Ο Ηλίας Μηνιάτης εγκωμιάζει την Θεοτόκο

Απόσπασμα από τον Πανηγυρικό Λόγο στο Γενέθλιο της Θεοτόκου.

Γεννᾶται ἀπὸ τὴν λαμπρὰν Πύλην τῆς Ἀνατολῆς, βαμμένον μὲ κροκόκκινον χρῶμα τὸ πρόσωπον, ἡ ῥοδοδάκτυλος καὶ φωτοφόρος αὐγή, στολισμένη μὲ ρόδα, καλλωπισμένη μὲ ἄνθη, καὶ περικεκοσμημένη μὲ κρίνους. Γεννᾶται καὶ τὴν σήμερον ἡμέραν ἀπὸ τῆν μυστικὴν Ἀνατολὴν τὴν ἡγιασμένην κοιλίαν τῆς Θεομήτορος Ἄννης, ἡ πορφυρογέννητος Βασίλισσα τῶν άστέρων, ἡ Πάναγνος Κόρη, φέρνοντας εἰς τὸ πρόσωπον τὰ ῥόδα μιᾶς οὐρανικῆς καὶ ἀμωμήτου εὐμορφίας.

Πολλὰ καὶ διάφορα εἶναι τὰ ὀνόματα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ Ἱερὸν συνάθροισμα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Διδασκάλων, ἐπάσχισε νὰ ἐγκωμιάσῃ τὴν Ἀειπάρθενον Δέσποιναν, θέλοντας νὰ ἐξηγήσῃ τὰς μεγάλας της δόξας. Ἕνας τὴν ἔκραξεν Ἥλιον, διατὶ στεφανωμένη μὲ τὰς ἀκτῖνας τῆς Θείας Χάριτος, ἀνάμεσα εἰς τὰ φῶτα ὅλα τοῦ Οὐρανοῦ, πλέα ἀστράπτει.

Ἄλλος τὴν ὀνόμασε Σελήνην, ὅτι διὰ τὴν μεγάλην καὶ ὑπερθαύμαστον λάμψιν, ἀπὸ τὸν χορὸν ὄλον τῶν μυστικῶν ἀστέρων, ὡς Βασίλισσα προσκυνᾶται.

Λέγεται Πηγή, ὁποὺ μὲ ρεῖθρα Οὐρανίων χαρίτων ποτίζει τὴν Ἐκκλησίαν. Λέγεται Κυπάρισσος, ὁποὺ διὰ τὴν ἔμφυτον μυρωδίαν, ἐφάνη πάντα μακρὰν ἀπὸ κάθε φθοράν.

Λέγεται Κρῖνος, ὁποὺ δὲν ἔχασε ποτὲ τὸ λευκόμορφον κἀλλος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ ἐβλάστησεν εἰς τὰς ἀκάνθας τῆς κοινῆς δυστυχίας. Λέγεται Οὐρανός, ὁποὺ ἀνέτειλε τὸν Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης. ΛέγεταιΚῆπος κεκλεισμένος, ὅπου ὁ σατανικὸς Ὄφις δὲν ἐτόλμησε νὰ χύσῃ τὸ Θανατηφόρον φαρμάκι. Λέγεται Παράδεισος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξήνθησε τὸ ξύλον τῆς ζωῆς.

Λέγεται Ὄρος ὑψηλὸν τῆς ἁγιότητος, ὁποὺ ποτὲ δὲν ἐσκέπασεν ὁ κατακλυσμὸς τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ κανένα ἀπὸ ἐτοῦτα τὰ ὀνόματα δὲν εἶναι τόσον πρεπούμενον τῆς Παρθένου, ὅσον ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἰς τὸ  Ἆσμα τῶν ᾀσμάτων τὴν κράζει, ὄρθρον, αὐγήν. Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα ὡσεὶ ὄρθρος; καὶ κατὰ ἀλήθειαν πόση ὁμοιότης εἶναι ἀναμέσον εἰς τὴν Παρθένον καὶ τὴν αὐγήν;

Γεννᾶται ἀπὸ τὴν λαμπρὰν Πύλην τῆς Ἀνατολῆς, βαμμένον μὲ κροκόκκινον χρῶμα τὸ πρόσωπον, ἡ ῥοδοδάκτυλος καὶ φωτοφόρος Αὐγή, στολισμένη μὲ ρόδα, καλλωπισμένη μὲ ἄνθη, καὶ περικεκοσμημένη μὲ κρίνους.

Γεννᾶται καὶ τὴν σήμερον ἡμέραν ἀπὸ τῆν μυστικὴν Ἀνατολὴν τὴν ἡγιασμένην κοιλίαν τῆς Θεομήτορος Ἄννης, ἡ Πορφυρογέννητος Βασίλισσα τῶν άστέρων, ἡ Πάναγνος Κόρη, φέρνοντας εἰς τὸ πρόσωπον τὰ ῥόδα μιᾶς οὐρανικῆς καὶ ἀμωμήτου εὐμορφίας. Εἰς τὸ στῆθος τοὺς κρίνους μιᾶς ἀϊδίου καὶ καθαρᾶς ἀθωότητος, τόσον ὅτι φαίνεται ἕνας ἔμψυχος παράδεισος τῶν χαρίτων. Ἡ αὐγῆ γεννᾷ τὸν λαμπροφόρον Ἥλιον καὶ εἰς τὴν γέννησίν του σχολάζουσιν οἱ ἀστέρες, γλυκοκελαδοῦσι τὰ ὄρνεα, φεύγει τὸ σκότος τῆς νυχτός, καὶ ἀσύστατος Σελήνη ἀπὸ τὴν ἐντροπήν της σκεπάζεται, καὶ ἔτζι φέγγει ἡ χρυσαυγεστάτη ἡμέρα.
…………… Μα εγώ ἐδῶ ἀπορῶ καὶ πολλὰ θαυμάζω, πῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἐκεῖνο, ὁποὺ ὅλα ἠξεύρει καὶ ἀπερασμένα, καὶ παρόντα, καὶ μέλλοντα, τὸ ἐτάζον καρδίας καὶ νεφρούς, ἐκεῖνο, ὀμπρὸς εἰς τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ πλέον κρύφια μυστήρια εἶναι φανερώτερα ἀπὸ τὸ ἴδιον φῶς, ἐκεῖνο τώρα ἐρωτᾷ; δὲν ἠξεύρει; Τίς αὕτη, ἡ ἀναβαίνουσα ὡσεὶ ὄρθρος; ποία εἶναι ἐτούτη, ὁποὺ ἀνεβαίνει ὡσὰν αὐγή; δὲν γνωρίζει ἐκείνην, ὁποὺ ἀπὸ ὅλας τὰ γυναῖκας ἔκλεψε διὰ νύμφην του; ἐκείνην, τῆς ὁποίας εἰς τὸ ᾎσμα ᾈσμάτων λέγει: Ἰδοὺ εἶ καλὴ ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή; θέλω σᾶς εἰπεῖ. Διηγᾶται ἡ Θεία Γραφή, πὼς ὁ Βασιλεὺς Σαούλ, ἐκεῖνος ὁ ἔμψυχος ᾅδης τῶν ἐρωνίδων, διὰ τὴν μεγάλην ἀγάπην, ὁποὺ εἶχε πρὸς τὸν Δαβίδ, τὸν ἔνδυσε μίαν φορὰν μὲ τὰ βασιλικά του φορέματα, τὸν ἐστεφάνωσε μὲ χρυσὸν διάδημα, καὶ τοῦ ἔβαλε τὴν πορφύραν. Ἐβγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὸ παλάτι ὁ Δαβίδ, ἐνδυμένος ὡς Βασιλεύς, καὶ βλέποντάς τον ὁ λαός, καὶ μὴ γωρίζοντάς τον, ἄρχισε νὰ θαυμάζῃ καὶ νὰ ἐρωτᾷ ἕνας τὸν ἄλλον: τίς ἐστὶν οὗτος; τὶς εἶναι ἐτοῦτος ὁ πορφυροστόλιστος ἄνθρωπος; Τώρα θέλετε καταλάβῃ. Ἠγάπησε καὶ πολλὰ ὁ Βασιλεὺς τῶν Βασιλέων, καὶ Κύριος, ὁ προαιώνιος Πατὴρ τὴν Ἀειπάρθενον Δέσποιναν, ἠθέλησε διὰ νὰ τῆς κάμῃ περισσοτέραν τιμὴν νὰ τὴν ἐνδύσῃ μὲ τὰ ἴδια του ἐνδύματα. Ποῖον εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ Θεοῦ; τὸ φῶς. Τὸ λέγει ὁ Δαβίδ: ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον. Καὶ ὁ Ματθαῖος: καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ Ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς.
Λοιπὸν ἡ Παρθένος στολίζεται μὲ τὸ φῶς ὡς Βασίλισσα, τόσον ὅτι φαίνεται ἕνας ἔμψυχος Οὐρανός. Παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ. (Ψαλμ. 44) Καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ ὁ Ὑψιπέτης Ἀετὸς τῆς Θεολογίας, ὁ Ἰωάννης (Ἀποκ. 12): καὶ σημεῖον μέγα ἐφάνη ἐν τῷ Οὐρανῷ. Γυνὴ περιβεβλημένη τὸν Ἥλιον καὶ ἡ Σελήνη ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανος ἀστέρων δώδεκα. Προβαίνοντας ἔτζι λαμπροφορεμένη ἐτούτη ἡ ἀκτινοβόλος Βασίλισσα, καὶ βλέποντάς την τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔτζι θαυμαστὴν καὶ ὡραίαν, θαυμάζει καὶ ἐρωτᾷ: τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα; ποία εἶναι ἐτούτη, ὁποὺ ἀναβαίνει στολισμένη ἀπὸ πᾶσαν χάριν; κοσμημένη ἀπὸ πᾶσαν ὡραιότητα; περιλελαμπρυσμένη ἀπὸ ὅλας τὰς εὐμορφίας τοῦ Κόσμου; ποία εἶναι ἐτούτη, ὁποὺ εἰς τὰς Ἁγίας της βουλὰς ἔχει τὴν σταθερότητα τῆς γῆς; εἰς τὴν παρθενίαν, τὴν καθαρότητα τοῦ ὕδατος; εἰς τὴν καρδίαν, τὴν ἱλαρότητα τοῦ ἀέρος; εἰς τὴν ἄμωμον σάρκα, τὴν ἐλαφρότητα τοῦ πυρός; τὶς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα;
Ποία εἶναι ἐτούτη , ὁποὺ ἔχει τὴν φαιδρότητα τῆς Σελήνης, εἰς τὸ κορμί; τὴν ἄσπιλον εὐμορφία τῆς Ἀφροδίτης εἰς τὸ πρόσωπον; τοῦ Ἑρμῆ τὴν εὐγλωττίαν, εἰς τὸ στόμα; τὴν εὐγένειαν, τοῦ Ἡλίου εἰς τὸ γένος; τὴν Σοφίαν τοῦ Διός, εἰς τὰς φρένας; τὴν δύναμιν τοῦ Ἄρεως, εἰς τὰ μέλη; τὴν σωφροσύνην τοῦ Κρόνου εἰς τὰ ἤθη; τὴν ἀγαθὴν κλίσιν τῶν ἀστέρων, εἰς τὰς χάριτας; τὸ γαληνόμορφον τοῦ Οὐρανοῦ, εἰς τὴν ψυχήν; τοῦ ἐμπυρίνου τὴν ἔντρομον κίνησιν, εἰς τὸν Θεῖον φόβον;
Τὶς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα; ποία εἶναι ἐτούτη, ὁποὺ ἔχει τῶν Ἀγγέλων τὴν εὐσεβῆ διάθεσιν; τῶν Ἀρχαγγέλων τὴν μεγαλειότητα; τῶν Ἀρχῶν τὸ ὑπέρτιμον; τῶν Θρόνων τὴν ὑποταγήν; τῶν Ἐξουσιῶν τὸ κελεύειν; τῶν Κυριοτήτων τὸ κυριεύειν; τῶν Δυνάμεων τὴν ἰσχύνη; τῶν Χερουβεὶμ τὴν γνῶσιν; τῶν Σεραφὶμ τὴν ἀγάπην; καὶ ὅλα τὰ χαρίσματα τῆς Ἁγίας Τριάδος; καὶ τέως, ποία εἶναι ἐτούτη, ὁποὺ εἶναι ἕνα πολυσύνθετον τῶν ἀρετῶν, καὶ μία θαυμαστὴ ἀνακεφαλαίωσις ὁλονῶν τῶν χαρίτων; Τὶς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα ὡσεὶ ὄρθρος;


Ὦ μεγαλεῖα τῆς Παρθένου, ὁποὺ καίουσιν ἄλαλον πᾶσαν γλῶσσαν. Ὤ λαβύρινθοι, μέσα εἰς τοὺς ὁποίους χάνεται κάθε νοῦς. Ὦ δόξαις, εἰς τὸ βάθος τῶν ὁποίων βυθίζεται ὁ λογισμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀνίσως λοιπὸν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, βλέποντας τὰς μεγαλειότητάς σου, ὦ Παρθένε, θαυμάζει καὶ ἐκπλήττεται, τί θέλω δυνηθῇ ἐγὼ ὁ άμαθής, καὶ ἄμουσος; Ρήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε.Ρήτορας νὰ κλείουσι τὸ στόμα καὶ νὰ μένουσιν ἄφωνοι ὡς τὰ ὀψάρια εἰς τὰς ἐπαίνους σου. Τί θέλει κάμῃ ἡ ταπεινή μου γλῶσσα; τὴν ὁποίαν ὡς ἠξεύρεις καλά (καὶ ὡς προεῖπον) Μητροπάρθενε Κόρη, διὰ τὴν τῆς φύσεώς μου ἀσθένειαν, δὲν ἄσκησα πολὺν καιρὸν εἰς τοιαύτας διατριβάς; Ὅθεν καὶ τοῦτον τὸν μικρὸν λόγον, ὁποὺ τώρα εἰς ἔπαινόν σου ἐσύνθεσα, τὸν ἔκαμα εὶς σημεῖον ὑπηκόου εὐλαβείας πρὸς σέ, καὶ εὐλαβοῦς ὑπακοῆς πρὸς ἐτούτους τοὺς εὐγενεστάτους ἄρχοντας, ὁποὺ μὲ ἐπρόσταξαν. Ὅμως, ἐσὺ ἀνίσως καὶ μὲ τὴν θαυμαστήν σου παντοδυναμίαν, τὴν πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσαν, θέλεις φωτίσει τὸν σκοτεινότατον νοῦν μου, μὲ καμίαν ἀκτῖνα διδασκαλίας, τότε καὶ ἀλήθειαν.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Posted by Παναγιώτης Κουρκουτης on Ιανουαρίου 31, 2011 at 4:59 μμ

    Καλησπερα σας!
    Θα μπορουσατε να μου πειτε πού μπορω να βρω σε ηλεκτρονικη μορφη το κειμενο του Ηλια Μηνιατη «Λογος πανηγυρικος εις Ευαγγελισμον Θεοτοκου»;
    Ευχαριστω εκ των προτερων

    Απάντηση

  2. Κατέβασε το από εδώ φίλε
    σελ. 296 στο pdf
    http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/b/6/0/metadata-18-0000003.tkl

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: