Ωφέλιμες διηγήσεις για την αγία ζωή του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη

 

Κάθε στιγμή πια, μετά το 1987, ο θάνατος παραμόνευε. Εμβολή, θρομβώσεις καί άλλα τον απειλούσαν καθημερινά. Το ήξερε, μα δεν τους έκανε παραχώρηση. Το πρωτείο έμενε στην προσευχή καί την εξομολόγηση. Έφτασε στο σημείο, ακόμα καί στο χάλι αυτό, να μην κοιμάται, όταν επρόκειτο να λειτουργήσει. Αγρυπνούσε, προσευχόμενος. Γι’ αυτό τις πρωινές ώρες, μετά τις μακρές προσευχές, δεν ήθελε να του μιλάει κανείς. Ζούσε ακόμη στην καρδιά του την ηδύτητα αρρήτων εμπειριών…
Αλλά καί όταν δεν λειτουργούσε, πολύ συχνά κατέβαινε στο ναό σιωπηλός, χωρίς να βλέπει καί να προσέχει κανέναν. Στεκότανε στο θρονάκι, απέναντι από την εικόνα του Κυρίου καί του Προδρόμου. Ο νους του καί η καρδιά του κάπου αλλού ήταν καί κάτι άλλο έβλεπαν. Το πρόσωπό του ακλινές, ούτε νεύμα ούτε κίνηση. Μια φωτεινότητα μόνο αναδυόταν, πιο έντονη από το συνηθισμένο. Το πρόσωπό του τέτοιες ώρες σε καθήλωνε, δεν τολμούσες να τον ενοχλήσεις. Ερχότανε η ώρα κι έψελνε με την απλή θεία φωνή του το «Άξιον εστί». Κι έτσι όπως το έψελνε, ήταν τέτοια η έκφρασή του, πού ήσουνα σίγουρος ότι βλέπει τη Θεοτόκο μπροστά του. Τα θεία τούτα τα «πάθαινε» καί άλλοτε. Στή διάρκεια της πρωϊνής Ακολουθίας, άφηνε το θρονάκι, υποκλινότανε στον Τίμιο Πρόδρομο, πήγαινε καί καθότανε μ’ ευλάβεια στη λειψανοθήκη του Οσίου, έκανε υποκλίσεις, έστριβε προς την πόρτα με σεβασμό. Έβλεπε τον Όσιο Δαβίδ ζωντανό να φεύγει, να έρχεται… καί πήγαινε να χαιρετήσει. Μόλις τελείωνε όμως, για να μην ξενίζονται οι αδελφοί, για το τι κάνει καί τι ζητάει στη λειψανοθήκη, πήγαινε αφελώς κι έκανε τάχα πως κάτι ψάχνει στα συρτάρια του παγκαριού ή άναβε κερί. Γύριζε μετά στο θρονάκι. Το 1990 έλεγε στο μοναχό Ι. για τις εμπειρίες του αυτές στο ναό:
– Αν πω αυτά που βλέπω εδώ μέσα καί ακούω από τον Άγιο… πρέπει να γίνουν βιβλία… Δεν γράφονται… Αν σας ειπώ, θα φύγετε όλοι από δω μέσα!
Μετά τη Λειτουργία έπινε το καφεδάκι, έδινε την ευλογία στους μοναχούς για τα διακονήματα καί αποσυρόταν…
Καί οι κρίσεις, με σφιξίματα κι εφιδρώσεις συνεχίζονταν. Ήταν όμως αποφασισμένος για όλα. Τον ρωτούσες, «τί κάνεις γέροντα»; καί οπωσδήποτε σου απαντούσε «καλά», Καμιά φορά πρόσθετε:
– Έχω, βέβαια, ένα σφίξιμο στο στήθος καί με πιάνουν ιδρώτες… Αλλά δε βαριέσαι, ο ένας από τη μια αρρώστια, ο άλλος από την άλλη, όλοι θα φύγουμε απ’ αυτό τον κόσμο τον εφήμερο. Καί θα πάμε εις τους ουρανούς, ενώπιον του δικαίου Κριτού. Το άσχημο για μένα είναι, ότι δεν έχω κάνει τίποτε για τον Κύριο καί τί λόγο θα δώσω στο Θεό…
Έλα όμως πού ο Θεός είχε άλλη γνώμη καί την έδειχνε με τα χαρίσματα, που έδινε στο γέροντα! Μέχρι καί ευωδία κάποτε-κάποτε ανέδυε στην ώρα της εξομολόγησης. Είναι πολλοί που την έζησαν καί την ομολογούν. Κάθε φορά που έβλεπε να τον επισκέπτονται διακρινόμενα στην κοινωνία κι επώνυμα πρόσωπα, έλεγε στους μοναχούς:
– Είδατε, είδατε πόσο κόσμο μαζεύει ο Όσιος Δαβίδ, πόσο τον ευλαβείται ο κόσμος!
Καί στους ίδιους τους επώνυμους άρχιζε την αυτοκατάκριση:
– Ξέρετε τι λέω, όταν βλέπω κι έρχονται καί γονατίζουνε μπροστά μου (για εξομολόγηση): Ποιος είσαι συ βρε αγράμματε καί άσημε Ιάκωβε κι έρχονται καί γονατίζουνε μπροστά σου τόσα επίσημα πρόσωπα, Καθηγηταί Πανεπιστημίου, Αρεοπαγίται, πρόεδροι Εφετών;
Σέ κληρικούς, πνευματικά του τέκνα, η αυτοκατάκριση προχωρούσε περισσότερο κι έλεγε για τον εαυτό του:
– Αχ βρωμοϊάκωβε, μουρλόπραμα είσαι κι ο κόσμος νομίζει ότι κάτι είσαι…
Όσο για τα θαύματα θεραπειών, αυξάνονταν συνεχώς. Στή Φωτεινή, που έπασχε από χρόνια κι αθεράπευτη αρρώστια, στο τέλος της εξομολόγησης είπε:
– Μη στενοχωριέσαι, Φωτεινή, μέχρι αύριο θα έχει τακτοποιηθεί.
Πράγματι το πρωΐ δεν υπήρχε ή αρρώστια. Με τον ίδιο τρόπο θεραπεύτηκε η νεαρή πρεσβυτέρα με τα τέσσερα παιδιά. Ένα παιδάκι 13 ετών είχε όγκο στη γλώσσα του. Το σταύρωσε κι έγινε καλά,
Προσευχήθηκε για πολλά άτεκνα ζευγάρια και απέκτησαν παιδιά, με τα οποία πήγαιναν στη Μονή να τον ευχαριστήσουν. Ζητούσε όμως καί από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους προσευχή καί πνευματικό αγώνα.
Σ’ ένα ζευγάρι δασκάλων από τη Χαλκίδα είπε να κάνουν νηστεία, πολλή προσευχή καί τα Σάββατα Λειτουργία…«καί θα ’ρθείτε με παιδάκι στο μοναστήρι». Καί πήγανε με παιδάκι.
Σέ κάποιο άλλο ζευγάρι, που ζήτησε τη βοήθεια του γέροντα, είπε:
– Φτιάξτε το μισοτελειωμένο εκκλησάκι καί θα κάνετε παιδί.
Απέκτησαν καί αυτοί παιδί. Οι θεοσημείες αυτές, η θαυματουργική βοήθεια προς τους πονεμένους πιστούς ανθρώπους, υπήρξαν πάμπολλες καί συνεχείς.
Συχνά έβλεπε κανείς να μπαίνουν στη Μονή άνθρωποι κλαίγοντας ή γονατιστοί να προχωρούν στην αυλή μέχρι να συναντήσουν τον π. Ιάκωβο. Ξεχείλιζαν από ευγνωμοσύνη. Μια μέρα μπαίνει κάποιος με πιζάμες. Όλοι παραξενεύτηκαν, μα ο άνθρωπος ήτανε κατασυγκινημένος. Καί μέχρι να κατέβει ο π. Ιάκωβος εξήγησε στον προσκυνητή π. Γ.Δ. Είχε μεγάλο πρόβλημα στο πόδι. Έπρεπε να του το κόψουν, να το καθαρίσουν, καί έπειτα να το συγκολλήσουν πάλι. Ο άρρωστος πήγε, όπως ήτανε προγραμματισμένο, στο νοσοκομείο να του κάψουνε το πόδι. Ο υπεύθυνος γιατρός ζήτησε να το δει για τελευταία φορά κι έμεινε άναυδος. Δεν πίστευε στα μάτια του. Συνήλθε όμως καί θύμωσε, γιατί νόμισε ότι ο άρρωστος πήγε αλλού κι έκανε την εγχείρηση. Ρώτησε αμέσως αυστηρά καί με θαυμασμό, ποιός έκανε την εγχείρηση. Ο ασθενής εξηγούσε ότι «κανείς».
-Δεν πήγα πουθενά, εσείς ήρθα να την κάνετε. Ο γιατρός πρόσεξε καί βεβαίωσε ότι όχι μόνο έγινε η εγχείρηση, αλλά η τομή καί η συγκόλληση μοιάζει να έγινε από τον καλύτερο χειρούργο του κόσμου, καί είπε τ’ όνομά του. Ο ασθενής, ένας ώριμος άντρας, τα είχε χαμένα. Τότε ο γιατρός:
– Πρίν έρθεις, πήγες σε κανένα μοναστήρι;
– Ναί, απάντησε ο ασθενής.
– Τότε, όπως είσαι, πάρε ταξί καί πήγαινε στο μοναστήρι εκείνο να ευχαριστήσεις.
Έτσι ο άνθρωπος πήρε ταξί καί με τις πιζάμες έφτασε στη Μονή, να ευχαριστήσει το μακαριστό γέροντα Ιάκωβο, που προσευχήθηκε για να γίνει καλά καί χωρίς εγχείρηση.
Όταν ο γέροντας δεν μπορούσε να μετακινηθεί ένεκα των κρίσεων ή όταν έλειπε, διάβαζε ευχή σε αρρώστους καί τους σταύρωνε με την κάρα του Οσίου ο π. Κύριλλος. Έτσι θεραπεύτηκε το 1987 ένας αξιωματικός που είχε καρκίνο στούς πνεύμονες, περίπτωση που δεν θεραπεύεται ούτε κι εγχειρίζεται. Τον σταύρωσε με την κάρα του Οσίου ο π. Κ. κι ένιωσε ο αξιωματικός κάτι να φεύγει από μέσα του. Είχε ήδη θεραπευτεί.
Το καλοκαίρι του 1988 επισκέφτηκε τη Μονή ο τότε μητροπολίτης Χαλκηδόνας Βαρθολομαίος καί νυν Οικουμενικός Πατριάρχης. Ο γέροντας του δώρισε μια εικόνα καί στον Πατριάρχη Δημήτριο έστειλε κλωναράκι βασιλικού: «να εύχεται για τη Μονή μας».
Πηγή: «Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης» του Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: