Ανωνύμου μοναχού: Οπτασία (από τον β΄ λόγο της «Νηπτικής Θεωρίας»)

Κάποιος μοναχός παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει την δόξα και την λαμπρότητα των Αγίων. Αξιώθηκε λοιπόν να δει το ποθούμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήλθε άγγελος και του είπε: Όποιος αιτεί, λαμβάνει, και όποιος ζητάει, βρίσκει, και σ’ όποιον χρυπάει την πόρτα του ανοίγουν (πρβλ. Ματθ. ζ΄ 8), και αμέσως άνοιξε το δεξιό νοερό μάτι της ψυχής του αδελφού και είδε αυτήν την δόξα την θεϊκή και την άρρητη χαρά όλων των Αγίων, που απολαμβάνουν στον ουρανό. Έλεγε λοιπόν αυτός ο Μοναχός ότι είδε όλους τους Αγίους σ’ εκείνην την δόξα και μακαριότητα, στην οποία ο καθένας Άγιος έλαμπε ομοίως με τον αισθητό ήλιο, μ’ όσες ακτίνες έχει ο αισθητός ήλιος. όλοι δε οι άγιοι έψαλλαν με γλυκύτατη φωνή το «Αλληλούια».

Λοιπόν, εάν εδώ ο ήλιος ακτινοβολεί και φωτίζει όλη την οικουμένη, που είναι ένα μόνον φωτεινό σώμα, άραγε εκεί στον ουρανό, που είναι χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες Άγιοι, λάμποντας και ακτινοβολώντας ο καθένας σαν τον ήλιο, πόση τάχα είναι εκείνη η λαμπρότητα; πόσες οι ακτίνες; πόση η φωτοχυσία; πόση η δόξα;

Και πάλι έλεγε ο Μοναχός εκείνος ότι όλοι οι Άγιοι, δέχονταν την λάμψη τους από την λαμπρότητα του Θεού, διότι μία ακτίνα της λαμπρότητος του Θεού ήταν και έμοιαζε με όλο τον ήλιο. Τώρα λοιπόν συλλογίσου και μόνος σου, αναγνώστα, όσο φθάνει και όσο απλώνεται η μικρή και περιορισμένη σου διάνοια πόσο τάχα και τι να είναι εκείνο το φως της Θεότητος και εκείνη η άρρητη και ανεξήγητη δόξα του αόρατου Θεού και ακατανόητου δημιουργού και πλάστου μας Κυρίου;

Παρομοίως και όταν μυρίσει ο εργάτης της νοεράς προσευχής κανένα τριαντάφυλλο ή κάποιο άλλο μυρωδικό, ή όταν παρατηρήσει κανένα άνθος από τα άνθη αγρού, πηγαίνει αμέσως η διάνοιά του σαν αστραπή στην άρρητη ευωδία που βγάζουν τα μοσχοβολούντα άνθη του Παραδείσου, τα οποία όταν θυμάται και μελετάει βρέχει το πρόσωπό του με δάκρυα. Και όσο αναστενάζει από το βάθος της καρδιάς, τόσο υψώνεται και απομακρύνεται από τα γήινα. Αναστενάζει επίσης, διότι, όχι μόνον επιθυμεί να απολαύσει τα ουράνια αγαθά του Παραδείσου, αλλά ακόμη θυμάται και τι είδους κόλαση έχουν εκείνοι που τα υστερούνται, επειδή είναι σίγουρο ότι κανείς βρίσκεται ή με τον Θεό στον ουρανό ή με τον διάβολο στα καταχθόνια.

Έλεγε ακόμη ο ίδιος εκείνος Μοναχός ότι, αφου είδε εκείνη την θαυμαστά δόξα των Αγίων, είδε μετά και τον φρικτό βασανισμό των κολασμένων. Έλεγε λοιπόν, όταν έπαυσε η ουράνια οπτασία της θεϊκής δόξας, καθώς έκλεισε το δεξιό μάτι της ψυχής, άνοιξε αμέσως το αριστερό μάτι, με το οποίο είδε την κόλαση σαν μια θάλασσα, η οποία ήταν τόσο βαθύτατη, όση είναι η απόσταση από την γη στον ουρανό.

Ήταν ακόμη, έλεγε, εκείνη η θάλασσα της κόλασης σκοτεινότατη και πυκνότατη μέσα στην οποία ανακατεύονταν οι κολασμένοι, όπως ανακατεύονται τα όσπρια στο σκεύος όταν βράζουν. Βράζοντας εκείνη η κόλαση όπως βράζει το νερό, άλλοτε ύψωνε τον ένα πάνω, άλλοτε ρουφούσε τον άλλο κάτω, και από έναν φαινόταν μόνον το χέρι, από άλλον μόνον η κεφαλή, και από άλλον το πόδι, και ο ένας φώναζε το «αλλοίμονο! αλλοίμονο!», με ελεεινή φωνή, ο άλλος πάλι καταριόταν και βλασφημούσε εκείνον που του έγινε η αιτία και κολάστηκε.

Με τόση αγανάκτηση και με τέτοιο θυμό αγανακτούσε και θύμωνε ο ένας εναντίον του άλλου, ώστε αν ήταν δυνατό να πιαστούν μεταξύ τους, θα ξεσκίζονταν ο ένας με τον άλλον, με τα δόντια τους, όπως οι σκύλοι όταν μαλώνουν. Εκεί ο πόρνος θύμωνε κατά της πόρνης, διότι αυτή του έγινε αιτία και κολάστηκε. Και πάλι, η πόρνη θύμωνε και βλασφημούσε τον πόρνο, διότι αυτός έγινε αιτία και κολάστηκε.

Και πάλι οι γονείς κινούνταν με αμέτρητη μανία κατά των παιδιών τους, διότι θέλοντας να τους πλουτίσουν και να τους αναπαύσουν στην ζωή τους, κολάστηκαν εκείνοι. Εκει θύμωναν τα παιδιά κατά των γονέων, επειδή τους άφηναν να κάνουν, ό,τι θέλουν και δεν τους οδηγούσαν στον φόβο του Κυρίου. Και, με συντομία να πούμε, εκεί υπήρχε μεγάλη ανωμαλία και ακαταστασία και ανυπόφορη δυσωδία.

Τα οποία όλα αυτά και τα όμοιά τους στοχαζόμενος ο κάθε καλός αγωνιστής αναστενάζει από το βάθος του εαυτού του, και όσο αναστενάζει, τόσο υψώνεται από τα γήινα προς τα ουράνια. Γι’ αυτό λοιπόν, όχι μόνον δεν πιάνεται από τις παγίδες που έχει στημένες ο διάβολος, αλλά γίνεται ακόμη θερμότερος στα νοητά και τα ουράνια, και τότε λέγεται κανείς απαθής και είναι αληθώς, διότι κανένα διαβολικό πάθος δεν έχει τόπο σ’ αυτόν.

Αλλά εκείνος που δεν εργάζεται την εργασία της νοεράς προσευχής με συντετριμμένη την καρδιά, δεν είναι έτσι. Αυτός αμέσως μόλις δει κάποιο όμορφο πρόσωπο ή κάποιο άλλο ακριβό και όμορφο πράγμα της γης, νοιώθει αμέσως ηδονή η καρδιά του, σκλαβώνεται αμέσως σ’ αυτό ο λογισμός του, όπως σκαλώνεται το ψάρι στο αγκίστρι, και τρέχει στην απόλαυσή του όπως ο σκύλος στο κρεοπωλείο βιαζόμενος και αγωνιζόμενος, πώς να το απολαύσει, καθώς λέγει: «Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων, ων ήσθιον οι χοίροι» (Λουκ. ιε΄16), από τους οποίους ας λυτρωθούμε με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η εξουσία εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

****************************************

πηγή: Ανωνύμου μοναχού, Νηπτική Θεωρία -Ορθόδοξη Πατερική Γραμματεία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: