Archive for the ‘ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ’ Category

Το θαύμα της Υπεραγίας Θεοτόκου

Η Θεοτόκος στην Χριστουγεννιάτικη υμνογραφία του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού(Β)

H ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ.

ΜΕΡΟΣ –Β-.

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ  ΣΤΟ –Β –ΚΟΝΤΑΚΙΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Το δεύτερο κοντάκιο της Γεννήσεως  είναι μικρότερο από το πρώτο ,αφού περιλαμβάνει προοίμιο και  18 οίκους,έχει εφύμνιο  τον χαρακτηρισμό «η Κεχαριτωμένη» και  ακροστιχίδα την πρόταση: « Του ταπεινού Ρωμανού».

Σύμφωνα με την αρχαία τυπική διάταξη προοριζόταν για την «επαύριον της Γεννήσεως»(26 Δεκ)  κατά την οποία τιμάται κυρίως η Θεοτόκος. (Σύναξις της Θεοτόκου).

Σήμερα στην λειτουργική πράξη διαβάζεται μόνο το προοίμιο :

« Ο προ εωσφόρου εκ πατρός αμήτωρ γεννηθείς…».

Ενώ ο θεματικός άξονας του πρώτου Κοντακίου είναι ο Ουρανός και η Γή,

στο  δεύτερο  κοντάκιο  είναι το ανθρώπινο γένος, που εκπροσωπείται από τους προπάτορας Αδάμ και Εύα,  και ο Άδης σαν σύμβολο των δεσμών του «πεπτωκότος ανθρώπου». Με τον πρώτο ύμνο ο Ρωμανός κατεβάζει τον ουρανό στη γη, φέρνοντας τον Θεό κοντά στον άνθρωπο.  Mε τον δεύτερο ύμνο  το μήνυμα της ανεκλάλητης χαράς φτάνει μέχρι τον Άδη, σαν άγγελμα ελευθερίας «των απ΄αιώνος κεκοιμημένων ψυχών». Βασικό ρόλο στην μεταφορά αυτού του μηνύματος έχει η Θεοτόκος, σαν Μητέρα του Θεού –Λόγου. Αυτή φέρνει το χαρμόσυνο μήνυμα στην Εύα και στον Αδάμ.

Στην πορεία της ποιητικής διηγήσεως ο Ρωμανός με λυρικώτατο τρόπο τονίζει και εξαίρει το μεσιτευτικό  έργο της Θεομήτορος .

Ο ύμνος αρχίζει και μια τρυφερή σκηνή. Η Παναγία, που παρομοιάζεται σαν Άμπελος βαστάζει στην αγκαλιά της τον «αγεώργητο βότρυν «τον Χριστό .

«Τον αγεώργητον βότρυν βλαστήσασα η άμπελος ως επι κλάδων

αγκάλαις εβάσταζε » .

Και ψιθυρίζοντας στο νεογέννητο βρέφος τα λόγια της αιώνιας Μητέρας, της  αειπάρθενης Μητέρας του Θεού, της Κεχαριτωμένης,  ομολογεί το ακατάληπτο της παρθενικής γέννησης (« την σφραγίδα της παρθενίας μου ορών ακατάληπτον») και διακηρύσσει την Σάρκωση του Θεού –Λόγου («κηρύττω σε άτρεπτον Λόγον σάρκα γενόμενον»).

ΟΙΚΟΣ Α 

«Συ καρπός μου, συ ζωή μου ,

αφ΄ού έγνων ότι και ο ήμην ειμί. Σύ  μου Θεός ¨

την σφραγίδα της παρθενίας μου ορών ακατάληπτον

κηρύτω σε άτρεπτον Λόγον σάρκα γενόμενον.

Ουκ οίδα σποράν, οίδα σε λύτην της φθοράς.

Αγνή γαρ ειμί σου προελθόντος εξ εμού¨

ως γαρ εύρες, έλιπες μήτραν, φυλάξας σώαν αυτήν.

Δια τούτο συγχορεύει πάσα κτίσις βοώσα μοι.

Η Κεχαριτωμένη.

Αναγνωρίζει την μεγάλη τιμή να γίνει Δοχείο της Χάριτος, Μητέρα Θεού και Βασίλισσα του κόσμου και συγχρόνως το πρόσωπο εκείνο που ανύψωσε το ανθρώπινο γένος.

ΟΙΚΟΣ –Β-στιχ.1-6 

«Ουκ αθετώ σου την Χάριν, ης έσχον πείραν, Δέσποτα.

Ουκ αμαυρώτην αξίαν, ης έτυχον τεκούσα Σε.

Του γάρ κόσμου βασιλεύω ¨.

Επειδή κράτος το σον εβάστασα γαστρί, πάντων κρατώ.

Μετεποίησας την πτωχείαν μου τη συγκαταβάσει σου.

Σεαυτόν εταπείνωσας και το γένος μου ύψωσας».

 

Χαίρεται και στο ξεχείλισμα της χαράς της καλεί τα επίγεια και τα ουράνια να διώξουν την λύπη  και να χαρούν μαζί της  βλέποντας την Χαρά που κρατά στα χέρια της.

ΟΙΚΟΣ –Β-στιχ.7-11 

«Ευφράνθητε μοι νυν άμα, γή και ουρανός.

Τον γαρ Ποιητήν υμών βαστάζει εν χερσί.

Γηγενείς, απόθεσθε τα λυπηρά θεώμενοι την Χαράν ,

ήν εβλάστησα εκ κόλπων αμιάντων και ήκουσα

η Κεχαριτωμένη.»

 

Τα τρυφερά λόγια της Θεοτόκου ακούστηκαν μέχρι τον Άδη. Τα άκουσε πρώτα η Εύα μέσα στον λήθαργό της, σαν ελπιδοφόρο κελαηδισμα εαρινής χελιδόνος. Εκείνη, που ήταν η πρόξενος της πτώσης, ακούει πρώτη το μήνυμα της σωτηρίας και γεμάτη χαρά και απορία λέει στον Αδάμ να αφήσει τον «ισοθάνατον ύπνο» και να προσπαθήσει να κατανοήσει τα θαυμαστά γεγονότα που συμβαίνουν. Ήδη άκουσε την φωνή της  Παρθένου, που βλάστησε από την ρίζα του Ιεσσαί, για την οποία μίλησε και  ο προφήτης Αμώς, «την τίκτουσαν της κατάρας την λύτρωσιν» .

ΟΙΚΟΣ –Γ-στιχ.5-11 

«Τις εν τοις ωσί μου νυν ήχησεν εκείνο ο ήλπιζον,

παρθένον την τίκτουσαν της κατάρας την λύτρωσιν;

Ης μόνη φωνή έλυσέ με των δυσχερών ,

και ταύτης γονή έδησε τον τρώσαντά με.

Ταύτην, ήν προέγραψεν, ο Αμώς, η ράβδος του Ιεσσαί ,

η βλαστήσασα μοι κλάδον, ου φαγούσα, ου θνήξομαι

η Κεχαριτωμένη.

ΟΙΚΟΣ –Δ-.στιχ.1-4.

Της χελιδόνος ακούσας κατ΄’ορθρον κελαδούσης μοι

τον ισοθάνατον ύπνον, αφείς ανάστηθι.

Ακουσόν μου της συζύγου .

Εγώ η πάλαι πτώμα προξενήσας βροτοίς νυν ανιστώ..

 

Ο Αδάμ τινάζει από τα βλέφαρά του τον βαρύ ύπνο και τεντώνει  το αυτί του για να ακούσει το τραγούδι της χαράς. Αλλά όταν αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για τραγούδι γυναίκας , θυμάται το πρώτο πάθημά του και φοβάται μήπως προετοιμάζεται με δόλιο τρόπο μια δεύτερη απάτη.

 

ΟΙΚΟΣ –Ε-στιχ.5-11

«Λιγυρού ακούω κελαδήματος, τερπνού μινυρίσματος¨

αλλά του μελίσματος νύν ο φθόγγος ου  τέρπει με.

Γυνή γαρ εστι ης και φοβούμαι την φωνή¨

εν πείρα ειμί¨όθεν το θήλυ δειλιώ¨

ο μεν ήχος θέγλει με ως λιγυρός, το όργανον δε δονεί, μη ως πάλαι με πλανήση επιφέρουσα όνειδος τη Κεχαριτωμένη »

 

Έτσι αρχίζει ένας διάλογος ανάμεσα στον Αδάμ και στην Εύα. Ο πρώτος συνεχίζει να δυσπιστεί, η δεύτερη με την γυναικεία διαίσθηση, αντιλαμβάνεται ότι κοντά είναι η σωτηρία, που πνέει ως γλυκειά αύρα και δροσίζει τον αφόρητο καύσωνα της τιμωρίας.

(« το γάρ έαρ σε έφθασε¨ Ιησούς Χριστός πνέει ως αύρα γλυκερά»).

Και όταν ο Αδάμ πείθεται πηγαίνει και βρίσκει την Θεομήτορα. Πέφτει γεμάτος δάκρυα στα πόδια της και σαν εκπρόσωπος σύμπαντος του ανθρωπίνου γένους, ικετεύει:

 

ΟΙΚΟΣ –Η-στιχ.1-6

«Ιδού ειμί προ ποδών σου, Παρθένε Μήτερ άμωμε,

και δι΄εμού πάν το γένος τοις ίχνεσί σου πρόσκειται.

Μη παρίδης τους τεκόντας ,

επειδή τόκος ο σος ανεγέννησε νυν τους εν φθορά¨

τον εν Αδη παλαιωθέντα με Αδάμ τον πρωτόπλαστον

οικτείρησον, θύγατερ, τον πατέρα σου στένοντα….

 

Τα ίδια παρακαλεί και η Εύα που έχει και πρόσθετους λόγους καθώς ακούει συνεχώς τις κατηγορίες του Αδάμ γιατί αυτή είναι η αιτία της αρχαίας κατάρας του Θεού.

Η  Θεοτόκος, βλέποντας τον Αδάμ και την Εύα, με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά της. Ακούει τις παρακλήσεις των προγόνων της, τους παρηγορεί και τους διαβεβαιώνει ότι θα μεσιτεύσει στον οικτίρμονα Υιό και Θεό της ,ο οποίος φροντίζει τους ανθρώπους σαν στοργικός πατέρας.

 

ΟΙΚΟΣ –Ι-.στιχ.7-11

«Παύσασθε των θρήνων υμών,

και πρέσβυς υμίν γίνομαι προς τον εξ εμού,

υμείς  δε απώσασθε την συμφοράν τεκούσης μου την χαράν.

Ως γαρ πάντα τα της λύπης εκπορθήσουσα ήκω νυν

η Κεχαριτωμένη.»

ΟΙΚΟΣ –ΙΑ-στιχ.1,5-11

Υιόν οικτίρμονα έχω και λίαν ελεήμονα….

Ως πατήρ οικτείρει υιούς αυτού, οικτείρει ο γόνος μου

τους φοβουμένους αυτόν ως Δαυίδ προεφήτευσε.

Τα δάκρυα ούν στείλαντες εκδέξασθέ με

Μεσίτιν υμών γενέσθαι προς τον εξ΄εμού¨

Χαράς γαρ παραίτιος ο γεννηθείς ο προ αιώνων Θεός .

Ησυχάσατε αλύπως¨προς αυτόν γάρ εισέρχομαι

Η Κεχαριτωμένη.

 

Στην συνέχεια η Θεομήτωρ πλησιάζει την Φάτνη και παρακαλεί τον Υιό της να σκεπάσει με την Χάρη Του τον Αδάμ και την Εύα, που εξ αιτίας του διαβόλου-φιδιού την έχασαν και γυμνώθηκαν από κάθε τιμή.

Ο Χριστός εισακούει την μητρική παράκληση .

 

ΟΙΚΟΣ –ΙΓ-

«Ω Μήτερ, και δια σε και δια σου σώζω αυτούς.

Ει μη σώζειν τούτους ηθέλησα, ουκ αν εν σοί ώκησα¨

Ουκ αν εκ σου έλαμψα, ουκ  αν μήτηρ μου ήκουσας.

Την φάτνην εγώ δια το γένος σου οικώ.

Mαζών δε των σων βουλόμενος νυν γαλουχώ¨

Εν αγκάλαις φέρεις με χάριν αυτών¨ όν ουχ ορά Χερουβείμ ,

Ιδού βλέπεις και βαστάζεις και ως υιόν κολακεύεις με,

Η Κεχαριτωμένη.

 

Ο εν φάτνη ανακείμενος Θεός αποκαλύπτει πλέον  ο ίδιος το μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Η ακατάληπτος Θεία Ενανθρώπιση έγινε «γι΄αυτούς που φόρεσαν παλιά δερμάτινους χιτώνες, μίσησαν παράδεισο και αγάπησαν την φθορά, αφού έγιναν παραβάτες της ζωηφόρου εντολής. Κατέβηκα στη γη για να λάβουν αυτοί ζωή αθάνατη. Κι αν μάθεις ακόμα Σεμνή Μητέρα πως για χάρη τους σταυρώνομαι «μετά πάντων των στοιχείων δονηθήση και θρηνήσεις η Κεχαριτωμένη». Μαζί με όλα τα στοιχεία της φύσεως θα ταραχθέις και θα κλάψεις.

ΟΙΚΟΣ –ΙΔ- 

Μητέρα σε εκτησάμην ο πλαστουργός της κτίσεως,

και ώσπερ βρέφος αυξάνω ο εκ τελείου τέλειος¨

τοις σπαργάνοις ενειλούμαι(=στα σπάργανα τυλίγομαι)

δια τους πάλαι χιτώνας δερματίνους φορέσαντας,

το δε σπήλαιον μοι εράσμιον δια τους μισήσαντας

τρυφήν και παράδεισον και φθοράν αγαπήσαντας

και παραβάντας την ζωηφόρον εντολήν.

Κατέβην εις γήν ,ίνα σχώσιν άφθαρτον ζωήν.

Αν δε και σταυρούσθαι με μάθης, σεμνή,

νεκρούσθαι δε αυτούς ,

Μετά πάντων των στοιχείων δονηθήση και θρηνήσεις

η Κεχαριτωμένη.

 

Η συνέχεια της ομιλίας του Χριστού είναι δραματική, γιατί αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό της Σταυρικής Θυσίας, που σαν ρομφαία θα πληγώσει την καρδιά της μάννας. Ο ίδιος διστάζει να της αποκαλύψει τόσο νωρίς τον σκοπό της Ενανθρώπισής Του, αλλά στην επιμονή της Μητέρας ούτε ο Θεός μένει ασυγκίνητος.

 

(ΟΙΚΟΣ ΙΕ-στιχ.7-11).

ΘΕΟΤΟΚΟΣ

:«….Ο μέλλεις τελείν τι εστί τούτο θέλω νυν μαθείν.

Μη κρύψης εμοί την απ΄αιώνος σου βουλήν.

Όλον(=τέλειον) σε εγέννησα ¨φράσον τον νουν ο έχεις περί ημάς

(=φανέρωσε το σχέδιο που έχεις για μας),

ίνα μάθω και εκ τούτου οίας έτυχον χάριτος

η Κεχαριτωμένη»

ΟΙΚΟΣ –ΙΣΤ-

ΧΡΙΣΤΟΣ:

«Νικώμαι δια τον πόθον (=από την αγάπη λυγίζω), όν έχω προς τον άνθρωπον

….εγώ δούλη και μήτερ μου ου λυπώ σε(=δεν θέλω να σε λυπήσω) .

….Τον εν ταις χερσί σου φερόμενον, τας χείρας ηλούμενον

(=να μου τρυπούν τα χέρια)

μετά μικρόν όψει με, ότι στέργω(=αγαπώ) το γένος σου.

Ον συ γαλουχείς, άλλοι ποτίσουσι χολήν.

Ον καταφιλείς, μέλλει πληρούσθαι εμπτυσμών.

Όν ζωήν εκάλεσας, έχεις ιδείν κρεμάμενον εν Σταυρώ,

και δακρύσεις ως θανόντα, αλλ΄ασπάση με αναστάντα,

η Κεχαριτωμένη.

 

Η δε Μαριάμ όταν άκουσε αυτά βαριαστέναξε και είπε.

ΟΙΚΟΣ –ΙΖ-στιχ.6-11 

Θεοτόκος

« Ω βότρυς μου, μη εκθλίψωσέ σε άνομοι¨

εβλάστησά σε ¨μη όψομαι του εμού τέκνου την σφαγήν».

Και εκείνος της απάντησε με τα λόγια

Χριστός

«Παύσαι, μήτερ, κλαίουσα ο αγνοείς. Εάν γάρ μη τελεσθή

απολούνται ούτοι πάντες, υπέρ ων ικετεύεις με,

η Κεχαριτωμένη.

ΟΙΚΟΣ –ΙΗ- στιχ.1-6

Ύπνον δε νόμισον είναι τον θάνατόν μου, μήτερ μου.

Τρεις γαρ ημέρας τελέσας εν μνήματι θελήματι,

μετά ταύτα σοί ορώμαι

αναβιώσας επ΄ανακαινίσει της γης και των εκ γης.

Ταύτα, μήτερ, πάλιν ανάγγειλον,εν τούτοις πλουτίσθητι¨

Εκ τούτων βασίλευσον,δια τούτο ευφράνθητι.»

 

Ο ύμνος τελειώνει με την επίσκεψη της Θεοτόκου στον Αδάμ και τη Εύα,για να τους αναγγείλει το μήνυμα της μεγάλης χαράς. Ετσι ο υμνογράφος απομακρύνεται από το θέμα της Γέννησης και τελειώνει με την αιτία της Θείας Ενανθρωπήσεως, που είναι η δια του Σταυρού και της Αναστάσεως σωτηρία. Γεγονότα που είναι άμεσα συνδεδεμένα με την Θεομήτερα και τον Υιό της.

ΟΙΚΟΣ- ΙΗ-.στιχ.7-11. 

Εξήλθεν ευθύς η Μαριάμ προς τον Αδάμ¨

ευαγγελισμόν φέρουσα, τη Εύα φησί.

«Τέως ησυχάσατε, όσον μικρόν¨ηκούσατε γαρ αυτού ,

άπερ είπεν υπομείναι δι΄ημάς τους βοώντας μοι ,

η Κεχαριτωμένη».

 

Η Θεοτόκος στην Χριστουγεννιάτικη υμνογραφία του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού (Α)

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου  (εκπαιδευτικού-χημικού)

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ  (Δεκέμβριος 2007) και αποτελεί μέρος της εργασίας μας με τίτλο-

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ   ΣΤΗΝ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ.

ΜΕΡΟΣ-Α

Το υμνογραφικό έργο του Ρωμανού του Μελωδού

Ο Ρωμανός ο Μελωδός  είναι μέχρι σήμερα το αντικείμενο της μελέτης και έρευνας πολλών σοφών της Εσπερίας, Ιταλών, Γάλλων, Άγγλων και κυρίως Γερμανών. Ένας από αυτούς τον αποκαλεί «νέο Πίνδαρο του Βυζαντίου», και άλλος ένας «τον μέγιστο εκκλησιαστικό ποιητή του κόσμου» και «πρίγκιπα των μελωδών».

Ο διάσημος βυζαντινολόγος καθηγητής Κ. Κρουμβάχερ εξέδωσε στο Μόναχο πολλά ανέκδοτα άσματα του Ρωμανού και άλλων, από χειρόγραφα της βιβλιοθήκης της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου. Με το όνομα «Κοντακάριον» βρέθηκε στην βιβλιοθήκη της Μόσχας ελληνική χειρόγραφη περγαμηνή, που περιέχει Κοντάκια και Οίκους για όλο τον ενιαυτό, αλλά όχι και όλα τα έργα του Ρωμανού.

Δεν γνωρίζουμε τα περισσότερα Κοντάκια του Ρωμανού, γιατί αυτά αντικαταστάθηκαν από τους Κανόνες. Σε χρήση, όμως, παρέμεινε ο περιώνυμος του Ρωμανού ύμνος στην Γέννηση του Χριστού, του οποίου η πρώτη  στροφή είναι το γνωστό Κοντάκιο των Χριστουγέννων και το οποίο μέχρι τον ΙΒ’ αιώνα ψαλλόταν κάθε χρόνο σε επίσημα γεύματα από τους ενωμένους χορούς των λεγομένων Αγιοσοφιτών και Αποστολιτών. Σύμφωνα με την συναξαριακή παράδοση, συνέθεσε πάνω από χίλιους ύμνους. Σήμερα γνωρίζουμε 85 πλήρεις ύμνους (κοντάκια) και μερικά μικρά ποιήματα (σπαράγματα).

«Ο Ρωμανός ήταν μέσα στην Χάρη και ο, τι έγραφε ήταν τέλειο», είπε κάποτε ο Γέροντας Πορφύριος.

Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι’ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από θρησκευτική η λογοτεχνική άποψη αλλά και ιστορική και λαογραφική. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφο και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία, επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτό γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική, όπως παραδέχονται ειδικοί.

Οι μελετητές του έργου του εξαίρουν την ποιητική του δύναμη, την πρωτότυπη και ανεξάντλητη στιχουργική του ικανότητα, στοιχεία που γίνονται ιδιαίτερα αισθητά στους ύμνους της Γεννήσεως του Χριστού. Ο Ρωμανός συνέθεσε τρία Κοντάκια για το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως. (το τρίτο αναφέρεται στα Άγια Νήπια).

Το πρώτο Κοντάκιο των Χριστουγέννων

Ο πρώτος ύμνος, αληθινά αριστουργηματικός, έχει ως θέμα του την Ενανθρώπιση του Θεού. Έχει την χαρακτηριστική ακροστιχίδα «Του ταπεινού Ρωμανού ύμνος» και ψάλλεται την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού. Αποτελείται από το προοίμιο «Η Παρθένος σήμερον», εικοσιτέσσερις οίκους, με δέκα στίχους ο καθένας, με εφύμνιο κάθε οίκου το «..παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός». Στη σημερινή λειτουργική πράξη από τον ύμνο αυτό ψάλλεται μόνο το προοίμιο «Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει» και αναγιγνώσκεται μετά την στ’ ωδή του κανόνος ο Α’ οίκος: «Την Εδέμ Βηθλεέμ ήνοιξε, δεύτε ίδωμεν».

Η Θεοτόκος στην θεματολογία του Α’ Κοντακίου.

Ξεκινώντας ο Ρωμανός από την Ευαγγελική διήγηση με μία απαράμιλλη λυρικότητα και μαεστρία υπερβαίνει την θεολογία και «εξανθρωπίζει» το μυστήριο της Θείας Σαρκώσεως, διεκδικώντας, όπως έχει παρατηρηθεί, για την τέχνη του ευρύτατα περιθώρια μεταπλασμού και ελεύθερης επεξεργασίας της συγκεκριμένης ευαγγελικής παράδοσης. Το πρόσωπο, που παρουσιάζει ως κυρίαρχο στο όλο γεγονός δεν είναι ο ενανθρωπήσας Θεός-Λόγος αλλά η Πάναγνη Μητέρα Του, «η φαεινή και Αμώμητος» (αψεγάδιαστη), που είναι «φύσει άνθρωπος» και ως άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει το βάθος του Μυστηρίου, που εκούσια υπηρετεί.

Το βρέφος που μόλις γεννήθηκε είναι βέβαια Γιος της αλλά ταυτόχρονα είναι και Πατέρας Της και Θεός και Θεός των πάντων. Η παρθενική σύλληψη και Γέννηση σε αντίξοες συνθήκες είναι βέβαια γεγονότα, όμως η ίδια ως άνθρωπος βασανίζεται από ένα μεγάλο πλήθος ερωτηματικών για όλα εκείνα τα ανεξήγητα που συμβαίνουν και η ίδια συμμετέχει. Και απορημένη ερωτά.

Οίκος Β’ (απόσπασμα: στίχ. 4-10)

Ειπέ μοί, τέκνον, πώς ενεσπάρης μοι ή πως ενεφύης μοί.

Ορώ σε, σπλάγχνον και καταπλήττομαι,

ότι γαλουχώ και ου νενύμφευμαι.

Και σε βλέπω μετά σπαργάνων,

την παρθενίαν δε ακμήν εσφραγισμένην θεωρώ.

Συ γαρ ταύτην φυλάξας εγεννήθης ευδοκήσας

παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Οίκος Γ’

Υψηλέ Βασιλεύ, τι σοί και τοίς πτωχεύσασαι;

Ποιητά ουρανού, τι προς γήινους ήλυθας;

Σπηλαίου ηράσθης ή φάντης ετέρφθης;

Ιδού ούκ έστι τόπος τη δούλη σου εν τω καταλύματι.

ου λέγω τόπον, αλλά ουδέ σπήλαιον,

ότι και αυτό τούτο αλλότριον. και τη μέν Σάρρα τεκούση βρέφος

εδόθη κλήρος γης πολύς, εμοί δε ούτε φωλεάν

εχρησάμην το άνδρον, ο κατώκησας βουλήσει

παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Αυτό που η ίδια δεν κατανοεί, έρχονται να το επιβεβαιώσουν οι Μάγοι, που φτάνουν στο σπήλαιο για να προσκυνήσουν «παιδίον νέον» τον προαιώνιο Θεό.  Η Μητέρα ακούει την διαβεβαίωση των ξένων σοφών, ότι το γεγονός αυτό της θείας ενανθρωπήσεως προφητεύτηκε και αυτή έγινε «απάτορος υιού μήτηρ και τροφός», του Οποίου καθώς είδαμε το άστρο καταλάβαινε πως ήρθε στον κόσμο «παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».

Οίκος Ε’

Ακριβώς γαρ ημίν ο Βαλαάμ παρέθετο

των ρημάτων τον νουν ωνπερ προεμαντεύσατο,

ειπών ότι μέλλει αστήρ ανατέλλειν,

αστήρ σβεννύων πάντα μαντεύματα και τα οιωνίσματα.

Αστήρ εκλύων παραβολάς σοφών,

ρήσεις τε αυτών και τα αινήγματα.

Αστήρ αστέρος του φαινομένου

υπερφαιδρότερος πολύ ως πάντων άστρων ποιητής,

περί ου προεγράφη. εκ του Ιακώβ ανατέλλει

παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Τα παράξενα αυτά λόγια όταν άκουσε η Μαριάμ έσκυψε και προσκύνησε το Σπλάχνο Της και το ευχαρίστησε για τα μεγαλεία που της επεφύλαξε. «Παραδόξων ρητών η Μαριάμ ως ήκουσε τω εκ σπλάχνων αυτής κύψασα προσεκύνησε και κλαίουσα είπε:  Μεγάλα μοί, τέκνον, μεγάλα πάντα, όσα εποίησες μετά της πτωχείας μου».  Ολόκληρο το υπόλοιπο του ύμνου είναι ένας διάλογος ανάμεσα στην Θεοτόκο και τους Μάγους.  Στον διάλογο αυτό αξιοσημείωτο γεγονός αποτελεί η συνάντηση των Μάγων με τον Ιωσήφ και ο προβληματισμός τους για την παρουσία του.  Έτσι ο Ρωμανός παίρνει αφορμή να διακηρύξει με ποιητικό τρόπο την Άσπιλη Σύλληψη του Χριστού και το Αειπάρθενο της Θεοτόκου, την οποία ονομάζει «απαράνοικτο πύλη, ην ο Χριστός μόνος διώδευσεν», «Θύρα ανοιχθείσα και μηδαμώς κλαπείσα τον της αγνείας θησαυρόν».

Οίκος Θ’ (στίχ. 4-10) και Ι’

Η δε ανοίγει θύραν και δέχεται μάγων το σύστημα

ανοίγει θύρα η απαράνοικτος

πύλη, ην Χριστός μόνος διώδευσεν

ανοίγειν θύραν η ανοιχθείσα

και μη κλαπείσα μηδανώς τον της αγνείας θησαυρόν

αυτή ήνοιξε θύραν, αφ’ ης εγεννήθη θύρα,

παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Ι’

Οι δε Μάγοι ευθύς ώρμησαν εις τον θάλαμον

και ιδόντες Χριστόν έφριξαν, ότι  είδοσαν

την τούτου μητέρα, τον ταύτης μνηστήρα

και φόβω είπον «Ούτος υιός εστίν αγενεαλόγητος.

και πως Παρθένε, τον μνηστευσάμενον

βλέπομεν ακμήν ένδον του οίκου Σου;

ουκ έσχε μώμον η κυησίς σου;

μη η κατοίκησις ψεχθεί συνόντος σοι του Ιωσήφ;

πλήθος έχεις φθονούντων, ερευνώντων που ετέχθη,

παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Η Παναμώμητος, όμως, Θεοτόκος αποκαλύπτει τον ρόλο του Μνήστορος, ο οποίος θα γίνει «έλεγχος πάντων των καταλαλούντων», και θα είναι αυτός που θα «ρητορεύει σαφώς άπαντα άπερ ήκουσεν», θα «απαγγέλει τρανώς όσα αυτός εώρακε εν τοις ουρανίοις και τοις επιγείοις».

Οίκοι ΙΑ’ και ΙΒ’ (στίχ. 1-6)

«Υπομνήσω υμάς», μάγοις Μαρία έφησε,

«τίνος χάριν κρατώ τον Ιωσήφ εν οίκω μου

εις έλεγχον πάντων των καταλαλούντων

αυτός γαρ λέξει άπερ ακήκοε περί του παιδίου μου.

Υπνών γαρ είδεν άγγελον άγιον

λέγοντα αυτό πόθεν συνέλαβον

πυρίνη θέα τον ακανθώδη

εκπληροφόρησε νυκτός περί των λυπούντων αυτόν.

Δι’ αυτό συνεστί μοι Ιωσήφ δηλών ως έστι

παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

ΙΒ’

Ρητορεύει σαφώς άπαντα άπερ ήκουσεν

απαγγέλει τρανώς όσα εώρακεν

εν τοις ουρανίοις και τοις επιγείοις τα των ποιμένων, πως συνανύμνησαν πηλίνοις οι πύρινοι.

Υμών των Μάγων, ότι προέδραμεν άστρον φωταυγούν και οδηγούν υμάς.

Στην συνέχεια του διαλόγου προβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα τα σχετικά με το άστρο και την πορεία των Μάγων, τον Ηρώδη και την σφαγή των νηπίων. «Υπό των απλανών μάγων αυτά ελέγετο υπό δε της σεμνής πάντα επεσφραγίζετο κυρούντος του βρέφους τα των αμφοτέρων (=το βρέφος επικύρωνε τα λεγόμενα και από τις δύο πλευρές).  Ακολουθεί η προσκύνηση των Μάγων στο Χριστό, αφού προηγουμένως αυτοί «προσεκύνησαν το δώρο των δώρων, το μύρο των μύρων» δηλ. την Θεοτόκο, την Πηγή όλων των δώρων και όλων των αρωμάτων, λέγοντας στον νεογέννητο Χριστό: «Δέξαι δώρημα τρίυλον, ως τον Σεραφίμ ύμνον τρισάγιον μη αποστρεψης ως τα του Κάιν, αλλά εναγκάλισαι αυτά ως την του Άβελ προσφοράν δια της σε τεκούσης, δι’ ης ημίν εγεννήθης παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.»

Η Μητέρα – Θεοτόκος, η Πηγή όλων των δώρων, που δέχθηκε τα δώρα και άκουσε από το στόμα των Μάγων την αλήθεια για τον Γιό της, πρέπει να παρακαλέσει για το γένος της και θα είναι πλέον η μόνη μεσίτρια ανάμεσα στους ανθρώπους και στον Γιο-Θεό της.

Οίκος ΚΒ’

Νέα νυν και φαιδρά βλέπουσα η αμώμητος

μάγους δώρα χερσί φέροντας και προσπίπτοντας,

αστέρα δηλούντα, ποιμένας υμνούντας,

τον πάντων τούτων κτίστην και Κύριον ικέτευε λέγουσα.

«Τριάδα δώρων, τέκνον δεξάμενος

τρείς αιτήσεις δος τη γεννησάση σε

Υπερ αέρων παρακαλώ σε και υπέρ των καρπών της γης και των οικούντων εν αυτή

Οίκος ΚΓ’

Ουχ απλώς γαρ ειμι μήτηρ σου, σώτερ εύσπλαχγνε

ουκ εική γαλουχώ τον χορηγόν του γάλακτος

αλλ’ υπέρ πάντων εγώ δυσωπώ σε

εποιησάς με όλου του γένους μου και στόμα και καύχημα

εμέ γαρ έχει η οικουμένη σου,

σκέπην κραταιά, τείχος και στήριγμα

εμέ ορώσιν οι εκβληθέντες

του Παραδείσου της τρυφής, ότι επιστρέψω αυτούς

λαβείν αίσθησιν πάντων δι’ εμού της σε τεκούσης

παιδίον νέον, τον προ αιώνων Θεόν.

Οίκος ΚΔ’ (απόσπασμα. στίχ: 1-3)

Σώσον κόσμον, Σωτήρ, τούτου γαρ χάριν ήλυθας

στήσον πάντα τα σα τούτου γαρ χάριν έλαμψας

εμοί και τοις μάγοις και πάση τη κτίσει.

Ιδού γαρ μάγοι, οις ενεφάνισας το φως του προσώπου σου,

προσπιπτοντές σοι δώρα προσφέρουσι

Χρήσιμα καλά λίαν ζητούμενα.

Αυτών γαρ χρήζω, επειδή μέλλω.

Επί την Αίγυπτον μολείν και φεύγειν συν σοι δια σε,

Οδηγέ μου, υιέ μου, ποιητά μου, λυτρωτά μου,

Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

Συνεχίζεται

ΤΟ «ΟΡΟΣ» ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Συχνά συναντάμε την λέξη «όρος» στην Αγία Γραφή και στην Υμνολογία της Εκκλησίας. Στα τέσσερα Ευαγγέλια μόνο, για παράδειγμα, την συναντάμε τριανταεπτά φορές. Πολλά ιστορικά γεγονότα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης συνέβησαν σε όρη γνωστά σε όλους, όπως το όρος Σινά, το όρος Θαβώρ ή το όρος των Ελαιών.
Κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής του ανάμεσά μας, ο Κύριος κατέφευγε σε όρη για να προσευχηθεί ή να αποκαλύψει σημαντικές αλήθειες στους μαθητές του. Όπως, για παράδειγμα, έγινε και κατά την περίφημη «Επί του όρους ομιλία». Σχετικά με την συνήθεια αυτή του Κυρίου παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ανεβαίνει στο όρος για να μας διδάξει να επιδιώκουμε πάντοτε την ανάπαυση από τον θόρυβο και την ταραχή του κόσμου. Διότι η ερημία είναι κατάλληλη για φιλοσοφία για και πνευματική ενίσχυση. Αλλωστε και ο ίδιος μόνος του πολλές φορές ανεβαίνει στο όρος και εκεί διανυκτερεύει και προσεύχεται για να μας διδάξει ότι όποιος θέλει να πλησιάσει περισσότερο στον Θεό πρέπει να απαλλαγεί από κάθε ταραχή και να αναζητεί καιρό και τόπον απαλλαγμένο θορύβου.» (ομιλία ΜΒ στο κατά Ιωάννην ς 1-15)
Εδώ θα αναφερθούν τρία χωρία από την Παλαιά Διαθήκη, τα οποία δεν είναι τόσο γνωστά, είναι όμως συναρπαστικά γιατί το «όρος» αναφέρεται προφητικά και αλληγορικά. Θα αναφερθούν και αντίστοιχοι ύμνοι που γράφτηκαν βάσει αυτών των χωρίων, τα οποία, αν και φαίνονται διαφορετικά και άσχετα μεταξύ τους, έχουν όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό: προδιαγράφουν και σκιαγραφούν προφητικά την Παναγία Μητέρα του Θεού, το «πολυώνυμο κήρυγμα των προφητών» [1] . Αυτό θα διαπιστωθεί από ευάριθμους ύμνους και κείμενα που παρατίθενται.

Α χωρίο:
Στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου του προφήτη Αββακούμ [2] υπάρχει το χωρίο:
«ο Θεός από Θαιμάν ήξει και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος» (στιχ. 3)
(ο Θεός θα έλθει από την Θαιμάν και ο άγιος από το σκιερό πυκνόδεντρο όρος)
Α1. Ο στίχος αυτός διαβάζεται πολλές φορές στην ακολουθία των Μεγάλων Ωρών των Χριστουγέννων. Ο ειρμός (καταβασία) της δ ωδής του ωραιότατου κανόνα των Χριστουγέννων είναι εμπνευσμένος από δύο προφητικές φράσεις, η μια είναι από τον παραπάνω στίχο:
Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί
και άνθος εξ αυτής Χριστέ εκ της Παρθένου ανεβλάστησας,
εξ όρους ο αινετός κατασκίου δασέος,
ήλθες σαρκωθείς εξ απειράνδρου, ο άυλος και Θεός.
Δόξα τη δυνάμει σου Κύριε.

(Βλαστάρι βγήκε από την ρίζα του Ιεσσαί και από αυτό, δηλαδή από την Παρθένο, ανεβλάστησες σαν άνθος Χριστέ, ο δοξασμένος από το σκιερό πυκνόδεντρο όρος, ήλθες αφού σαρκώθηκες από αυτήν που δεν γνώρισε άντρα, ο άυλος και Θεός, δόξα στην δύναμή σου Κύριε.)
Εκτός από την παραπάνω προφητική φράση του προφήτη Αββακούμ στην παραπάνω καταβασία χρησιμοποιείται και το χωρίο «Και εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται» από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα (ια, 1). Ο Ιεσσαί ήταν ο πατέρας του προφήτη Δαυίδ και ανήκει στην σειρά των κατά σάρκα προγόνων του Κυρίου (Μτ, α, 5-6 και Λκ, γ, 32).
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύοντας αυτόν τον ύμνο στο Εορτοδρόμιόν του γράφει για την φράση του προφήτη Αββακούμ:
Βουνό πυκνόδεντρο και σκιερό είναι η Θεοτόκος. Και λέγεται μεν βουνό διότι όπως το βουνό και ο λόφος ούτε οργώνεται, ούτε καλλιεργείται, ούτε σπέρνεται από ανθρώπους, αλλά από μόνο του και χωρίς καλλιέργεια βλαστάνει τα υψηλά δέντρα και τα χαμόκλαδα και το χορτάρι, έτσι και η Θεοτόκος χωρίς σπορά και καλλιέργεια βλάστησε τον Κύριον μας Ιησού Χριστό, σαν δέντρο μεν ψηλό για το ύψος της Θεότητος και σαν χαμόκλαδο για την ταπεινότητα της ανθρωπίνης φύσεως και σαν χόρτο γιατί τρέφει αυτούς που πιστεύουν σε Αυτόν. Και πυκνόδεντρο βουνό λέγεται διότι σίδηρος (πονηρός λογισμός) δεν ανέβηκε σε αυτήν, αυτός που δημιουργεί σκουριά (μολυσμό και φθορά σαρκικού πάθους), ούτε χέρι ανθρώπινο για να κόψει την παρθενία της. Όπως στο πυκνόδεντρο βουνό δεν μπαίνει τσεκούρι ούτε ανθρώπινο χέρι κόβει τα ξύλα του εξαιτίας της μεγάλης πυκνότητάς του.
Σημειώνουμε ότι και σήμερα τα τροπικά δάση επειδή είναι απρόσιτα και ακαλλιέργητα λόγω της πυκνότητάς τους τα ονομάζουμε παρθένα δάση.
Α2. Πάλι ο ειρμός της δ ωδής του Ιαμβικού κανόνα των Χριστουγέννων είναι ως εξής:
Γένους βροτείου την ανάπλασιν πάλαι
άδων προφήτης Αββακούμ προμηνύει
ιδείν αφράστως αξιωθείς τον τύπον.
Νέον βρέφος γαρ εξ όρους της Παρθένου
εξήλθε λαών εις ανάπλασιν Λόγος.

(Του γένους των θνητών ανθρώπων την ανακαίνιση, παλιά ψάλλοντας προφήτεψε ο προφήτης Αββακούμ, αφού αξιώθηκε να δει με ανείπωτο τρόπο το σύμβολό της. Διότι σαν νέο βρέφος ο Λόγος εξήλθε από το όρος, δηλαδή από την Παρθένο, για να αναπλάσει τους λαούς.)
Α3. Στον Όρθρο της Κυριακής προς της Χριστού Γεννήσεως βρίσκουμε το παρακάτω Θεοτοκίο:
Όρους κατασκίου Ιησού Παρθένου σε σαρκούμενον
ο Αββακούμ προεθεάσατο τα όρη τα πονηρά και βουνούς συντρίβοντα
και αφανισμώ παραδιδόντα τας επάρσεις του πονηρού
και τα των δαιμόνων υψώματα.
(Από το σκιερό όρος, δηλαδή από την Παρθένο, Ιησού, ο Αββακούμ σε προείδε να σαρκώνεσαι, να συντρίβεις τα πονηρά όρη και τα βουνά και να παραδίδεις σε αφανισμό την έπαρση του πονηρού και την υπερηφάνεια των δαιμόνων.)
Η ίδια φράση «όρος κατάσκιο και δασύ» εμφανίζεται σε δεκάδες άλλους ύμνους της Εκκλησίας στα διάφορα λειτουργικά βιβλία και πάντα δηλώνει την Χώρα του Αχωρήτου, την Παναγία.

Β χωρίο:
Στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου του προφήτη Δανιήλ περιγράφεται το επεισόδιο με το άγαλμα που ονειρεύτηκε ο βασιλιάς των Βαβυλωνίων Ναβουχοδονόσορας, το οποίο του αποκάλυψε και ερμήνευσε ο προφήτης Δανιήλ. Εκεί ο προφήτης λέει μεταξύ άλλων:
«Εώρακας έως ου ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρών και επάταξε την εικόνα επί τους πόδας τους σιδηρούς και οστρακίνους και κατήλεσεν αυτά» (στιχ. 34)
(έβλεπες το άγαλμα μέχρις ότου απεκόπη από το όρος ένας λίθος χωρίς την επέμβαση ανθρωπίνων χεριών και χτύπησε το άγαλμα στα πόδια τα σιδερένια και πήλινα και τα συνέτριψε)
Β1. Στον μεγάλο Εσπερινό της Κυριακής προ της Χριστού Γεννήσεως υπάρχει ο εξής ύμνος που έγραψε ο πατριάρχης Γερμανός εμπνεόμενος από το παραπάνω χωρίο:
Δανιήλ ανήρ επιθυμιών, λίθον άνευ χειρών τμηθέντα θεωρήσας σε Κύριε
βρέφος άνευ σποράς τεχθήναι προηγόρευσε σε
τον εκ Παρθένου σαρκωθέντα Λόγον,
τον αναλλοίωτον Θεόν και Σωτήρα των ψυχών ημών.

(Ο Δανιήλ, ο άνδρας των αγαθών επιθυμιών, όταν σε θεώρησε Κύριε σαν λίθο που κόπηκε χωρίς ανθρώπινο χέρι, προφήτεψε ότι θα γεννηθείς σαν βρέφος χωρίς σπορά, εσύ ο Λόγος που σαρκώθηκε από την Παρθένο, ο αμετάβλητος Θεός και Σωτήρας των ψυχών μας.)
Η Εκκλησία, όπως φαίνεται από αυτόν τον ύμνο, ερμηνεύει ότι ο λίθος που κόπηκε από το όρος χωρίς ανθρώπινο χέρι είναι ο Χριστός που γεννήθηκε από την Θεοτόκο χωρίς σπέρμα. Πάλι δηλαδή η Παναγία ονομάζεται και προεικονίζεται σαν όρος σε μια άλλη προφητική εικόνα.
Β2. Στον Όρθρο της 17ης Δεκεμβρίου, μνήμης του Προφήτη Δανιήλ, στην α ωδή του κανόνα του Προφήτη βρίσκουμε το εξής Θεοτοκίο:
Όρος εθεώρεις vοητόv, Δανιήλ ιερώτατε,
τήν μόvηv άχραντοv αειπάρθεvον Κόρηv,
εξ ής περ εκτέτμηται, λίθος ο ακρογωvιαίος,
καί τήv πλάνην συvέτριψε πάσαν.

(Εθεωρούσες νοητό όρος Δανιήλ ιερώτατε δηλαδή την άχραντο, αειπάρθενο Κόρη από την οποία απεκόπηκε ο ακρογωνιαίος λίθος και συνέτριψε κάθε πλάνη.)
Εδώ στον λίθο-Χριστό δίδει και τον χαρακτηρισμό «ακρογωνιαίος» με προέλευση:
α. την προφητεία των Ψαλμών ριζ’, 22: «λίθον, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας» στην οποία αναφέρεται και ο Κύριος μετά την παραβολή των κακών γεωργών (Μτ. κα, 33-46, Μρ. ιβ, 1-12 και Λκ. κ, 9-19).
β. την προφητεία του Ησαΐα κη, 16: «ιδού εγώ εμβαλώ εις τα θεμέλια Σιών λίθον πολυτελή εκλεκτόν ακρογωνιαίον, έντιμον, εις τα θεμέλια αυτής, και ο πιστεύων επ’ αυτόν ου μη καταισχυνθεί.»

Γ χωρίο:
Στο ξζ ψαλμό στο βιβλίο των Ψαλμών ο Δαυίδ αναφέρεται στο όρος Σιών όπου ήταν τότε η σκηνή με την Κιβωτό της Διαθήκης σύμβολο της παρουσίας και της πρόνοιας του Θεού για τον λαό του Ισραήλ.
«όρος του Θεού όρος πίον, όρος τετυρωμένον, όρος πίον.» (στιχ. 16)
(το όρος του Θεού, όρος παχύ, όρος στερεό, όρος πλούσιο)
Γ1. Στον κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου και στην δ ωδή διαβάζουμε τον εξής ύμνο:
Εν φωναίς ασμάτων πίστει σοι βοώμεν πανύμνητε
χαίρε πίον όρος και τετυρωμένον εν πνεύματι,
χαίρε λυχνία και στάμνε μάννα φέρουσα,
το γλυκαίνον τα των ευσεβών αισθητήρια.

(Με τραγουδιστές φωνές και με πίστη βοάμε σε σένα πανύμνητη, χαίρε πλούσιον όρος και στερεωμένο από το Πνεύμα, χαίρε λυχνία και στάμνα που περιέχεις το μάννα που γλυκαίνει τις αισθήσεις των ευσεβών.)
Η Εκκλησία ερμηνεύει ότι το όρος Σιών προεικονίζει την Θεοτόκο καθώς και την ίδια την Εκκλησία οι οποίες είναι το αληθινό κατοικητήριο του Θεού μετά την ενανθρώπιση του Λόγου Του.
Εκτός από τους παραπάνω ύμνους, πλήθος άλλων είναι επίσης εμπνευσμένοι από τα χωρία αυτά και βρίσκονται σε όλα τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας. Σαν παράδειγμα παρακάτω βλέπουμε ονομασίες της Παναγίας από αυτούς:
Όρος αλάξευτον και ακαινοτόμητον
Όρος Θεού το εμφανές αλατόμητον και δασύ και σύσκιον
Όρος αρεταίς κατάσκιον και χάρισι δασύτατον
Όρος μέγα εν ω κατώκησε Χριστός
Όρος σύνδεδρον και ευσκιόφυλλον

Τέλος θα θέλαμε να επισημανθεί η ενότητα πνεύματος που υπάρχει ανάμεσα στα παραπάνω κείμενα που απέχουν μεταξύ τους τόσο χρονικά όσο και τοπικά.
«ω μεν γαρ δια του Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα» (Α΄ προς Κορινθίους, ιβ, 8)

Βιβλιογραφία:
1.Μητροπ. πρ. Λεοντοπόλεως Σωφρονίου Ευστρατιάδου «Η Θεοτόκος εν τη Υμνογραφία»
2.Αγία Γραφή, εκδόσεις Κουμουνδουρέα
3.Καινή Διαθήκη, εκδόσεις Ζωή
4.Παλαιά Διαθήκη, εκδόσεις Χάρη Πάτση ΑΕ
5.Γεωργίου Β. Μαυρομάτη «Η Γιορτή των Χριστουγέννων», εκδόσεις Τέρτιος
6.Νικοδήμου Αγιορείτου «Εορτοδρόμιον», εκδόσεις Ορθοδόξου Κυψέλης
7.Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, εκδόσεις Μαρτίνου .
ΠΗΓΗ:Ο.Ο.Δ.Ε(www.oodegr.com)

________________________________________

Το εικόνισμα της Παναγίας

 

Αληθινή απίστευτη συγκλονιστική Ιστορία

O γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν.Μ’αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή.

Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη, και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε. Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύθηκε, απέκτησε τα παιδιά του. Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του….. Και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο είχε οργανώσει εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, στη μνήμη του παππού του.

Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπάμπη, όταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του…… ήταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι ‘έφτασε μπροστά στο σπίτι…..

Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.»Έλα παιδί μου, τι θέλεις;» τον ρώτησε στα τούρκικα…

Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως είχε έρθει από την Ελλάδα για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν τ άκουσε ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του…»Κάλως όρισες» του είπε ελληνικά. «Το ξέρα πως θα ρθείς και σε περίμενα» ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ´ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.

Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε. Γεννήθηκα σ´ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας.Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.

Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας. Οι γονείς του μ´αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί, Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι, και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ´όλο το σπίτι ευωδία.

Όλα αυτά έμενα μ´ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.

Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ´ένα ξωκλήσι που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους. Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν ακολούθησα και εγώ.

Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε.»Όχι εσύ παιδί μου» μου είπε χαμηλόφωνα. «

«Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος» Τον κοίταξα με παράπονο..» «Τότε να βαπτιστώ» του απάντησα.

Λίγο αργοτέρα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω όταν γινόμουνα ενηλικός κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο.

Κι έγω περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία. Πρίν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η αντλλαγή των πληθυσμών. Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τουτο εδώ το χωριό.

Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημέμη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοιχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω απο το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο, και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια.

Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά νίωθα μια υπέροχη ευωδιά να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσεύχη μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι.

Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω απο το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πώ σε κάποιον. Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ´ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο. Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς. Τα ανασήκωσα μ’ενα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα απο κάτω ένα μεταλλικό κουτί. «Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θυσαυρός» σκέφτηκα.

Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπήρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλο και ένα θυμιατήρι που ευωδίαζαν.

«Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε απο αυτό το σπίτι έκρυψαν τον πολύτιμό θυσαυρό τους για να μήν πέσει σε βέβηλα χέρια». Το ίδιο σκέφτηκα να κάνω και γω. Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος απο την οικογένεια που θα μπορούσα να την παραδώσω. Κι αυτό ήταν το αίτημα μου όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία. Πέρασαν χρόνια από τότε. Οι γονείς μου φύγανε απο τη ζωή. Τ’ αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό. Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας. Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπεί γυναίκα στο σπίτι μου. Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν. Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε.

Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν. «Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου» Προσευχόμουνα συνέχεια. Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της . Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσέρη άυρα απλώθηκε στην ψυχή μου. Έβγαλα την εικόνα απο το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε. «Κάποιον θα στείλει σήμερα να την πάρει», σκέφτηκα και κάθισα απο το πρωί στα σκαλοπάτια να περιμένω. Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος.

Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο απο τα χέρια του γέροντα. Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του. Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά. Αποχαιρετήστηκαν δακρυσμένοι. Πρίν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι «Πάρτο παιδί μου, του είπε.

Έχει χώμα απο τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του!

http://www.imis.gr

Η Σύλληψις της Αγίας Άννας – 9 Δεκεμβρίου.Σύντομο αφιέρωμα στην εορτή.

Επιμέλεια:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

Πώς καθιερώθηκε η εορτή.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Γ.Φίλια»Τὰ αἴτια καὶ οι χρονικοὶ παράμετροι τοῦ ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ διερευνηθοῦν πλήρως. Θὰ ἀναμείνουμε, μᾶλλον, τὰ δεδομένα καθορισμοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), ἐκ τῆς ὁποίας προφανῶς καθορίστηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον (περίοδος κυήσεως) ἡμερομηνία τῆς 9ης Δεκεμβρίου. Οἱ πρῶτες μαρτυρίες τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Συλλήψεως ἀνάγονται στὰ τέλη τοῦ 7ου- ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ.. Ἔκτοτε, ἡ ἑορτὴ διαδόθηκε εὐρύτατα, μὲ ἀποκορύφωμα τὸ 12ο αἰ., ὅταν ἐπὶ αὐτοκράτορος Μανουὴλ Κομνηνοῦ ἔλαβε ἐπίσημο κρατικὸ χαρακτήρα.

Ποιοί Εκκλησιαστικοί συγγραφείς ασχολήθηκαν με την εορτή.
Τὸ ἀρχαιότερο ἐγκώμιο τῆς ἑορτῆς εἶναι «ὁ Λόγος εἰς τὴν Σύλληψιν τῆς Ἁγίας Ἄννης» τοῦ Ἰωάννου μοναχοῦ καὶ πρεσβυτέρου Εὐβοίας (8ος αἰ.)(. Στὸ κείμενο αὐτὸ ἐξιστοροῦνται τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀτεκνία τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας, μὲ τὴν ἀπόρριψη τῶν δύο ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ περιβάλλον τους λόγῳ τῆς ἀτεκνίας τους, μὲ τὴ θερμὴ προσευχὴ τοῦ καθενὸς σὲ διαφορετικὸ τόπο, καθὼς καὶ μὲ τὴν πληροφόρηση τοῦ Θεοῦ ὅτι ἡ προσευχή τους εἰσακούστηκε. Ἡ ἐγκωμιαστικὴ Ὁμιλία ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν ἐπισήμανση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου, ὅτι μετὰ τὴν ἐξαγγελία τοῦ Θεοῦ ἡ Ἄννα συνέλαβε τη Θεοτόκο διὰ τῆς φυσιολογικῆς βιολογικῆς ὁδοῦ.
Παρόμοιες πληροφορίες παρέχει στοὺς Λόγους του περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Συλλήψεως ὁ Γεώργιος Νικομηδείας (†860), καθὼς καὶ ὁ Ἰάκωβος Μοναχὸς (†1099). Τὰ γεγονότα περὶ τῆς Συλλήψεως τῆς Θεοτόκου ἐμπλουτίζει ὁ μοναχὸς Ἐπιφάνιος (†1015), ὁ ὁποῖος ὅμως παραθέτει ἐλεγχόμενες πληροφορίες (ὅπως τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὀνοματοδοσία τῆς Θεοτόκου κατὰ τὴν ἐξαγγελία τῆς Συλλήψεως).

Ὁ Εὐθύμιος Κωνσταντινουπόλεως (†917) ἀποκαλεῖ τὴν ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως ὡς «πρώτη ἀπ᾿ὅλες τὶς ὑπόλοιπες», ὡς «πρόξενο τῆς σωτηρίας» μας καὶ ὡς «πάταξη» τοῦ «ὄφεως», ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς ἀναιρέσεως τῶν ἐπιπτώσεων τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ὁ ἴδιος ἀναφέρεται στὸν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του ἑορτασμὸ τῆς Συλλήψεως, μαρτυρώντας περὶ «χαριστηρίων φωνῶν» οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπὸ «κατώδυνες καὶ πνευματοφόρες ψυχὲς».

Εορτολογικό περιεχόμενο της εορτής-Συναξάριο.
Σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, ο οποίος επιθυμούσε να ετοιμάσει ένα πάναγνο κατοικητήριο για να κατασκηνώσει μαζί με τους ανθρώπους, δεν επετράπη στον Ιωακείμ και την Άννα να αποκτήσουν απογόνους. Και οι δύο είχαν φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και είχαν μείνει στείροι – συμβολίζοντας την ανθρώπινη φύση, στρεβλωμένη και αποξηραμένη από το βάρος της αμαρτίας και του θανάτου -, δεν έπαυσαν ωστόσο να παρακαλούν τον Θεό να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που είχε αποσυρθεί σε ένα βουνό και στην Άννα που θρηνούσε την δυστυχία της στον κήπο τους, για να τους αναγγείλει ότι επρόκειτο σύντομα να εκπληρωθούν στο πρόσωπό τους οι πάλαι προφητείες και ότι θα γεννούσαν τέκνο που προοριζόταν να καταστεί η αυθεντική Κιβωτός της καινής Διαθήκης, η θεία Κλίμαξ, η άφλεκτος Βάτος, το αλατόμητον Όρος, ο ζωντανός Ναός όπου θα κατοικούσε ο Λόγος του Θεού <1>. Την ημέρα αυτή, με την σύλληψη της Αγίας Άννης, τερματίζεται η στειρότητα της ανθρώπινης φύσης, που χωρίσθηκε από τον Θεό δια του θανάτου· και με την υπέρ φύσιν τεκνοποίηση αυτής που είχε μείνει στείρα έως την ηλικία κατά την οποία δεν μπορούν πλέον φυσιολογικά να τεκνοποιήσουν οι γυναίκες, ο Θεός ανήγγειλε και επιβεβαίωσε το πλέον υπερφυές θαύμα της ασπόρου συλλήψεως και την αμώμου γεννήσεως του Χριστού από τα σπλάγχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.

Παρότι εγεννήθη από θεία επέμβαση, η Παναγία προήλθε από σύλληψη μέσω συνευρέσεως ανδρός και γυναικός κατά τους νόμους της ανθρώπινης φύσης μας, της πεπτωκυίας και δέσμιας της φθοράς και του θανάτου μετά το προπατορικό αμάρτημα (βλ. Γέν. 3,16). Σκεύος εκλογής, τίμιος Ναός που προετοίμασε ο Θεός πρό των αιώνων, η Θεοτόκος είναι η πλέον αγνή και τέλεια αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας, αλλά δεν βρίσκεται εκτός της κοινής κληρονομίας και των συνεπειών του αμαρτήματος των πρωτοπλάστων. Ακριβώς όπως έπρεπε, για να μας λυτρώσει ο Χριστός από το κράτος του θανάτου δια του εκουσίου Σταυρικού Του θανάτου (βλ. Εβρ. 2,14), να γίνει ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού όμοιος με τον άνθρωπο στα πάντα πλην της αμαρτίας, εξίσου απαραίτητο ήταν η Μητέρα Του, στα σπλάγχνα της οποίας ο Λόγος του Θεού ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, να είναι σε κάθε τι όμοια με εμάς, υποκείμενη στην φθορά και στον θάνατο, μή τυχόν και θεωρηθεί ότι η Λύτρωση και η Σωτηρία δεν μας αφορούν απολύτως και εξ ολοκλήρου, εμάς του απογόνους του Αδάμ. Η Θεοτόκος εξελέγη μεταξύ των γυναικών όχι τυχαίω τω τρόπω, αλλά γιατί ο Θεός είχε προβλέψει προαιωνίως ότι θα ήταν σε θέση να διαφυλάξει τελείως την αγνότητά της ώστε να Τον δεχθεί μέσα της . Και ενώ συνελήφθη και γεννήθηκε όπως όλοι μας, αξιώθηκε να καταστεί κατά σάρκα Μητέρα του Υιού του Θεού και κατά πνεύμα μητέρα όλων μας. Γλυκύτατη και φιλεύσπλαγχνος, είναι σε θέση να μεσιτεύει υπέρ ημών ενώπιον του Υιού της, ώστε να μας χαρίσει Εκείνος το μέγα έλεος.

Ακριβώς όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο καρπός της παρθενίας της, η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν καρπός της σωφροσύνης του Ιωακείμ και της Άννας. Ακολουθώντας αυτήν την οδό της αγνότητος και εμείς, μοναχοί και σώφρονες χριστιανοί, κάνουμε να γεννηθεί και να μεγαλώσει μέσα μας ο Σωτήρας Χριστός.


Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος τέταρτος – Δεκέμβριος, σ. 93-95)-Βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ.

Eικονογραφία


Ο ασπασμός των Θεοπατόρων στην Μονή της Χώρας.

Στην Ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση το θέμα της Συλλήψεως της Θεοτόκου παριστάνεται με τον εναγκαλισμό και τον ασπασμό των γονέων της Παρθένου.Η παράσταση προέρχεται από το Πρωτευαγγέλιο ,σύμφωνα με το οποίο η Άννα όταν είδε ερχόμενο τον Ιωακείμ » έδραμε και εκρεμάσθη εις τον τράχηλον αυτού λέγουσα.Νύν οίδα ότι ο Κύριος ο Θεός ηυλόγησέ μερ σφόδρα …και η άτεκνος εν γαστρί λήψομαι.»

 



Η «άσπιλη σύλληψη» της Θεοτόκου

Το δόγμα αυτό, το όποιο διετύπωσε το 1854 ο Πάπας Πίος ο 9ος, σημαίνει ότι η Παναγία γεννήθηκε άσπιλη, αναμάρτητη, δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, όπως το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Η διδασκαλία αυτή βέβαια περί της ασπίλου συλλήψεως δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και έχει επίσης πολλά τρωτά σημεία.
Ένα τρωτό σημείο αυτής της διδασκαλίας είναι ότι προσβάλλει την μοναδικότητα της γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Μόνο ο Χριστός γεννήθηκε αναμάρτητος εκ Πνεύματος Αγίου, είναι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία δεν μεσολάβησε σάρκα και αίμα. Ο Χριστός μας γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, άνευ συνάφειας ανδρός. Δεν ήλθε σε σαρκική ένωση η Παναγία με άνδρα. Το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παναγία και δι’ Αγίου Πνεύματος εγεννήθηκε ο Κύριος μας· ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου από την Παρθένο Μαρία, γι’ αυτό και είναι αναμάρτητος. Η Παναγία όμως δεν γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου· γεννήθηκε από γονείς φυσιολογικά, κανονικά, από τον Ιωακείμ και από την Άννα. Προσβάλλει επομένως η διδασκαλία αυτή την μοναδικότητα της γεννήσεως του Χριστού. Η μοναδική γέννηση, η οποία έγινε εκ Πνεύματος Αγίου και είναι γι’ αυτό άσπιλη, είναι η γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Το δεύτερο στοιχείο για το οποίο αυτή η διδασκαλία δεν είναι ορθή είναι ότι ουσιαστικώς δεν ανεβάζει την Παναγία, την μειώνει, ενώ οι Παπικοί θέλουν να υψώσουν την Παναγία, υπερβολικά μάλιστα.
Ενώ λοιπόν νομίζουν ότι με την άσπιλη σύλληψη υπερυψώνουν την Παναγία, ουσιαστικώς την μειώνουν. Γιατί η Παναγία εξυψώνεται πιο πολύ αν παρουσιασθεί ότι αυτά που κατόρθωσε, αυτή η αγιότης την οποία κατόρθωσε, δεν τα κατόρθωσε γιατί ήταν αναμάρτητη εκ φύσεως, τα κατόρθωσε γιατί ενώ ήταν άνθρωπος σαν εμάς, γεννήθηκε από φυσικούς γονείς, από τον Ιωακείμ και την Άννα, ενώ ήταν άνθρωπος καθόλα φυσιολογικός, είχε αυτήν την δική μας τη φύση, η οποία ρέπει προς την αμαρτία, κατόρθωσε εν τούτοις να καλλιεργήσει τις αρετές με πολλή άσκηση, με προσευχή, με νηστείες με εγκράτεια, με αγνότητα ιδιαιτέρως, και να φθάσει στα ύψη αυτά της αγιότητος, συνεργώντας και κοπιάζοντας η ίδια.

Στην διδασκαλία για την Θεοτόκο υπάρχουν δύο ακρότητες. Η Ορθόδοξος εκκλησία είναι ανάμεσα, ακολουθεί τη χρυσή οδό. Ποιες είναι οι δύο αυτές ακρότητες; Η μια ακρότητα είναι αυτή η όποια υπερεξαίρει την Παναγία, κάνει την Παναγία Θεά, θεοποιεί την Παναγία, είναι η Μαριολατρεία. Διδάσκει ότι η Παναγία είναι Θεός, και αυτή την τάση υπηρετεί η διδασκαλία της Ρωμαϊκής εκκλησίας, της Παπικής εκκλησίας, περί του ότι η Παναγία είναι άσπιλη, την εξισώνει με τον Χριστό, ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

Στο άλλο άκρο είναι ο λεγόμενος Αντιδικομαριανισμός, οι αντίθετοι, οι αντίδικοι της Μαρίας, οι εχθροί της Μαρίας, στην εποχή μας οι Προτεστάντες. Από την μία πλευρά οι παπικοί, οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν την Μαριολατρεία, κάνουν την Θεοτόκο Θεό, και από την άλλη πλευρά στη Δύση και πάλι, στην Ευρώπη, υπάρχει τελείως αντίθετη τάση, των έχθρων της Παναγίας. Ας αναφέρουμε εδώ, αυτό που είπαμε και άλλη φορά, ότι ο πατήρ Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα βιβλίο το όποιο έχει γράψει για την Παναγία δημοσιεύει ένα γράμμα του γέροντος του, Αθανασίου του Ιβηρίτη, ο όποιος αναφερόταν σ’ αυτήν την εχθρότητα που έχουν οι Προτεστάντες εναντίον της Παναγίας. Εάν πάτε σ’ έναν ναό προτεσταντικό-ευαγγελικό, υπάρχουν και εδώ στην πόλη μας, γιατί και έδώ υπάρχουν Ευαγγελικοί-Προτεστάντες, δεν θα δείτε πουθενά εικόνες, δεν έχουν καμία τιμή, κανένα σεβασμό προς την Παναγία. Αντίθετα εκφράζονται υποτιμητικά γι’ Αυτήν. Έχοντας λοιπόν κατά νουν ο Γέρων Αθανάσιος ο Ιβηρίτης την ασέβεια προς την Παναγία, εκφράζεται στο γράμμα αυτό πολύ σκληρά για τους Προτεστάντες και τους προτεσταντίζοντες. Δεν διστάζουν οι Άγιοι να χρησιμοποιήσουν σκληρές λέξεις, όταν υβρίζονται άγια πρόσωπα. Για μας αυτό θα φαινότανε βαρύ, τους δήθεν ευγενείς, τους δήθεν προοδευμένους, τους ανθρώπους των σαλονιών. Μπορεί να υβρίζουμε άγιους, αλλά θέλουμε μια εκλεπτυσμένη γλώσσα στις μεταξύ μας σχέσεις. Ανάμεσα λοιπόν στις δύο αυτές τάσεις, από την μια πλευρά της Μαριολατρείας του Παπισμού και της εχθρότητος προς την Παναγία, της μειώσεως της Παναγίας, των Προτεσταντών είναι η δική μας η Ορθόδοξη εκκλησία, η όποια σέβεται και τιμά και υμνεί την Θεοτόκο με τόσους ύμνους, δεν κάνει όμως την Παναγία Θεά. Την τοποθετεί μετά τη Θεότητα “τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα”. Οι ιερείς μνημονεύουμε πρώτα τον Χριστό και μετά την Παναγία.

Φωτογραφικό οδοιπορικό στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο.

 

Ένα σύγχρονο θαύμα της Παναγίας της Παραμυθίας.

«Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου χωρίς πόνους»

«Τον Αύγουστο του 2003 μου παρουσιάστηκαν δυνατοί πόνοι στα γόνατα. Οι γιατροί τους οποίους επισκέφθηκα μου είπαν πως οι αρθρώσεις των γονάτων μου ήταν σε άσχημη κατάσταση και πέραν της φαρμακευτικής αγωγής μου συνέστησαν να αποφεύγω παντί τρόπω ακόμη και τα πεζοδρόμια.

Μετά την πάροδο 2 μηνών η κατάσταση παρέμενε η ίδια. Κατά τον μήνα Οκτώβριο και ημέρα Παρασκευή ανάγκαστηκα να ανεβοκατέβω περίπου 250 σκαλιά. Το μεσημέρι στο σπίτι οι πόνοι στα γόνατά μου ήταν ανυπόφοροι. Ενημέρωσα τον θεράποντα ιατρό ο οποίος μου είπε πώς: «από Δευτέρα θα πρέπει να δρομολογήσουμε την μόνη λύση η οποία είναι η εγχείρηση». Σημειώνω πως στενοχωριόμουν όχι μόνο για τους πόνους αλλά και για το γεγονός πως μου ήτο αδύνατο σε αυτή την κατάσταση να απισκεφθώ και το Άγιον Όρος που ήτο επιθυμία μου.
Το μεσημέρι της Παρασκευής εκείνης ξάπλωσα και με πήρε ο ύπνος μετά από τα φάρμακα που πήρα. Ένοιωσα ένα χέρι να πιάνει το δικό μου και μια φωνή να μου λέει: «Θα έρθεις στο Όρος αλλά όχι έτσι». «Και βέβαια όπως είμαι δεν μπορώ να έρθω» απάντησα. «Θα έρθεις» μου είπε πάλι η φωνή και το χέρι που με κρατούσε με τράβηξε και αφού περπάτησα πάνω στο νερό ανέβηκα ένα βουνό, κατέβηκα την άλλη πλαγιά και έξω από ένα κάστρο δίπλα στη θάλασσα το χέρι που με κρατούσε με άφησε και μια φωνή μου είπε: «Εδώ είμαι».
Ξύπνησα. Είπα το όνειρο στην γυναίκα μου και στον εαυτό μου είπα «καλό και ευλογημένο ας είναι». Ζήτησα τηλεφωνικά από την κόρη μου, πού ευρίσκετο στο κέντρο της πόλης να μου αγοράσει μια κασέτα με ύμνους της μονής Ορμύλιας Χαλκιδικής. Η υπάλληλος του βιβλιοπωλείου μαζί με την κασέτα της έδωσε δώρο τον Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας Παραμυθίας εκδόσεως της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου. Όταν ήρθε η κόρη μου ξεφύλισσα το βιβλιαράκι αυτό και διάβασα στις τελευταίες σελίδες του τα θαύματα της Παναγίας. Έως τότε δεν γνώριζα που ακριβώς ευρίσκετο η Μονή Βατοπαιδίου και γι’ αυτό ανέτρεξα στο χάρτη του Αγίου Όρους το οποίο έως τότε είχα επισκεφθεί δύο φορές… Όταν είδα την τοποθεσία της Μονής τότε συνεδείασα την σχέση της τοποθεσίας της με το όνειρο και κατέληξα στο συμπέρασμα πως το χέρι που με κρατούσε ήταν της Παναγίας της Παραμυθίας. Ομολογώ ότι ανατρίχιασα σύγκορμος, δάκρυσα και με την οικογένειά μου δοξάσαμε την Χάρη της Παναγίας. Έταξα δε στην βραδυνή προσευχή μου πως με την πρώτη ευκαιρία μεταβάσεώς μου εις το Όρος θα προστρέξω να προσκυνήσω την εικόνα της Παναγίας και στην χάρη της θα αφιερώσω μία χρυσή καρδούλα, δώρο της γυναίκας μου κατά την ημέρα του αρραβώνα μας.
Το Σάββατο το πρωΐ, την επομένη δηλαδή, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου χωρίς πόνους και με μια πρωτόγνωρη δύναμη. Από τότε δεν έχω κανένα πρόβλημα.
Ευχαριστώ την Παναγία, που με αξίωσε να έλθω στο Όρος
καί να εκπληρώσω το τάμα μου.
Ιωάννης Γεωρ. Καμάς
5/11/2004, Ιεροσολύμων 23,
551 34  Καλαμαριά – Θεσσαλονίκη

 

21 Νοεμβρίου.Εορτή της Παναγίας της Εικονίστριας, Πολιούχου της Σκιάθου.

Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο

Μετά την άλωση της Κων/λεως και την υποταγή των νησιών του Αιγαίου στους Οθωμανούς και τους αλλεπάλληλους πολέμους που είχαν οι κατακτητές με την αριστοκρατία της Βενετίας, στο μέρος που βρίσκεται σήμερα το ιερό Μοναστήρι της Θεοτόκου, στη Σκιάθο, υπήρχε ένα μικρό παρεκκλήσι. Στο παρεκκλήσι αυτό βρισκόταν κάποιος ιερομόναχος Συμεών, γέροντας σεβάσμιος, ενάρετος αναχωρητής. Προς τα βορειοανατολικά του ησυχαστηρίου του, σε ώρες νυκτερινές, έβλεπε ένα φως να αστράφτει σε κάποιο υψηλό Σύνδενδρο. Επειδή έβλεπε συχνά το φαινόμενο, αισθάνθηκε πόνο και σφοδρή επιθυμία να πάει και να εξετάσει ζητώντας πληροφορίες. Πραγματικά: μέσα στην νύχτα πολλές φορές δοκίμασε να διερευνήσει το θέμα, αλλά συναντούσε μεγάλες δυσκολίες. Μόλις πλησίαζε στον τόπο εκείνο, το φως γινόταν άφαντο και εκείνος γύριζε στο ησυχαστήριο του βαθιά λυπημένος.
Όμως ποτέ δεν έπαυσε να είναι βέβαιος ότι επρόκειτο για θείο φως, γιατί πάντοτε το έβλεπε από μακριά. Γι’ αυτό έπεσε σε προσευχή και νηστεία και παρακαλούσε το Θεό να τον οδηγήσει να το βρει. Μια νύκτα που προσευχότανε, ήλθε στην καρδιά του μια χαρά και μια αγαθή ελπίδα, ότι να πάει και οπωσδήποτε θα το βρει.
Χωρίς δισταγμό έφτασε εκεί όπου ήταν το Θείο Φως, μέσα στα πεύκα και στα άλλα δέντρα του δάσους. Και εκεί πάνω σε ένα πεύκο, βλέπει, ώ του θαύματος! Να κρέμεται η Εικόνα της Θεοτόκου, περιαστραπτόμενη από το Θείο Φως. Η καρδιά του γέμισε ευφροσύνη και άρχισε να ψάλλει τον θείο και αρχαγγελικό ύμνο και δοκίμασε να ανέβει επάνω στο πεύκο, για να φτάσει την Αγία Εικόνα. Όμως το δέντρο ήταν υψηλό και αυτός γέροντας και αδύναμος. Έτσι αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι το πρωί, έως ότου ανατείλει η ημέρα. Αλλά ούτε το πρωί παρά την προσπάθειά του, δεν μπόρεσε να την κατεβάσει. Γι’ αυτό ξεκίνησε και ήρθε στο Κάστρο, όπου κατοικούσαν Οθωμανοί και μερικοί πρόκριτοι από τους ντόπιους Χριστιανούς με επικεφαλής τον σεβάσμιο ιερέα οικονόμο Παπα-Φραγκούλη.
Μέσα σε ατμόσφαιρα κατανύξεως και καταπλήξεως, το ιεραρχείο έψαλλε Παράκληση και μαζί με μερικούς προεστώτες οδοιπόρησαν και έφτασαν μετά φανών και λαμπάδων στον τόπο όπου υπέδειξε ο γέροντας Συμεών. Εκεί ευρήκαν την αγία εικόνα, την ασπάστηκαν με δάκρυα και την έφεραν με ψαλμούς και ύμνους στο παρεκκλήσι του γέροντα Συμεών, την εναπέθεσαν εκεί και επέστρεψαν στο Κάστρο κηρύσσοντας το θαύμα, για το οποίο όλοι οι κάτοικοι εξεπλάγησαν και χάρηκαν. Ακόμα και Οθωμανοί θαύμασαν.
Ο παπα- Φραγκούλης με τους Χριστιανούς αποφάσισαν να κτίσουν Μοναστήρι στον τόπο που βρέθηκε η Αγία Εικόνα. Επειδή ο τόπος όμως ήταν περίβλεπτος, και φοβήθηκαν πως μπορούσε να γίνει αντικείμενο πειρατικών επιδρομών, γι’ αυτό το έκτισαν στον τόπο, όπου βρίσκεται σήμερα, με την συνδρομή όλων των χριστιανών και των Οθωμανών ακόμα. Ηγούμενος διορίστηκε ο γέροντας Συμεών, ο οποίος αφιέρωσε σε αυτό όλη του την περιουσία.Έτσι ιδρύθηκε το Μοναστήρι.


Πως όμως έλαβε η εικόνα το όνομα Εικονίστρια καθώς και η Μονή, κανείς δεν μπορεί με ακρίβεια να μας πληροφορήσει. Άλλοι λέγουν ότι την ονόμασαν Κουνίστρια- Εικονίστρια, διότι καθώς ήταν κρεμασμένη η Εικόνα στο δένδρο, έμοιαζε να αιωρείται σε κούνια. Άλλοι υποστηρίζουν ότι επειδή κλονίζονταν το δέντρο και το μέρος εκείνο πολύ καιρό πριν να βρεθεί η Αγία Εικόνα, ονόμασαν και τον τόπο και την Αγία Εικόνα Κλονίστρια και κατά παράφραση Κονίστρια. Υποστηρίζεται ακόμα ότι το φως που την περικύκλωνε ονομάστηκε Αστρία και κατά παραφθορά Εικονίστρια ή ονομάστηκε έτσι επειδή ήρθε από τον Ίστρο ποταμό, ίσως από τον καιρό των Εικονομάχων.
Η Αγία Εικόνα είναι πολύ παλαιά αλλά το ξύλο είναι Άσηπτο. Παριστάνει την Αγία μορφή της Θεοτόκου από τον τράχηλο και επάνω και εμπνέει το σεβασμό και τον θαυμασμό. Πλήθος θαυμάτων γίνονται και αναρίθμητα αφιερώματα την κοσμούν, γιατί “Τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι, παράλυτοι εγείρονται, πλέοντες ευοδούνται, ναυαγούντες διασώζονται”.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα θαύμα της Παναγίας. Κάποτε έφεραν από το Τρίκερι μια κόρη μονογενή ενός πρόκριτου Χατζη-Νίκου, παράλυτη και βουβή. Με τις παρακλήσεις των ιερέων της Μονής, βρήκε την υγεία της και αναχώρησε περπατώντας για την πατρίδα της.
Η θαυματουργή Εικόνα της Εικονίστριας βρίσκεται τώρα, στο Μητροπολιτικό Ναό των Τριών Ιεραρχών της Σκιάθου.
Η πρώτη Πανήγυρις προς τιμήν της Θαυματουργής Εικόνας της Εικονίστριας τελείται την 21η Νοεμβρίου την ημέρα των Εισοδίων.
Τότε η Εικόνα της Παναγίας μεταφέρεται με μεγάλη πομπή στον τόπο της Ευρέσεως, στο μοναστηράκι της, και εκεί τελείται ολονυκτία.
Η δεύτερη Πανήγυρις προς τιμήν της Ιεράς Εικόνας τελείται την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου: την ημέρα αυτή εορτάζουμε την Εύρεση της Ιεράς Εικόνας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Στην Παναγία τήν Κουνίστρα

Εις όλην την Χριστιανοσύνη
μια είναι μόνη Παναγία αγνή,
κόρη παιδίσκη, Άσμα των Άσμάτων,
χωρίς Χριστόν, θείο παιδί, στά χέρια,
και τρεφομένη με αγγέλων άρτον!..

Εσύ’ σαι η μόνη Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθης στης Σκιάθου το νησί,
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη,
κ’ αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν..

H εικονογραφία των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Μονή της Χώρας στην Κων/πολη.

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Άξιομνημόνευτη είναι η παράσταση των Εισοδίων στην Μονή της Χώρας (1315-1320) στην Κων/πολη..Στο Καθολικό της Μονής ,το θέμα της διατροφής από τον άγγελο εικονίζεται δύο φορές.

Πρώτη παράσταση.Η προσφορά της Μαρίας


Δεύτερη παράσταση.Η διατροφή της Μαρίας.


Η μία στην παράσταση των Εισοδίων ,που ιστορείται στον τρίτο θόλο του εσωνάρθηκα και η δεύτερη ,σαν μεμονωμένη σκηνή ,στην νότια καμάρα του θόλου.Φαίνεται ότι ο ψηφιδιγράφος δεν μπόρεσε να αποφύγει αυτή την επανάληψη ,καθώς το θέμα της διατροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παράστασης των Εισοδίων.Και στις δύο περιπτώσεις -στην παράσταση των Εισοδίων και στην μεμονωμένη σκηνή -το θέμα της διατροφής ιστορείται με τον συνηθισμένο τρόπο ,με την Θεοτόκο καθισμένη κάτω από το κιβώριο σε ψηλή καθέδρα ,να απλώνει τα χέρια να παραλάβει από τον ιπτάμενο άγγελο, που την είχε πλησιάσει ,τον άρτο.Διαφέρουν όμως ως προς τον ουρανό του κιβωρίου-που στην πρώτη περίπτωση είναι θολωτός ,ενώ στην δεύτερη πυραμοειδής-και στην παρουσία μιας καθισμένης κοπέλας από την ομάδα των λαμπαδηφόρων παρθένων ,που έχει προστεθεί στην μεμονωμένη σκηνή.Το θέμα αυτό δεν υπάρχει μεμονωμένο σε κανένα άλλο μνημείο .Η επιγραφή που συνοδεύει το ψηφιδωτό της Μονής της Χώρας «η Θεοτόκος δεχομένη τον άρτο παρά του Αγγέλου» έχει άμεση σχέση με το κείμενο του Πρωτευαγγελίου » ην δε Μαρία εν των ναώ Κυρίου ως περιστερά νεμομένη και ελάμβανεν τροφήν εκ χειρός αγγέλου».