροντιστήριο.

Δεν μας έπλασε ο Θεός για εκατό χρόνια. Ο Θεός είναι αιώνιος και δεν πλάθει δημιουργήματα πρόσκαιρα. Πρόσκαιρα δημιουργούμε εμείς που είμαστε πρόσκαιροι σ’ αυτή τη ζωή. Ο Θεός ο αιώνιος «ο τα διηρημένα συναγαγών εις ενότητα και σύν­δεσμον» δημιουργεί για τους αιώνας των αιώνων. Δημιουργεί παιδιά Του και όχι παιχνίδια Του. Δημιουργεί τέκνα Θεού και Φωτός και όχι παιχνίδια με ημερομηνία λήξεως.

Όλοι οι άλλοι, πάντοτε περίμεναν και περιμένουν κάποιον άλλον. Όχι τον Χριστό, αλλά τον Αντίχριστο! Αυτό το κάνουν οι Εβραίοι εδώ και χιλιετίες. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε την ίδια πρακτική παρηλλαγμένη και σε Ορθοδόξους Χριστιανούς, όπως περιγράψαμε. Παρηλλαγμένη, γιατί οι φοβικοί Χριστιανοί δεν περιμένουν σαν Μεσσία τον Αντίχριστο, όπως οι Εβραίοι, αλλά, περιμένοντάς τον με τρόμο καιαναγνωρίζοντάς του τόσο μεγάλη δύναμη, αφήνουν τη σκέψη του Θεού και ασχολούνται εξ ολοκλήρου με τον φόβο του Αντιχρίστου. Είναι άραγε τυχαίο; Είναι απλή σύμπτωση ή επιβεβαίωση ότι και εμείς, σαν τους Εβραίους, είμαστε «σκλη­ροτράχηλος λαός», με γυρισμένη πάντοτε την πλάτη μας στον Θεό γιατί συνεχώς αγωνιούμε για κάτι άλλο;

Είναι αλήθεια ότι μας λείπει η προσδοκία του Χριστού μας γιατί μας λείπει η βίωση του Χριστού μας. Αυτή τη βίωση να ποθήσουμε με όλο μας το είναι. Αλλιώς, δεν υπάρχει για μας καμμιά ελπίδα. Ούτε για την παρούσα ζωή, αλλά ούτε και για τη Μέλλουσα!


«Ενοριακή Ευλογία» Αρ. Τεύχους 103

Ιανουάριος 2011

Advertisements

Η Αγία Γραφή δεν απαγορεύει τον Όρκο

Η πρόσφατη ορκωμοσία της νέας Κυβερνήσεως έφερε πάλι στην επικαιρότητα το θέμα του όρκου. Σε μια ενορχηστρωμένη από αντιχριστιανικούς κονδυλοφόρους προσπάθεια έγινε ευθεία επίθεση κατά του ιερού έθους της ορκωμοσίας των μελών του Ελληνικού Κοινοβουλίου και αναζωπυρώθηκε η συζήτηση ενός θέματος που η Ορθοδοξία έχει επιλύσει τελεσίδικα, με αποτέλεσμα ο πολύς κόσμος, που έχει χάσει την σχέση του με την Ορθόδοξη πνευματικότητα, να επηρεασθή, να συγκατανεύση και εν τέλει να επιζητήση την κατάργηση του όρκου.
Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη περίπτωση μιάς μεγάλης εφημερίδος της Κυριακής 25 Οκτωβρίου, η οποία φιλοξένησε πολλά άρθρα –κληρικών και λαϊκών– με θέμα τον όρκο, στα οποία άρθρα όλοι, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες, κατέληξαν στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι πρέπει να καταργηθή ο όρκος!

Το παράδοξο είναι ότι στην λογικοφανή βαττολογία ενεπλάκησαν και εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα οποία εν γνώσει τους ή εν αγνοία τους (ο Θεός οίδεν) έγιναν “νεροκουβαλητές” της αντιχριστιανικής κουστωδίας.

* * *

Οι συζητήσεις περί του όρκου χρονολογούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, πολλοί δε Πνευματικοί δεν δίστασαν κατά το παρελθόν να επιβάλλουν μεγάλα πνευματικά επιτίμια σε χριστιανούς για το λόγο και μόνο ότι παρεστάθησαν σε δικαστήρια, αδιακρίτως του αν ορκίσθηκαν αληθώς, εκλαμβάνοντες και μόνη την παρουσία του χριστιανού στο δικαστήριο ως πνευματικά αξιόποινη πράξη, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν και οι Πνευματικοί με την αδιακρισία τους αυτή στο να πληθυνθή η ανομία στην πατρίδα μας και να γίνουν περισσότερο αδίστακτοι οι παντός είδους πονηρευόμενοι, αφού πλέον είχαν την βεβαιότητα ότι οι χριστιανοί, εμποδιζόμενοι από τον όρκο, δεν θα διεκδικούσαν το δίκαιό τους στα δικαστήρια.

Το εντυπωσιακό είναι ότι την αθεολόγητη νοοτροπία τους υπέρ της καταργήσεως του όρκου στηρίζουν –όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι του όρκου– στην Αγία Γραφή, ενώ κάθε άλλο παρά αυτό η Αγία Γραφή υποστηρίζει.

Συγκεκριμένα, στηρίζονται αποκλειστικά στα λόγια του Χριστού, που παρατίθενται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στους στίχους 33 έως 37 του πέμπτου κεφαλαίου: «Πάλιν ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ουκ επιορκήσεις, αποδώσεις δε τω Κυρίω τους όρκους σου. Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως· μήτε εν τω ουρανώ, ότι θρόνος εστί του Θεού· μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιόν εστι των ποδών αυτού· μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μιαν τρίχα λευκήν ή μέλαιναν ποιήσαι. Έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστιν».

Αυτό το απόσπασμα των λόγων του Χριστού οπωσδήποτε εκφράζει με έμφαση ότι πρέπει να προσέχη διαρκώς ο άνθρωπος τα λόγια του στις καθημερινές του συναλλαγές με τους συνανθρώπους του και να μη λησμονή ότι έχει ελλιπή πνευματική όραση, πράγμα που τον εμποδίζει να διακρίνη με απόλυτο τρόπο την αλήθεια από το ψεύδος. Δεν εξαντλεί, όμως, ο λόγος αυτός του Χριστού ολόκληρη την Αγία Γραφή ως προς το θέμα του όρκου, διότι, το απόσπασμα αυτό, δεν είναι η μοναδική αναφορά της Αγίας Γραφής στο θέμα του όρκου, ούτε περιέχει το απόσπασμα αυτό καθ’ εαυτό την ερμηνεία και τις προεκτάσεις που θέλει ο Θεός να δώσει στο μέγα αυτό θέμα. Η ερμηνεία κάθε φράσεως της Αγίας Γραφής δίδεται με ολόκληρη την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη και όχι αυτοτελώς από την ίδια τη φράση. Ιδιαιτέρως δε πιστοποιείται ο νους της Αγίας Γραφής με τις Πράξεις, δηλαδή την πρακτική των Αγίων Αποστόλων και την ερμηνεία του Αγίου Πνεύματος, όπως αυτή φθάνει σε μας μεσα από «τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου».

Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην εξαγωγή συμπερασμάτων, όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή, αλλιώς κινδυνεύουμε να απολυτοποιήσουμε μια φράση εις βάρος του νοήματος του Θείου Λόγου. Όπως, παραδείγματος χάριν, εάν απολυτοποιήσουμε την προτροπή του Χριστού «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Ματθ. 5,7) θα πρέπει να απενεργοποιήσουμε μέσα μας τη λειτουργία της «κρίσεως», η οποία, όμως είναι στοιχείο του «κατ’ εικόνα» που ελάβαμε από το Θεό. Άνθρωπος χωρίς «κρίση», είναι ένας άνθρωπος άνους που δεν μπορεί να ξεχωρίση τον λόγο του Θεού από τις συμβουλές του διαβόλου, που δεν μπορεί να διακρίνη το καλό από το κακό.

Το σωστό συμπέρασμα από την προτροπή αυτήν του Χριστού είναι ότι πρέπει να γνωρίζουμε πως είναι προτιμότερο να μη εκφέρουμε κρίση για τους ανθρώπους, τον χαρακτήρα και τις προθέσεις τους, γιατί η κρίση των περισσοτέρων ανθρώπων δεν έχει βάθος, δεν γίνεται με πνευματική όραση αλλά είναι επιφανειακή και εμπαθής. Αυτό το επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός λέγοντας μέσω του Ευαγγελιστού Ιωάννου στο κεφάλαιο 7, στ.24 «μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Συγχρόνως, μας αποκαλύπτει ο Χριστός, με τον ίδιο Ευαγγελιστή, σε άλλο σημείο, και μια άλλη διάσταση του ρήματος «κρίνω», που σημαίνει «καταδικάζω»: «Εάν τις μου ακούση των ρημάτων και μη πιστεύση, εγώ ου κρίνω αυτόν· ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον» (12,47). Και πάλι σε άλλο σημείο: «Υμείς κατά την σάρκα κρίνετε· εγώ ου κρίνω ουδένα. Και εάν κρίνω δε εγώ, η κρίσις η εμή αληθής εστιν». (8,15-16)

Αυτά τα ίδια κριτήρια πρέπει να ισχύσουν και στην έρευνά μας για το θέμα του όρκου, εάν θέλουμε να αντλήσουμε το πνεύμα του αγίου Ευαγγελίου. Γιατί σαφώς το πνεύμα του Ευαγγελίου δεν είναι η κατάργηση των επιταγών της Παλαιάς Διαθήκης αλλά η κατάργηση των αυθαιρέτων δοξασιών, με τις οποίες οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν επιφορτίσει και ουσιαστικά είχαν αλλοιώσει το Θέλημα και την Ποιμαντική του Θεού. Ο Χριστός δεν κατήργησε καμμιά, ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ από τις προσταγές της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί ο Λόγος του Θεού δεν μετατρέπεται, ούτε τελειοποιείται και πολύ περισσότερο δεν καταργείται. Εξ άλλου αυτό το εδήλωσε απερίφραστα ο Χριστός για να μη έχουμε επ’ αυτού την παραμικρή αμφιβολία: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους Προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι»! (Ματθ. 5,17).

Γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να συλλαβίσουμε την Αγία Γραφή με τη βοήθεια των Αγίων μας, γιατί μόνο συλλαβίζοντάς την μπορούμε να αποφύγουμε τα βιαστικά συμπεράσματα.

* * *

Κάνοντας έναρξη του αγιοσυλλαβισμού μας, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε τα κίνητρα όλων εκείνων που συνδυασμένα πολεμούν για την κατάργηση του όρκου από τη δημόσια ζωή του τόπου μας. Τα κίνητρα είναι προφανή: Ο αποχριστιανισμός της πατρίδος μας και όχι, βεβαίως, η περιφρούρηση του κύρους της Αγίας Γραφής, ούτε το όψιμο ενδιαφέρον αποχριστιανισμένων ανθρώπων για την περιφρούρηση της πνευματικής ακεραιότητος των χριστιανών! Είναι πασιφανές ότι ζητούν την κατάργηση του όρκου για να εξαλειφθή κάθε αναφορά στον Θεό και για να εμποδισθή κάθε ανάμειξη του Θεού στη ζωή των ανθρώπων.

Ωστόσο, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά και η μέθοδος που χρησιμοποιούν κάποιοι λόγιοι Κληρικοί –μεγαλόσχημοι και μικρόσχημοι– για να καταδικάσουν τον όρκο, χωρίς να τους απασχολή ότι, τελικά, συμπράττουν επί του πρακτέου με τους εχθρούς του Χριστού και της πνευματικής ζωής.

Δεν φαίνεται να τους απασχολούν τα αρνητικά Ποιμαντικά αποτελέσματα που θα προκύψουν από την τυχόν κατάργηση του Δημοσίου όρκου, γιατί έχουν στρέψει εξ ολοκλήρου την προσοχή τους στην αποστήθιση και κωδικοποίηση της Θεολογίας και όχι στην βιωματική εφαρμογή της, από την οποία αντλούμε την βεβαιότητα για την αλήθεια ή την πλάνη των πιστευμάτων μας. Άν κάναμε τον κόπο να εξετάσουμε τα πρακτικά αποτελέσματα των τάχα θεολογικών επιλογών μας, θα είχαμε διαπιστώσει ότι μεγάλο μέρος της διαφθοράς των σημερινών ανθρώπων οφείλεται στις τάχα βαθυστόχαστες και τάχα Πατερικές θεολογικές μας θεωρίες και απόψεις!

Άν κάναμε τον κόπο να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα της Ποιμαντικής μας θα είχαμε διαπιστώσει ότι, με την τακτική που ακολουθούμε, όχι μόνο αδυνατούμε να διδάξουμε ως Ποιμένες τους πολιτικούς αλλά και αγόμεθα και φερόμεθα από αυτούς και, ουσιαστικά, οι πολιτικοί είναι αυτοί που μας καθορίζουν την Ποιμαντική μας και, κατά συνέπεια, και την Ποιμαντική του λαού μας. Αυτή είναι και η εξήγηση του γιατί πολλοί Ποιμένες δεν αντιλαμβάνονται τί σημαίνει στην πράξη η αντικατάσταση της εν Ονόματι του Θεού διαβεβαιώσεως των Δημοσίων Λειτουργών με την διαβεβαίωση του καθενός στη … συνείδησή του(!), ενώ όλοι γνωρίζουμε πως οι περισσότερες συνειδήσεις στις μέρες μας έχουν ταυτίσει απόλυτα το κακό με το καλό, αφού έχει γίνει πια δημόσια αποδεκτό δόγμα ότι καλό είναι αυτό που εκφράζει και αρέσει στον καθένα!

Αυτή η υποτίμηση των ποιμαντικών αποτελεσμάτων λειτούργησε αρνητικά στους μέχρι σήμερα συνηγόρους της καταργήσεως του όρκου και, παρ’ ότι είναι λόγιοι και συγγραφείς θεολογικών πραγματειών, αποφεύγουν συστηματικά, όταν διαπραγματεύονται το θέμα του όρκου, να κάνουν διάκριση μεταξύ του εφάμαρτου όρκου, που δίδεται σαν “ψωμοτύρι” στην καθημερινή συναλλαγή και συναναστροφή μεταξύ των ανθρώπων, και του όρκου που δίδεται ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Έτσι, χρησιμοποιούν πληθύν Πατερικών εδαφίων, ιδίως του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που αναφέρονται αποκλειστικά στους εφάμαρτους όρκους, που ανταλλάσουν καθημερινά μεταξύ τους οι χριστιανοί, πράγμα το οποίο βεβαίως και πρέπει να καταδικάζουμε όλοι, διότι αποτελούσε και αποτελεί μάστιγα της πνευματικής ζωής και κατάρα για την ψυχή και τη συνείδηση του ανθρώπου. Τέτοιου είδους όρκοι δεν έχουν καμμιά θέση στη ζωή του χριστιανού, διότι δεν πρέπει να ενδιαφέρη τον αληθινό χριστιανό ποιός θα τον πιστέψη στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις ή συναλλαγές του, αφού οι ανθρώπινες σχέσεις δεν δημιουργούνται με ορκωμοσίες, αληθινές ή ψεύτικες, αλλά με απόλυτη εμπιστοσύνη του ενός στην πνευματική και ηθική ακεραιότητα του άλλου. Εξ άλλου, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπολογίζουμε το εάν και κατά πόσον ο οποιοσδήποτε μας πιστεύει ή μας αμφισβητεί, γιατί ο χριστιανός πρέπει να υπολογίζη την επικοινωνία και τη σχέση μόνο με τους ανθρώπους εκείνους που αρκούνται στο «ναι ναι» και στο «ου ου».

Εάν, λοιπόν, εξακολουθήσουμε να συναγωνιζόμαστε στις παραθέσεις Πατερικών κειμένων, αντιπαραθέτοντες και κείμενα που δεν απαγορεύουν τον όρκο αλλά τον ευνοούν, όπως λόγου χάριν διαβάζουμε στα Θεολογικά Έπη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι «όρκος πίστωσις εμμέσω (=με τη μεσολάβηση) Θεώ· τούτου δε τήρησίς τις η ευορκία (= ο αληθής όρκος)» και ότι η Αγία Γραφή «ου τον όρκον καταλύει, ζητεί δε τ’ αληθή», τότε θα κάνουμε παράλληλες συζητήσεις χωρίς να αγγίξουμε την ουσία του θέματος που δεν είναι γενικά ο όρκος αλλά ο όρκος ενώπιον των Κρατικών Αρχών.

Άρα, για να συνεννοηθούμε μέσα στο πνεύμα της Αγίας Γραφής πρέπει να περιορισθούμε αυστηρά στον όρκο ενώπιων των Δημοσίων Αρχών και να μη αναμειγνύουμε στη συζήτησή μας τους καθημερινούς όρκους μεταξύ των ανθρώπων, που δίδονται “στο πόδι” ή “στην καρέκλα”, στην προσπάθεια για την μεταξύ τους επιβεβαίωση της αξιοπιστίας τους.

Ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών επέχει θέση ομολογίας πίστεως. Διακηρύσσει ενώπιον ανθρώπων –που έχουν ή δεν έχουν δεσμούς με τη χριστιανική πίστη– ότι ο ορκιζόμενος αυτοδεσμεύεται με μεγαλύτερους περιορισμούς από αυτούς που απαιτεί η κρατική νομοθεσία, δεδομένου ότι με την ορκωμοσία αυτή μαρτυρεί ότι δεσμεύει τον εαυτό του –πέραν των δεσμεύσεων των νόμων του Κράτους– και με την πνευματική δέσμευση του Νόμου του Θεού.

Η ομολογία πίστεως είναι και τεκμήριο αξιοπιστίας για εκείνους που δεν γνωρίζουν προσωπικά τον ομολογούντα αλλά είναι και μία πνευματική ευκαιρία του ομολογούντος να συνειδητοποιήση ότι, ορατά μεν ομολογεί ενώπιον ανθρώπων, κατ’ ουσίαν όμως ομολογεί ενώπιον του Θεού, πράγμα το οποίο τον βοηθεί να ανοίξη το στόμα του μετά συνέσεως και να περιορισθή εις «μόνην την αλήθειαν». Εάν ο επισήμως διδόμενος όρκος δεν ήταν μυσταγωγία και πράξη ποιμαντικής, που βοηθάει πνευματικά τον άνθρωπο, δεν θα μας έδιδε πρώτος το παράδειγμα της ορκωμοσίας ο Ίδιος ο Θεός με το να ορκισθή στον ίδιο τον Εαυτό Του, αφού δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος για να ορκισθή: «Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε, ώμοσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται. Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».(Ψαλμ. 109(110),3). Αυτός ο όρκος–διαβεβαίωση του Θεού επιβεβαιώνεται και με τον Ψαλμό 130(131): «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν» (στ.11).

Ο Απόστολος Παύλος μας αναλύει τα λόγια αυτά στην προς Εβραίους επιστολή του: «Τω γαρ Αβραάμ επαγγειλάμενος ο Θεός, επεί κατ’ ουδενός είχε μείζονος ομόσαι, ώμοσε καθ’ εαυτού … άνθρωποι μεν γαρ κατά του μείζονος ομνύουσι, και πάσης αυτοίς αντιλογίας πέρας εις βεβαίωσιν ο όρκος εν ω περισσότερον βουλόμενος ο Θεός επιδείξαι τοις κληρονόμοις της επαγγελίας το αμετάθετον της βουλής αυτού, εμεσίτευσεν όρκω, ίνα δια δυο πραγμάτων αμεταθέτων, εν οις αδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ισχυράν παράκλησιν έχωμεν οι καταφυγόντες κρατήσαι της προκειμένης ελπίδος». (6,13-18)

Ομοίως και ο Απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στην ομολογία του Δαυίδ για τη σάρκωση του Θεού λέγει ότι «Προφήτης ουν υπάρχων και ειδώς ότι όρκω ώμοσεν αυτώ ο Θεός εκ καρπού της οσφύος Αυτού το κατά σάρκα αναστήσειν τον Χριστόν καθίσαι επί του θρόνου Αυτού». (Πράξεις 2,30)

Ο Άγιος Απόστολος Παύλος δεν αρκείται μόνο στο να αναφέρεται στον όρκο του Θεού αλλά κάνει και ο ίδιος πολλές φορές χρήση του όρκου–ομολογία, διαβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους πιστούς μέσω των Επιστολών του: «μάρτυρα τον Θεόν επικαλούμαι επί την εμήν ψυχήν» (2Κορ.1,23), «μάρτυς γαρ μου εστιν ο Θεός, ω λατρεύω εν τω πνεύματί μου» (Ρωμ.1,9),»μάρτυς γαρ μου ο Θεός ότι επιποθώ υμάς»(Φιλιπ.1,8), «ούτε γαρ ποτε εν λόγω κολακείας εγεννήθημεν, καθώς οίδατε, ούτε εν προφάσει πλεονεξίας, Θεός μάρτυς» (2Θεσ.2,5)

Τήν παράδοση της ορκωμοσίας ενώπιον Θεού και ανθρώπων ως ομολογίας Πίστεως και κατά συνέπειαν και ως βεβαίωση αξιοπιστίας παρέλαβε η Εκκλησία μας και καθώρισε το Τυπικό της ορκωμοσίας των Αυτοκρατόρων της Ρωμαιοσύνης, παράδοση η οποία διατηρείται μέχρι τις ημέρες μας για την ορκωμοσία των Πολιτικών Αρχών.

Σαν επιβεβαίωση του ότι τα όσα έγραψα δεν αποτελούν αυθαίρετες δικές μου κατασκευές, επικαλούμαι ως μάρτυρα τον μεγάλον άγιόν μας, τον άγιον Νεκτάριον, ο οποίος έζησε στην εποχή μας, εποχή που ίσχυε ο όρκος ενώπιον των Δημοσίων Αρχών. Γράφει στο βιβλίο του «Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις», ερμηνεύοντας την εντολή του δωδεκαλόγου, «Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω…» με το φως της Καινής Διαθήκης, με το Φως των λόγων του Χριστού:

«Τι απαγορεύει η εντολή αύτη;

-Απαγορεύει να αναφέρωμεν το όνομα του Θεού εν παντί λόγω προς πίστωσιν της αληθείας του λόγου ημων, ως ανάξιον προς το θείον μεγαλείον. Αλλ’ όταν η επίκλησις του θείου Ονόματος γένηται προς δόξαν Θεού, προς αίνον και ευχαριστίαν, ουδεμία υπάρχει απαγόρευσις· διότι σκοπός της απαγορεύσεως ήτο η ευλάβεια προς το θείον όνομα.

Τινες παραβαίνουσι την εντολήν ταύτην;

– α) Οι βλάσφημοι, β) οι ψεύδορκοι και επίορκοι και γ) οι ψευδοπροφήται.

Κατά την εντολήν ταύτην επιτρέπεται ο όρκος;

Μάλιστα· ο αληθής όρκος ο λαμβανόμενος επί βεβαιώσει ζητουμένης αληθείας ενώπιον της Προϊσταμένης αρχής επιτρέπεται· διότι εν τοιαύτη περιπτώσει ου μόνον ουδεμία ανευλάβεια επιδεικνύεται εκ της λήψεως του θείου Ονόματος προς βεβαίωσιν και πίστωσιν της αληθείας, αλλά μάλιστα ευλάβεια μεγίστη επιδεικνύεται υπό πάντων κατά την προφοράν του θείου Ονόματος, εγειρομένων και μετά θρησκευτικής ευλαβείας ακροωμένων του θείου Ονόματος. Όθεν επειδή ο διδόμενος όρκος φέρει χαρακτήρα θρησκευτικόν και επιδεικνύει ευλάβειαν και τιμήν προς το θείον Όνομα επιτρέπεται· δέον όμως να γίνηται πάντοτε μετά θρησκευτικής ευλαβείας, μετά καθαράς συνειδήσεως, εν φόβω Θεού, και μετά πάσης ειλικρινείας, διότι ουαί τοις λαμβάνουσι το Όνομα του Θεού επί ματαίω χάριν ωφελείας και ιδιοτελείας, και κλοπής και αρπαγής, και των λοιπών πονηρών σκοπών.»

Πιστεύω ότι ο άγιος Νεκτάριος τα είπε όλα…

π. Β. Ε. Β.
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»
Νοέμβριος 2009 Τεύχος 89
ΠΗΓΗ.http://www.antibaro.gr