Οσία Μεθοδία η εν Κιμώλω ασκήσασα(5η Οκτωβρίου)

Αρχιμ.Εμμανουήλ Ι. Καρπαθίου
Έκδοσις Φοίνιξ – Λεοννάτου 4
Αθήναι, 1947

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΙΜΩΛΟΝ
Αρχάς του έτους 1921 κατά τας απερινοήτους του Κυρίου Βουλάς, ευρέθην εις την νήσον Κίμωλον. Υπηρέτησα εκεί επί εν σχολικόν έτος ως Ελληνοδιδάσκαλος.
Αι ημέραι μου ήσαν «ημέραι πικρίας», αλλ η σκέψις ότι άνευ της θελήσεως του Θεού ουδέ θριξ εκ της κεφαλής ημών απόλλυται με έκαμνε πάντοτε να ατενίζω μετά πίστεως εις το παρόν και εις το μέλλον.
Δεν έχω λέξεις να εξάρω την αδελφικήν εν Χριστώ αντίληψιν, την ποικίλην συνδρομήν και βοήθειαν, την οποίαν προσωπικώς και οικογενειακώς ο ήδη μακαριστός Οικονόμος Σπυρίδων Ράμφος, ο καλός της Εκκλησίας εργάτης και καλός πνευματικός πατήρ της Κιμώλου, επεδαψίλευσεν εις εμέ. Θα μου είναι αλησμόνητα όχι αι δεξιώσεις περί την βρώσιν και την πόσιν, όχι αι παντοίαι τιμαί τας οποίας, εν πάση ευκαιρία μοι εξεδήλωνεν ο προ μικρού προς Κύριον μεταστάς Λευίτης· αλλ η πνευματική του πρωτίστως και υπεράνω πάντων αναστροφή. Δεν ήτο θεολόγος- αλλά τι σημασίαν έχει αυτό! Τίνα σημασίαν έχουν τα διπλώματα και αι γνώσεις; Ο Σπυρίδων Ράμφος ήτο πιστός. Με ανεκούφιζεν, όταν εις όλας τας περιστάσεις της ζωής, εις όλα τα ζητήματα, παντού και πάντοτε ωμίλει «εν πίστει», και τον εύρισκον πάντοτε να βλέπη την ζωήν δια μέσου της πίστεως. Αυτό ήθελα. Και αυτό είναι εκείνο το οποίον με συνέδεσε και με συνδέει με τον εκλιπόντα από του προσκαίρου τούτου κόσμου Εκκλησιαστικόν της Κιμώλου λειτουργόν.
Μου είναι εξαιρετικώς ευχάριστον ότι μου δίδεται η ευκαιρία να εκδηλώσω προς την μνήμην του και δια των ολίγων τούτων λέξεων τα ευγνώμονα προς αυτόν αισθήματά μου, άλλα και την αμέριστον προς αυτόν εκτίμησίν μου. [1]
ΓΛΥΚΕΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ
Δεν θα λησμονήσω τας ημέρας μου εν Κιμώλω, μάλιστα τας αείποτε ζωηράς εντυπώσεις μου ως προς την θρησκευτικήν και ηθικήν ζωήν των Κιμωλίων. Ενθυμούμαι, ότι καθ ἑκάστην Κυριακήν η εορτήν κανείς δεν έλειπεν από την θείαν Λειτουργίαν. Μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, ήσαν εις τας θέσεις των, και εις την ώραν των εις τον ναόν. Το αντίθετον ήτο εξαίρεσις. Ο Κανών ήτο γενικός: Όλοι εις την εκκλησίαν.
Αλλά δεν ήτο αυτό, το οποίον μοι προϋξένει ιδιαιτέραν εντύπωσιν. Εκείνο που με ενεθουσία, και «εκαμάρωνα» οσάκις μάλιστα είχα την ευκαιρίαν να διδάξω απ Ἄμβωνος, ήτο ότι: όλοι, και νέοι και γέροντες, εστέκοντο εις την σειράν, ως να ήσαν μαθηταί του σχολείου! Με ευχαριστεί ακόμη την στιγμήν αυτήν που γράφω τας λέξεις αυτάς, και νομίζω ότι τους βλέπω εμπρός μου, τους Κιμωλίους εν εκκλησιασμώ εις παράταξιν. Κανείς δεν εγύριζεν ούτε απ ἐδῶ, ούτε απ ἐκεῖ. Κανείς ψίθυρος. Άκρα σιγή, ησυχία, αξιοζήλευτος ευλάβεια. Δεν συνεκράτουν τον ενθουσιασμόν μου· τοσούτω μάλλον όσω εγνώριζον «πολλών ανθρώπων άστεα και νόον» και ήτο φυσικόν να μου κάμνη αίσθησιν η εν Κιμώλω τάξις της θρησκευτικής ζωής. Έλεγον λοιπόν εις τον αείμνηστον Οικονόμον, τον καλόν μου Σπ. Ράμφον: «Τι τάξις είναι αυτή! «Πως το κατορθώνεις αυτό; είναι κατόρθωμα, άγιε Οικονόμε». Και ενθυμούμαι τας συστάσεις του : «Μην το λέτε, άγιε Αρχιμανδρίτα· μη τους λέτε τίποτε, και το πάρουν επάνω των, και μας χαλάσουν»! Και δεν είπα, πράγματι, τίποτε τότε. Επερασαν έκτοτε περί τα εικοσιπέντε έτη, και αν τώρα το λέγω, δεν πιστεύω να υπάρχη κανείς φόβος δια την ευλάβειαν των προσφιλών μου Κιμωλίων.

ΠΡΩΤΑΙ ΜΝΕΙΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ
Έχω υπ όψιν παλαιοτέρας πληροφορίας περί της θρησκευτικής και ηθικής ζωής των Κιμωλίων. Μάρτυς δε αυτόπτης εβεβαίωσα το σφρίγος της ευσεβείας και του ηθικού φρονήματος αυτών. Ουδέποτε παρέστην θεατής η ακροατής καταλαλιάς, κατακρίσεων, ψευδολογιών, δολιοτήτων, ερίδων και αντεγκλήσεων, συνήθων πλεισταχού. Τους εύρον, και τους άφηκα τους Κιμωλίους αγαπημένους, ειρηνεύοντας, ειλικρινείς, φιλοπόνους δε εις το έπακρον, φιλοξένους και σεβαστικούς προς τους ανωτέρους. Και εύχομαι ποτέ να μη παύσωσι να είναι τοιούτοι.
Φιλοσοφούντες με τον αλησμόνητον Οικονόμον περί των πραγμάτων αυτών, πραγμάτων τα οποία είναι ουσιωδώς ενδιαφέροντα δια το Υπούργημά μας ως λειτουργών της Εκκλησίας, φυσικόν ήτο να εξετάζωμεν να ευρίσκωμεν τας φλέβας, δια μέσου των οποίων εις το κοινωνικόν σώμα της Κιμώλου έρρεεν αυτό το άγνον αίμα της πίστεως και της αρετής· του νου και της καρδίας. Εκ τοιούτων αφορμών ήκουσα το πρώτον όνομα της μακαρίας Μεθοδίας μοναχής. Δεν εχρειάζετο κόπος πολύς, ουδέ σκέψεις μακραί, δια να εξηγήσω πως συνεκρατείτο τόσον ανθηρά μία τοιαύτη θρησκευτική ζωή.
Είμαι υποχρεωμένος να εκφράσω την απόλυτον ικανοποίησίν μου δια το Ιερατείον της Κιμώλου. Διατηρώ ζωηρώς εις την μνήμην μου τον γεροντότερον όλων παπα-Γιάννην Βενιέρην, Μέγαν Σακελλάριον, αποβιώσαντα τω 1942 μετά εξηκονταετή ιερατείαν, τον νεώτερον παπα-Γεώργιον Σάρδην μετά των οικογενειών των, εν μέσω των οποίων λόγω ηλικίας, και υπεράνω των οποίων, λόγω θέσεως, ως Αρχιερατικός Επίτροπος, ήτο ο Σπυρίδων Ράμφος.
Οι Ιερείς ούτοι δεν διεκρίνοντο δια τα πολλά των γράμματα. Ήσαν όμως ξεχωριστοί δια το ιερατικόν των ήθος, δια την ιερατικήν συνείδησιν, και αυτό είναι το παν. Σεβαστοί, σεβαστότατοι και από τα μικρά παιδιά! Κανένα δεν ήκουσα ποτέ να εκφρασθή κατά του Ιερέως! Κανένα. Απ εναντίας, όλοι έτρεφον μέγαν σεβασμόν, και ο παπάς των ήτο πραγματικώς δια τον Κιμώλιον «ιερόν πρόσωπον». Τούτο ήτο ευλαβής παράδοσις δια τους Κιμωλίους. Διότι και οι μνημονευόμενοι ενταύθα υπ εμού Κιμώλιοι ιερείς άπετελουν παράδοσιν πιστών της Εκκλησίας λειτουργών, οίτινες προηγήθησαν αυτών εν τη ζωή και τη ποιμαντική διακονία. Είναι δίκαιον να αναφέρω ενταύθα, εξ όσων ευφήμως παρ αυτού του Κιμωλιακού λαού ευχαρίστως λίαν και παρηγόρως ήκουον τα ονόματα των αειμνήστων Εφημερίων Κιμώλου Αντωνίου Σάρδη, Οικονόμου, Αντωνίου Λογοθέτου, Σακελλαρίου, Ιωσήφ Κυπριανού, Σκευοφύλακος, μελών της Φιλικής Εταιρείας εν Κιμώλω, των Ιερομονάχων Αθανασίου Βουκάκη και Ιωαννικίου Σαλιβάρα, των ιερέων Δημητρίου Σάρδη Οικονόμου, Βασιλείου Σάρδη Οικονόμου, Φραγκίσκου Α. Λογοθέτου, Ιωάννου Γ. Ράμφου, Ιωάννου Ν. Αφεντάκη, Σακελλαρίου, Μιχαήλ Σακελλαρίου Λογοθέτου, Χωρεπισκόπου, Αντωνίου Νικ. Σάρδη, Πρωτοπαπά, Γεωργίου Νικ. Λογοθέτου και Αντωνίου Γ. Αφεντάκη, Πρωτοπαπά. Ιδιαζούσης ευφημου και ευλαβούς αναμνήσεως ηξιώθη παρά των Κιμωλίων η μεγαλόσχημος Μοναχή Ευγενία Λογοθέτου, αδελφή του Επισκόπου Αυγουστουπόλεως Γαβριήλ Λογοθέτου, βοηθού του Μητροπολίτου Διδυμοτείχου. Η Μοναχή αύτη ήσκησεν εν Κιμώλω περί τα τέλη του ΙΘ´ αιώνος. Ετάφη εις τον ναόν των αγίων Αναργύρων, εις οικογενειακόν της τάφον.
Λέγω αυτά, δια να εξηγήσω ότι η προσωπικότης των Ιερέων ήτο αρρήκτως και φυσικώτατα συνδεδεμένη με την ηθικήν και θρησκευτικήν φυσιογνωμίαν της Κοινωνίας Κιμώλου. Αι! Και να εγνωρίζομεν οι Ιερείς την δύναμίν μας! Αλλά και την κλήσιν και τον προορισμόν μας!
Προσθέτω όμως, ότι η ζωή και η διδασκαλία της Μοναχής Μεθοδίας εξήσκησε μεγίστην επιρροήν εις τον θρησκευτικόν και ηθικόν προσανατολισμόν των συγχρόνων Κιμωλίων. Είναι άλλως τε τούτο κοινή των ευσεβών της Κιμώλου χριστιανών ομολογία.

Η ΜΙΚΡΑ ΕΙΡΗΝΗ
Αυτό ήτο το κατά κόσμον όνομα της Κιμωλίας Μοναχής. Εγεννήθη εν Κιμώλω τη 10η Νοεμβρίου του 1865 εκ γονέων, πατρός μεν Ιακώβου, το γένος Σάρδη, μητρός δε Μαρίας, το γένος Λογοθέτου. Αμφότεροι διεκρίνοντο δια την ευσέβειάν των και την προσήλωσίν των εις τον Χριστόν.[2] Τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς των, μετὰ τὸν γάμον των, ἔζησαν ἐν Σίφνῳ. Παρ᾿ ὅλον ὅτι ὁ πατήρ της ἦτο ἐμπορευόμενος, δὲν εὕρισκεν ἀσυμβίβαστον τὸ ἐμπόριον μὲ τὴν πίστιν, καὶ μὲ τὸ ὅτι ἦτο ἔμπορος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι πιστός. Ἀνεγίνωσκε πάντοτε τὴν Ἅγίαν Γραφήν, καὶ μὲ αὐτὴν εἰς τὰς χεῖρας ἐξεψύχησεν.
Ἡ οἰκογένεια ἦτο πραγματικῶς πατριαρχική. Εἶχον τρεῖς υἱοὺς καὶ πέντε θυγατέρας. Ἐξ αὐτῶν ἡ δευτέρα ἦτο ἡ Εἰρήνη. Ἀπὸ τῆς μικρᾶς της ἡλικίας ἐδείκνυε τὸν πόθον νὰ γίνῃ «νύμφη τοῦ Χριστοῦ», νὰ γίνῃ Μοναχή. Καὶ ἦσαν ἔκδηλα πράγματι τὰ προμηνύματα τοῦ ἀγγελικοῦ βίου: ἡ ταπεινοφροσύνη της, ἡ σεμνότης της, ἡ ἁγνότης της, ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ ἀγάπη της εἰς τὸν Χριστόν. Ἀλλ᾿ ὁ πόθος αὐτὸς ἐφάνη, ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ ὅτι εἰς τοῦτο δὲν ἦτο κεκλημένη Ἄνωθεν. Διότι ἡ Εἰρήνη ἦλθεν εἰς γάμον κατόπιν οἰκογενειακῆς γνωριμίας ναυτικοῦ τινος ἐκ τῆς νήσου Χίου, εὑρεθέντος εἰς Κίμωλον, τοῦ Παντελῆ Φιλιππάκη, μεθ᾿ οὗ καὶ ἦλθεν εἰς γάμον τῇ 27 Δεκεμβρίου 1882.

ΕΠΙ ΤΗΝ ΚΛΗΣΙΝ
Οἰονεὶ ὡς ἀπὸ λιποταξίας, ὅλως ἀπροβλέπτως, καὶ πρὸς κοινὴν ἔκπληξιν, ἡ Εἰρήνη ἀσπάζεται τὸ ἀγγελικὸν βίον.
Τὸ πλοῖον τοῦ συζύγου αὐτῆς ἐναυάγησεν εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ ὁ ναυτικὸς σύζυγος δὲν ἐπανῆλθεν εἰς Κίμωλον. Ἦσαν τὰ σημεῖα τῆς κλήσεως, ἔστω καὶ ἀνθρωπίνως ὀδυνηρά. Δὲν ἐχρειάσθη πολὺ διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ εὐσεβοφρόνως ἡ Εἰρήνη τὰ γεγονότα. Ἡ οἰκογενειακή της περιπέτεια τὴν ἐκάλει εἰς τοὺς παλαιούς της πόθους· νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἀσκητικὸν ἐκεῖνο στάδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεισοδιακὸς γάμος τὴν ἀνεχαίτισε. Κατὰ τὴν ψυχολογικήν της ἐκείνην στιγμὴν ἡ θεία Χάρις μετεχειρίσθη ὡς ὄργανον τὸν ἐπὶ ἁγιότητι βίου διακριθέντα ἱερέα Γεώργιον Νικολάου Λογοθέτην (+ 20 Νοεμβρίου 1913), ὅστις προώθησεν αὐτὴν νὰ ἀφιερωθῇ εἰς τὸν ἀγγελικὸν βίον καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ οὕτω, ἱερὸν ἀπὸ τῆς παιδικῆς ἡλικίας αὐτῆς πόθον.
Καὶ ἡ «μικρὴ Εἰρήνη» ἰδοὺ γίνεται «Μεθοδία Μοναχή», διάγουσα τὸν βίον ἐν ἀσκήσει, καὶ ἀσκήσει, ἡ ὁποία ὑπενθύμιζε διακεκριμένους Ἀσκητὰς παλαιοτάτων τῆς Ἐκκλησίας χρόνων. Τὸ μοναστικὸν δνομα αὐτῆς ὀφείλεται εἰς τὸν χειροθετήσαντα αὐτὴν Μοναχὴν Ἀρχιεπίσκοπον Σύρου Μεθόδιον.[3] Ἡ χειροθεσία ἔγινεν ἐν Κιμώλῳ, ἐν τῷ ναῷ Παναγίας τῆς Ὁδηγητρίας, ὑπὸ τὴν κοινὴν ἱκανοποίησιν καὶ ἔκπληξιν διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν περὶ τὴν «μικρὰν Εἰρήνην» γεγονότων.

ΤΟ ΑΣΚΗΤΗΡΙΟΝ
Μέσα εἰς τὸ Κάστρον[4] τῆς Κιμώλου, εἰς μικρὸν κελλίον, εἰς τὸ Στιάδι, ἐκεῖ ἠσκήτευεν ἡ Ὁσία, παραπλεύρως τοῦ ναοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Δυστυχῶς ὅμως δὲν κατώρθωσα νὰ ἔχω φωτογραφίαν τοῦ ἱεροῦ τούτου ἀσκητηρίου, ἔστω καὶ ἠρειπωμένου ὄντος σήμερον, ὡς πληροφοροῦμαι, γνωστοῦ ὄντος ὅτι εἰς τὴν μικρᾶν προσφιλῆ μου νῆσον Κίμωλον δὲν ὑπάρχουν τὰ τεχνικὰ μέσα. Παραθέτω τὴν ἄποψιν τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας, τοῦ σεμνώματος τούτου τῶν Κιμωλίων, ὅπου ἡ Ὁσία ἐχειροθετήθη μοναχὴ καὶ τακτικῶς ἐκκλησιάζετο ἐν τῷ Ἱερῷ Βήματι.

Η ΜΟΝΑΧΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΡΙΑ
Δεν έζησεν εις Μοναστήριον η Μεθοδία. Δεν υπήρξεν «υποτακτική», και δεν αντέγραψεν επομένως μοναστικά ήθη και μοναστικάς ασκήσεις. Αλλ ἦτο τόσον ακριβής και τόσον πιστή εις την εφαρμογήν των Μοναστικών διατυπώσεων. Νηστεία, προσευχή, ακτημοσύνη, «πνευματική ηρεμία», συγχρόνως όμως και εργασία δια την σωτηρίαν των αδελφών, μελέτη συνεχής πνευματική, ιδού το πρόγραμμα της μακάριας εκείνης γυναικός.[5]
Ἠκολούθησε τὸν βίον τῆς «ἐγκλείστου ἀσκήσεως», καὶ δὲν ἐξήρχετο ἔξω τοῦ Ἀσκητηρίου της. Ὅλη ὅμως ἡ Κίμωλος, ἡ γυναικεία μάλιστα Κίμωλος, εὐλαβῶς καὶ μετὰ πόθου ζέοντος ἤρχετο εἰς τὸ Ἀσκητήριόν της. Τὸ «καντηλάκι» τως τὸ ἀκοίμητον ἐνώπιον τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας, ἦτο μία παρηγοριὰ καὶ δύναμις διὰ τὰς μαθητρίας της, διὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Πολλὰς διηγοῦνται οἱ Κιμώλιοι περιπτώσεις, καθ᾿ ἃς ἀσθενεῖς, ἀλειφθέντες μὲ τὸ ἔλαιον ἐκεῖνο ἐθεραπεύθησαν.
Ἡ διδασκαλία της ἦτο ζωντανή. Οὐσία ἦτο: ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς- νὰ μὴ ἀφίνωμεν νὰ μᾶς νικᾷ ὁ κόσμος, καὶ νὰ μᾶς παρασύρῃ εἰς τὰς κακὰς ἐπιθυμίας καὶ πράξεις. Ζῆλον πρὸς τὰ θεῖα ἐζήτει νὰ ἐμφυσήσῃ εἰς τὰς Κιμωλίας μητέρας καὶ κόρας· λέγω Κιμωλίας, διότι μόνον ἐν μέσῳ γυναικῶν ἠσθάνετο δι᾿ ἑαυτὴν ὡρισμένον ἄνωθεν τὸν κύκλον τῆς δράσεώς της.
Πόσας δὲν ἔσωσε, δὲν διεφώτισε, καὶ πόσους ἄνδρας ἐμμέσως διὰ τῶν γυναικῶν καὶ ἀδελφῶν αὐτῶν δὲν ἔφερεν εἰς τὸν Χριστόν, καὶ δὲν ἐφώτιζε μὲ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ἡ Ὁσία ἐκείνη γυνή! Ἔκαμνεν ἐντύπωσιν καὶ μόνον ἡ ζωή της: Ἐκοιμᾶτο ἐπὶ κλίνης ξυλίνης, χωρὶς στρῶμα, τὸ δὲ φαγητὸν αὐτῆς ἦτο λιτότατον. Τροφὰς καθὼς καὶ ἐνδύματα τὰ ὁποῖα προσέφερον εἰς αὐτὴν αἱ θαυμάστριαί της, ἡ Ὁσία διένεμεν εἰς τοὺς ἔχοντας ἄναγκας πτωχοὺς καὶ ἀσθενεῖς. Καθ᾿ ὅλην τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστὴν δὲν ἐδέχετο καμμίαν νὰ τὴν ἐπισκεφθῇ. Μόνον ἀπὸ ἓν μικρὸν παραθυράκι ἔδιδε τὸ «εὐλογημένον ἔλαιον» τοῦ κανδηλιοῦ της, τὸ ὁποῖον οἱ Κιμώλιοι μὲ εὐλάβειαν ἐλάμβανον καὶ ἐχρησιμοποίουν. Ἑκάστην Κυριακὴν τὸ Ἀσκητήριόν της ἐλάμβανε τὴν ὄψιν «Ἐκκλησίας» μαθητριῶν, πρὸς τὰς ὁποίας ἡ ἐν ὁσίαις Μεθοδία ἀόκνως ἐδιδασκεν ὅ,τι ἔδιδεν εἰς αὐτὴν ἡ Χάρις. Ἐκ τῶν μᾶλλον ἀφωσιωμένων «μαθητριῶν» αὐτῆς καὶ τῶν διακεκριμένων πνευματικῶν της ἀναστημάτων σημειοῦμεν τὰς: Μαρίαν μοναχὴν Ἀναστ. Καλλίνικα, Ἐλίζαν Γ. Βαφία, πρεσβυτέραν Αἰκατερίνην Ἰ. Ράμφου, Μαρουσὼ Μιχ. Καννᾶ, Εἰρήνην Λεον. Καντσοῦ, Μαρίαν Ἰ. Πριμηκύρη, Ἑλένην Ἀντ. Σάρδη, Ἄνναν Ἰ. Ρούσου, Αἰκατερίνην Στεφ. Πετράκη, τὸ γένος Νικ. Ἀνδρουλλιδάκη, καὶ Αἰκατερίνην Ἰ. Σάρδη.

ΕΥΛΟΓΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΚΙΜΩΛΟΝ
Κατὰ μήνα Αὔγουστον τοῦ ἔτους 1904, ὁ Γεώργιος Λαμπάκης, γνωστὸς Ἀρχαιολόγος τῶν Χριστιανικῶν Μνημείων, εἶχεν ἐπισκεφθῆ τὴν Κίμωλον. Ἐπεσκέφθη εἰς τὸ ἀσκητήριόν της τὴν Μοναχὴν Μεθοδίαν, καὶ ἔμεινεν ἐκστατικὸς διὰ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ ἁγνοῦ ἀρχαίου ἀσκητικοῦ βίου. Κατὰ τὴν διαμονήν του δὲ εἰς τὴν Κίμωλον μίαν σύστασιν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Κιμωλίους : «Μὴν τὴν ἀφίσετε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν· εἶναι εὐλογία διὰ τὴν Κίμωλον ἡ παρουσία της».
Η ΚΟΙΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Ἄγραφος ἀπὸ τόσων ἐτῶν, γραμμένη μόνον εἰς τὰς καρδίας τῶν ἁπανταχοῦ Κιμωλίων ἦτο ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς εἰς τὴν Μοναχὴν Μεθοδίαν.
Ἡ σύνταξις τῆς παρούσης σκιαγραφίας ἔδωκεν ἀφορμήν, ὥστε ὁ ἄγραφος σεβασμὸς καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη νὰ γραφῶσι καὶ ἐπὶ του χάρτου εἰς μνήμην καὶ μαρτυρίαν ἀΐδιον, ἄλλα καὶ εἰς πνευματικὸν στήριγμα τῶν πιστῶν. Παραθέτομεν τὸ Μαρτυρικόν:

ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Τους άνδρας εκείνους η τας γυναίκας, πάσης ηλικίας και καταστάσεως, οίτινες δια του βίου και της αναστροφής αυτών υπήρξαν «σκεύη εκλογής» κατά τον θείον Παύλον, «άνθρωποι του Θεού», ακτινοβολούντες δια της οσίας αυτών βιοτής το Ευαγγέλιον του Χριστού, και οιονεί χρηματίσαντες Ευαγγέλια ζώντα εν μέσω της Κοινωνίας εν η έζησαν, δίκαιον και πρέπον θεωρούμεν να τιμώμεν, και ζώντας, και μετά θάνατον, και προς αυτούς ως ευλογίας Κυρίου, ως υποδείγματα βίου χριστιανικού να αποβλέπωμεν, και μιμούμενοι αυτούς να κατευθυνώμεθα, αυτών καθηγουμένων, προς την αιώνιον πατρίδα, την Άνω Ιερουσαλήμ.
Τοιαύτη, έμπλεως πνεύματος Χριστού, «σκεύος εκλογής», Ευλογία θεού, Ευαγγέλιον ζων, υπήρξε δια την προσφιλή ημών μικράν πατρίδα Κίμωλον η επί έτη μακρά όσιως και εν ασκήσει τον βίον διανύσασα εντός κελλίου εν τω «μέσα λεγομένω Κάστρω», παρά τον ναόν της Γεννήσεως του Σωτήρος ημών Μεθοδία μοναχή, το γένος Ιακώβου Σάρδη, μεγίστην ηθικήν, πνευματικήν και θρησκευτικήν ασκήσασα επίδρασιν επί τας ψυχάς μικρών και μεγάλων, ανδρών και γυναικών, νέων και νεανίδων, και γεννήσασα εν ταις ψυχαίς πάντων ημών κοινήν την πεποίθησιν ότι η ημετέρα πατρίς εκ πολλών αντιξοοτήτων και δεινών περιστάσεων κατά καιρούς απαλλαγείσα, εσχάτως δε και κατά τον φρικαλέας μνήμης δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον μόνη αυτή, η μικρά ημών πατρίς Κίμωλος εξ όλων των Ελληνικών χωρών μη πατηθείσα υπό βαρβάρου εχθρικού ποδός οφείλει τούτο εις της Υπεραγίας Θεοτόκου (Οδηγητρίας) την κραταιάν αντίληψιν και της οσίας ταύτης συμπολίτιδος ημών Μεθοδίας μοναχής, εις των προσευχών αυτής την προστασίαν και ενέργειαν.[6]
Της πεποιθήσεως ταύτης φορείς οι κάτωθι υπογεγραμμένοι Ιερείς, Κοινοτικοί Άρχοντες, Πρόκριτοι και ο λαός της νήσου Κιμώλου, ευγνώμονες προς την οσίως και εν ασκήσει εν μέσω ημών ως δρόσον απ οὐρανοῦ διανύσασαν τον βίον και τη 5η Οκτωβρίου του σωτηρίου έτους 1908, ημέρα Κυριακή, τελευτήσασαν Μεθοδίαν μοναχήν έγνωμεν και γραφή εις τας επομένας γενεάς να παραδώσωμεν αυτήν, ίνα τα τέκνα ημών και τα τέκνα των τέκνων ημών ομοίως ημίν τον αυτόν προς ημάς σεβασμόν και την αυτήν ευγνωμοσύνην, ως προς πολιούχον και κηδεμόνα της μικράς ημών πατρίδος προς την εν οσίαις Μεθοδίαν μοναχήν αποβλέπωσι και τιμώσι.
Ἐφ᾿ ὦ συνετάξαμεν εἰς μνήμην αἰώνιον τὴν παροῦσαν μαρτυρίαν καὶ ὑπογράφομεν αὐτὴν ἰδίαις χερσὶν ἐν φόβῳ Θεοῦ καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρὸς δόξαν αὐτῶν, τῶν ἐγειρόντων κατὰ καιροὺς ὡς στήλας φωτός, ἄνδρας ἢ γυναίκας τοιούτους, ὥστε ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ζωῆς ταύτης νὰ καθοδηγῶσι τὸν νέον Ἰσραὴλ εἰς τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, τὴν ὑπεσχημένην τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεόν.
Ἐν Κιμώλῳ τῇ 15ῃ Αὐγούστου 1946
Ὁ Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Κιμώλου
Οἰκονόμος Σπυρίδων Ἰ. Ράμφος
Οἱ ἄλλοι ἱερεῖς
Οἰκονόμος Ἰωάννης Σπ. Ράμφος πτυχ. θεολογίας
Σακελλάριος Γεώργιος Ἀντ. Σάρδης
Σακελλάριος Στυλιανὸς Γ. Λογοθέτης
Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον
Εὐάγγελος Ἱερ. Ράμφος Πρόεδρος
Ἐπαμεινώνδας Ἄντ. Σάρδης
Ἰωάννης Γ. Βορδώνης
Ἰωάννης Γ. Μαγκανιώτης
Πέτρος Κ. Πρεζάνης
Οἱ πρόκριτοι καὶ οἱ ἄλλοι χριστιανοὶ τῆς νήσου
(ἀκολουθοῦν ὀνόματα)
Η ΤΕΛΕΥΤΗ
Τη 5η Οκτωβρίου του 1908, ημέρα Κυριακή, ετελεύτησε τον βίον η Κιμωλία Ασκήτρια, εις ηλικίαν υπερτεσσαράκοντα ετών. Μετ ὀλίγα έτη ηκολούθησε τον μοναστικόν βίον και η μήτηρ της Μαρία, μετονομασθείσα Χριστοδούλη.[7]
Η κηδεία της Μεθοδίας έγινεν εν μέσω εκδηλώσεων αφοσιώσεως και σεβασμού, και οι Κιμώλιοι συνώδευσαν εις τον τάφον «μεγάλην αυτών ευεργέτιδα».[8] Μετὰ τὴν ἀνακομιδὴν τῶν λειψάνων τῆς ταῦτα μετὰ πάσης τιμῆς καὶ εὐλαβείας ἀπετέθησαν ἐνταφιασθέντα εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγ. Σπυρίδωνος.
Ἀκολουθία εἰς τὴν Ὁσίαν ἐκδίδεται ταυτοχρόνως τῇ παρούση μελέτη ὑπὸ τοῦ Πέτρου Παπαδοπούλου, ἔργον τοῦ ἐν τῷ Ἅγιωνύμῳ Ὄρει ποιητοῦ Ἀκολουθιῶν καὶ Ὕμνογράφου Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου.
Ἐξεδόθη ἐν Ἀθήναις τῇ 12ῃ Ἰανουαρίου 1947

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ανάγνωθι και το επιμνημόσυνον Άρθρον μου εν «Φωνή της Κιμώλου», Έτει Β´ 1947. αριθμ. φύλλου 13. και το τεύχος: ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ, ο Οικονόμος της Κιμώλου Σπυρίδων Ι. Ράμφος. Εν Αθήναις 1947 σ. 5-7.
2. Κατὰ τὰ σημειούμενα περὶ αὐτῆς, ὡς ὑποθέτω, εἰς τὸ «Βιβλίον γεννήσεων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου» τῆς Κιμώλου, ἡ Εἰρήνη ἐβαπτίσθη τῇ 8ῃ Δεκεμβρίου, τοῦ αὐτοῦ ἔτους τῆς γεννήσεώς της, τελετουργοῦντος τοῦ Χωρεπισκόπου Κιμώλου Ἱερέως Μιχαὴλ Σακελ. Λογοθέτου, ἀναδεξαμένου αὐτὴν τοῦ Ἰ. Ρούσου.
3. Απεβίωσε τω 1903.
4. Περί του Κάστρου της Κιμώλου, ίδε Ι. Κ. Βογιατζίδου, Κίμωλος, Ιστορικαί Έρευναι περί της νήσου. Εν Αθήναις και «Αθηνά» ΛΕ. 1923 σελ. 105. Αντωνίου Μηλιαράκη, Κίμωλος. Αθήνησι 1901. σ. 10, 11.
5. Ιδιαιτέραν τιμήν και τάσιν έτρεφε προς την μελέτην των κατά τον άγιον Συμεών τον Στυλίτην, του οποίου και εμιμείτο την αυστηράν άσκησιν.
6. Άριστα εκφράζεται συναφώς ο συντάξας την Ακολουθίαν εις την Οσίαν Αγιορείτης Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης δια του εξής Θεοτοκίου, όπερ εκ του χειρογράφου παραλαμβάνομεν.
Η Κίμωλος, Άχραντε, τη αντιλήψει τη ση, αδούλωτος μείνασα εξ επελθόντων εχθρών, κηρύττει την χάριν σου. Ταύτην ουν Θεοτόκε, ταις λιταίς Μεθοδίας, πάντοτε εν κινδύνοις αβλαβή, διατήρει, ίνα Παρθενομήτορ, δοξάζη σου την πρόνοιαν.
7. Απεβίωσεν αύτη εν Αθήναις τη 5η Ιανουαρίου του 1924, εις ηλικίαν 90 ετών.
8. Συγκινητικώτατον και διδακτικώτατον επικήδειον προσφώνημα, αποκείμενον εν τω Αρχείω του αειμνήστου, εξεφώνησεν ο προ μικρού εκλιπών Οικονόμος της Κιμώλου Σπυρ. Ράμφος, όστις ιδιάζον προς την Οσίαν έτρεφε σέβας, (βλέπε και «Φωνήν της Κιμώλου» αρ. 13, 1947 και το ιδιαίτερον τεύχος, το εις μνήμην του Οικονόμου εκδοθέν, σελ. 9).

 

 

Advertisements

2 Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: