Η συγχώρηση

Πρὶν πολ­λὰ χρό­νια καὶ με­τὰ τὴν λή­ξη τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου σπα­ραγ­μοῦ καὶ τοῦ ἀ­δελ­φο­κτό­νου πο­λέ­μου, σὲ κά­ποι­ο χω­ριό, ἔ­γι­νε ἕ­νας φό­νος, γιὰ πο­λι­τι­κοὺς μᾶλ­λον λό­γους καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ με­γά­λου φα­να­τι­σμοῦ, ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Κα­τη­γο­ρή­θη­κε, λοι­πὸν κά­ποι­ος χω­ρια­νός, ὁ Πέ­τρος καὶ μὲ τὶς μαρ­τυ­ρί­ες πέν­τε συγ­χω­ρια­νῶν τοῦ δι­κά­στη­κε καὶ κα­τα­δι­κά­στη­κε σὲ 30 χρό­νια φυ­λά­κι­σι. Ὁ κα­τη­γο­ρού­με­νος ὅ­μως ἰ­σχυ­ρί­ζε­το συ­νε­χῶς ὅ­τι ἦ­το ἀ­θῶ­ος. Κλεί­σθη­κε σὲ ἀ­γρο­τι­κὲς φυ­λα­κές, ἀλ­λὰ μέ­ρα-νύ­χτα δι­α­λα­λοῦ­σε καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε ὅ­τι ἦ­το ἀ­θῶ­ος.

Σ᾿ αὐ­τὲς τὶς φυ­λα­κὲς πή­γαι­νε μί­α φο­ρὰ τὸν μή­να ἕ­νας εὐ­λα­βέ­στα­τος ἱ­ε­ρεὺς καὶ λει­τουρ­γοῦ­σε στὸ ἐκ­κλη­σά­κι ποὺ ὑ­πῆρ­χε καὶ κα­τό­πιν ἐ­δέ­χε­το γιὰ ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι ὅ­σους ἐκ τῶν φυ­λα­κι­σμέ­νων τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ 5-6 μῆ­νες, πῆ­γε καὶ ὁ ἐν λό­γῳ χω­ρια­νὸς στὸν εὐ­λα­βῆ ἐ­κεῖ­νον ἱ­ε­ρέ­α καὶ ἐ­ξο­μο­λό­γο, καὶ ἐ­νώ­πιον τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­οῦ καὶ μπρο­στὰ στὸ πε­τρα­χή­λι τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ, βε­βαί­ω­νε μὲ ὅρ­κους ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­θῶ­ος.

Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε μέ­σα στὶς φυ­λα­κὲς ὁ Πέ­τρος Γ., ἄλ­λα­ξε τε­λεί­ως δι­α­γω­γὴ καὶ ἔ­γι­νε ὁ ἄν­θρω­πος τῆς προ­σευ­χῆς καὶ τῆς με­λέ­της τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ποὺ τοῦ δώ­ρη­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ κα­λὸς ἱ­ε­ρεύς. Μέ­σα σ᾿ ἕ­ναν χρό­νο ἀλ­λοι­ώ­θη­κε τό­σο πο­λύ, ποὺ ὅ­λοι οἱ συγ­κρα­τού­με­νοί του καὶ βα­ρυ­ποι­νί­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν σέ­βων­ται καὶ νὰ τοῦ φέ­ρων­ται φι­λι­κά. Καὶ μὲ τὴν Χά­ρι καὶ τὸν φω­τι­σμὸ τοῦ Θε­οῦ γρή­γο­ρα -πεί­σθη­κε ὁ εὐ­λα­βὴς ἱ­ε­ρεὺς γιὰ τὴν ἀ­θω­ώ­τη­τά του, ὥ­στε τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ κοι­νω­νῇ κά­θε φο­ρὰ ποὺ λει­τουρ­γοῦ­σε στὶς φυ­λα­κές.

Ὁ ἱ­ε­ρεὺς προ­σπά­θη­σε κά­τι νὰ κά­μῃ μέ­σῳ κά­ποι­ων δι­κη­γό­ρων, ἀλ­λὰ οἱ μάρ­τυ­ρες ἦ­σαν ἀ­πο­λύ­τως κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κοί, για­τί ἦ­σαν δῆ­θεν πα­ρόν­τες στὸν φό­νο. Πα­ρὰ ταῦ­τα ὁ Ἐ­ξο­μο­λό­γος πί­στευ­ε ὅ­τι ὄν­τως ἦ­το ἀ­θῶ­ος καὶ θύ­μα σκευ­ω­ρί­ας.

Ὁ Πέ­τρος Γ. ὄ­χι μό­νο προ­σηύ­χε­το μὲ τὸ Ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ τὸ ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο «Οἱ πε­ρι­πέ­τει­ες ἑ­νὸς προ­σκυ­νη­τοῦ», ἀλ­λὰ με­λε­τοῦ­σε τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ κοι­νω­νοῦ­σε τῶν ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων, σκορ­πών­τας σὲ ὅ­λους τους συγ­κρα­του­μέ­νους του πολ­λὴ κα­λω­σύ­νη. Συγ­χω­ροῦ­σε δὲ μὲ ὅ­λη του τὴν καρ­διὰ καὶ τοὺς κα­τη­γό­ρους του καὶ αὐ­τὸν ἀ­κό­μα τὸν ἄ­γνω­στο φο­νιᾶ.

– Δὲν φταῖ­νε, οἱ κα­η­μέ­νοι, ἔ­λε­γε. Φταί­ει τὰ πο­λι­τι­κὸ καὶ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πά­θος, φταί­ει καὶ ὁ δι­ά­βο­λος ποὺ τοὺς σκο­τει­νί­α­σε τὸ μυα­λὸ κι ἔ­τσι κρύ­ψα­νε τὴν ἀ­λή­θεια. Θε­έ μου, συγ­χώ­ρε­σέ τους. καὶ ἀ­πὸ μέ­να να ῾ναι συγ­χω­ρε­μέ­νοι. καὶ χά­ρι­σέ τους πλού­τη καὶ ἀ­γα­θὰ πολ­λά, ἀλ­λὰ χά­ρι­σέ τους προ­παν­τὸς καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως φω­τι­σμὸ καὶ ὑ­γεί­α.

Ἔ­τσι πέ­ρα­σαν 19 χρό­νια. Κα­τό­πιν, λό­γω τῆς κα­λῆς καὶ ἀ­ρί­στης δι­α­γω­γῆς καὶ ἐ­πει­δὴ ἔ­κα­νε καὶ στὶς τό­τε ἀ­γρο­τι­κὲς φυ­λα­κές, ὅ­που ἐ­μει­ώ­νε­το ἡ ποι­νή, ἀ­πο­φυ­λα­κί­σθη­κε. Ἦ­το πλέ­ον 50 ἐ­τῶν.

Στὸ χω­ριὸ ὅ­μως δὲν ἔ­γι­νε δε­κτός, ἐ­πει­δὴ τὸν πί­στευ­αν ὅ­λοι γιὰ φο­νιὰ καὶ κυ­ρί­ως οἱ συγ­γε­νεῖς τοῦ φο­νευ­μέ­νου. Ἔ­τσι, με­τα­κό­μι­σε σὲ μί­α γει­το­νι­κὴ πό­λι καὶ ἔ­κα­με τὸν ἐρ­γά­τη, τὸν οἰ­κο­δό­μο καὶ κυ­ρί­ως τὸν μα­ραγ­κό, δου­λειὰ ποὺ τὴν ἔ­μα­θε στὴν φυ­λα­κή.

Ἡ ζω­ή του ὅ­μως ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀ­λη­θι­νοῦ χρι­στια­νοῦ, μὲ τὴν ἀ­κρι­βῆ συμ­με­το­χὴ στὰ Μυ­στή­ρια, μὲ τὴν σω­στὴ τή­ρη­σι τῶν εὐ­αγ­γε­λι­κῶν ἐν­το­λῶν καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως μὲ τὴν προ­σευ­χή. Ἡ προ­σευ­χὴ ἦ­ταν τὸ ὀ­ξυ­γό­νο τῆς ζω­ῆς του. Ἡ Εὐ­χὴ καὶ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο ἦ­σαν γι᾿ αὐ­τὸν «ἄρ­τος ζω­ῆς» καὶ «ὕ­δωρ ζῶν».

Μί­α κο­πέ­λα 42 ἐ­τῶν, θε­ο­λό­γος σὲ κά­ποι­ο Γυ­μνά­σιο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Πνευ­μα­τι­κὸ τῶν φυ­λα­κῶν, ποὺ ἦ­το καὶ δι­κός της Πνευ­μα­τι­κός, τὰ πάν­τα γιὰ τὸν Πέ­τρο Γ. καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως γιὰ τὸ πό­σο ἦ­το ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὸν Χρι­στὸ καὶ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του. Πῆ­γε, τὸν βρῆ­κε καὶ κα­τό­πιν τὸν ζή­τη­σε ἡ ἴ­δια σὲ γά­μο! Ἀ­πὸ τὸν εὐ­λο­γη­μέ­νο αὐ­τὸ γά­μο προ­ῆλ­θαν δύ­ο παι­διά, ὑ­γι­έ­στα­τα.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια, στὸ χω­ριὸ ποὺ ἔ­γι­νε ὁ φό­νος, κά­ποι­ος ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ρειὰ μὲ ἀ­νε­ξή­γη­τους φο­βε­ροὺς πό­νους σὲ ὅ­λο του τὸ σῶ­μα. Ἡ ἐ­πι­στή­μη μὲ τοὺς για­τροὺς καὶ τὶς κλι­νι­κὲς ἐ­ξε­τά­σεις, ποὺ ἦ­σαν προ­ηγ­μέ­νες, στά­θη­καν ἀ­δύ­να­τον νὰ τὸν βο­η­θή­σουν!­!! Οὔ­τε καν τὴν αἰ­τί­α δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν!

Ἔ­τσι, μί­α βρα­δυ­ὰ στὸ σπί­τι του, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, σ΄αὐ­τὴν τὴν φο­βε­ρὴ κα­τά­στα­σι, ἄρ­χι­σε νὰ κραυ­γά­ζη μέ­σα στοὺς φο­βε­ρούς του πό­νους ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­το ὁ φο­νιὰς καὶ μὲ τοὺς 4 ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες, τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξη­γό­ρα­σε μὲ με­γά­λα χρη­μα­τι­κὰ πο­σά, κα­τη­γό­ρη­σαν τὸν Πέ­τρο Γ., ποὺ συμ­πτω­μα­τι­κὰ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ σταυ­ρο­δρό­μι, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­γι­νε ὁ φό­νος.

Φώ­να­ξαν τὸν ἀ­στυ­νό­μο τοῦ τμή­μα­τος τοῦ χω­ριοῦ, ὑ­πέ­γρα­ψε τὴν ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ κα­το­νο­μά­ζον­τας καὶ τοὺς 4 ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες καὶ συ­νερ­γούς του. Ποι­ὰ νο­μι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­κο­λου­θή­θη­κε με­τά, δὲν γνω­ρί­ζω. Ἡ ὁ­μο­λο­γί­α του ὅ­μως ἔ­κα­νε κρό­το στὸ χω­ριό, προ­κα­λών­τας σύγ­χυ­σι, τα­ρα­χὲς καὶ πολ­λὲς κα­τά­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­ες βά­ραι­ναν τὸν φο­νιᾶ. Πα­ρὰ ταῦ­τα, ἡ ψυ­χὴ τοῦ φο­νιᾶ δὲν ἔ­φευ­γε Κι αὐ­τὸς ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τσι­ρί­ζῃ καὶ νὰ κραυ­γά­ζῃ. Ὁ Πέ­τρος Γ., ὅ­πως ἦ­το ἑ­πό­με­νον, τὸ ἔ­μα­θε. Δὲν κί­νη­σε ὅ­μως κα­μιὰ διαδικασία γιὰ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­σι τῆς τι­μῆς του μὲ ἀ­να­θε­ώ­ρη­σι τῆς δί­κης, μὲ μη­νύ­σεις κα­τὰ τῶν ἐ­νό­χων καὶ ἄλ­λων ἐν­δί­κων νο­μί­μων μέ­σων. Ἀλ­λὰ τί ἔ­κα­νε; Πῆ­γε στὸ σπί­τι τοῦ φο­νιᾶ!

Οἱ πάν­τες πά­γω­σαν· οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι χω­ρι­κοί, ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν νὰ περ­νά­ῃ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ἀ­πὸ τὴν ντρο­πή τους κρύ­φθη­καν. Πά­γω­σε καὶ ὁ φο­νιᾶς ὅ­ταν τὸν ἀν­τι­κρυ­σε, καὶ μὲ γουρ­λω­μέ­να τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξι καὶ τὴν φρί­κη, τὸν ἄ­κου­σε νὰ τοῦ λέ­ῃ:

– Γι­ῶρ­γο, σὲ συγ­χω­ρῶ μὲ ὅ­λη μου τὴν καρ­διά. Καὶ σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, για­τὶ ἤ­σουν ἡ αἰ­τί­α νὰ γνω­ρί­σω τὸν Χρι­στὸ μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του καὶ τὰ ἅ­για Μυ­στή­ριά της! Εὔ­χο­μαι νὰ Τὸν γνω­ρί­σῃς κι ἐ­σύ, μὲ με­τά­νοι­α καὶ προ­σευ­χή!

Τὸν ἀγ­κα­λί­α­σε τὸν φί­λη­σε καὶ ἔ­φυ­γε, ἐ­νῷ κά­ποι­α δά­κρυ­α κρυ­φὰ ἔ­τρε­χαν ἀ­πὸ τὰ μά­τια του.

Ὁ θρί­αμ­βος τῆς δι­και­ο­σύ­νης τοῦ Θε­οῦ ἦλ­θε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ 35 χρό­νια! Ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­ξε καὶ θρί­αμ­βος ἐμ­πι­στο­σύ­νης, τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς ἀ­δι­α­λεί­πτου προ­σευ­χῆς τοῦ ἀ­δι­κη­μέ­νου Πέ­τρου Γ. στὴν Πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ταυ­τό­χρο­να στέ­φα­νος δό­ξης στὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ μα­κρο­θυ­μί­α, ποὺ ἔ­δει­ξε τό­σα χρό­νια.

Εὐ­λο­γή­θη­κε ἡ με­τέ­πει­τα ζω­ή του, ὅ­πως προ­εί­πα­με, μ᾿ ἕ­ναν χρι­στι­α­νι­κὸ γά­μο καὶ μὲ οἰ­κο­γέ­νεια ποὺ ἦ­το «κατ᾿ οἶ­κον ἐκ­κλη­σί­α» καὶ μὲ δύ­ο τρι­σευ­λο­γη­μέ­να παι­διά. Καὶ μά­λι­στα, με­τὰ τὴν ὁ­λο­κάρ­δια συγ­χώ­ρη­σι ποὺ ἔ­δω­σε καὶ τὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­δει­ξε πρὸς ὅ­λους, πολ­λα­πλα­σι­ά­σθη­κε ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ στὸ σπι­τι­κό του. Εἶ­χε τὴν Χά­ρι τοῦ Θε­οῦ πά­νω του, τὴν εὐ­λο­γί­α τῆς Πα­να­γί­ας, τὴν προ­στα­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων καὶ τὴν συμ­πα­ρά­στα­σι τῶν Ἀγ­γέ­λων.

Ἐ­κοι­μή­θη ὀ­σια­κῶς σὲ ἠ­λι­κί­α 80 ἐ­τῶν, τὸ 1999. Πα­ρὼν στὴν κοί­μη­σί του ἦ­το καὶ ὁ ἐ­νε­νην­τά­χρο­νος ἱ­ε­ρεὺς τῶν φυ­λα­κῶν, ποὺ μοῦ δι­η­γή­θη­κε αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νός, γιὰ νὰ μὲ δι­α­βε­βαί­ω­ση ὅ­τι λί­γο πρὶν τὸ τέ­λος τοῦ Πέ­τρου Γ., Ἄγ­γε­λοι καὶ Ἀρ­χάγ­γε­λοι πλημ­μύ­ρι­σαν τὸ δω­μά­τιό του, τοὺς ὁ­ποί­ους ἔ­βλε­πε ὄ­χι μό­νο ὁ ψυ­χορ­ρα­γῶν μὲ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἐν λό­γῳ ἱ­ε­ρεύς.

Αὐ­τοὶ καὶ πα­ρέ­λα­βαν τὴν ψυ­χή του, με­τὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ση­μεῖ­ον τοῦ σταυ­ροῦ ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Πέ­τρος Γ., λέ­γον­τας:

– Ἄγ­γε­λέ μου! Ἄγ­γε­λέ μου., δὲν τὴν ἀ­ξί­ζω αὐ­τὴ τὴν τι­μή. Καὶ τοῦ­το εἰ­πῶν, ἐ­κοι­μή­θη!

Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, πὰρ᾿ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἔγ­γα­μος καὶ ζοῦ­σε μέ­σα στὸν ση­με­ρι­νὸ κό­σμο, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν τε­ρά­στια καὶ ἄ­δι­κη δο­κι­μα­σί­α καὶ τα­λαι­πω­ρί­α του στὴν φυ­λα­κή, μα­ζὶ μὲ βα­ρυ­ποι­νί­τες, εἶ­χε καρ­ποὺς τῆς Εὐ­χῆς, τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς ζω­ῆς. Ἡ ἔγ­γα­μη ζω­ή του δὲν τὸν ἐμ­πό­δι­σε νὰ λέ­γῃ μέ­ρα-νύ­χτα τὴν Εὐ­χή, ὅ­πως τὴν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο «Οἱ πε­ρι­πέ­τει­ες ἑ­νὸς προ­σκυ­νη­τοῦ».

Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο «Ἡ εὐ­χὴ μέ­σα στὸν Κό­σμο»
τοῦ πρω­το­πρε­σβυ­τέ­ρου
Στε­φά­νου Ἀναγνωστοπούλου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: