Archive for 2010

H δύναμη της Προσευχής μιας πόρνης .

  • Τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ πρὸ 18 ἐτῶν στὴν «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία» ἀπὸ ἀνέκδοτο ἁγιολογικὸ κείμενο. Διαβάζοντάς το κατωτέρω ΑΥΤΟΥΣΙΟ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ τὴν συμβατικὴ θρησκευτικότητα καὶ τὴν πνευματικὴ ρηχότητα, ἡ ὁποία ροκανίζει τὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ .

Μιὰ μάνα ἔχει τὸ μικρό της παιδὶ ἑτoιμoθάνατο (τά δύο πρῶτα ἔχουν ἤδη χαθεῖ, κατὰ τὴν ἐκτενῆ διήγηση). Τρέχει στούς δρόμους. Ὅποιον συναντᾶ, τὸν θερμοπαρακαλεῖ νά εὐχηθεῖ γιὰ τὸ παιδί της.
«Ἔτσι λοιπὸν καθὼς τρέχει μὲ τὴν καρδιά της κομμάτια ἀπὸ τὸν πόνο, συναντᾶ μιὰ ἑταίρα, ἡ ὀποία ἦταν πνιγμένη στὶς πολλὲς άμαρτίες καὶ εἶχε τὴν ζωή της σὲ περισσότερες ἀσωτεῖες σπαταλημένη.Μόλις τήν εἶδε ἡ μάνα ἔριξε τό παιδί της, τὸ ὁποῖο ψυχορραγοῦσε, στὴν ἀγκαλιά  αὐτῆς, γιατί ὀ βαθὺς πόνος τὴν τρέλαινε. Ἔπεσε στὰ πόδια της καὶ τὴν ἱκέτευσε νὰ προσευχηθεῖ στὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐλεήσει τὸ μικρό. Ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη ξαφνιασμένη σάστισε καὶ δὲν ἤξερε τί νά χάνει.  Ἀπὸ τὴν μιά ἔβλεπε τὸ νήπιο σχεδὸν πεθαμένο, καὶ τὴν μητέρα του νὰ κυλιέται στὰ πόδια της καὶ νὰ μὴ σηκώνεται, κι ἀπ᾽ τὴν ἄλλη τὸν ἑαυτό της κατεγνωσμένο ἀπὸ τὰ πολλὰ ἁμαρτήματα καὶ στερημένο κάθε θάρρους πρὸς τὸν Θεό. Πιεζόμενη ὅμως ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ παιδιοῦ ἐστράφη πρὸς Ἀνατολὰς κι ἀφοῦ χτύπησε δυνατὰ μὲ τὰ χέρια τὸ στῆθος της εἶπε μὲ πολλὰ δάκρυα:

«Κύριε, οὔκ εἰμι ἀξία ἀτενίσαι καὶ ἰδεῖν τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, οὐδὲ ὀνομάσαι τὸ ὄνομά σου τὸ ἔνδοξον διὰ τῶν χειλέων μου τῶν ἁμαρτωλῶν· ἀναξίαν γὰρ ἐμαυτὴν πεποίηκα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τοσαῦτά σε παροργίσασα τὸν ἀγαθὸν δεσπότην· ἀλλ᾽ ὅμως μιμουμένη τήν ποτέ σοι προσπεσοῦσαν πόρνην καὶ πταισμάτων ἄφεσιν κομισαμένην, προσπίπτω κἀγω καὶ δέομαι τὴν τῆς Φιλανθρωπίας σου στοργὴν ἐφ᾽ ἡμᾶς ἐπιβλύσαι. Ἐκείνη μὲν γὰρ ἡ πόρνη τῶν οἰκείων σφαλμάτων ᾐτεῖτο λύσιν, ἐγὼ δὲ τὰ πλήθη τῶν ἀμετρήτων μου κακῶν ἐπισταμένη οὐ τολμῶ στόμα διᾶραι καὶ τῶν ἀνομιῶν μου συγχώρησιν αἰτήσασθαι, ἀλλ᾽ ὑπὲρ τοῦ ἀμώμου νηπίου τούτου βιαζομένη ὑπὸ ταύτης τῆς δούλης σου, δέομαί σου τοῦ ζωοδότου καὶ πάντων σωτῆρος ζωὴν αὐτῷ παρασχεῖν· εἰ γὰρ ἐγὼ ἡ ὠμοτάτη καὶ ἀνελεήμων ἐλεῶ αὐτὸ καὶ συμπαθῶ, πόσῳ μᾶλλον σὺ ὁ φύσει συμπαθὴς καὶ ἐλεήμων ἐλεήσεις αὐτὸ καὶ οἰκτειρήσεις».

Τότε ὑπέρλαμπρο φῶς κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πάνω σ᾽ἐκείνη τὴν πόρνη καὶ στὸ ἑτοιμοθάνατο παιδὶ καὶ στὴν ὀδυρόμενη μητέρα του. Τὴν ἴδια ὥρα τὸ νήπιο ἀναζωογονήθηκε καὶ ἡ μάνα του ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν ὀδύνη εὐχαριστοῦσε τὸν Θεό. Κι ἐπιπλέον ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη γυναίκα κατάπληκτη ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ χύνοντας ποτάμια δάκρυα ἀπ᾽ τὰ μάτια της»

«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ», τ. 71 (Α´ περ.), ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1992

Μια αγράμματη γιαγιά φθάνει στη θέωση

Αναδημοσίευση από το βιβλίο: «Γεροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης», Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ», Κατουνάκια Αγίου Ορος, σελ 72 – 73.

Ενώ πολλοί διαβάζουμε και μελετάμε αναζητώντας το δρόμο της θέωσης γύρω από τα θέματα της πίστης, κάποιοι αγράμματοι συνάνθρωποί μας, πετυχαίνουν το στόχο με λιγότερα γραμματικά εφόδια!
Στο μεταξύ, το 1963, λίγο μετά την αναχώρηση τού πατέρα για το Όρος ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή» είχε κοιμηθεί και η μητέρα τού Γέροντα [Εφραίμ του Κατουνακιώτη]. Αυτή η υπέροχη γυναίκα αφενός αξιώθηκε δύο μέρες προ τού θανάτου της να γίνει μεγαλόσχημη μοναχή με το όνομα Μαρία –παρακαλούσε την Παναγία μια ζωή γι’ αυτό- αφετέρου είχε έναν χαριτωμένο, οσιακό όντως θάνατο.

Γλυκιά και παρήγορη στους γύρω της ψυχή, όταν για λόγους καρδιακής πάθησης μπήκε στο Νοσοκομείο του Στρατού, εξέπληξε τους πάντες με την ευγενική της γλώσσα. Πήγαινε ο γιατρός να την επισκεφθεί: «Καλώς τον χρυσό μου τον γιατρό. Τι κάνετε; Πώς είσθε; Η κυρία σας, τα παιδάκια σας Είναι καλά;» προλάβαινε και ρωτούσε με χάρη. «Μα, αυτή η γιαγιά», έλεγαν θαυμάζοντας οι γιατροί «αντί να της δώσουμε θάρρος εμείς, αυτή εμψυχώνει και παρηγορει εμάς». Τον γιό της τον μικρό» τον αξιωματικό, τον αγαπούσε πολύ. Όταν πήγαινε να την επισκεφθεί το διαισθανόταν και έλεγε τάχα εμπιστευτικά στην τότε αρραβωνιαστικιά και μετά σύζυγο του: «Έρχεται ο δικός σου». Και να σε λίγο ο αξιωματικός. Απορούσε η κοπέλα, αν μία πεθερά μπορεί να λέει «ο δικός σου». Κι όμως μπορούσε.

Ο Γέροντας, όταν έμαθε ότι μπήκε στο Νοσοκομείο, έστειλε ένα σχήμα και ένα πολυσταύρι στον αδελφό του και του έγραψε να την κάνουν μοναχή, «διότι δεν θα βγει από το Νοσοκομείο ζωντανή», βεβαίωνε.

Διηγείται η κόρη της: «Όταν η μητέρα μας έγινε μεγαλόσχημη στο Νοσοκομείο (σε όλη την ζωή της είχε την επιθυμία να γίνει μοναχή), ενώ τις άλλες ήμερες ήταν σιωπηλή (καθώς έλεγαν οι νοσοκόμες), την ήμερα και το βράδυ εκείνο συνεχώς μιλούσε! Εγώ κάθισα κοντά της όλη εκείνην τη νύχτα. Το πρόσωπο της έλαμπε, είχε γίνει φωτεινό μετά την κουρά της! Μιλούσε και κοίταζε προς τον ουρανό! «Τι λέγεις, μητέρα;» τη ρωτούσα, «τι βλέπεις;» «Τι να σου πω, παιδί μου, τι όμορφα! Τι έβλεπα! Αλλά που βρίσκομαι;» Τότε συνερχόταν, και καταλάβαινε ότι ήταν στο Νοσοκομείο.

»Μετά μία εβδομάδα που ήταν στο Νοσοκομείο, και ενώ ήταν καλά και θα έβγαινε, παρουσίασε έναν πυρετό υψηλό, ανεξήγητο. Ξημερώματα Μεγάλης Παρασκευής κοιμήθηκε. Ο θάνατός της ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Ήρθε η μοναχή που την είχε αναλάβει κατά την κουρά και την έντυνε, δηλαδή την ετοίμαζε. Αμέσως αισθάνομαι έντονη ευωδία, άρρητη ευωδιά! Λέω τότε στη μοναχή: «Καλά, κι εσείς οι μοναχές βάζετε αρώματα;» «Όχι, κυρία Ελένη», απαντά, «δεν βάζουμε αρώματα. Αυτό που ευωδιάζει, εγώ το αισθάνθηκα αμέσως, την ώρα που την άλλαζα. Βγαίνει από το σώμα της μητέρας σας. Περίμενα να το αισθανθείτε κι εσείς, γι’ αυτό δεν έλεγα τίποτε. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Είναι σημάδι ότι σώθηκε η μητέρα σας». Μείναμε κατάπληκτοι!

»Ο ιερέας κατά την κηδεία θαύμαζε και έλεγε ότι πρόκειται περί άγιας ψυχής! Σαν ίδρωτας έβγαινε από το σώμα της μητέρας μύρο! Τα ρούχα μας, που ήρθαν σε επαφή με το σώμα της μητέρας μας (την αγκαλιάζαμε και την φιλούσαμε), επί μιαν εβδομάδα ευωδίαζαν! Κατά την κηδεία περισσότερο ευωδίαζε η μητέρα μας παρά ο επιτάφιος».

Και ο ίδιος ο Γέροντας ομολογούσε: «Ναι, έτσι έγινε, αφού έπεσα, τρόπον τινά, σε μνησικακία. Να, το εξομολογούμαι. Μία γυναίκα, λέω, χωριάτισσα, αγράμματη, πού έφθασε! Όταν προσευχόμουν γι’ αυτήν, έπαιρνα, δεν έδινα! Πλημμύριζα από χάρη.

»Είδα σαν μια θεωρία, να πούμε. Πήγαινε η μητέρα μου στον Χριστό: «Καλώς τη Μαρία, καλώς τη Μαρία». Χρόνια έχουμε εμείς εδώ, για να αποκτήσουμε αυτήν την κατάσταση.

»Πολλές φορές έβλεπα ότι η μητέρα μου είναι ο γέρο-Ιωσήφ, και ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου. Ένα πράγμα και οι δύο…

»Είδα ότι είχαν με τον γερο-Ιωσήφ την ίδια πνευματική κατάσταση. Και πριν πεθάνει, και μετά τον θάνατό της, είχα πληροφορία, την ίδια πληροφορία: η μητέρα μας έφθασε σε [υψηλά πνευματικά] μέτρα. Πώς να το πεις τώρα. Νερώνεις το κρασί με το νερό ή το νερό με το κρασί, ένα θα γίνει. Έτσι κάπως. Ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου, και η μητέρα μου γερο-Ιωσήφ ήτανε.

»Η μητέρα μου δεν είχε παράδειγμα, μονάχη της έκανε υπομονή στις θλίψεις. Και στο βιβλίο του γερο-Ιωσήφ βλέπει κανείς την πολλή υπομονή που έκανε στις θλίψεις. Για τον Ιώβ γράφει ο άγιος Χρυσόστομος ότι είχε και άλλες αρετές, άλλα για τη μεγάλη του υπομονή, το να μη γογγύζει, επαινέθηκε από τον Θεό».

Στην Κατερίνα μας -Επικήδειος λόγος στην εξόδιο ακολουθία της Κατερίνας Χατζή

(Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)

(απομαγνητοφωνημένος).


Εισαγωγικά.

Η Κατερίνα Χατζή γεννήθηκε την 27η Ιουλίου του 1955, ημέρα της εορτής του αγίου Παντελεήμονος. Γεννήθηκε πρόωρα 7 μηνών με φυσιολογικό τοκετό, αλλά σε 3-4 ημέρες έπαθε πυρηνικό ίκτερο και στην συνέχεια σπαστική τετραπληγία. Από τότε παρέμεινε σωματικά τελείως ανάπηρη και για 53 χρόνια ήταν κολλημένη στο καροτσάκι και πάντα τα χέρια και τα πόδια της ήταν δεμένα λόγω των σπασμών. Οι γονείς της την πήγαν σε όλους τους γιατρούς της εποχής εκείνης, ακόμη και εκτός Ελλάδος, αλλά η θεραπεία ήταν αδύνατη με τα μέσα της εποχής.
Η Κατερίνα κοιμήθηκε στις 12-6-2008
———————————————————-
—-

«Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως»

Όσοι εκ των κληρικών συμμετέχουν στις κηδείες, ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι είναι δύσκολο να ομιλήση κανείς κατά την διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να απευθύνη μερικά λόγια και για τον κεκοιμημένο νεκρό η νεκρά, τους συγγενείς και για τους παρισταμένους ανθρώπους που έρχονται να συλλυπηθούν τους πονεμένους συγγενείς.

Είναι πολύ δύσκολο γιατί μερικές φορές δεν μπορεί κανείς να επαινέση, παρά μόνο να αναφέρη λόγια παρηγορητικά. Άλλες φορές είναι πάρα πολύ δύσκολο να ομιλήση, γιατί έχει πάρα πολλά να πη για τον κεκοιμημένο και δεν μπορεί να τα εκφράση, είτε διότι υπάρχει ο περιορισμός του χρόνου, είτε ακόμη διότι υπάρχει συναισθηματική φόρτιση, ιδιαιτέρως όταν ο Κληρικός, ο Επίσκοπος και ο Πρεσβύτερος συνδέεται με τον κεκοιμημένο νεκρό. Είναι πάρα πολύ δύσκολο τότε να μιλήση. Αν και ξέρη όλα τα εσωτερικά προτερήματα, όλες τις καλές διαθέσεις του εσωτερικού κόσμου του κεκοιμημένου, όμως ταυτόχρονα έχει και ένα σύνδεσμο μαζί του και δεν μπορεί εύκολα να εκφρασθή.

Αυτό το τελευταίο συμβαίνει με την προκειμένη νεκρά, την αγαπητή μας Κατερίνα, της οποίας πρώτη φορά άπλωσε το σώμα, και αυτό έγινε στο φέρετρο, επειδή ήταν πάντα σχεδόν «κουλουριασμένη» και επομένως θα λέγαμε ισχύει κατά πάντα αυτό που λέμε: «Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Αναπαύεται σήμερα από τόσους πόνους.

Είναι δύσκολο εγώ τουλάχιστον αυτή την ώρα να ομιλήσω για την Κατερίνα. Και κάνω μια προσπάθεια γι’ αυτό, γιατί μπροστά μου έχω έναν άγγελο. Κάναμε μια εξόδιο ακολουθία ενός αγγέλου. Περίεργο πράγμα! Κάνει κανείς εξόδιο ακολουθία για έναν άγγελο; Έναν άγγελο σε σώμα, και μάλιστα σε ένα σώμα συντετριμμένο και τεταπεινωμένο, σ’ ένα σώμα πονεμένο. Αλλά, όμως ως άγγελος ήταν η αδελφή μας Κατερίνα. Είχε πολύ μεγάλη καλωσύνη, ευγένεια, αγάπη. Είχε πάρα πολλά προτερήματα. Αγαπούσε τους πάντας και τα πάντα. Και είχε βέβαια κι ένα τρόπο να εκφράζη αυτήν την αγάπη. Καταλάβαινε τα πάντα. Ήταν από εκείνους που τακτικά ερχόταν στις ομιλίες μου και άκουγε τις ομιλίες και από ο,τι πληροφορούμαι και από τη μητέρα της όλη τη νύχτα μιλούσε και συνέχιζε την ομιλία κι έλεγε: «Εκείνο μας είπε ο Δεσπότης, το άλλο μας είπε ο Δεσπότης». Κι έπαιρνε κουράγιο και παρηγοριά και ταυτόχρονα χαιρόταν αυτόν τον λόγο και τον διέδιδε στους άλλους.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια μεγάλη δυσκολία, την οποία αισθάνθηκα στη ζωή μου από την Κατερίνα. Όταν ερχόταν μεγάλες μέρες -Χριστούγεννα, Πάσχα- με το καροτσάκι της στην Μητρόπολη να μου δώση ένα υψηλό χρηματικό ποσό, για να το προσφέρω στους φτωχούς, σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη. –«Μα δεν μπορώ να τα πάρω», της έλεγα. –«Θα τα πάρετε», απαντούσε. «Θα τα δώσετε. Ξέρετε εσείς που. Θα τα δώσετε σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη». –«Μα δεν γίνεται. Δε γίνεται αυτό, να πάρω από σένα χρήματα». –«Μα έχω. Θέλω να τα δώσετε να χαρούν μερικοί άνθρωποι, μερικά παιδιά που έχουν πρόβλημα, που έχουν ανάγκη». Ήταν μια δυσκολία που την αισθανόμουν πάρα πολύ, όταν το έκανε αυτό η αγαπητή μας Κατερίνα.

Ήταν ένας άγγελος, αλλά και ένας κοινωνικοποιημένος άνθρωπος. Αγαπούσε τους πάντας και τα πάντα, όπως είπα, και ενδιαφερόταν με μια πολύ μεγάλη πηγαία αγάπη και καλωσύνη για όλους. Ιδιαιτέρως αγαπούσε εμένα, ως πατέρα της.

Σκεπτόμενος ακόμη την Κατερίνα λέγω ότι μέσα στην Εκκλησία μας έχουμε μια κατηγορία αγίων που λέγονται μάρτυρες, οι οποίοι αξιώθηκαν να μαρτυρήσουν για την αγάπη του Χριστού. Δηλαδή, υπέστησαν φοβερά μαρτύρια. Τους έβαζαν μέσα σε καζάνια, τους πριόνιζαν, τους ταλαιπωρούσαν, τους έκτιζαν ζωντανούς κλπ. Αλλά σκέπτομαι ότι και η Κατερίνα ήταν μάρτυς ενώπιον του Θεού. Και μάλιστα θα έλεγα μία μάρτυς σε όλη την ζωή της. Το μαρτύριο των μαρτύρων διαρκούσε, μάλλον συνέβαινε μέσα σε μερικές ώρες, σε μερικές μέρες. Δηλαδή κανείς το υπέφερε, το υπέμενε. Ε, πόσο θα ήταν, μια μέρα, δυό μέρες, τρεις μέρες, τέσσερεις μέρες, ένα μήνα; Κάποτε θα τελείωνε. Η Κατερίνα ήταν μία μάρτυς, η οποία σ’ όλη της την ζωή μαρτύρησε πάνω στο καροτσάκι, σχεδόν μετά την γέννησή της, μέχρι αυτά τα 53 χρόνια. Δεν ήταν απλώς μια μέρα, δυό μέρες, τρεις μέρες. Και θυμάμαι αυτό που λέει ο Ιώβ, όταν ήταν μέσα στην μεγάλη την αρρώστια της λέπρας κι έλεγε: «Πότε θα γίνη νύχτα;». Και όταν ερχόταν η νύχτα για να ξεκουραστή έλεγε: «Πότε θα ξημερώση;». Αυτό ακριβώς συνέβαινε και με την Κατερίνα. Για φαντασθήτε, για πόσα χρόνια υπέμεινε καρτερικά. Μάρτυς Ιησού Χριστού.

Έλεγε ο αείμνηστος, ο π. Παΐσιος, ότι εάν ενός Χριστιανού του έβγαζαν το μάτι του, και βεβαίως τον θεωρούν μάρτυρα της Εκκλησίας, όταν κανείς έχη μια αρρώστια, μια ασθένεια και γι’ αυτήν ευγνωμονεί και δοξάζει τον Θεό, ως μάρτυς θα υπολογισθή και θα κριθή και έτσι θα γίνη δεκτός από τον Θεό.

Ακόμη έχουμε μια άλλη κατηγορία αγίων μέσα στην Εκκλησία μας, που είναι οι ασκητές, οι οποίοι πηγαίνουν σε σπήλαια, σε βράχους για να ασκηθούν στον καλόν αγώνα της πίστεως, στερούνται των πάντων και ασκούνται, μέσα σε ένα δωμάτιο κλεισμένοι. Είναι οι λεγόμενοι «έγκλειστοι».

Μα η Κατερίνα ασκήτρια ήταν κι αυτή. Στην κατηγορία των ασκητών συγκαταλέγεται. Ήταν «έγκλειστη» επάνω σ’ ένα καροτσάκι, μέσα στο σπίτι διαρκώς προσευχόταν, έκανε το κομποσχοίνι της, έλεγε την ευχή, έκανε τις προσευχές, ο,τι μπορούσε να κάνη και όλη την νύχτα που ήταν άγρυπνη προσευχόταν. Με την προσευχή και την αγάπη περνούσε τις δύσκολες αυτές και τραγικές ώρες. Και επομένως νομίζω ήταν μια γυναίκα με υπομονή πολλή και καρτερία μεγάλη. Μόνο κάποια φορά στο τέλος μου είπε: «Κουράστηκα, Σεβασμιώτατε, τόσα χρόνια». Λέω: «Κάνε υπομονή, Κατερίνα». Αλλά πάλι δεν βαρυγγομούσε, δεν στρεφόταν εναντίον του Θεού. Με υπομονή τα δεχόταν αυτά. Γι’ αυτό και λέγω ότι ο Θεός θα την δεχθή, είμαι βέβαιος, και πολλοί από μας που την γνωρίζαμε, πιστεύουμε ότι θα την δεχθή ως μάρτυρα και ως ασκήτρια. Δεν έχει σημασία που δε φόρεσε το ράσο. Το ράσο πολλοί το φορούν, αλλά δεν το εκτιμούν και δεν το τιμούν. Εκείνη ήταν πραγματικά ασκήτρια στην καρδιά, στην διάθεση, ησκείτο τον καλόν αγώνα της πίστεως.

Και θέλω απ’ αυτή την θέση να επαινέσω και να συγχαρώ την ηρωΐδα μάνα της, την κ. Διονυσία, η οποία στάθηκε τόσο πολύ κοντά της. Κάθε μέρα την εξυπηρετούσε και κάθε βράδυ κοιμόταν αγκαλιά μαζί της, λόγω της σπαστικότητάς της. Και ο Θεός επέτρεψε να φύγη πρώτη η Κατερίνα. Υπάρχουν δύο πόνοι. Ο πόνος του παιδιού που είναι ανάπηρο και θα στερηθή την μάνα και υπάρχει ο πόνος της μάνας που θα στερηθή το παιδί της που αγαπούσε. Νομίζω ότι ο μεγαλύτερος πόνος θα ήταν ο πόνος της Κατερίνας, αν θα ζούσε μετά την μητέρα της. Όχι ότι δεν θα είχε ανθρώπους να την βοηθήσουν. Όλοι θα την βοηθούσαμε, αλλά δεν θα μπορούσε να βρη ποτέ την συμπαράσταση της μάνας της. Και έτσι είπα και χθες στην αγαπητή μας Διονυσία. «Εσένα τώρα σου έλαχε ο κλήρος να σηκώσης λίγο τον πόνο που θα αισθανόταν η Κατερίνα, εάν έφευγες εσύ πριν απ’ αυτήν». Αυτό είναι μια παρηγοριά στον μεγάλο πόνο. Να συγχαρώ, λοιπόν, την ηρωΐδα μάνα της.

Να συγχαρώ τον αδελφό της τον Λεωνίδα, ο οποίος έδειχνε πολύ μεγάλη αγάπη κι εκείνη τον αγαπούσε πάρα πολύ. Και ακόμη να συγχαρώ και μια ομάδα ανθρώπων, που είχαν διαρκώς την Κατερίνα στο κέντρο της ζωής τους. Πόσες φορές δεν ήρθαν και μου έλεγαν: «Σεβασμιώτατε, αρρώστησε η Κατερίνα», και το έλεγαν σαν να ήταν το παιδί τους. Και είχαν πολύ μεγάλη αγάπη. Και νομίζω δεν το έκαναν, διότι το αισθάνθηκαν ως καθήκον, αλλά τους είλκυε η αγάπη που έπαιρναν από την Κατερίνα, και η καλωσύνη που εκείνη τους έδειχνε.

Και τώρα πέντε λεπτά πριν έρθω εδώ στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, έλαβα με φαξ γράμμα από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ισπανίας και Πορτογαλίας, κ. Πολύκαρπο, Ναυπάκτιο την καταγωγή, που γράφει πολύ ωραία λόγια και ευχές και για την Κατερίνα και για την μητέρα της και για τον αδελφό της, και βεβαίως θα το παραδώσουμε στην κ. Διονυσία, για να το έχη αυτό εις ανάμνησιν μιας αγάπης ενός ανθρώπου, ο οποίος γνώριζε την Κατερίνα και λέει μάλιστα κάτι, που όλοι το πιστεύουμε ότι δεν θα την βλέπουμε πια με το καροτσάκι να κυκλοφορή μέσα στη Ναύπακτο. Κι εγώ τουλάχιστον δηλώνω ότι δεν θα την βλέπω να κάθεται μπροστά στις ομιλίες και να λέη στο τέλος: «Σεβασμιώτατε, πολύ ωραία τα είπατε». Δεν θα την βλέπω εδώ στην άκρη του Ιερού Ναού να κάθεται κατά την διάρκεια των ακολουθιών και να με κοιτάη στα μάτια και να ζητάη την ευχή και την ευλογία.

Αγαπητή μας Κατερίνα,

Έζησες ως μάρτυς και ως ασκήτρια και νομίζω έτσι θα γίνης αποδεκτή από τον Θεό. Πέρασες πολλές δύσκολες στιγμές στην ζωή σου καθηλωμένη στο καροτσάκι σου σαν σε σταυρό. Και πέθανες ήρεμα και ειρηνικά, χωρίς να καταλάβη τίποτε η μάνα σου, που ήταν κοντά σου, χωρίς να πης κάτι. Έφυγες σαν πουλάκι. Και τώρα όμως η ψυχή σου απηλλαγμένη από το άκαμπτο σώμα πετάει. Και πρώτα πετούσε από αγάπη, αλλά τώρα πολύ πετάει με ιλλιγγιώδη ταχύτητα, χωρίς την δυσκολία του σώματος, και ως άγγελος στον ουρανό δοξάζεις τον άγιο Τριαδικό Θεό. Αλλά σε μας θ’ αφήσης μια καλή ανάμνηση. Θα σε θυμόμαστε με πολύ μεγάλη αγάπη και θα μας λείψης πολύ.

Και νομίζω ότι τώρα η ψυχή σου πετάει πάρα πολύ, με ιλλιγγιώδη ταχύτητα, απηλλάγη από το σώμα, αλλά στην Δευτέρα Παρουσία θα αναστηθή και αυτό το σώμα που έχεις. Δεν θα είναι ανάπηρο, που δεν θα μπορή να κινηθή. Και μου έλεγες: «Σεβασμιώτατε, δε θέλω τίποτα, ο Θεός να κάνη το θαύμα Του να σηκώνω λίγο το χεράκι μου για να μπορώ να ξύνω λίγο το πρόσωπό μου, όταν έχω μια μικρή φαγούρα». Τώρα πια, αγαπητή μας Κατερίνα, στην Δευτέρα Παρουσία το σώμα σου θα είναι απηλλαγμένο από την φθορά και όχι μόνο θα είναι πνευματικό σώμα, αλλά και θα λάμπη από την Χάρη του Θεού. Δεν θα έχης ανάγκη ούτε την βοήθεια των άλλων, ούτε το καροτσάκι, ούτε τους γιατρούς, ούτε την φυσιοθεραπεία, ούτε τα φάρμακα. Οπότε ισχύει αυτό που είπαμε προηγουμένως «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Αναπαύεσαι και ξεκουράζεσαι από τις τόσες ταλαιπωρίες που πέρασες στην ζωή σου.

Μου είπε χθες κάποιος στο τηλέφωνο, όταν έμαθε για την κοίμηση της αδελφής μας Κατερίνας: «Σεβασμιώτατε, θα σας λείψη πολύ. Θα χάσετε μια μαθήτριά σας, αλλ’ όμως είναι βέβαιο, επειδή σας αγαπούσε πάρα πολύ, θα έχετε μια πρέσβυ στον ουρανό και θα προσεύχεται για σας. Τώρα πια επειδή ξέρει τα προβλήματά σας –και σας συμπαραστεκόταν με τον τρόπο της– εκείνη θα προσεύχεται για σας».

Εγώ δεν μπορώ να ευχηθώ να αναπαύση ο Θεός την ψυχή της, γιατί είναι ήδη αναπαυμένη, αλλά εύχομαι να προσεύχεται για μας, εύχομαι ο Θεός να δώση κουράγιο στη μητέρα της, στον αδελφό της και σε όλους εμάς που την αγαπούσαμε με όλη μας την καρδιά, γιατί ήταν άξια της αγάπης μας.

«Αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστε και αείμνηστη αδελφή ημών», αγαπητή μας και αγαπημένη μας Κατερίνα.–

(Πηγή: «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» Ιούνιος 2008)

Αγάπη και πέραν του τάφου;

Σκελετοί ενός άνδρα και μιάς γυναίκας βρέθηκαν θαμμένοι αγκαλιά κοντά στην πόλη Μάντοβα της Ιταλίας.

Αγάπη και πέραν του τάφου;

Η ανακάλυψη προ ολίγων ετών δύο αγκαλιασμένων σκελετών ενός ζεύγους 5-6.000 ετών στην πόλη Μάντοβα της Ιταλίας, αποδεικνύει το γεγονός ότι η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων δεν σταματάει ούτε και με το θάνατό τους!…

Η αγάπη, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι η ψυχική αρετή η οποία εκφράζεται με τη συμπάθεια που δείχνουμε σε πρόσωπα, ζώα ή πράγματα. Έχει αναπτυχθεί στον άνθρωπο από παλιά και ασφαλώς ακολούθησε την πορεία της πνευματικής του ανάπτυξης.

Ο όρος αγάπη παίρνει πολλές σημασίες και εκδηλώνεται κάτω από πολλές μορφές: αγάπη στη θρησκεία, στη φιλοσοφική ηθική, αγάπη πατρική ή μητρική, αγάπη των παιδιών προς τους γονείς τους, αδελφική αγάπη, έρωτας, αγάπη προς την πατρίδα, τους φίλους, αλτρουισμός, αγάπη του ωραίου, του καλού, αφοσίωση, λατρεία, κλίση, πάθος, αίσθημα, συμπάθεια, πλατωνική αγάπη κτλ.

Η αγάπη αποτέλεσε τη σταθερή και γενική βάση όλων των περί ηθικής θεωριών, όλων των φιλοσοφικών συστημάτων και όλων των θρησκειών. Γι’ αυτό τα παραγγέλματα «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» ή «αγαπάτε αλλήλους» χαρακτηρίζουν, γενικά, την ηθική δεοντολογία κάθε ιδρυτή θρησκείας, ιδιαίτερα του Ιησού, που έδωσε το πλήρες νόημα της αγάπης προς τον άνθρωπο θυσιαζόμενος γι’ αυτόν.

Ένας από τους ωραιότερους ύμνους για την αγάπη βρίσκεται στο 13ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, του οποίου παραθέτουμε την αρχή, σε απλή νεοελληνική γλώσσα:

«Αν μιλώ τις ανθρώπινες γλώσσες ή τις γλώσσες των αγγέλων, δίχως όμως να έχω και αγάπη, δεν είμαι τίποτε περισσότερο από ένα χάλκινο αντικείμενο που βγάζει ήχο ή ένα κύμβαλο που θορυβεί. Και αν είμαι προφήτης και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και κατέχω κάθε γνώση και έχω τόση πίστη, ώστε να μπορώ και βουνά να μετακινήσω, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν είμαι τίποτα… Κι από τα τρία τούτα, την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη, μεγαλύτερο είναι η αγάπη…».

Αγκαλιασμένο ζευγάρι 5-6.000 ετών!..

Αντί άλλων σχολίων, θα διαβάσουμε μία είδηση, που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2007 και έχει ως εξής:

«Αγκαλιασμένο ζευγάρι, θαμμένο πριν έξι έως πέντε περίπου χιλιάδες χρόνια ανακάλυψαν Ιταλοί αρχαιολόγοι κοντά στην πόλη Μάντοβα, στην βόρεια Ιταλία. Η Έλενα Μενότι, επικεφαλής της ομάδας των ανασκαφών, δήλωσε ότι «πρόκειται για μια πολύ σπάνια περίπτωση», διευκρινίζοντας ότι «δεν έχει ξαναβρεθεί διπλή ταφή που να χρονολογείται στη νεολιθική περίοδο, πολλώ δε μάλλον δύο άνθρωποι που ετάφησαν αγκαλιασμένοι».

Η Ε. Μενότι εξέφρασε την πεποίθηση πως τα δύο άτομα, σχεδόν σίγουρα ένας άνδρας και μια γυναίκα, παρ’ όλο που αυτό πρέπει να επιβεβαιωθεί, πέθαναν νέοι επειδή τα δόντια τους βρέθηκαν σχεδόν ανέπαφα και χωρίς φθορές. «Ασκώ αυτό το επάγγελμα επί 25 χρόνια. Ποτέ όμως δεν συγκινήθηκα τόσο, διότι αυτή η ανακάλυψη είναι κάτι το εξαιρετικό» δήλωσε στο Reuters η Ε. Μενότι.

Εργαστηριακά θα γίνει προσπάθεια να διευκρινιστεί η ηλικία του ζευγαριού τη στιγμή του θανάτου του, τι προκάλεσε το θάνατο, αν ήταν ξαφνικός θάνατος ή μια τελετουργική θυσία, αν πρόκειται για έναν άνδρα και μια γυναίκα ή για δύο άτομα του ίδιου φύλου και για πόσο χρονικό διάστημα παρέμειναν θαμμένοι. Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι έκριναν ότι θα ήταν ιεροσυλία να χωρίσουν το ζευγάρι έπειτα από τόσα χρόνια και γι’ αυτό αποφάσισαν, αντί να συλλέξουν ξεχωριστά τα οστά, να αφαιρέσουν όλο το κομμάτι της γης, στο οποίο είναι θαμμένοι οι δυο νεκροί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο εδώ και χιλιάδες χρόνια εναγκαλισμός του ζεύγους θα διατηρηθεί ως την αιωνιότητα.» *

Να επαναλάβομε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου:

«Εάν ταίς γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. 2 και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι. 3 και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. 4 Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, 5 ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, 6 ου χαίρει επί τή αδικία, συγχαίρει δε τή αληθεία· 7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. 8 Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. 9 εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν·
10 όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. 11 ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην· ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα τού νηπίου. 12 βλέπομεν γάρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον· άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. 13 νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη.» (Α΄ Κορ. Κεφ. 13)

————-

* Πηγή: in.gr (6/2/2007, 12/2/2007)

H Παναγία έδιωξε την γρίππη(Ένα θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισας)

Μή παρίδης δέησιν,τών αναξίων σών δούλων…
Οί έν νόσοις, Παρθένε ανιάτοις, ιατήρα σέ έχομεν πάσαις…
Παναγία η Προυσιώτισσα>>>>

[karpenisi_panagia_prousos_b.jpg]

Οκτώβριος του 1918.

Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους.
Μία επάρατος νόσος, Η ΓΡΙΠΗ, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της.
Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνεί τα θύματά της.
Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό.
Η επιστήμη φαίνεται ανίκανη να ανακόψει τη θανατερή πορεία της νόσου.
Ο αριθμός των θανάτων μόνο μέσα στο Αγρίνιο φτάνει τον αριθμό των 40 έως 50 ημερησίως.
Κανείς δεν συνοδεύει πια τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο νεκροταφείο, όπου μετά από μια σύντομη ευχή τους ιερέως, πολλές φορές δε και χωρίς αυτήν, θάπτονται.
Οι κάτοικοι όχι μόνον δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους, αλλά και τους αποφεύγουν από τον φόβο της μεταδόσεως της ασθένειας.

Όλοι αποκαμωμένοι ψυχικά λες και περιμένουν με σταυρωμένα χέρια το μοιραίο. Καμιά ελπίδα από πουθενά δεν φαίνεται.
Δεν μένει άλλο καταφύγιο από την πίστη. Αλλά και αυτή κάποτε μπρος στο αδιάκοπο θανατικό κλονίζεται σε πολλούς.

Μα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη της απελπισίας, που συνέχει όλους, υπάρχουν και μερικοί γέροντες που θυμούνται.
Η μνήμη τους ξαναγυρίζει 64 χρόνια πίσω, στο 1854.
Θυμούνται ότι και τότε μια άλλη επάρατος νόσος, η χολέρα, είχε ενσκήψει στην πόλη του Αγρινίου και είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό της.

Και θυμούνται τότε το θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισσας.
Η «σανίς σωτηρίας» είχε βρεθεί.
Ήταν η πίστη στην προστασία της Παναγίας της Προυσιώτισσας.
Στο θαύμα της Μεγαλόχαρης.

Όταν οι γέροντες το είπαν, όλοι ζήτησαν να μεταφερθεί η εικόνα της. Όλοι αυτομάτως πια ήταν βέβαιοι ότι, όταν η εικόνα της Προυσιώτισσας θα ερχόταν στο Αγρίνιο, η πόλη θα απαλλασσόταν από την τραγική δοκιμασία. Μα κανένας δεν αποφασίζει, δεν τολμάει να πάει στο Μοναστήρι, στον Προυσσό, για να μεταφέρει την παράκληση της πόλης στον Ηγούμενο. Ένας φόβος για την περίπτωση αυτή συνέχει όλους. Πιστεύουν ότι το θανατικό της γρίπης ήταν μια δοκιμασία εξαγνισμού που την έστειλε η Θεία Βουλή στον «παραστρατημένο» λαό. Γι’ αυτό και φοβούνται να πάνε στο Μοναστήρι, μήπως η Θεία «οργή» ξεσπάση στους απεσταλμένους.

Ολόκληρη κίνηση έγινε τότε για να συγκροτηθεί μια αντιπροσωπευτική επιτροπή, που θα μετέβαινε στην Ναύπακτο, για να ζητήσει από τον τότε Μητροπολίτη Αμβρόσιο την άδεια μεταφοράς της Εικόνας και εν συνεχεία θα ανέβαινε στο Μοναστήρι, για να συνοδεύσει την θαυματουργό Προυσιώτισσα στην πόλη.

Τελικώς έγινε μια τριμελής επιτροπή, αλλά εντός της ίδιας ημέρας τα μέλη της παραιτήθηκαν, για να γίνει άλλη την επομένη και να παρουσιασθεί εμπρός στην ασκητική μορφή του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Αμβροσίου, μεταφέροντας την παράκληση της πόλης.

Με την ευλογία του Αμβροσίου και με το σχετικό έγγραφο της άδειας στα χέρια η επιτροπή αφήνει την Μητρόπολη. Η άδεια έχει δοθεί. Μα τα λόγια του Δεσπότη, παρά την τελική ευλογία του, στριφογυρίζουν καυτερά στην ψυχή και στην σκέψη. Τα βήματά τους σέρνονται όχι προς το Αγρίνιο, αλλά προς την παραλία της Ναυπάκτου. Εκεί καθισμένοι στο μουράγιο, αμίλητοι, κάνουν αυτοκριτική. Είναι, άραγε, άξιοι να παρουσιαστούν μπροστά στην θαυματουργό Εικόνα; Αμαρτωλοί αυτοί, πρεσβεία αμαρτωλών; Ο Μητροπολίτης επέτρεψε, αλλά θα ευδοκήσει, θα δώσει συγχώρεση και η Παναγία; Αυτές οι σκέψεις τους βασανίζουν στις ώρες της σιωπής.

Ύστερα από μια κοπιώδη πορεία η επιτροπή-πρεσβεία, κατά το δειλινό της 22ας Οκτωβρίου, έφτανε στο Μοναστήρι, στον Προυσσό. Γονατιστοί μπροστά στην Θαυματουργό Εικόνα οι τρεις πρεσβύτες ευχαριστούν που τους αξίωσε να φτάσουν ως εκεί και προσεύχονται. Σε λίγο το Μοναστήρι παρουσιάζει εικόνα συναγερμού ικεσίας. Οι Πατέρες μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, με τον Κωνσταντίνο Καθηγούμενο, αναπέμπουν Παράκληση στην Θεομήτορα, ενώ τα πρόσωπα των Αγρινιωτών, που εξακολουθούν να είναι γονατιστοί μπροστά στην Εικόνα, τα αυλακώνουν τα δάκρυα. Είναι τα δάκρυα της μετανοίας.

Το άλλο πρωί γίνεται Δοξολογία και το βράδυ ολονύκτια Παράκληση. Η προετοιμασία για την μεταφορά της Εικόνας έχει αρχίσει το πρωί της 24ης Οκτωβρίου, μετά τον Όρθρο σχηματίζεται η πομπή και η Ιερά Θεωρία ξεκινάει… Εν τω μεταξύ στο Αγρίνιο έχουν ειδοποιηθεί. Από την πόλη και τα γύρω χιλιάδες οι πιστοί μετά την Παράκληση στην Μητρόπολη ξεκινάνε σε μια ολονύκτια πορεία μέσα στα βουνά. Τραβάνε όλοι με συντριβή και μετάνοια τόση που μεταρσιώνει προς τα Αραποκέφαλα, για να προϋπαντήσουν την Μεγαλόχαρη, την μόνη ελπίδα της σωτηρίας που τους απέμενε. Λιτανεία ψυχών είναι η πορεία τούτη με την ολονύκτια προσευχή. Το ίδιο πρωί οι χιλιάδες αυτές των πιστών συναντώνται με την θρησκευτική πομπή που φέρνει την Θαυματουργό Εικόνα πάνω σε μια από τις ψηλότερες κορφές των Αραποκέφαλων. Οι στιγμές αυτές, όπως τις περιγράφουν οι επιζώντες ακόμα γέροντες, είναι ασύλληπτες από την φαντασία σε κατάνυξη. Εκεί γίνεται η πρώτη μεγάλη Δέηση. Δέησις εις το όρος. Σε πέντε χιλιάδες υπολογίσθηκαν οι Χριστιανοί, που γονυπετείς γέμισαν τα γύρω φαράγγια και με δάκρυα μετανοίας πραγματικής παρακολούθησαν την Δέηση στην Παναγία. Και μετά από αυτήν ξαναρχίζει η πορεία. Η Θεία Εικόνα ακολουθούμενη από τις χιλιάδες των ευλαβουμένων προχωρεί να φτάσει το πρωί της επομένης στο χωριό Προστοβά, όπου ψέλνεται κατανυκτική Παράκληση και τις νυχτερινές ώρες φτάνει στα προάστια του Αγρινίου. Όταν η ιερή πομπή έφθασε στα πρόθυρα της πόλης, το Αγρίνιο μέσα είχε ερημωθή. Δεν είχαν μείνει παρά μόνον μερικά παιδιά στα καμπαναριά των εκκλησιών που χτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες. Η πομπή τώρα προχωρεί προς την πόλη και κατευθύνεται στο Ναό της Αγίας Τριάδος, όπου αναπέμπεται ευχαριστήρια Δέηση και ακολουθεί Μεγάλη Παράκληση για την απαλλαγή του δοκιμαζόμενου λαού από την μάστιγα της τρομερής αρρώστιας. Και μετά όταν μπήκε η Εικόνα της Θεομήτορος στο Ναό, επί ένα εικοσιτετράωρο συνεχώς οι παπάδες δεν σταμάτησαν να ψέλνουν ομαδικές Παρακλήσεις των πιστών, ενώ άλλοι μεταλάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων.

Μετά τις πρώτες ώρες από την άφιξη της Προυσιώτισσας στην πόλη, το κακό είχε σταματήσει.
Οι άρρωστοι, και οι κατάκοιτοι ακόμα που δεν μπορούσαν να σηκωθούν από το κρεββάτι, τώρα κατά δεκάδες, τελείως υγιείς, έσπευδαν στην Αγία Τριάδα για να ευχαριστήσουν την Μεγαλόχαρη.
Το θαύμα είχε συντελεσθεί ομαδικά.
Η ζωή στο Αγρίνιο ξανάρχιζε να παίρνει το ρυθμό της.

Αλλά μόνον η πόλη του Αγρινίου είχε απαλλαγή από το κακό.
Όλη η γύρω περιοχή από όπου δεν πέρασε η προς το Αγρίνιο πορεία, το Αιτωλικό, το Μεσολόγγι, θερίζονταν ακόμα από την αρρώστια με ρυθμό συνεχώς αυξανόμενο. Το θανατικό ήταν τόσο που οι παπάδες δεν προλάβαιναν ούτε καν μια ευχή να διαβάσουν στους νεκρούς.

Οι επιτροπές που φτάνουν από τα γειτονικά χωριά και από τις δύο πόλεις, το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, αντιδρούν. Αλληλομάχονται για την προτεραιότητα της μεταφοράς της Εικόνας. Αλλά και οι Αγρινιώτες δεν εννοούν να επιτρέψουν να απομακρυνθεί η Εικόνα της Παναγίας από την διασωθείσα πόλη πριν προσκυνήσει όλος ο λαός και πριν ψάλλει την μεγάλη ευχαριστήρια Δοξολογία. Κάποιοι, οι ψυχραιμότεροι από το πλήθος των κατοίκων, με επικεφαλής τον Ηγούμενο, πρωτοστατούν σε μια προσπάθεια συμβιβασμού και αποφυγής του κακού που απειλείται από μια σύγκρουση των κατοίκων. Η προσπάθεια αυτή και οι σχετικές διαπραγματεύσεις κράτησαν για αρκετές ημέρες, ώστε δόθηκε ο καιρός στους Αγρινιώτες να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, που εν τω μεταξύ είχαν αυξηθεί. Ήθελαν τώρα η Εικόνα να λειτουργηθεί σε όλες τις εκκλησίες της πόλης. Έτσι, στις 27 Οκτωβρίου, στο Ναό της Αγίας Τριάδος ψέλνεται κατανυκτικώτατα η ειδική ακολουθία με την οποία λιτανεύεται η πάνσεπτη Εικόνα της Προυσιώτισσας και κατόπιν σχηματίζεται ιερή πομπή η οποία δια μέσου των κεντρικότερων οδών της πόλης μεταφέρει την Εικόνα στον παλαιό Ναό του Αγίου Χριστοφόρου, που βρίσκεται έξω από το Αγρίνιο επάνω σε έναν λόφο. Εκεί εψάλη η Μεγάλη Παράκληση μετά από την οποία ο Ηγούμενος έδωσε την εξήγηση ότι η φοβερή αρρώστια δεν ήταν παρά μια δοκιμασία του πληθυσμού της πόλης για την εκτροπή από τον δρόμο της πίστεως και ανέλυσε τις υποχρεώσεις που δημιουργεί πια για τους Αγρινιώτες η δοθείσα Χάρις της Θεομήτορος. Ακολούθησε 24ωρο προσκύνημα μετά το οποίο, κατά τα πέντε εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν, η Εικόνα μεταφέρθηκε διαδοχικά και λιτανεύθηκε στους Ναούς της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Δημητρίου. Στο διάστημα αυτό του προσκυνήματος ολόκληρος ο πληθυσμός εξομολογείται και μεταλαβαίνει των Αχράντων Μυστηρίων. Η ζωή και η κίνηση στην πόλη αποκαθίστανται, κανένας άρρωστος δεν υπάρχει, κανένας θάνατος δεν σημειώνεται. Στο Μεσολόγγι η επάρατη νόσος συνεχίζει να αποδεκατίζη τους κατοίκους. Καθημερινά πεθαίνουν από την γρίπη 25-30 άτομα, τα οποία μεταφέρονται με κάρα και θάβονται κατά το πλείστον χωρίς την συνοδεία ούτε ιερέως καν. Μια επιτροπή κατευθύνεται στην Ναύπακτο και αμέσως λαμβάνει την άδεια του Μητροπολίτου για την μεταφορά της Εικόνας στην πόλη. Πράγματι, την 1η Νοεμβρίου 1918, η Εικόνα φτάνει με τον σιδηρόδρομο στον σταθμό του Μεσολογγίου, όπου οι κάτοικοι αναμένουν από τη βαθιά νύκτα παρά το γεγονός ότι έριχνε καταρρακτώδη βροχή. Πολλοί από τους επιστήμονες και τους προκρίτους της πόλης προέτρεπαν το πλήθος να επανέλθει στα σπίτια του και εξέφραζαν την πεποίθηση ότι οι θάνατοι από την γρίπη τουλάχιστο θα τριπλασιασθούν. Ο λαός όμως ανέμενε καρτερικώτατα. Με την άφιξη της Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας εψάλη στον σιδηροδρομικό σταθμό κατανυκτική Παράκληση και στην συνέχεια έγινε η είσοδος της Εικόνας στην πόλη.

Το μέγα θαύμα συντελείται.
Μάρτυρες παρίστανται όλοι οι κάτοικοι.
Κατά το Μεσονύκτιο, ενώ όλοι προσεύχονταν αρχίζει να πνέει σφοδρότατος άνεμος που ξερρίζωσε πολλές δεκάδες δένδρων της πόλης.
Από το πρωΐ της 2ας Νοεμβρίου 1918 κανένας θάνατος δεν σημειώθηκε στο Μεσολόγγι.
Οι κάτοικοι με πρωτοφανή ευλάβεια προσέρχονταν μπροστά στην Αγία Εικόνα ψάλλοντας την Παράκληση, προσφέροντας διάφορα αφιερώματα, χρυσό, άργυρο κλπ, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την Παντοδύναμο Μητέρα του Θεού.

Στο Αιτωλικό επικρατεί η ίδια κατάσταση.
Οι κάτοικοι πεθαίνουν κατά δεκάδες. Η μεταφορά της Εικόνας πραγματοποιείται από την πόλη του Μεσολογγίου.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό έχουν προσέλθει όλοι, πλην ελαχίστων, οι οποίοι ανέμεναν την ιερή πομπή στο τέρμα της μεγάλης ανατολικής γέφυρας.
Διαπρύσιοι κήρυκες του συντελεσθέντος θαύματος της καταπαύσεως της νόσου μεταξύ των άλλων καιο δήμαρχος Κων. Σταράμος, καθώς και οι: Παντ. Μόσχος, Χρ. Γαζώτης, Παντ. Σκόνδρας, Χρ. Μπογιατζής, Ανδρ. Λιαπίκος κα.

Απειράριθμα θαύματα διηγούνται πολλοί των κατοίκων….

Το παραπάνω κείμενο, προέρχεται από το αρχείο του αειμνήστου Γυμνασιάρχου τής πόλεως του Αγρινίου, Γεωργίου Πάστρα και μάς το δώρησε πρίν απο λίγα χρόνια η αγαπητή κόρη του, κ. Αλεξάνδρα Πάστρα-Τρομάρα.
Πρόκειται, για ένα μεγάλο αρχειακό κείμενο πού επιγράφεται: «εκτάκτου ενδιαφέροντος ρεπορτάζ του ανταποκριτού μας κ. Θ. Λιαπίκου» και αναφέρεται σε θαύματα της Παναγίας Προυσιώτισσας.

«Τι να ζητήσω από το Θεό»! (Έκθεση απὸ μαθητή του δημοτικού).

«Θεέ μου, ἀπόψε σοῦ ζητάω κάτι ποὺ τὸ θέλω πάρα πολύ. Θέλω νὰ μὲ κάνεις τηλεόραση! Θέλω νὰ πάρω τὴ θέση τῆς τηλεόρασης ποὺ εἶναι στὸ σπίτι μου. Νὰ ἔχω τὸ δικό μου χῶρο. Νὰ ἔχω τὴν οἰκογένειά μου γύρω ἀπὸ ἐμένα. Νὰ μὲ παίρνουν στὰ σοβαρὰ ὅταν μιλάω. Θέλω νὰ εἶμαι τὸ κέντρο τῆς προσοχῆς καὶ νὰ μὲ ἀκοῦνε οἱ ἄλλοι χωρὶς διακοπὲς ἢ ἐρωτήσεις. Θέλω νὰ ἔχω τὴν ἴδια φροντίδα ποὺ ἔχει ἡ τηλεόραση ὅταν δὲν λειτουργεῖ. Ὅταν εἶμαι τηλεόραση, θἄχω τὴν παρέα τοῦ πατέρα μου ὅταν ἔρχεται σπίτι ἀπὸ τὴ δουλειά, ἀκόμα κι ἂν εἶναι κουρασμένος. Καὶ θέλω τὴ μαμά μου νὰ μὲ θέλει ὅταν εἶναι λυπημένη καὶ στενοχωρημένη, ἀντί νὰ μὲ ἀγνοεῖ… Θέλω τ΄ ἀδέλφια μου νὰ μαλώνουν γιὰ τὸ ποιὸς θὰ περνάει ὧρες μαζί μου. Θέλω νὰ νοιώθω ὅτι ἡ οἰκογένειά μου ἀφήνει τὰ πάντα στὴν ἄκρη, πότε – πότε, μόνο γιὰ νὰ περάσει λίγο χρόνο μὲ μένα. Καὶ τὸ τελευταῖο, κάνε με ἔτσι ὥστε νὰ τοὺς κάνω ὅλους εὐτυχισμένους καὶ χαρούμενους.

Θεέ μου, δε ζητάω πολλά. Θέλω μόνο νὰ γίνω σὰν μιὰ τηλεόραση!»

Τὴ δασκάλα ποὺ τὴν διάβασε (καθὼς βαθμολογοῦσε) τὴν ἔκανε νὰ κλάψει. Ὁ σύζυγός της ποὺ μόλις εἶχε μπεῖ στὸ σπίτι, τὴ ρώτησε: «τὶ συμβαίνει;» Αὐτὴ ἀπάντησε: «Διάβασε αὐτὴ τὴν ἔκθεση, τὴν ἔχει γράψει ἕνας μαθητής μου». Ὁ σύζυγος εἶπε: «Τὸ καημένο τὸ παιδί. Τὶ ἀδιάφοροι γονεῖς εἶναι αὐτοί!» Τότε αὐτὴ τὸν κοίταξε καὶ εἶπε: «Αὐτὴ ἡ ἔκθεση εἶναι τοῦ γιοῦ μας!..».

ΠΗΓΗ: http://alitheia-agaph.blogspot.com/2010

O άκακος βοσκός που κέρδισε τον Παράδεισο.

Διηγήθηκε ένας από τους Αγίους Πατέρες την ακόλουθη ιστορία που άκουσε στην έρημο της Θηβαϊδας.

Συνέβηκε κάποτε και πέρασε από την έρημο ένας μεγάλος πνευματικός και στην αρετή περιβόητος. Τότε πολλοί από τους Πατέρες έτρεχαν και εξομολογούντο σ’αυτόν, μεταξύ τους δε πήγε και ένας απλός και άκακος άνθρωπος βοσκός στο επάγγελμα, που δεν ήξερε τι θα πει αμαρτία, μόνη του δε επιθυμία ήταν πως να κερδίσει το παράδεισο.

Ο πνευματικός τότε του είπε να κρατεί τον ίσιο δρόμο και θα φθάσει στο παράδεισο. Άκακος όπως ήταν ερμήνευσε κατά γράμμα τα λόγια του πνευματικού και περπατώντας τρεις μέρες έφτασε σ’ένα μοναστήρι και εξομολογήθηκε στον ηγούμενο τον πόθο του. Από τα λόγια του ο ηγούμενος εννόησε την απλότητα και ακεραιότητα του, τον δέχτηκε στο μοναστήρι και αφού τον έκαμε μοναχό τον έβαλε να «φιλοκαλή» την Εκκλησίαν, δηλαδή τον έκαμε νεωκόρο.
Μια μέρα όταν τον επεσκέφτηκε ο Ηγούμενος και τον νουθετούσε τα αναγκαία για τη σωτηρία του, πήρε και αυτός θάρρος και τον ρώτησε ποιός είναι αυτός που είναι κρεμμασμένος πάνω από το εικονοστάσιο και είναι συνέχεια νηστικός και διψασμένος, μη γνωρίζωντας ότι είναι ο Δεσπότης Χριστός. Αστεϊζόμενος τότε ο Ηγούμενος του είπε πως αυτός ήταν νεωκόρος πρωτύτερα και επειδή αμελούσε το «διακόνημα» του (υπηρεσία) τον ετιμώρησε να κρέμμεται επάνω στο σταυρό. Ο απλός τότε δεν είπε τίποτε, το βράδυ όμως σαν πήρε το φαγητό του, αφού έκλεισε της Εκκλησίας τις πόρτες άρχισε να παρακαλεί τον κρεμασμένο να κατεβή να φάνε μαζί. Έβαζε μάλιστα μάρτυρα τον Θεό πως αν δεν κατέβει ούτε αυτός τρώει. Τότε ο πράος και ταπεινός Κύριος αυτός που κάθεται στις καρδιές των πραέων του απάντησε πως φοβάται να κατέβει μήπως το μάθει ο Ηγούμενος και τον τιμωρήσει.

Ο απλός όμως και πάλι επέμενε και τότε του φάνηκε πως κατέβηκε και έτρωγαν και συνομιλούσαν μαζί. Αυτό συνέβαινε κάθε βράδυ (ω της πολλής σου φιλανθρωπίας Χριστέ) και ενώ οι άλλοι μοναχοί άκουαν ομιλίες στο ναό, όταν έμπαιναν μέσα έβλεπαν μόνο τον απλό που τους βεβαίωνε πως ήταν μόνος. Τότε έβαλαν ένα μοναχό πολύ αγαπητό στο νεωκόρο ο οποίος κατώρθωσε και έμαθε από τον απλό πως κάθε βράδυ κατεβαίνει ο φαινόμενος κατάδικος και συντρώγουν και του υπόσχεται πως γι’αυτο του το δείπνο, θα τον φιλεύση πλουσιοπάροχα στο σπίτι του πατέρα του. Όταν έμαθε ο ηγούμενός αυτά, κάλεσε τον απλό και αφού τον έπεισε να του πει αυτά που συμβαίνουν , τότε του είπε το επόμενο βράδυ να παρακαλέσει τον φαινόμενο και για τον ηγούμενο και να τον φιλεύση και αυτον στο σπίτι του πατέρα του. Πράγματι ο απλός παρακάλεσε το επόμενο βράδυ για τον ηγούμενο αλλα πήρε απάντηση πως αυτό δεν γίνεται και έτσι να μην τον ενοχλεί γιατί ο ηγούμενος δεν είναι άξιος ούτε για τα ψίχουλα που πέφτουν απ’εκείνο το τραπέζι. Σαν άκουσε το πρωί ο ηγούμενος την απόφαση λυπήθηκε άμετρα, ελπίζοντας όμως στο έλεος και τη φιλανθρωπία του Θεού με κλάματα παρακαλούσε τον απλό να επιμένει και να βιάζει τον αβίαστο να τον δεχθεί και αυτόν στο ουράνιο τραπέζι.

Ο απλός συνέχισε να παρακαλεί το επόμενο βράδυ το Δεσπότη Χριστό αλλά ο Κύριος του είπε να μην επιμένει γιατί δεν γίνεται. Τότε η άπλαστη εκείνη ψυχή αποκρίνεται και του λέγει: «καλώς λέγεις ότι δεν είναι άξιος ο Ηγούμενος δια την άνωθεν τράπεζα, αλλά δια το ψωμί όπου μας έθρεφε τόσας ημέρας, όπου αν έλειπεν θα απεθάναμεν από την πείναν, καν δια ταύτην την καλωσύνην του δεν τον δέχεσαι;» Και ο Δεσπότης Χριστός «ας είναι είπε δια την αγάπη σου, και μόνον δια να μη σε λυπήσω, επειδή και τόσην αγάπη και φροντίδα έχεις και μεριμνάς πολύ δια τον πλησίον σου, ειπέ του λοιπόν να διορθωθή καλώς και μετά οκτω ημέρας να έλθητε αμφότεροι εις την ητοιμασμένη χαράν.»
Αφού έμαθε αυτά ο Ηγούμενος χάρηκε, έκαμε την πρέπουσα μετάνοια και αφού κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, αρρώστησε λίγο και παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό μετά από οκτώ μέρες. Ο δε απλός εκεί που συνομιλούσε κατά τη συνήθεια με τον αγαπημένο του Δεσπότη πέταξε η μακαρία του ψυχή και μετέβησαν και οι δύο σ’ εκείνη την ευτυχισμένη και ατελεύτητη ζωή, την οποία είθε και εμείς «χάριτι Θεού» να απολαύσουμε. Αμήν.

Η Ιερά Εσθήτα της Παναγίας.

Η φωτογραφία είναι από την Τιμία Εσθήτα (φόρεμα) της Κυρίας Θεοτόκου η οποία βρίσκεται αποθησαυρισμένη στο κρατικό μουσείο της πολεως Ζουγκντίντι στη Γεωργία.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΑΥΤΟ ΚΕΙΜΗΛΙΟ ΦΥΛΑΣΣΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΖΟΥΓΚΔΙΔΙ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ.

ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ (8ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ) Η, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΑΛΛΕΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (15 ΑΙΩΝΑΣ)
ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΧΙΤΩΝΑ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΡΤΥΡΟΥΝ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ (1641-1688), ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, ΦΕΝΤΟΝ ΕΛΤΣΙΝ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΧΑΡΙΕΒ, ΚΑΙ ΞΕΝΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ.
Ο ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟΣ ΧΙΤΩΝΑΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ 1,80 Χ 1,50 Μ., ΗΤΑΝ ΒΑΜΜΕΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ Η ΒΑΦΗ ΕΦΥΓΕ. ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟΣ ΣΕ ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΞΥΛΙΝΟ ΚΙΒΩΤΙΟ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΗΓΗ ΕΥΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΥΠΑΘΟ ΓΕΩΡΓΙΑΝΟ ΛΑΟ.

Πνευματική Επιφυλακή.Αγ.Ιωάννου Μαξίμοβιτς

Ο Άγιος Ιωάννης ήταν, εκτός από φιλακόλουθος και ακριβής τηρητής των πατρώων παραδόσεων πάντοτε με διάκριση για τους άλλους, αλλά με μεγάλη αυστηρότητα για τον εαυτό του. Η τήρηση της ακρίβειας στα θέματα της Πίστης και της κατά Χριστόν Ζωής φαίνεται και από το εξής χαρακτηριστικό απόσπασμα από ομιλία του Αγίου, στην οποία αναφέρεται στην μεγάλη ανάγκη των ορθοδόξων για πνευματική εγρήγορση.
Τήρησε σθεναρά την πνευματική επιφυλακή, επειδή δεν γνωρίζεις πότε θα σε καλέσει ο Κύριος κοντά Του. Κατά την επίγειο ζωή σου, να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να Του δώσεις λογαριασμό. Πρόσεχε να μην σε πιάσει στα δίχτυα του ο εχθρός, η να σε ξεγελάσει, προκαλώντας σε να πέσεις σε πειρασμό. Καθημερινά, εξέταζε την συνείδησή σου, δοκίμαζε την καθαρότητα των λογισμών σου, τις προθέσεις σου.

Κάποτε, ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί.
Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρό το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.
«Πως και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;» ρώτησε ο πατέρας.
«Πατέρα μου και κύριέ μου,» απάντησε ο γιος, «πως είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;»
«Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου.»
«Πατέρα μου,» απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πως θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;»
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του: «Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν.»
Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα.

Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε: «Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;»
«Δεν πρόσεξα τίποτε.»
«Τι εννοείς, ‘τίποτε’;» τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή – σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα…»
«Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά» είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου.»
«Πολύ σωστή η παρατήρησή σου» είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς.»
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.

Θαυμαστή εμφάνιση της Παναγίας στο Πόρτο Λάγος τον Αύγουστο 2005

ΠΗΓΗ.Εφημερίδα Χρόνος της Ξάνθης


Αφήγηση π. Νήφωνος, Ι. Μ. Βατοπεδίου Αγίου Όρους

Είμαστε συγκλονισμένοι γιατί αυτές τις ημέρες ψάλλαμε παρακλήσεις στην
Παναγία μας, για την εορτή της Κοιμήσεώς της, ειδικά όμως για ένα εννιάχρονο
κοριτσάκι από την Κύπρο, την μικρή Αναστασία, που έπασχε από καρκίνο του
πνεύμονα.
Την Κυριακή η μικρή Αναστασία κοιμήθηκε εν Κυρίω, και την Δευτέρα
έγινε η κηδεία της στην Κύπρο. Το απόγευμα στις 4 και μισή ένας προσκυνητής
από την Καβάλα, άγνωστος σε εμάς και χωρίς να γνωρίζει τίποτε για το
κοριτσάκι πήγε να προσκυνήσει την Παναγία στην εκκλησία μας. Βγαίνοντας
από τον Ναό συναντήθηκε στην γέφυρα της εκκλησίας με μια μοναχή η οποία
κρατούσε στο χέρι της ένα κοριτσάκι. Η μοναχή του είπε ότι το κοριτσάκι δεν
ήταν δικό της αλλά το παίρνει μαζί της και προχώρησε στην εκκλησία…
Ο νεαρός παραξενεύτηκε και νόμισε ότι η μοναχή θα πάρει το μικρό παιδί στην μονή για να μονάσει.Την ακολούθησε για να την ρωτήσει από ποιο μοναστήρι είναι.
Περίμενε ένα τέταρτο να βγει και όταν έβλεπε ότι αργούσε μπήκε στην εκκλησία αλλά μοναχή και κοριτσάκι είχαν εξαφανιστεί. Έψαξε παντού ακόμη και στο ιερό και πάλι μάταια, κανείς δεν υπήρχε.
Τότε έτρεξε σε μένα, μου διηγήθηκε το γεγονός και μου ζήτησε να ψάξουμε ακόμη
και σε κρυφές γωνιές του ιερού. Του ζήτησα να μου πει πως ήταν το κοριτσάκι και τι
φορούσε. Του έδειξα φωτογραφίες που έχουμε εδώ από άλλες παρακλήσεις και
μόλις έφτασε στην μικρή Αναστασία με βεβαιότητα μου είπε: αυτό είναι το κοριτσάκι.
Τον ρωτάω: -είσαι σίγουρος;- – ΝΑΙ- μου λέει μονολεκτικά. Του εξήγησα ότι το
κοριτσάκι αυτό σήμερα το πρωί το έθαψαν στην Κύπρο και του είπα όλη την ιστορία.
Μετά συγκλονισμένος έβαλα τα κλάματα, το ίδιο και ο νεαρός και με ρώτησε -και ποια ήταν η μοναχή;
– Μάλλον η Παναγία του είπα και τότε ήταν που ο νεαρός συγκλονισμένος άρχισε να κλαίει γοερά και συνέχεια.
Ξέραμε ότι η Παναγία είναι πάντα παρούσα στο μέρος αυτό και είναι μοναδική παρηγοριά που έρχεται κοντά μας.

(Από το Βιβλίο-Η ΠΑΝΤΩΝ ΑΝΑΣΣΑ-Φανερώσεις και θαύματα της Θεοτόκου-Εκδόσεις Σταμούλη)