Γερόντισσα Σοφία – Η ασκήτρια της Κλεισούρας

Εισαγωγικά.

Για την συγγραφή του παρακάτω άρθρου ελήφθησαν στοιχεία από το βιβλίο
«ΣΟΦΙΑ Η ΑΣΚΗΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ», Έκδοση Ιεράς Μονής Γενεθλίου Θεοτόκου Κλεισούρας Καστοριάς.

Η ασκήτρια της Κλεισούρας-Γερόντισσα Σοφία Χοτοκουρίδου,μία λαϊκή ασκήτρια, παράδειγμα για όλους μας.

Εγραψαν γι΄αυτήν

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καστορίας κ.κ.Σεραφείμ στο πρόλογο του βιβλίου γράφει:

«Μηδείς εν τη μοναδική πολιτεία υπέρ φύσιν τινά ακούων ή ορών εξ αγνωσίας εις απιστίαν περιπέσον οπού γαρ ενδημήση ο υπέρ φύσιν Θεός, υπέρ φύσιν λοιπόν τα πλείστα των ανθρώπων γίνονται».

Αυτός ο λόγος του μεγάλου Νηπτικού Πατρός της Εκκλησίας και συγγραφέως της Κλίμακας, του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, «Λόγος περί διακρίσεως», βρίσκει απήχηση και τέλεια εφαρμογή στην βιογραφούμενη ασκήτριατης Κλεισούρας, την Γερόντισσα Σοφία.

Καταγωγή της ο αλησμόνητος Πόντος. Τόπος ασκήσεως της, το φημισμένο Μοναστήρι της Παναγίας. Το όνομά της γνωστότατο σε όλη την περιοχή της Εορδαίας, της Φλωρίνης, της Καστοριάς και της Κοζάνης. Θαυμαστά τα γεγονότα, τα όποια αυτόπτες μάρτυρες έζησαν κοντά στην Γερόντισσα. Γιατί, πράγματι, οπού υπάρχει η παρουσία του Παρακλήτου, εκεί «υπέρ φύσιν τα πλείστα των ανθρώπων γίνονται». Από τον πρώτο καιρό μετά την ενθρόνιση μου στην θεόσωστο επαρχία της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς και από τις τακτικές μου επισκέψεις στο Μοναστήρι της Κλεισούρας, το όποιο ανασυγκροτήθηκε την τελευταία περίοδο της ζωής του μακαριστού και αγίου προκατόχου μου κυρού Γρηγορίου, κάτω από την πεπνυμένη ηγουμενία τηςΓερόντισσας Ανυσίας, άκουσα πολλούς προσκυνητές από την γύρω περιοχή να διηγούνται τα τηςΓερόντισσας Σοφίας κατορθώματα, την άσκηση, την υψοποιό ταπείνωση, την φιλαδελφία, την αγάπη προς τον πλησίον, την ακτημοσύνη, τις διακριτικές συμβουλές, την δια Χριστόν σαλότητα, καθώς επίσης και άλλα θαυμαστά γεγονότα

O κ.Θεόδωρος Ρηγινιώτης  στο άρθρο του ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΓΙΟΙ έγραψε για την Γερόντισσα Σοφία.

«. Η ψυχή της ανέπνεε το Χριστό και την Παναγία με την απλοϊκή αγάπη των ταπεινών, που αισθάνονται τα ιερά πρόσωπα της πίστης ως φίλους και συγγενείς τους, εμβαθύνοντας στο μυστήριο της πανανθρώπινης αγάπης απλά και συγκλονιστικά, με την τρομακτική ευθύτητα και την ειλικρίνεια ενός παιδιού, που προκαλεί το σεβασμό, αλλά και τρομάζει γιατί αφαιρεί τις μάσκες της ατσαλάκωτης και καθώς πρέπει «εντιμότητάς μας» και της καλής μας υπόληψης, που νομίζει ότι ζει ενάρετα χωρίς να ρίχνεται στο ηφαίστειο της αγάπης. Είναι οι περίφημοι πτωχοί τω πνεύματι του Ευαγγελίου, που ζουν τα διδάγματα του χριστιανισμού χωρίς να διυλίζουν τον κώνωπα με τη βοήθεια της ακαδημαϊκής θεολογίας.

«Ένας είναι ο Κύριος και μία η Κυρία» έλεγε (εννοούσε το Χριστό και την Παναγία), «όλοι εμείς οι άλλοι είμαστε αδελφοί». Δασκάλα πολλών απλών ανθρώπων, κυρίως γυναικών, μετέδιδε την ταπείνωση και την αγάπη με κάθε λόγο και κάθε κίνησή της· ήταν μια θαυμαστή προσωπικότητα χωρίς μελανά σημεία, ένα χόρτο της γης, παρόμοιο σε πολλά με τους διά Χριστόν σαλούς, αθέατο από τους υπερήφανους και μορφωμένους, αλλά εκτιμημένο από τους ταπεινούς, τους ομοίους της. Αγάπησε το Θεό και τους ανθρώπους με θαυμαστή δύναμη και η ζωή της πλουτίστηκε από εντυπωσιακές εμπειρίες επαφής με τη Θεοτόκο και διαφόρους αγίους (το 1967 χειρουργήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, στον καταυλισμό προσκόπων του Αμύνταιου, όπου την είχαν περιθάλψει σε κακά χάλια· δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του θαύματος –τί χαρά για το ρεαλισμό μας!– αλλά πλήθος ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και γιατροί, την είδαν το βράδυ μισοπεθαμένη από μια βρομερή πληγή που διαρκούσε μέρες και την επομένη τη βρήκαν με μια καλοραμμένη χειρουργική μαχαιριά που είχε γίνει μέσα στον καταυλισμό, γιατί δε βγήκε). Όπως και πολλοί άγιοι, είχε επικοινωνία με τα άγρια ζώα, και ιδιαίτερα με μια αρκούδα του δάσους, αλλά και με φίδια και πουλιά. Από τότε που άλλαξαν τα ημερολόγια, νήστευε και με το παλαιό και με το νέο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν. Ποτέ δε δέχτηκε τιμές, αν και όσοι τη γνώρισαν φύλαξαν τα λόγια της ως θησαυρούς της συνείδησης. Είναι μια «Γερόντισσα», μια Μητέρα της Εκκλησίας και πνευματική μητέρα πολλών ανθρώπων. Ήδη έχουν γραφτεί προς τιμήν της τροπάρια, από ανώνυμο πνευματικό της παιδί, στη νεοελληνική γλώσσα.

Έλεγε: «Ο φόβος του Θεού κάνει σοφό τον άνθρωπο. Ποιος είναι ο φόβος του Θεού; Όχι να φοβάσαι το Θεό, αλλά να φοβάσαι να μη στενοχωρήσεις τον άλλο, να μην τον βλάψεις, να μην τον αδικήσεις, να μην τον κατηγορήσεις. Αυτή είναι η σοφία. Ύστερα τα άλλα, για να ζήσεις, σε φωτίζει ο Θεός τί να κάνεις» – «Να ψάχνετε να βρίσκετε τους φτωχούς και να μαζεύετε να πάτε να τους βοηθάτε. Αυτά θέλει ο Θεός, όχι να πηγαίνετε τάχα να προσεύχεστε στην εκκλησία» – «Η ελεημοσύνη κρυφή να είναι, μόνον ο Θεός να ξέρει» – «Αχ, να ξέρατε τί έπαθε ο Κύριος την Τετάρτη και την Παρασκευή, τίποτα δε θα βάζατε στο στόμα σας. Ούτε ψωμί, όχι λάδι. Μη μαντζιρίζετε (=τρώτε αρτύσιμα) Τετάρτη και Παρασκευή» – «Οι άγγελοι μιλάνε κάθε μέρα. Ο Θεός στέλνει τους αγγέλους, να δουν αν ο κόσμος μετανοεί» – «Η Παναγία κλαίει, κάθε μέρα κλαίει. Λέει στον Υιό της: Υιέ μου και Θεέ μου, δώσε στον κόσμο σοφία, συγχώρησε τον κόσμο» – «Το στόμα να γίνει βασιλικός και τριαντάφυλλο».

************

Η καταγωγή της Σοφίας

Οι ειδήσεις για την Σοφία συγκεντρώθηκαν κυρίως από πρόσωπα που την γνώρισαν κατά την επίγεια ζωή της, τους ελαχίστους συγγενείς τηςκαθώς και από αρκετούς που επισκέπτονταν τότε το μοναστήρι. Μέχρι στιγμής δυστυχώς δεν έχει γραφεί κάτι ιδιαίτερο γι αυτήν την σύγχρονηασκήτρια, εκτός από ελάχιστες σκόρπιες ειδήσεις σε τοπικές εφημερίδες της περιοχής.
Μετά το 1971 που ανοίχτηκε ο δρόμος η επίσκεψη στο μοναστήρι ήταν ακόμη πιο εύκολη. Μέχρι τότε οι άνθρωποι ξεκινούσαν με τα πόδια από τα γύρω χωριά, συχνά τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο, για να προσκυνήσουν την Παναγία και να συμβουλευτούν την ασκήτρια, την Σοφία.
Η Σοφία καταγόταν από τα χωριά της επαρχίας Αρδάσης, στην μητρόπολη Τραπεζούντος του Πόντου. Θυγατέρα του Αμανατίου Σαουλίδη και της Μαρίας, από μικρή στην πατρίδα έτρεχε στις εκκλησίες και τα εξωκλήσια. Ήταν όμορφη, με καστανά μάτια και μακρόστενο πρόσωπο. Τα μαλλιάτης ήταν ξανθά και τα έπλεκε σε πέντε μακριές πλεξούδες. Πολύ καμάρωνε για τα μαλλιά της και ίσως για αυτό αργότερα δεν τα περιποιόταν καθόλου. Σε αρκετά μεγάλη για την εποχή της ηλικία, , την πάντρεψαν οι γονείς της, πιεζόμενοι από άλλα συγγενικά τους πρόσωπα. Οι ίδια ήσαν θεοφοβούμενοι και δεν την πίεζαν στο θέμα αυτό, μάλλον την άφηναν να αποφασίσει ελεύθερα.
Από τον σύντομο γάμο της (1907 – 1914) με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη απόκτησαν ένα τέκνο, το παιδί όμως πέθανε ενώ ο σύζυγος χάθηκε στα στρατόπεδα εργασίας στα βάθη του Πόντου. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν την Σοφία σε βαθιά μετάνοια και σε ασκητική δια βίου αφιέρωση.
Από τον Πόντο λοιπόν, την πατρίδα τηςη Σοφία άρχισε την ασκητική της πολιτεία. Μακριά από τους συγγενείς, μόνη στο βουνό. Σε παλαιότερο διωγμό, από τους τσέτες, της παρουσιάζεται καβαλάρης ο Άγιος Γεώργιος και, αφού της φανέρωσε τον επερχόμενο κίνδυνο, της παραγγέλλει να ειδοποιήσει τους χωριανούς για να κρυφτούν. Έτσι έγινε και σώθηκε το χωριό.
Για το ταξίδι της προσφυγιάς, το 1919, προς την πατρίδα Ελλάδα, αναφέρεται η εξής ιστορία.
Είχε μεγάλη θαλασσοταραχή, το καράβι της ομάδας τους κινδύνεψε πολλές φορές να βουλιάξει. Τελικά σώθηκαν. Ο καπετάνιος, κάνοντας τον σταυρό του, είπε : Κάποιον δίκαιο είχατε μαζί σας και σας έσωσε. Όλων τα μάτια τότε έπεσαν στην Σοφία που απομονωμένη σε κάποια γωνιά του πλοίου, δεν σταμάτησε την προσευχή σε όλο το δύσκολο ταξίδι. Η διήγηση αυτή υπάρχει και σε μαγνητοταινία, όπου η ίδια αφηγείται το συμβάν. Λέει :
– Τα κύματα γέμισαν αγγέλους και παρουσιάζεται η Παναγία, «Θα χαθεί ο κόσμος, λέει, γιατί είστε πολλοί αμαρτωλοί».
– Παναγία, εγώ να χαθώ γιατί εγώ είμαι η αμαρτωλή, για να σωθεί ο κόσμος.
Το όνομα του καραβιού ήταν Άγιος Νικόλαος. Όταν έφτασαν επιτέλους στην Ελλάδα, η ίδια η Παναγία της παρουσιάστηκες λέγοντάς της :
– «Να έρθεις στο σπίτι μου». Τότε η Σοφία την ρώτησε.
– «Ποια είσαι και πού είναι το σπίτι σου;»
– «Είμαι στην Κλεισούρα» ήταν η απάντηση.
Τα πρώτα χρόνια της ζωή της στο μοναστήρι, ηγούμενος ήταν ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μαγδάλης, παλαιός αγιορείτης, άνθρωπος μεγάλης αρετής. Κοντά του η Σοφία μυήθηκε στην πνευματική ζωή και πάντα μνημόνευε το όνομά του με ιδιαίτερο σεβασμό.


Το χειρόγραφο του Ισαάκ Σαουλίδη

Συνοπτικό χρονολόγιο του βίου της Σοφίας.

Μέρα από τις σημαντικές και πολύτιμες αναμνήσεις του Γέροντος Νεκταρίου, ο μοναδικός από τους συγγενείς της με τον οποίο διατηρούσε αγαθές σχέσεις η Σοφία, ο Ισαάκ Σαουλίδης, κατά παράκληση μας, κατέγραψε όσα στοιχεία θυμόταν από την ζωή της θείας του.

Τα βιογραφικά αυτά, όπως τα κατέγραψε στις 15 Απριλίου 1992, ο πρωτανηψιός της, έχουν ως ακολούθως:

«Η ζωή της Σοφίας Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου Σαουλίδου.

»Έγεννήθη το έτος 1883 εις το χωρίον Σαρή-ποπά της επαρχίας Αρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας του Πόντου.

Κατά το έτος 1907 ενυμφεύθη τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδην εις Χωρίον Το(γ)ρούλ (Άρδασαν).

Το 1910 απέκτησε τέκνον με τον Ιορδάνην.

Το 1912 το παιδί απέθανεν και τον πατέρα του τον επεστράτευσαν οι Τούρκοι εις την Ορντού.

Το 1914 κηρύσσεται ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και χάθηκαν τα ίχνη του Ιορδάνη, επίσης η Σοφία έφυγε από το χωριό Λετσούχ και πήγε στο γιαλό στην Ορντού. Στα χειμαδιά το καλοκαιρι, στο χωριό τους χειμώνες. Στο γιαλό η Σοφία τότε χάθηκε.

Το 1915 έγινεν η σφαγή των Αρμεναίων τον πατέρα της Σοφίας τον πήραν οι Τούρκοι για αγγαρείες, μεταφορά πυρομαχικών του στρατού στα βάθη της περιφερείας Τριπόλεως, στο Κιουρτούν. Εκεί έγινεν η εξόντωσις των Αρμεναίων.

Το 1916 η Σοφία έφυγε από την Ορντού και χάνονται τα ίχνη της.

Το 1919 το Πάσχα με το πλοίον ήρθαμεν, ήρθαμεν στον Πειραιάν τα καράβια.

Τον Αύγουστον, από τον Πειραιάν στην Θεσσαλονίκη, στον Σταθμό των τρένων, στο Χαρμάνκιοϊ. Λέγω στον πατέρα, θα πάγω να βρω την θεία μου. Ο πατέρας δεν με αφήνει, εγώ είμαι 14 χρονώ, θα χαθείς, με λέει. Καταυλισμός 300 οικογένειες στο Σταθμό. Για αναχώρηση, για χωριά Πτολεμαΐδος. Εγώ δεν άκουσα τον πατέρα μου, πήγα ξυπόλυτος στην Καλαμαριά. Εκεί βρήκα πρόσφυγες γυναίκες, ρωτώ για την θεία μ’. Την είχαμε χαϊδεμένη, την λέγαν Τσόφα, εγώ ήξερα Τσόφα. Γενομένη συζήτηση, έγινε σύγχυση μεταξύ γυναικών, ανάμεσα μία κυρία λέγει στην άλλη Τσόφα είναι η Σοφία. Αυτού σταματήσαμε. Με ρωτάει αν ξέρω ολίγα γράμματα, λέγω κάτι ξεύρω. Από εδώ θα κατεβείς στο Ντεπώ με τα πόδια, εκεί θα βρεις το τραμ, θα ανεβείς στο τραμ, θα μετράς έως 6 στάσεις. Θα κατεβείς και θα βρεις την εκκλησία την Ανάληψη, θα κατεβείς-αν δεν μπορείς να κατεβείς, ο τραμιέρης θα σε πει. Μπήκα στην είσοδο της εκκλησίας, στο βάθος βλέπω έναν κύριο, τον φωνάζω ε, θείο, θείο. Ήλθε κοντά μου, με ρωτά τί θέλεις, παιδί μου; Την θεία μου Σοφία.

Από τότες μετ’ ολίγον πέρασε η Σοφία από τη μια μεριά στην άλλη. Με τα ράσα, κρατούσε ψωμί και μισό καρπούζι. Ήλθε κοντά μου, με ρωτά, με λέγει ποιος είσαι, παιδί μου; Την λέγω ο Ισαάκ. Ο Ισαάκ, παιδί μου, που είσθε; Τώρα εδώ είμαστε στο Σταθμόν, κοντά στο Εύοσμον. Που είναι ο πασά μ’, η μάννα, ο πατέρας και άλλοι συγγενείς μας;

Όλοι πέθαναν από την χολέραν. Η θεία ελιγώθηκε από τον πόνο και πέφτει στο χώμα. Βρέθηκαν περαστικοί και την συνέφεραν. Πήγαμε στο κελλί της. Μετά δυο ώρες την παίρνω και πήραμε άδεια από τον επιστάτη. Βαδίζαμε.

Με το τραμ έως το Βαρδάρ και εκεί με τα πόδια στο Εύοσμον Σταθμόν. Φτάσαμε περί 11 ώραν νυκτερινήν. Όλη νύκτα οι χωριανοί όλοι όλο ρωτούσαν. Για τους δικούς τους.

Αύγουστος 1919. Φεύγουμε για Καϊλάρια, νέο όνομα Πτολεμαΐδα. Φτάσαμε στην Άρδασα, μετά στην Αναρράχη, παλαιόν όνομα Τεπρέ, ο μπαμπάς, η θεία κι εγώ. Ο Αβραάμ έμεινε στην Αθήνα για να φέρει την αδερφή της Σοφίας.

Το 1924 ήλθε ο Αβραάμ παντρεμένος. Για 18 μήνες μας κύταζε η Σοφία, το φαγητό, μας έπλενε τα ρούχα.

Το 1925 φεύγει η Σοφία με ένα μικρόν μπόγον, τα ρουχαλάκια της, και πηγαίνει στην Φλώρινα, στον Άγιον Μάρκον, έως το 1927. Τότε ονειρεύεται την Παναγία πού της είπε, η θέση σου είναι άλλου, θα πάς στο χωριό σου. Δίπλα στο βουναλάκι είναι η Παναγία η Κλεισούρα.

Τον Αύγουστο του 1927 η Σοφία έρχεται στο χωριό και μας ζητάει να την πάμε στο μοναστήρι. Σε δέκα ήμερες πήγαμε εκεί, στην μνήμη της Παναγίας. Εκεί βρήκαμε τον ηγούμενο και μία ηγουμένισσα, Πελαγία, παράλυτη από τον πόλεμο και τας υγράς φύλακας στην Καστοριά.

Από το 1927 ζούσε η Σοφία στο μοναστήρι στην Κλεισούρα.

Στον πόλεμο το 1940 κρατούσε το μοναστήρι μόνη της με 30 δωμάτια έως να τελειώσει ο πόλεμος το 1941.

Άρχισε ο ανταρτικός πόλεμος το 1944. Στο χωριό την Κλεισούρα, στη θέση Νταούλι οι αντάρτες σκοτώνουν έναν γερμανό αγγελιοφόρο που ερχόταν με το μηχανάκι από το Αμύνταιο. Κόπτουν τα όργανα του και τα βάζουν στο στόμα ωσάν τσιγάρο. Εκεί έφτασαν οί Γερμανοί από το Αμύνταιο και την Καστοριά. Βάζουν φωτιά στο χωριό και καίνε περί τα 350 άτομα. Κατεβαίνουν στο μοναστήρι, εκεί ψάχνουν για τους αντάρτες και η βενζίνη έτοιμη στα πετόνια. Η Σοφία αγρυπνεί με την εικόνα της Παναγίας στην αγκαλιά. Γονατίζει τους φιλάει τα πόδια, σέρνεται στο χώμα. Μη, λέει, η Παναγία θυμώνει και κλαίει η εικόνα μπροστά στο τάγμα. Ο αξιωματικός τη διώχνει, αυτή πίσω δεν κάνει και λιγοθυμάει καταγής. Τότες ο αξιωματικός μετάνιωσε και την άκουσε. Έψαξαν σε όλους τους τόπους, ταβάνια, υπόγεια για αντάρτες.

Η ζωή της Σοφίας ήταν όλον τον καιρό με χόρτα και σαρδέλλες, παστά. Κρεββάτι δεν γνώρισε, στο τζάκι δίπλα και το κορμί της το σκέπαζε με φύλλα. Όσοι την επισκέπτονταν τους έψηνε καφέ.

Όταν τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος, πήγαμε τα ανήψια στο μοναστήρι, πήγαμε στο δωμάτιο της, τί να δούμε, γεμάτο πελεκούδια. Υπήρχε φόβος να καεί το μοναστήρι. Την ώρα πού έλειπε, τα πελεκούδια τα πετάξαμε, από κάτω είχε 7 δοχεία λάδι. Επειδή ήταν μαζώματα η Επιτροπή τα έδωσε στις φτωχές οικογένειες στην Κλεισούρα.

1974 Μάιος. Κοιμήθηκε η Σοφία(6 Mαϊου 1974). Η Μητρόπολις Καστοριάς και Κοζάνης και εμείς τα ανήψια το ανακοινώσαμε στο κοινό. Την Σοφία την ετοίμασαν 14 ιερείς και αρχιμανδρίτες, περιφέρειας Πτολεμαΐδος και Αμυνταίου και μία μοναχή από τα νησιά μας. Έγινε με πολύν κόσμο. Εκάναμε την κηδεία, τα 40, το χρονικόν.

Μετά 8 χρόνια την ξεθάψαμε. Παραβρέθηκαν οι κάτοικοι της Κλεισούρας. Στον τάφο επάνω είχαν ρίξει 25 πόντους τσιμέντο με πέλματα. Όταν έσπασε το τσιμέντο βγήκε ένα άρωμα, μας είπαν οι γυναίκες από την Κλεισούρα. Έγινε ολονυκτία με αρκετόν κόσμο, ήταν και από την Αναρράχη μερικοί.

Τα οστά της είναι σε ασφαλές μέρος. Στα τελευταία της η Σοφία παρέδωσε το ένα κλειδί πού είχε, το άλλο το είχε ο Σύλλογος Κλεισουριέων.

Όσα θυμήθηκα εγώ ο ανεψιός της
Ισαάκ Κων/νου Σαουλίδης
Αναρράχη Πτολεμαίδος»

*Το σημείωμα του Ισαάκ, σε τέσσερεις δίστηλες σελίδες, κλείνει ως έξης: «5/Μαίου 1994 «Όσα Θυμήθηκα εγώ ο ανηψιός της Ισαάκ Κων/νου Σαουλίδης. Αναρράχη Πτολεμαΐδος. »

***

Στην πλάκα του τζακιού
Η πλάκα του τζακιού, που χρησίμευε και σαν φούρνος για το μαγείρευμα, στην τράπεζα του μοναστηριού, με εντολή της Παναγίας ήταν η μόνιμη κατοικία της Σοφίας.
Γονατιστή όλη νύχτα καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη στον υγρό τοίχο, ζήτημα αν κοιμόταν δύο ώρες. Τότε δεν υπήρχε τζαμαρία και το κρύο με την υγρασία από τα τρεχούμενα νερά ήταν ακόμα πιο τσουχτερό. Το μεγάλο θερμόμετρο, που υπάρχει έξω από την μοναστηριακή πύλη, στην περιοχή της μονής, τον χειμώνα συχνά κατεβαίνει στους –15 βαθμούς. Μερικές φορές είχες στο τζάκι λίγη φωτιά, αλλά όλα ήταν ορθάνοιχτα και η λίγη ζέστη χανόταν. Στο περβάζι του παραθύρου απέναντι από την τοιχογραφία της Παναγίας άναβε πάντα καθαρό κερί.
Εκεί καθόταν, εκεί έτρωγε, εκεί περνούσε τον καιρό της παρακολουθώντας και την πύλη της Μονής. Συχνά χωρίς καμία προηγούμενη ειδοποίηση, αφού τηλέφωνα ή άλλος τρόπος επικοινωνίας δεν υπήρχε, ανέφερε τους προσκυνητές που σε λίγο παρουσιάζονταν, και μάλιστα με το όνομά τους, πριν καν οι άλλοι τους δουν. Και όταν ήθελε κάτι να τους πει, σηκωνόταν από το τζάκι, παρουσιαζόταν απρόσμενα μπροστά τους και τους το φανέρωνε.
Μία φορά είχε έρθει ένα λεωφορείο από τον Κρόκο Κοζάνης. Η Σοφία τους χαιρέτησε όλους με το όνομά τους και συγχρόνως ανέφερε στον καθένα το προσωπικό ή οικογενειακό τους πρόβλημα, ρωτώντας και για όσους έμειναν στο χωριό. Για να την ακούσουν και να την συμβουλευτούν ερχόταν λεωφορεία από την Θεσσαλονίκη, με μαθητάς του π. Λεωνίδα Παρασκευοπούλου, που έγινε και μητροπολίτης.
«Μεγάλον θησαυρό έχετε εσείς εκεί επάνω» έλεγε. Επίσης πήγαιναν ευλαβείς από τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, την Σταυρούπολη, την Κρύα Βρύση, ακόμη και από την Αθήνα.

***

Ενδυμασία και συμπεριφορά

Τα ρούχα της πάμφτωχα. Εσωτερικά ρούχα ή εσώρουχα δεν είχε. Καμία φορά το καταχείμωνο έριχνε στην πλάτη της μία τρύπια κουβέρτα ή κανένα ποντικοφαγωμένο σάλι. Πάντα ήταν ξυπόλυτη. Σπάνια φορούσε κάτι μάλλινα σκουφούνια,, τρύπια και παλιά, και κάτι παλιοπαντόφλες ή παλιοπάπουτσα. Άλλοτε μάζευε στο τζάκι φύλλα και κλαδιά από τα δέντρα και τρύπωνε μέσα σ΄ αυτά, σαν ποντίκι. Τύχαινε όμως να αρπάξουν φωτιά, και μόλις που πρόφταινε να ξυπνήσει, για να μην καεί ζωντανή. Τότε τα παλιόρουχά της έμεναν για μέρες καμένα, ώσπου να βρεθεί κάποιο καλύτερο. Βλέποντάς την οι προσκυνητές με τα παλιόρουχα μέσα στα κρύα και την υγρασία, της πήγαιναν άλλα, καινούργια και ζεστά. Αλλά αυτή η μακαρία με το ένα χέρι τα δεχόταν και με το άλλο τα σκόρπιζε στους φτωχούς. Καινούργιο ρούχο δεν φόρεσε ούτε κράτησε ποτέ δεύτερη αλλαξιά.
Στο κεφάλι είχε πάντα μαύρη μαντήλα. Τα μαλλιά της, από τον Πόντο ακόμα ούτε τα έλουσε ούτε τα χτένισε και είχαν γίνει σκληρά σαν την ουρά του αλόγου. Από το κεφάλι της έβγαινε ευωδία. Μία φορά προσπάθησε να τα ελευθερώσει κάπως μπροστά στα μάτια, αλλά χρειάστηκε να χρησιμοποιηθεί το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα του μοναστηριού. Αντί όμως για άλλη μυρωδιά, έστω ανθρώπινη, το κεφάλι της έβγαζε ευωδία.
Τα βράδια, καθισμένη στο τζάκι, συνήθως έβαζε όποιον ήξερε ανάγνωση, να της διαβάζει βίους αγίων, από μικρά φυλλαδιάκια, που φύλαγε με προσοχή ανάμεσα στα πράγματά της. Όταν έκανε πολύ κρύο, οι επισκέπτες που την έβλεπαν ξυπόλητη, την παρακαλούσαν να βάλουν κανένα ξύλο στα λίγα κάρβουνα. Τότε αυτή φώναζε ένα μακρόσυρτο, Όχιιιιι, που ακόμα ηχεί στα αυτιά τους και το επαναλαμβάνουν δακρύζοντας.
Στο μοναστήρι ανέβηκε όταν ήταν σαραντατεσσάρων ετών. Για να μη σκανδαλίζει με την ομορφιά της μαύριζε και μουτζούρωνε το ωραίο τηςπρόσωπο με γάνες και κάπνες από τα καζάνια. Έπιανε τα αναμμένα κάρβουνα με τα χέρια χωρίς μασιά.
Η τροφή της πάντα νηστεία. Κόκκινες πιπεριές ή κανένα πράσο ψημένα στην χόβολη του τζακιού, λίγο τουρσί ντομάτα πράσινη, μουχλιασμένη και σε μέρες αρτύσιμες κανένα παστό ψαράκι. Μαγείρευμα για τον εαυτό της η ίδια δεν μαγείρευε. Μόνον όταν περίμεναν κόσμο, έβαζε τις γυναίκες να βράσουν φασόλια ή κριθαράκι, άλλοτε λαδερό και άλλοτε δίχως λάδι, και το φαγητό, όσο και αν έβαζαν στην κατσαρόλα, έβγαινε τόσες μερίδες όσες ακριβώς χρειαζόταν. Σε όλους τους περαστικούς καις τους προσκυνητάς έψηνε καφέ. Το μπρίκι όμως ποτέ δεν το έπλενε και ήταν σχεδόν κλειστό από τα κατακάθια. Δεν άφηνε σε κανέναν να το πλύνει. Αλλά ούτε και σιχαινόταν κανένας, όσο βρώμικη κι αν φαινόταν.
Τα αγριόχορτα, τα μανιτάρια και τα μούσκλια που μάζευε από τα δέντρα τα έτρωγε σκέτα με μπόλικο αλάτι. Το Σαββάτο και την Κυριακή έβαζε από μία κουταλιά λάδι στο φαγητό της, ό,τι είχε. Άλλες φορές άνοιγε καμία κονσέρβα ψάρι και την έτρωγε ύστερα από μέρες, αφού είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έβαζε φαγητά σε παλιά μπακιρένια σκεύη και τα έτρωγε αφού πρασίνιζαν από την σκουριά, που θα έπρεπε ο θάνατος να είναι ακαριαίος. Έβραζε φύλλα από τα δέντρα και φτέρη. Τα σταφύλια δεν τα καθάριζε από τα μερμήγκια, ούτε πετούσε τις σάπιες ρώγες. Και με όλα αυτά ποτέ δεν πάθαινε τίποτε. Πάντα ήταν ευχαριστημένη και με βαθιά δοξολογική χαρά έλεγε : ευφράνθη η καρδία μου.

Ποτέ δεν πλήγωσε ούτε και στεναχώρησε άνθρωπο. Όταν καταλάβαινε πως κάποιος δυσκολευόταν από τις αμαρτίες που τον τυραννούσαν, περνούσε διακριτικά από δίπλα του. Έλεγε μία – δυο κουβέντες, κάτι σαν σύνθημα, χωρίς να καταλάβουν ή να ακούσουν οι άλλοι και πάλι απομακρυνόταν. Εκείνος καταλάβαινε και την ακολουθούσε. Τότε οι δυο τους καθισμένοι μόνοι απόμερα, ώστε να τους βλέπουν αλλά να μην τους ακούν, χωρίς να φανερώσει την αμαρτία ή το πρόβλημα πρώτα παρηγορούσε κι ύστερα συμβούλευε με ψυχωφέλιμα στοργικά λόγια του Θεού. Άλλες φορές η ίδια έλεγε: αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι.
Ιδιαίτερα νοιαζόταν για τα ανύπαντρα κορίτσια, που τύχαινε να παραστρατήσουν. Τα μάζευε κοντά της και τα νουθετούσε καλύτερα από μάνα. Τα έλεγε να μην ξαναμιλήσουν για την πτώση τους, και φρόντιζε να τα καλοπαντρέψει, δίνοντας τα και προίκα η ίδια από αυτά που άλλο τηςέδιναν.
«Η Παναία κι θα χάντ’ σας (= δεν θα σας χάσει η Παναγία)» συμπλήρωνε.
Η ίδια ζούσε μέσα στην αθλιότητα και την φτώχεια. Όταν ήταν πολύ δύσκολα κάτω από το τζάκι, πήγαινε στο επάνω πάτωμα, σε ένα κελί, που είχε τον αριθμό 1. Εκεί είχε ριγμένα φύλλα και άχυρα και ξάπλωνε. Αλλά η περιέργεια του κόσμου έψαξε και εκεί, και τι βρήκε; Κάτω από τα άχυρα είχε σουβλερές πέτρες. Στην κατοχή κάτω από τα άχυρα έκρυβε λάδια ή φαγώσιμα , και τα μοίραζε με τον τρόπο της, όπου υπήρχε μεγάλη ανάγκη.
Χρήματα από τα χέρια της πέρασαν πολλά. Τα έπαιρνε και τα έβαζε όπου τύχαινε. Σε θάμνους, κάτω από πέτρες, μέσα σε τρύπες, στα ντουβάρια, στα ξύλα της σκάλας, κάτω από τα κεραμίδια. Μόλις όμως τα χρειαζόταν, αμέσως τα εύρισκε, και τα έδινε όπου έπρεπε.
Είδε πολλά σκάνδαλα από λαϊκούς και ιερείς. Ποτέ κανέναν δεν κατηγόρησε.
«Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός» έλεγε.
Φοιτητές και θρησκευόμενοι νέοι, απλοϊκοί και στρατηγοί, μοναχές και ηγούμενες, υψηλόβαθμοι και ταπεινοί κληρικοί και μοναχοί, ακόμα και από τα Ιεροσόλυμα και την Γαλλία, πήγαιναν να δουν αυτό το σκελετωμένο κορμί, να ακούσουν τα λόγια του Θεού. Μερικοί μάλιστα κρατούσαν και σημειώσεις, από αυτήν που κάποιοι ανόητοι κοντοχωριανοί την έλεγαν στα ποντιακά παλάλα (= τρελή) ή ακόμα και χαζοσοφία και την κορόιδευαν.
Αυτή όλα τα καταλάβαινε, αλλά τίποτα δεν έλεγε. Πάντα γλυκομίλητη και ας ήταν τόσο σοβαρό και βαθυστόχαστο το βλέμμα τηςΗ θωριά τηςπολλούς τους τρόμαζε. Αγαπημένη της φράση ήταν: Πολλάν υπομονήν να κάμνετε, πολλάν υπομονήν.
Την έλεγε και την ξανάλεγε αυτή, που η ζωή της ήταν μόνο υπομονή και σκληρός αγώνας για τον Χριστό.
Πολλάν υπομονήν.
Το σώμα της σαν της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, σκελετωμένο, κατάξερο. Πρόσωπο μόνον κόκαλα. Μάτια βαθουλωμένα στις κόγχες. Χέρια ροζιασμένα, καμένα από τις στάχτες και τα κάρβουνα. Δέρμα κατάξηρο, ηλιοψημένο, κίτρινο, σχεδόν άσπρο, δίχως αίμα. Μαλλιά σκληρά, συχνά γεμάτα με αγκάθια ή χορτάρια. Κάποτε η Σοφία ασθένησε βαριά. Διπλώθηκε στη μέση από τον πόνο. Άνοιξε η κοιλιά της από την πάθηση – μάλλον σκωληκοειδίτιδα που έσπασε η κήλη ή κάποιο αναπνευστικό πρόβλημα – και αυτή η μακαρία στούπωνε στην πληγή πανιά και φυτίλια από τις κανδήλες. Άρχιζε να σαπίζει. Μύριζε, αλλά δεν δεχόταν καμία βοήθεια ούτε περιποίηση.
«Θα ΄ρθει η Παναγία να με πάρει τον πόνο. Μου το υποσχέθηκε» έλεγε.
Σε λεωφορείο με ευλαβείς από την Αθήνα, όπως σώζεται σε μαγνητοταινία, διηγείται η ίδια το απίστευτο γεγονός.

«Ήρθε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο, ήταν και άλλοι άγιοι. Είπε ο αρχάγγελος. «Θα σε κόψουμε τώρα» Εγώ είπα «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω και να με κόψεις».
«Δε θα πεθάνεις, είπε, εγχείρησε θα σε κάνουμε, είπε και με άνοιξε».

Τα διηγούνταν αθώα και απλοϊκά, σαν να έγινε το πιο φυσικό πράγμα. Και σήκωνε χωρίς καμία ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμα της για να δείξει την τομή που έκλεισε μόνη της. Αμφιβολία στα λόγια της Σοφίας δεν χωρούσε καμία απολύτως.
Δεν έδινε ποτέ σημασία στις αρρώστιες ή τα τραύματα. Κάποτε οι μαστόροι άλλαζαν τα κεραμίδια της δυτικής πτέρυγας της μονής και η Σοφία πάτησε ένα μεγάλο καρφί, από τα γύφτικα. Κιχ δεν ακούστηκε. Ούτε φωνή ούτε και κλάμα. Και όμως τέτοιος πόνος είναι αβάσταχτος. Το καρφί είχε τρυπήσει το πόδι και είχε βγει από την άλλη μεριά, χωρίς να βγάλει αίμα. Οι εργάτες κατατρόμαξαν, αυτή όμως τους βοήθησε να το χτυπήσουν με το σκεπάρνι από πάνω για να το βγάλουν και συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτε.

Η εγχείρηση της Παναγίας

Κάποτε η Σοφία ασθένησε βαριά. Διπλώθηκε στην μέση από τον πόνο. Στην αρχή δημιουργήθηκε ένα πρήξιμο, πού σιγά σιγά αυξανόταν. Στην συνέχεια άνοιξε και έβγαινε δυσώδες υγρό, για αρκετές ημέρες. Μερικοί μιλούν για περιτονίτιδα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι την έσχισε το σκληρό λάστιχο από την πρόχειρη φούστα πού φορούσε. Όπως όμως φαίνεται από τις περιγραφές, όσων παρακολουθούσαν την υπόθεση, πρέπει να ήταν «περισκωληκοειδικό απόστημα», σύμφωνα με την Ιατρική ορολογία.

Και αυτή η μακαριά στούπωνε στην πληγή πανιά και φυτίλια από τις κανδήλες. Άρχισε να σαπίζει.

Η παπαδιά του παπα-Φώτη και ο ίδιος την παρακαλούσαν να φωνάξουν γιατρό. Μύριζε, αλλά δεν δεχόταν καμία βοήθεια ούτε περιποίηση. «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει τον πόνο. Μου το υποσχέθηκε», έλεγε, όπως θυμάται άλλο πρόσωπο, από διήγηση της ίδιας της Σοφίας. Ο π. Παναγιώτης Π., εφημέριος σήμερα στην Καστοριά, μας διηγήθηκε» όσα έμαθε από τον γαμπρό του Άγγελο Ρ. από το Αμύνταιο.

Ο ίδιος ο κ. Αγγελος θυμάται με μεγάλη ακρίβεια το γεγονός: «Το 1967, Σεπτέμβριο μήνα, είχαμε πάει κατασκήνωση με τους προσκόπους Αμυνταίου στην Παναγία. Στήσαμε τις σκηνές έξω από το μοναστήρι, στο αλώνι, και συχνά κατεβαίναμε μέσα στην εκκλησία.

»Ήταν η ήμερα της εορτής, 8 Σεπτεμβρίου. Έπιασε ένας καιρός, καταρρακτώδης βροχή, και αναγκαστήκαμε να μαζέψουμε τα πράγματα από την κατασκήνωση και να ρθούμε μέσα στην αυλή του μοναστηρίου. Τακτοποιηθήκαμε και μαζευτήκαμε στην τραπεζαρία. Εκεί ακούγαμε ένα παραπονιάρικο βογγητό να βγαίνει από το τρίτο τζάκι. Πλησιάζουμε και βλέπουμε ένα μαύρο κουβάρι, από οπού ακουγόταν τα βογγητά. Αναγνωρίσαμε πώς ήταν η Σοφία, πού πονούσε πολύ. Ήταν και ένας λαϊκός, από το Βαρυκό, στο μοναστήρι. Του αναφέραμε το γεγονός και εκείνος είπε «έχει ζόρια η γριά».

»Η Σοφία σαν να παραμιλούσε, ένα κουφό, πονεμένο παραμιλητό. Ανάμεσα στις λέξεις πού δεν καταλάβαινες, έλεγε συνέχεια «η Παναγία, η Παναγία…» Τελικά οι μεγαλύτεροι την σήκωσαν προσεκτικά και την ξάπλωσαν επάνω στο τραπέζι. Ο Γιώργος, ένας από τους βαθμοφόρους, ήταν πρωτοετής στην Ιατρική, ο πατέρας του ήταν διοικητής τότε στα Τ.Ε.Α. Αμυνταίου. Αυτός την κύτταξε και την εξέτασε. Ήταν και ο Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, ορθοπεδικός γιατρός σήμερα στην Φλώρινα, και ο φίλος μου ο Αναστάσιος Αθανασίου, πού συγχωρέθηκε πρόσφατα,-ταγματάρχης. Η δυσωδία ήταν μεγάλη και η πληγή ήθελε άμεση χειρουργική επέμβαση.

»Όλη νύχτα η Σοφία βογγούσε. Την άλλη μέρα, δυό-τρεις πρόσκοποι ξυπνήσαμε πολύ πρωΐ. Βγήκαμε στην αυλή και ο γέρος υπάλληλος μας καλημέρισε. Έχουμε θαύμα σήμερα, πρόσθεσε. Η Σοφία πήγε στην βρύση και έριχνε απάνω της νερό. Την πλησιάσαμε και τα παιδιά της σήκωσαν το ρούχο. Είδαμε όλοι, με τα μάτια μας, μια φρεσκοκλεισμένη ουλή, από το στήθος μέχρι κάτω, στην σκωληκοειδίτιδα.

Καθίσαμε και άλλες ημέρες στο μοναστήρι. Την βλέπαμε να γυρίζει στην αυλή και να διηγείται το θαύμα. Δεν φαινόταν να δυσκολεύεται, σαν εγχειρισμένη. Ήταν θαύμα, βλέπεις. Σε άλλους έδειχνε και την πληγή, με ολοφάνερη χαρά.

»Ύστερα, είχε μία παράξενη μυρωδιά η Σοφία. Όχι σαν γυναίκα ή σαν γριά, αλλά όπως μυρίζει η εκκλησία. Κάτι ανάμεσα από μελισσοκέρι, λάδι και θυμίαμα.

«Πέρασαν τριάντα χρόνια και σαν να την βλέπω μπροστά μου. Σαν να ήταν χθες.»

Σε λεωφορείο με ευλαβείς από την Αθήνα, διηγείται η ίδια το απίστευτο γεγονός, όπως σώζεται σε μαγνητοταινία: «Ήρθε η Παναγία, με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο, ήταν και άλλοι άγιοι. Είπε ο αρχάγγελος, θα σε κόψουμε τώρα. Εγώ είπα, είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω και να με κόψεις.

Δεν θα πεθάνεις, είπε, εγχείρηση θα σε κάνουμε, είπε και με άνοιξε.»

Τα διηγούνταν αθώα και απλοϊκά, σαν να έγινε το πιο φυσικό πράγμα. Και σήκωνε χωρίς καμία ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμα της, για να δείξει την τομή πού έκλεισε μόνη της. Περίμενε την επέμβαση της Παναγίας, όπως της το υποσχέθηκε η ίδια. Και το θαύμα έγινε.

Αμφιβολία στα λόγια της Σοφίας δεν χωρούσε καμία απολύτως.

Η κ. Κίτσα Κ., μία από τις πιο πιστές της μαθήτριες θυμάται και συμπληρώνει το γεγονός: «Ο αρχάγγελος Γαβριήλ την έσκισε με το σπαθί, και βγήκε μεγάλη βρωμιά-έβγαλαν οι άγιοι τα σπλάχνα έξω και τα ακούμπησαν δίπλα, σε ένα κάθισμα, επάνω στην ποδιά της. Ο Αρχάγγελος καθάρισε πολύ προσεκτικά την πληγή, με τις υποδείξεις της Παναγίας.»

Η κ. Βασιλική Κ. προσθέτει ότι στην συνέχεια η Παναγία έβαλε στο στόμα της Σοφίας ένα άσπρο μικρό χαπάκι, όπως το ανέφερε η ίδια και σε πολλούς άλλους. Το πρωΐ είχε θεραπευτεί τελείως.

Σε άλλη μαθήτρια της ή Σοφία είπε πώς ήταν μαζί και η Αγία Κυριακή με την Αγία Παρασκευή, και πώς το σπαθί του Αρχαγγέλου ήταν ξύλινο.

Η Σοφία ήταν τότε 84 ετών.

Ήρθαν τρεις χειρούργοι από την Αθήνα και γιατροί από την Κοζάνη και έλεγξαν την πληγή, οπού φαινόταν καθαρά η τομή πού είχε κλείσει, ακριβώς σαν χειρουργική επέμβαση.

***

Η αγάπη λοιπόν της Σοφία δεν σταματούσε μόνο στους ανθρώπους. Απλωνόταν και αγκάλιαζε όλη την κτίση, λογικά και άλογα, ήμερα και άγρια. Στο άγριο βουνό γύρω από το μοναστήρι, κυκλοφορούσαν τότε πολλές αρκούδες, λύκοι και άλλα αγρίμια. Με όλα αυτά η Σοφία είχε συμφιλιωθεί.

Από τις πολλές σχετικές αναφορές, καταγράφουμε δύο τρεις, πού έχουν ιδιαίτερη χάρη.

Συνταξιούχος στρατιωτικός, πού συνήθιζε να επισκέπτεται την Σοφία μέχρι τα τελευταία της, από τότε πού υπηρετούσε στην περιοχή, στον πόλεμο και αργότερα το ’49, διηγούνταν κάτι απίστευτο για τα σημερινά δεδομένα.

Είχε μία αρκούδα η Σοφία και την έθρεφε στο χέρι, με ψωμί και με ό,τι άλλο φαγώσιμο είχε. Και το μεγαλόσωμο αλλά άκακο εκείνο θηρίο έπαιρνε την τροφή, της έγλυφε τα χέρια και τα πόδια, από ευγνωμοσύνη, και πάλι χανόταν στο δάσος. Αυτήν την αρκούδα την είχε και όνομα, έλα, Ρούσα μ’, έλα να τρώεις ψωμόπον, της έλεγε.

Ο Δημήτρης Γ., γεννημένος το 1960, από την Πτολεμαΐδα, προσθέτει ότι πολλές φορές, όπως και ο ίδιος το είδε, την αρκούδα η Σοφία την έδενε στην βρύση του μπαχτσέ.

Αν όμως τύχαινε κάποιος ανήξερος να αντικρύσει αυτό το θέαμα, την αρκούδα δηλαδή δεμένη, η την Σοφία να την ταΐζει στο χέρι, δίχως καμία προφύλαξη, πάγωνε από τον φόβο του.

Την αρκούδα την είχε δει, τότε πού ζούσε στο μοναστήρι, και η Βασιλική Κ. από το Βαρυκό. Κάποιος μάλιστα τότε στρατιωτικός θέλησε να την σκοτώσει, μη γνωρίζοντας την οικειότητα της με την Σοφία. Αυτή μόλις τον είδε με προτεταμένη την κάνη του όπλου του, έβαλε της φωνές και όταν τον πλησίασε ενώ εκείνος πήγαινε να δικαιολογήσει την ενέργεια του, εκείνη του εξήγησε την φιλία της και την ακακία του ζώου.

Άλλοι προσκυνητές είδαν τρία φίδια να κοιμούνται μαζί της, στο προσκέφαλο της, και ούτε την πείραζαν ούτε τα πείραζε. Η κ. Κίτσα’ λέει πώς «τα φίδια ήταν λεπτούτσικα, σαν σαΐτες. Όταν τα έβλεπες, φοβόσουν αλλά η Σοφία μας έλεγε: Μη φοάσαι, ατά κι τσουμπίζνε ξάϊ [=μή φοβάσαι, αυτά δεν τσιμπούν καθόλου].»

Κάποιοι, πού την είχαν συνοδεύσει να ανάψουν τα καντήλια της Αγίας Τριάδας, είδαν να περιφέρεται εκεί μέσα στο εκκλησάκι ένα μεγάλο φίδι. Αμέσως ταράχτηκαν και προσπάθησαν να το σκοτώσουν, όμως η Σοφία τους αποπήρε. «Αφού δεν σας πειράζει, μην το πειράζετε, πρόσθεσε. Αυτό είναι της εκκλησίας.»

***

Λόγια όπως τα μνημονεύουν οι μαθητές

Όταν συγγενείς ή φίλοι, παρακαλούσαν την μακαρία Σοφία να μετακινηθεί από το μοναστήρι, έλεγε με αφοπλιστική απλότητα: «να ρωτήσω τον Κύριον και την Κυρίαν», εννοώντας τον Χριστό και την Παναγία Μητέρα του. «Εγώ τηρώ αυτά πού με λέει η Παναγία».

Σε καμία άλλη περίπτωση δεν χρησιμοποιούσε αυτές τις λέξεις, όλους τους προσφωνούσε ως: αδελφέ, αδελφή. Έλεγε μάλιστα «ένας είναι ο Κύριος και μία η Κυρία, όλοι εμείς οι άλλοι είμαστε αδελφοί».

Εφάρμοζε στην ζωή της την προφητική παραγγελία του Θεού: «Επί τίνα επιβλέψω, άλλ’ η επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου» (Ήσ. 66, 2).

Στις μαννάδες, με πολύ πόνο, έλεγε: «Συμβουλέψτε τα κορίτσια σας να φυλάξουν την τιμή τους, μέχρι τον γάμο τους, να βαδίσουν τον δρόμο του Χριστού. Τα αγόρια να μένουν καθαρά μέχρι τον γάμο. Όταν ο παπάς ανοίγει το Ευαγγέλιο στον γάμο, στέλνει ο Χριστός τον άγγελο και στεφανώνει την παρθενία.»

Άλλες φορές έκλαιε με λυγμούς και έλεγε: «Αλοίμονο, αλοίμονο, γιατί δεν θα υπάρχει, στα χρόνια πού έρχονται, παρθενία. «Κι θα πομέν άπαν σην γην παρθενία. Και παρακαλεί η Παναϊα τον Υιόν. Τ’ αγουρόπο κι μετανοούν (= Δεν θα απομείνει επάνω στην γη η αρετή της παρθενίας. Γι’ αυτό και παρακαλεί η Παναγία τον Υιό της. Άλλα τα αγόρια δεν μετανοούν)…

Ελάτε όλοι, μικροί μεγάλοι, ελάτε στην Παναγία, αν αγαπάτε, ελάτε στην Παναγία.

Αχ, αν κάνουμε ένα καλό, λέμε κάναμε έναν καλόν. Με ποια δύναμη κάναμε το καλό; Με την δύναμη του Θεού’ έδωσε σε ο Θεός ευλογία και έκανες το καλό.

Πρώτα τον Θεόν να τιμάτε, υστέρα την Παναγίαν, υστέρα τους Αγγέλους, υστέρα τους Αποστόλους, υστέρα τους Αγίους. Οι Απόστολοι όλοι εσταυρώθηκαν όπως ο Χριστός.

Οι Άγγελοι μιλάνε κάθε μέρα. Ο Θεός στέλνει τους Αγγέλους, για να δουν αν ο κόσμος μετανοεί. Οι Άγγελοι γέμισαν το σύννεφο.

Μικροί μεγάλοι να έρθουν στην μετάνοια, να μετανοούν. Να γνωρίζουν ότι ο Θεός είναι επάνω. Αυτοί δεν το γνωρίζουν, σαν τα άλογα ζώα τρώνε την Παρασκευή. Παρακαλώ τον Θεό να μετανοούν, αυτοί δεν μετανοούν.

Σας παρακαλώ, οποίος κάνει υπομονή, χαρά σ’ αυτόν. Όποιος κάνει υπομονή, σαν τον ήλιο θα λάμψει. Πολλή υπομονή να κάνετε.

Το στόμα το χρυσό εμίλησε και είπε: Οι πεθεράδες να σκεπάζουν, οι γεροντάδες να σκεπάζουν. Οι νέοι να φυλάγουν τα λόγια του Θεού’ τριαντάφυλλα στο στόμα, χρυσό κρασάκι στο στόμα (=η Θεία Κοινωνία), να είναι πάντα με τον Θεόν.

Και οι νέοι να βάλουν στο νου τους τα παντάψηλα του Θεού λόγια. Τα λόγια του Θεού σαν τριαντάφυλλα να είναι μέσα εις την καρδίαν…

Σας παρακαλώ, αδέρφια, πολλά υπομονήν…

Advertisements

One response to this post.

  1. Μεγάλη σύγχρονη μορφή διά Χριστόν σαλής η χαρισματική και πολύ ασκητική γερόντισσα της Κλεισούρας.Ας μελετήσουμε με προσοχή τον βίο της κι ας παραδειγματιστούμε από την αφιερωμένη στον Κύριο ζωή της.

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: