Η διαχρονική πορεία των λειψάνων του Ευαγγελιστού Λουκά και η κώμη Κορίτσα Φουρνά Ευρυτανίας ως σημείο στη διαδρομή αυτή

Τον Οκτώβριο του 1992 ο Καρδινάλιος της Πάδουας της Ιταλίας Antonio Mattiazzo έλαβε ένα γράμμα στα ελληνικά από τον Ορθόδοξο Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμο, με το οποίο του ζητούσε να επιστραφεί ένα μέρος των ιερών λειψάνων του Αγίου Λουκά για να τοποθετηθούν στον κενό τάφο του Ευαγγελιστού, ο οποίος ευρίσκεται στη Θήβα και τιμάται έως σήμερα.

Μόλις διάβασε το γράμμα ο Καρδινάλιος πετάχθηκε από τη θέση του. Πώς ήταν δυνατό ο ορθόδοξος αδελφός του να ήταν τόσο σίγουρος ότι τα λείψανα του Αγίου Λουκά ήταν στην Πάδουα; Γιατί πραγματικά η λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Λουκά βρισκόταν στη βασιλική της Αγίας Ιουστίνης, στην κεντρική πλατεία της Πάδουας, αλλά το γεγονός αυτό ήταν γνωστό σε έναν στενό σχετικά κύκλο πιστών καθολικών.

Σύμφωνα με την παλαιοχριστιανική παράδοση (κοινή στην Ανατολική και Δυτική Εκκλησία) αλλά και με ιστορικές πηγές, ο Ευαγγελιστής Λουκάς γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Ρωμαϊκής επαρχίας της Συρίας, ήταν γιατρός, «αγαπητός» μαθητής και συνοδός του Αποστ. Παύλου, έγραψε στα Ελληνικά το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων, δίδαξε στον ελληνικό χώρο και πέθανε στη Θήβα της Βοιωτίας σε ηλικία 84 ετών περί το 150 μ.Χ.

Το σώμα του αρχικά εναποτέθηκε σε μαρμάρινη σαρκοφάγο αλλά μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το δεύτερο έτος της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου (338 μ.Χ.), ο οποίος μερίμνησε να συγκεντρωθούν στον ναό των Αγίων Αποστόλων τα λείψανα μεγάλων μαρτύρων της χριστιανικής πίστεως. Από εκεί το λείψανο του Αγίου Λουκά μεταφέρεται στην Πάδουα της Ιταλίας. Για το πώς έγινε η μεταφορά αυτή δεν υπάρχουν ιστορικές ενδείξεις. Διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις εκ των οποίων οι επικρατέστερες είναι ότι επισυνέβη α) επί αυτοκρατορίας του Ιουλιανού του Παραβάτη (361 μ.Χ.) ή β) κατά την περίοδο της εικονομαχίας (762-846 μ.Χ.). Η άποψη μερικών ιστορικών ότι η μετακομιδή έγινε κατά την περίοδο των Σταυροφοριών καταρρίπτεται από την έρευνα του Claudio Belinatti, διευθυντή των ιστορικών αρχείων της Πάδουας, ο οποίος ανακάλυψε ότι η παρουσία των οστών μαρτυρείται στα αρχεία αυτής της πόλεως ήδη το 1177 (πριν δηλ. την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους το 1204 μ.Χ.), όταν το μολύβδινο φέρετρο, το οποίο εξ αιτίας των βαρβαρικών επιδρομών είχε κρυβεί στο κοιμητήριο του περιβόλου της Αγίας Ιουστίνης, μαζί με άλλα σώματα που φυλάσσονταν στην εκκλησία, επανευρίσκεται, καταγράφεται και επανατοποθετείται μέσα στον ναό.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία ήταν γνωστά στον καρδινάλιο Mattiazzo αλλά το γράμμα του Μητροπολίτη Ιερωνύμου άναψε μέσα του τη σπίθα της αναζήτησης της αλήθειας. Ο καρδινάλιος αναδέχθηκε την πρόκληση της αναμέτρησης της Παράδοσης με την Ιστορική και Επιστημονική Έρευνα, για να υπάρξει ένα συμπέρασμα ως προς την συμβατότητα των δεδομένων της κάθε μιας μεταξύ τους.

Έτσι θέλοντας ο καρδινάλιος Mattiazzo να διαπιστώσει κατά πόσον αυτά τα οποία λέει η Παράδοση βρίσκονται σε αντιστοιχία και όχι σε δυσαρμονία με δεδομένα της Ιστορίας, της Αρχαιολογίας αλλά και της καθαρώς επιστημονικής Βιολογικής Έρευνας ξεκίνησε το 1998 (αφού πήρε την έγκριση της Αγίας Έδρας) τη διερεύνηση του ζητήματος.

Το έργο ανατέθηκε σε Επιτροπή με Πρόεδρο τον παθολογοανατόμο του Πανεπ. της Πάδουας Vito Terribile Wiel Marin και μέλη τους: G. Barbugiani, C. Vernesi, G. Bendetto, E. Sacchari, και E. Katti (του Τμήμ. Βιολογίας του Πανεπ. της Ferrara), D. Caramelli (του Ινστ. Ανθρωπολογίας του Πανεπ. της Γενεύης), P. Malaspina (του Τμήμ. Βιολογίας του Πανεπ. της Ρώμης) και A. Novelletto (του Τμήμ. Βιολογίας του Πανεπ. της Καλαβρίας).

Τα μέλη της Επιτροπής, με την παρουσία κληρικών, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1998 αφήρεσαν τις 400 ετών σφραγίδες από το μολύβδινο φέρετρο, το εγκιβωτισμένο στη μαρμάρινη σαρκοφάγο του καθεδρικού Ναού της Πάδουας, το οποίο είχε διαστάσεις 193,04 εκ. μήκος, 40,64 εκ. πλάτος, 50,80 εκ. βάθος και 126,84 χιλγρ. βάρος1. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι διαστάσεις αυτές αντιστοιχούν ακριβώς, και με προσέγγιση χιλιοστού του μέτρου, στις διαστάσεις της κενής μαρμάρινης λάρνακας, που τιμάται ως ο τάφος του Αγίου Λουκά στη Θήβα της Βοιωτίας.

Μέσα στο κιβώτιο βρέθηκε ο πλήρης σκελετός (εκτός από το κρανίο, την δεξιά ωλένη και τον αριστερό αστράγαλο) ανθρώπου, πυκνικού (κοντόχονδρου) σωματοτύπου, μεγάλης ηλικίας, ο οποίος έφερε έντονα σημεία οστεοπορώσεως, εκφυλιστικές αλλοιώσεις οστεοαρθροπάθειας της σπονδυλικής στήλης, εκτεταμένες αλλοιώσεις (λόγω φθοράς) των οδόντων και κυρτότητα πλευρών ενδεικτική πνευμονικού εμφυσήματος. Ο σκελετός ήταν καλυμμένος με σάβανο από διαφανές λευκό ύφασμα, πιθανολογούμενο ότι τοποθετήθηκε κατά τη τελευταία έκθεση του κειμηλίου σε προσκύνημα κατά το έτος 1562, ημερομηνία η οποία προκύπτει από δύο μικρές πλάκες που βρέθηκαν εντός του κιβωτίου και στις οποίες ήταν γραμμένα τα έτη 1463 και 1562 κατά τα οποία φαίνεται ότι έγινε δημόσιο προσκύνημα των λειψάνων.

Μέσα στο μολύβδινο κιβώτιο, εκτός των άλλων φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων (κελύφη ζωυφίων, άνθη μυρτιάς κλπ.) βρέθηκαν επίσης ένας κυνόδοντας, και συνολικά 34 νομίσματα, το παλαιότερο των οποίων έφερε χρονολογία 299 μ.Χ. Κατά τους αρμόδιους επιστήμονες της Επιτροπής η αποσύνθεση του σώματος έγινε σε περιβάλλον ατμοσφαιρικού αέρα, χωρίς δηλαδή να έχει έλθει σε επαφή με το χώμα.

Ως προς τα ελλείποντα από τον σκελετό οστά λογικό ήταν να εγερθεί το ερώτημα αν αυτά φυλάσσονται σε κάποιους άλλους ιερούς χώρους. Και ως προς την κεφαλή ήταν γνωστό στους κύκλους της Δυτικής Εκκλησίας ότι κάρα του Αγίου Λουκά υπήρχε σε δύο μέρη: την Πράγα της Τσεχίας και τη Ρώμη. Ως προς την πρώτη υπήρχαν ισχυρά στοιχεία από τη παράδοση κατά την οποία το 1354 ο αυτοκράτορας Κάρολος IV την αφήρεσε από την Πάδουα και τη μετέφερε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Βήτου στο κάστρο της Πράγας.

Κατόπιν αιτήματος του καρδιναλίου Mattiazzo η κάρα αυτή μεταφέρθηκε στην Πάδουα και εξετάσθηκε κατά πόσο ταιριάζει στην υποδοχή του άτλαντα (του πρώτου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης) του σκελετού της Πάδουας. Κατά τους επιστήμονες που έλαβαν μέρος στη σχετική εξέταση υπήρχε μια τέλεια εφαρμογή, τέτοια που υπάρχει μεταξύ «κλειδιού και κλειδαριάς» κατά την άποψή τους. Επί πλέον το κρανίο της Πράγας ανήκει στον δολιχοκέφαλο τύπο (επιμηκυσμένο κατά τον προσθιοπίσθιο άξονα) πράγμα το οποίο είναι πολύ συμβατό με τον τύπο κρανίου ανθρώπων της περιοχής αυτής κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνες και καθόλου συμβατό με τον κρανιακό τύπο ανθρώπων της ίδιας περιοχής κατά το 1000 μ.Χ. και τους μετέπειτα αιώνες. Και επιπρόσθετα ο κυνόδοντας που βρέθηκε στο μολύβδινο κιβώτιο της Πάδουας ταίριαζε απόλυτα στο κενό φατνίο που υπήρχε στο δεξιό μέρος της κάτω σιαγόνας του κρανίου της Πράγας.

Όσον αφορά τα δύο άλλα ελλείποντα οστά για μεν τον αριστερό αστράγαλο δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ιστορική ή από την Παράδοση για το που ευρίσκεται για δε την δεξιά ωλένη θα υπάρξει εκτενής αναφορά στο τελευταίο μέρος της παρούσας μελέτης (βλέπε πιο κάτω, Ελλαδικός κύκλος).

Για να επανέλθουμε στον σκελετό του κιβωτίου της Πάδουας, διενεργήθηκε επιστημονική έρευνα σε πολύ μικρό (0.071 gr) λειοτριβημένου τμήματος μηριαίου οστού.

Δείγμα απεστάλη σε δύο ανεξάρτητα ερευνητικά εργαστήρια της Ευρώπης (Oxford University) και της Αμερικής (Tucson, Arizona University). Η χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα (C14) έδειξε ότι το οστό ανήκε σε πρόσωπο που πέθανε μεταξύ 72 μ.Χ. και 416 μ.Χ. πράγμα συμβατό με την υποτιθέμενη ιστορική χρονολογία θανάτου (περί το 150 μ.Χ.).

Η γενετική ανάλυση στο μιτοχονδριακό DNA που λήφθηκε από τον πολφό του κυνόδοντα που βρέθηκε στον πυθμένα του κιβωτίου της Πάδουας έδειξε ότι η αλληλουχία των βάσεων του DNA ήταν συμβατή με την αλληλουχία των βάσεων που προέκυψε από τη μελέτη πληθυσμών της χρονολογίας αυτής και της περιοχής αυτής. Τα ευρήματα αυτά κατʼ ουδένα τρόπο πιστοποιούν ότι τα οστά του σκελετού αυτού ανήκουν σε άτομο Συριακής καταγωγής και χρονολογίας θανάτου τον 2ο μ.Χ. αιώνα, αλλά απλώς δεν αποκλείουν μια τέτοια πιθανότητα και είναι συμβατά με μια τέτοια παραδοχή.

Τα αποτελέσματα της παραπάνω χρονολόγησης και της μελέτης του DNA δημοσιεύθηκαν τον Νοέμβριο του 2001 στο έγκυρο Αμερικανικό επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences USA2.

Αφού ολοκληρώθηκε η έρευνα των οστών του κιβωτίου της Πάδουας με τα θετικά δεδομένα για την συμβατότητα των δεδομένων της Παράδοσης με τα επιστημονικά ευρήματα της Επιστημονικής Επιτροπής ο καρδινάλιος Mattiazzo, ύστερα από άδεια της Αγίας Έδρας έλαβε μία πλευρά (την πλησιέστερη προς την καρδιά) από το σκελετό της Πάδουας και την μετέφερε στη Θήβα της Βοιωτίας, ικανοποιώντας ένα τμήμα του αιτήματος του Μητροπολίτη Ιερωνύμου, για να εναποτεθεί στον εκεί τιμώμενο τάφο του Ευαγγελιστού Λουκά.

Έτσι έκλεισε ο κύκλος του μακρινού ταξειδιού που διύνησε το σώμα του Αγίου Λουκά μετά τον θάνατό του.

Ελλαδικός κύκλος

Απομένει προς συμπλήρωση ένα μικρό κομμάτι του παζλ που προκύπτει από τη μελέτη της διαχρονικής πορείας των ιερών λειψάνων του Ευαγγελιστού Λουκά. Το οστούν της δεξιάς ωλένης, η απουσία του οποίου διαπιστώθηκε από την Επιστημονική Επιτροπή της Πάδουας, τι τάχα να απέγινε; Υπάρχουν άραγε ιστορικά στοιχεία που να μαρτυρούν για τον τόπο που ευρίσκεται;

Όπως ο τόπος φύλαξης του σκελετού του λειψάνου του Αγίου Λουκά ήταν γνωστός σε έναν περιορισμένο κύκλο πιστών της Καθολικής Εκκλησίας έτσι και το «μυστικό» της φύλαξης του οστού της δεξιάς ωλένης του Ευαγγελιστού διαφυλάχθηκε δια μέσου των αιώνων σε ένα ιστορικό μοναστήρι της περιοχής των Αγράφων της Ευρυτανίας, μακρινός «απόγονος» του οποίου είναι ο ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις, στο χωριό Κορίτσα – Κλειτσού του Δήμου Φουρνάς, του Νομού Ευρυτανίας.

Αν η «φήμη» του κειμηλίου της «χειρός» του αγίου Λουκά ήταν απλώς μια προφορική παράδοση, το γεγονός δεν θα είχε και πολύ μεγάλη σημασία, δεδομένης της «περίσσειας» και πλησμονής παρομοίων ευσεβών φημών για διάφορα λείψανα που έχουν έλθει μέχρι σε μας μέσω της Παράδοσης. Η περίσσεια αυτή, μαρτυρούμενη και από τον ιστορικό Κ. Παπαρρηγόπουλο και δικαιολογημένη από τα δύσκολα, σκληρά και πικρά χρόνια που πέρασε ο Ελληνικός Λαός κατά τη διάρκεια του μακραίωνα Οθωμανικού ζυγού δεν στερείται ιστορικής βάσεως και επιστημονικής στήριξης.

Στην περίπτωση μάλιστα του κειμηλίου που φυλάσσεται στον άγιο Νικόλαο τον Νέο στην Κορίτσα-Φουρνάς υπάρχουν έγγραφα ιστορικά ντοκουμέντα, έστω και σχετικά πρόσφατα, που ισχυροποιούν τον ιστό της προφορικής παραδόσεως ο οποίος τα συνοδεύει.

Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση3 μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ του Παλαιολόγου (1341), ο Δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος Β΄(1335-1338 & 1356-1359), γαμβρός του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, εξεστράτευσε εναντίον των Αλβανών που λεηλατούσαν τα χωριά του Δεσποτάτου (στο οποίο υπαγόταν και η Ευρυτανία μετά της περιοχής των Αγράφων). Αλλά σε μάχη παρά τον Αχελώο (1359 μ.Χ.) φονεύθηκε ο Νικηφόρος, ο οποίος έφερε μαζί του το ιερό κειμήλιο του Αγίου Λουκά και κατά την παράδοση ένας από τους ακολούθους του έφερε τον θησαυρό αυτόν στη Σταυροπηγιακή* γυναικεία Μονή του Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις στην Κορίτσα – Κλειτσού των Αγράφων.

Κατʼ άλλη εκδοχή4 το κειμήλιο μετέφεραν στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου του Νέου δύο μοναχές από την Κωνσταντινούπολη, μετά την άλωσή της (1453) από τους Τούρκους.

Ας σημειωθεί ότι η Κορίτσα ανήκε μεν στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων υπαγόταν όμως διοικητικά και εκκλησιαστικά τόσο κατά τους Βυζαντινούς όσο και κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας στη Λάρισσα της Θεσσαλίας. Στρατιωτικός διοικητής της Λάρισσας υπήρξε ο Άγιος Νικόλαος ο Νέος ο οποίος εμαρτύρησε στα Βούνενα τις Θεσσαλίας κατά το 720 μ.Χ. Άρχαιότερη έκφραση της τιμής της μνήμης του Αγίου Νικολάου του νέου που διαδόθηκε ταχύτατα στον περί τη Λάρισσα θεσσαλικό χώρο είναι η ομώνυμη ιερά μονή στον Υψηλάντη Βοιωτίας (10ος μ.Χ. αιώνας) για να επακαλουθήσουν σειρά όλη μονών όπως εκείνη στα Καμπιά της Βοιωτίας όπως και αυτή της Κορίτσας Ευρυτανίας.

Η παρουσία του λειψάνου του Ευαγγελιστού Λουκά στην τελευταία αυτή Μονή μαρτυρείται από δύο συγίλια** γράμματα που φυλάσσονται στο Ναό:

Το ένα του Δοσιθέου, Επισκόπου Λιτζάς και Αγράφων (έδρα της Επισκοπής του οποίου πιστεύεται ότι ήταν εκ περιτροπής ο Κλειτσός και τα Άγραφα) με χρονολογία Απρίλιο του 1795 και δεύτερο του Νεοφύτου Ζ΄, (εικ.1) Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης (έτ.1799), το οποίο εξεδόθη προς υποστήριξη εράνου για την αποκατάσταση βλαβών του ιερού Ναού και στο οποίο ευκρινώς (εικ.2) αναφέρεται ότι τον Ναόν «πλουτεί ιερόν κειμήλιον θαύματος άξιον τον εκ του αγκώνος πήχυν της ζωγραφικής χειρός του αγίου ενδόξου αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά».

Το ότι το ιερόν κειμήλιον είναι «θαύματος άξιον» δεν καταδεικνύεται από φοβερά, τρομερά, εξωπραγματικά ή υπερφυσικά γεγονότα αλλά από την απλή, λιτή και συγχρόνως σκληρή πραγματικότητα, αν αναλογιστεί κανείς τι φοβερούς κινδύνους εξαφανισμού και καταστροφής και τι περιπέτειες και τραγικές καταστάσεις πέρασε αυτό το κειμήλιο για να διασωθεί μέχρι τις ημέρες μας μέσα από άγριο κυνηγητό αλλοεθνών, Τούρκων και Αλβανών που καταβασάνισαν τους καταφρονεμένους αλλά και σκληροτράχηλους ραγιάδες.

Ακόμη και η δική μας η γενιά έζησε το θαύμα της διάσωσης του κειμηλίου τα πέτρινα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης. Όταν το χωριό εκκενώθηκε από τους κατοίκους που μεταφέρθηκαν στην Καρδίτσα και ο καθένας κοίταζε να σώσει τον εαυτό του και την οικογένειά του βρέθηκαν άνθρωποι (οικογένεια Κ. Σαμαρά) να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τον θησαυρό αυτόν και να τον επαναφέρουν σώον και ακέραιον στην αρχική του εστία.

Ας σημειωθεί ότι ο θησαυρός αυτός, είτε ως απλή και απέριττη περιέχουσα θήκη είτε ως το σεπτό οστούν δεν έχει ούτε την ελάχιστη οικονομική ή εμπορική αξία, σε αντίθεση με την τεράστια πνευματική αξία που απορρέει από την αφοσίωση και την απόδοση υψίστης τιμής από τους απλούς, βασανισμένους, αλλά μεγαλόψυχους πιστούς.

Επίμετρον

Αν περιγράφεται συνοπτικά και παρατίθεται το σύντομο ιστορικό της διαχρονικής πορείας του κειμηλίου αυτού δεν γίνεται για κανέναν άλλον λόγο παρά για να εξαρθεί η δύναμη της ψυχής των απλών κατοίκων της περιοχής αυτής που μέσα στο πικρό σκοτάδι της σκλαβιάς εύρισκαν στήριγμα και αποκούμπι στο χέρι του Ευαγγελιστή που ευαγγελιζόταν σʼ αυτούς την ελπίδα και την παρηγοριά.

Μακριά από μας η υστερόβουλη σκέψη, που δυστυχώς διατρέχει την σύγχρονη «χριστιανική» κοινωνία μας, για την «αξιοποίηση» θρησκευτικών θησαυρών μέσα από μεγαλεπήβολα και μεγαλόστομα προγράμματα «θρησκευτικού τουρισμού» και άλλα ηχηρά παρόμοια.

Μερικά χωριά της Ευρυτανίας (μέσα στα οποία δυστυχώς και το δικό μας, η Κορίτσα της Φουρνάς) ακολουθεί τη χωρίς επιστροφή πορεία πολλών χωριών της σύγχρονης Ελλάδας προς τον μαρασμό και τον αφανισμό.

Η μόνη ελπίδα παρηγοριάς είναι η λογική αναφορά και απόδοση τιμής στα επί της γης ίχνη της παρουσίας κάποιων πνευμάτων που μίλησαν και έγραψαν για «ασώτους», για «καλούς Σαμαρείτες» και αποτύπωσαν με τον χρωστήρα τους άγιες μορφές, όπως της Μάνας όλων μας.

ΑΝΔΡΕΑΣ Κ. ΝΤΕΛΗΘΕΟΣ
Αναπληρωτής Καθηγητής
Πανεπιστημίου Αθηνών
andreasthomas2002@yahoo.com

ΑΝΔΡΕΑΣ Κ. ΝΤΕΛΗΘΕΟΣ Αρ. φυλ. 397/23-6-10

Advertisements

2 Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: