Η ΦΟΒΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ 666


Η τεχνολογία, η οποία εξελίσσεται με τρόπους μηχανικούς που βασικά δεν ελέγχουμε, θα χρησιμοποιηθεί όσο πιο εντατικά γίνεται, είτε μας αρέσει είτε όχι. Παλαιότερα όσοι αντιδρούσαν στην τεχνολογία έλεγαν: «εάν ο Θεός ήθελε τον άνθρωπο να πετά, θα του είχε δώσει φτερά». Στην πράξη, έχει έρθει πια ο καιρός να κατανοήσουμε ξεκάθαρα ότι εάν ο Θεός δεν ήθελε τον άνθρωπο να πετά, δεν θα του είχε δώσει αεροπλάνα.

Το μαχαίρι είναι ένα εργαλείο, μαζί και όπλο φονικό.

Η χρήση της τεχνολογίας πάντοτε θα κινείται ανάμεσα στα όρια που ορίζουν, αφενός οι δυνατότητές της και αφετέρου οι κίνδυνοι που αντιπροσωπεύει. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο πιο αρμονικά θα ζήσουμε την μοίρα μας. Τα περιθώρια ανάμεσα στις δυνατότητες και τους κινδύνους είναι εξαιρετικά στενά και η «πολυτέλεια» του ανεγκέφαλου φανατισμού, ολέθρια. Το λεγόμενο «ηλεκτρονικό φακέλωμα» είναι μια αναπόφευκτη τεχνολογική πραγματικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να δεχτεί να γίνει θύμα των κινδύνων που αντιπροσωπεύει. Αλλά σημαίνει, ότι πρέπει να κινηθεί στα όρια των δυνατοτήτων του, έστω και αν με τον τρόπο αυτόν αλλάζει η εικόνα που έχει για τον κόσμο και για τον εαυτό του. Και δυστυχώς, η αιτία για τις περισσότερες αντιδράσεις κατά της ηλεκτρονικής προόδου είναι η «τεμπελιά» της αλλαγής νοοτροπίας. Δεν θέλουμε με τίποτε να αλλάξει η εικόνα που εμείς έχουμε για τον κόσμο.

 

Ας θυμηθούμε, ότι όταν ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά η ατμομηχανή, πολλοί και ιδιαίτερα οι καραγωγείς, έλεγαν ότι επρόκειτο για διαβολική ανακάλυψη. Ο δε ατμός ήτανε σύμβολο του πυρός και της κολάσεως. ΄Εκτοτε καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες διαβολοποιήσεως των πάντων και ιδιαίτερα κάθε τι το καινούργιο με το οποίο δεν είμαστε συνηθισμένοι.

 

Η τεχνολογία της πληροφορίας έχει επιφέρει ιλιγγιώδη αύξηση στην ταχύτητα διαχείρισης αριθμών, λέξεων, εννοιών και εικόνων της μνήμης. Από καταβολής της η κοινωνία μας βασίζεται στο τι θυμόμαστε. Πρέπει να ξέρουμε πόσοι είμαστε, που είναι ο καθένας μας, πόσες είναι οι ανάγκες μας, πόσα τα αποθέματά μας.

Η ηλεκτρονική πραγματικότητα φέρνει νέες διαστάσεις στη διαχείριση της μνήμης. Είναι φυσικό να διανοηθούμε ότι, στο όριό τους, οι δυνατότητες της ηλεκτρονικής μνήμης μπορούν να εντοπίσουν κάθε στιγμή το που βρίσκεται ο καθένας μας, το τι κάνει.

Αντί όμως να εστιάζουμε την προσοχή μας στον «εφιάλτη» μιας τέτοιας προοπτικής, αξίζει να δούμε τα πλεονεκτήματά της. Την εξαφάνιση των λαθών, αλλά και των έμμονων ιδεών για το «τι μας χρειάζεται». Η απαλλαγή από τέτοιες αρνητικότητες αναπόφευκτα θα φέρει όλο και μεγαλύτερη πνευματική ελευθερία.

Για ποίο λόγο φοβόμαστε; Για το ότι «τα ηλεκτρονικά μας βλέπουν διαρκώς»; Αλλά αυτό πρέπει να το δεχτούμε πλέον, σαν καθημερινή πραγματικότητα. Οι δορυφόροι ανιχνεύουν πολλά χρόνια τώρα εμάς, τις στρατιωτικές μας εγκαταστάσεις, τα αποθέματα του νερού μας και τις σοδιές μας.

Όλοι διαισθητικά γνωρίζουμε ότι ο κόσμος ενώνεται, γίνεται ένα όπως έγιναν κάποτε ένα οι πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Ο φόβος μας άραγε εστιάζεται στο ότι δεν θα είμαστε «εμείς» το κέντρο του κόσμου; Ότι πρωτεύουσα δεν θα είναι η Αθήνα; Ή μήπως θέλει κανείς να προτείνει να σταματήσει η ροή των ανθρώπων, των αγαθών και των πληροφοριών; Η τάση για ομοιογένεια δεν πρόκειται να κάνει πίσω.

 

Βέβαια, είναι απόλυτα λογικό να φοβόμαστε όταν η δύναμη μπορεί να πάει μόνο σε λίγους. Καμιά αμφιβολία, σαφώς χρειάζεται να προασπίσουμε την ελευθερία του λόγου και τις δημοκρατικές αρχές στις διαδικασίες διαχείρισης των πληροφοριών. Αλλά μπορεί ποτέ να είμαστε αποτελεσματικοί και να το καταφέρουμε αυτό χωρίς να ξέρουμε τι κάνουμε και τι επιδιώκουμε; Είναι δυνατόν να το πετύχουμε ασυνείδητα, μέσα σε ένα κλίμα απέχθειας για την τεχνολογία και σιωπής μπροστά στη δεισιδαίμονα φοβία για το 666, για το 669, για το 1984 ή για το 1998 ( έτος τρισκατάρατο (κατά τους αριθμολόγους), καθότι: 3 Χ 666 = 1998);

Η Δημοκρατία είναι ο εξισορροπητικός παράγοντας, ο καταλύτης για να βρεθεί κάθε φορά ο δρόμος ανάμεσα στις δυνατότητες και τους κινδύνους. Αυτός είναι ο γνώμονας βάσει του οποίου πρέπει να χαράξουμε την πορεία μας σαν ανθρώπινο γένος μέσα σ’ έναν κόσμο που, επιτέλους, καταλάβαμε ότι δεν καταλαβαίνουμε.

Έτσι κι’ αλλιώς, ελληνικά είναι τα φιλοσοφικά πρωτεία της Δημοκρατίας. Πάνω σ’ αυτά, στην διατήρηση και στην επέκτασή τους, πρέπει να βασίσουμε την κοινωνία μας ούτως ή άλλως. Γιατί αποφεύγουμε να στηρίξουμε σ’ αυτά και όλη μας την πνευματικότητα; Γιατί να κυνηγάμε ανέφικτες φιλοσοφικές ισορροπίες; Ή μήπως υπάρχει κανείς αφελής που πιστεύει ότι μπορεί ποτέ να υπάρξει αληθινός Χριστιανός στην κοινωνία χωρίς να υπάρχει ακραιφνής δημοκρατική αντίληψη;

 

Η Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς τον Χριστιανισμό. Η έννοια όμως του Χριστιανικού κράτους χωρίς την Δημοκρατία είναι σκέψη ανισόρροπη. Τουλάχιστον, όσο υπάρχει Δημοκρατία, ποτέ δεν θα διώκεται αυτός που θέλει να εκφράσει τη σκέψη του ελεύθερα και να εργαστεί για την ουσιαστική αλλαγή.

Γιατί όμως υπάρχει τόση αντίδραση στην πληροφοριακή διάσταση του προβλήματος της ηλεκτρονικής παρακολούθησης; Μήπως τελικά εκείνο που φοβόμαστε και αποκαλούμε ως ανελεύθερο σύστημα είναι εκείνο το σύστημα που δεν μας αφήνει να λέμε ψέματα;

 

Το άλλο μεγάλο θέμα, του μετά μανίας δηλαδή ψαξίματος για την ανεύρεση του 666, έστω και εάν δεν υπάρχει η δεν φαίνεται, έχει μεταβάλει ορισμένους σε κυνηγούς ή σε συνδυασμολόγους αριθμών ή σε διαστροφείς δεδομένων. Εδώ, τα ανόμοια πράγματα βαπτίζονται όμοια και τελικά ταυτοποιούνται. Αυτό θυμίζει την γνωστή ιστορία:

 

Μια φορά και έναν καιρό, μια κυρία ηλικιωμένη, θρησκόληπτη και φανατική, είχε έναν γείτονα που την ενοχλούσε μ’ ένα πολύ ιδιότυπο τρόπο. «Συνέχεια αυτός ο άνθρωπος τριγυρνάει στο σπίτι του γυμνός» έλεγε στις φίλες της κι αυτές κούναγαν το κεφάλι λυπημένες δείχνοντας την αγανάκτησή τους για το γείτονα και για τα ήθη της εποχής μας και για να εκφράσουν την συμπαράστασή τους στην καλή τους φίλη.

 

Κάποια μέρα όμως η κατάσταση δεν έπαιρνε άλλο και η κυρία αποφάσισε να φωνάξει την αστυνομία. «Ο γείτονάς μου τριγυρνάει γυμνός, συνεχώς μια ολόκληρη εβδομάδα» είπε στο «Εκατό», κι’ ένα περιπολικό έσπευσε να δει τι συμβαίνει. «Να! είπε η κυρία. Ο κύριος απέναντι είναι γυμνός, δεν βάζει ούτε ένα ρούχο απάνω του!».

 

Οι αστυφύλακες κοίταξαν απέναντι, αλλά δεν είδαν τίποτα. «Μα κυρία μου» διαμαρτυρήθηκαν, «δεν φαίνεται τίποτα». Η κυρία όμως αγανάκτησε κι’ έβαλε τις φωνές: «Καλοί αστυνόμοι είσαστε! Για ανεβείτε στην ντουλάπα να δείτε πώς φαίνεται!».

 

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

 

 

Advertisements

One response to this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: