«Πῶς ἄν τις τὴν Σὴν ἀνυμνήσῃ, Δέσποινα, Χάριν;…»(Αγ.Φιλοθέου -Πατριάρχου Κων/πόλεως)

᾿Αλλά, Δέσποινα, πῶς κάποιος θὰ ἠμποροῦσε καὶ μὲ ποίους λογισμοὺς καὶ λόγους,νὰ ἀνυμνήσει ἔστω καὶ στοιχειωδῶς τὴν Χάρη Σου;
αʹ. Σὺ ἀνέκοψες τὴν ροὴ τῆς φθορᾶς τοῦ γένους μας, τὸ ὁποῖο κατεκρημνίζετο ἀκάθεκτα, περισσότερο ἀπὸ τὴν τυπικὴν Κιβωτόν, ἡ ὁποία διέκοψε  παλαιὰ τὸ ρεῦμα τοῦ ᾿Ιορδάνου.
βʹ. Διὰ Σοῦ διηρέθη τὸ πικρὸν πέλαγος τῆς ἀσεβείας καὶ ἐπετράπη ἡ διάβαση τοῦ νέου ᾿Ισραὴλ ὡς διὰ ξηρᾶς πρὸς τὴν Γῆ τῆς ᾿Επαγγελίας διὰ νεφέλης καὶ στύλου πυρός, ἐνῶ ὁ νοητὸς Φαραὼ μαζὶ μὲ τοὺς Αἰγυπτίους του κατε-
ποντίσθη.
γʹ. Σὺ ἔθρεψες τὸν λαό Σου μὲ τὸ μάννα τῆς ζωῆς, τὸν Χριστό, καὶ τὸν ἐπότισες μὲ τὸ γλυκὸ ποτὸ ποὺ ἔρευσε ἀπὸ τὴν πλευρά Του, ὅπως τότε ἡ ἀκροτόμος ἐκείνη πέτρα στὴν ἔρημο τῆς ἁμαρτίας, καὶ τὸν ἀπήλλαξες ἀπὸ τὸν θάνα-
το τῆς ἁμαρτίας. γλυκὺ πόμα, κατὰ τὴν ἀκρότομον.
δʹ. Σὺ διέκοψες τὸ ἀδιάβατο φράγμα τῆς ἀρχαίας ἔχθρας, καταστρέφοντας τὸ μεσότοιχον καὶ ἐγκαινίασες τὴν μεταξὺ Οὐρανοῦ καὶ γῆς εἰρήνη.
εʹ. Σύ, φέρνοντας στὴν γῆ μὲ τὴν ὑπὲρ φύσιν γέννηση τὸν τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον, ἐπανέφερες ὑπερφυῶς στὸν Οὐρανὸν ὅλον τὸν ἄνθρωπον θεωμένον.
ϛʹ. Σύ, ἀφοῦ ἐξόρισες ἀπὸ ἐμᾶς τὴν προγονικὴν κατάρα, ἀντ᾿ αὐτῆς ἐνδόξως εἰσήγαγες τὴν εὐλογία, ὅπως ὁ Οὐρανὸς Σοῦ ἐμήνυσε, ὅτι εἶσαι «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ» πρὸς χάριν ὅλων μας.
ζʹ. Σὺ ὑπέγραψες μὲ τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Σου βασιλικῶς τὴν ἐλευθερία μας, ἀφοῦ διέρρηξες διὰ τῆς λόγχης Του τὸ χειρόγραφο τῆς παρακοῆς καὶ τῆς καταδίκης  μας.
ηʹ. Σὺ ἔγινες ἡ ἀφορμὴ τοῦ κηρύγματος τῶν ῾Αποστόλων.
θʹ. Τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων ἡ προϋπόθεσις.
ιʹ. Διὰ Σοῦ ἔστησαν οἱ γυναῖκες  ὑπερφυῶς τὸ τρόπαιον καὶ περιφανῆ τὴν νίκη κατὰ τοῦ πρώτου τῶν γυναικῶν τυράννου.
ιαʹ. «᾿Ηγάπησάν σε νεάνιδες», δηλαδὴ ψυχαὶ ὁσίων καὶ δικαίων παρθένοι καὶ καθαρὲς καὶ ἀκμάζουσες πρὸς κάθε ἀρετή. «Εἵλκυσάν σε ὀπίσω σου», «εἰς ὀσμὴν μύρων σου ἔδραμον».
ιβʹ. «Εἶδόν σε θυγατέρες καὶ ἤνεσάν σε, βασίλισσαι καὶ παλλακαὶ ἐμακάρισάν σε», κατὰ τὸν σοφὸν
Σολομῶντα. ῍Ας Σοῦ συμψάλλει καi ὁ Δαβὶδ ὁ προπάτωρ Σου καὶ θεοπάτωρ, λέγοντας: «πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη πεποικιλμένη· ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονται».
ιγʹ. Σέ, ἀφοῦ τυπικῶς προδιεχάραξε ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες, μὲ τὴν δόξα Σου ἐσχάτως ἐδοξάσθησαν.
ιδʹ. Σὲ προδιετύπωνε ἡ χρυσὴ  ἑπτάφωτος λυχνία, ἡ ῾Οποία περιλάμπεσαι ἀπὸ τὰ ἑπτὰ φωτοφόρα  χαρίσματα τοῦ Πνεύματος.
ιεʹ. ᾿Ιδικός Σου τύπος ἀψευδὴς ἦταν ἡ στάμνος ἡ χρυσὴ ποὺ ἔφερε τὸ μάννα, τὸν καινὸν ῎Αρτον ποὺ κατέβη ἀπὸ τὸν Οὐρανόν, καὶ ἡ ράβδος τοῦ ᾿Ααρὼν ποὺ ὑπερφυῶς ἐβλάστησε τὸν καινοφανῆ Καρπόν.
ιϛʹ. Σὺ εἶσαι ὁ νέος Τόμος ποὺ ἀναφέρει ὁ Προφήτης ᾿Ησαΐας, στὸν ῾Οποῖο ἐγράφη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ᾿Ενανθρώπησή Του καὶ ἐπεφάνη «μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεὸς» ἀπορρήτως, «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Πατρὸς ἄγγελος», «ὁ θαυμαστὸς σύμβουλος», καὶ ἔγινε μὲ τὴν μεγάλη δύναμη τῆς Θεότητος κυρίαρχος τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλ-
λοντος.
ιζʹ. Σὲ ἔβλεπε παλαιὰ ὁ πνευματοφόρος ᾿Ιεζεκιὴλ «πύλην κεκλεισμένην βλέπουσαν πρὸς ἀνατολάς», ἡ ὁποία ἦταν ἀδιάβατος σὲ ὅλους, διαβατὴ δὲ μόνον στὸνΘεό, ὁ ῾Οποῖος, καθὼς λέγει, «καὶ εἰσελεύσεται ταύτην καὶ ἐξελεύσεται».
ιηʹ. Σὲ προεῖπεν ὁ ᾿Αββακοὺμ ὄρος «δασὺ καὶ κατάσκιον», ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατέβη ὁ Θεός, ὑποδηλώνοντας μὲ αὐτὸ τὸ δυσερμήνευτον καὶ βαθὺ καὶ δυσθεώρητον τοῦ τόκου Σου, ἀκόμη δὲ τὸ ὕψος τῶν ἀρετῶν καὶ τὴν ἀνωτερότητα
τῆς ψυχῆς Σου, ἡ ὁποία ὑπερίπταται τῶν χαμερπῶν καὶ γηίνων.
ιθʹ. Τὴν ἐκ Σοῦ ἄσπορον γέννηση τοῦ Χριστοῦ προεζωγράφιζε ὁ Σολομών, ὅταν ἔλεγε: «ἡ σοφία
ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον καὶ ὑπήρεισε στύλους ἑπτά», ἐννοώντας τὴν ἐντός Σου συνδρομὴν τῶν ἑπτὰ ἐνεργειῶν τοῦ Πνεύματος, ἐπειδὴ μάλιστα «κατῴκησε» στὴν κοιλία Σου «τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος». Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ Προφη-
τάναξ Δαβὶδ προανεφώνησε περὶ Σοῦ πρὸς τὸν Χριστὸ: «ἅγιος ὁ ναός σου, θαυμαστὸς ἐν δικαιοσύνῃ».
κʹ. Καὶ βλέποντας τὴν μὲν σύλληψή Σου καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸν τοῦ Γαβριήλ, ἀπευθυνόμενος πρὸς Σὲ εἶπε: «ἄκουσον θύγατερ καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου», τὴν δὲ Κοίμηση καὶ ᾿Ανάσταση καὶ τὴν πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν Σου ὁριστικὴν κατάπαυση ὑποδεικνύοντας, ἐνθουσιασμένος ἔτσι Τοῦ προέλεγε:
«ἀνάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, Σὺ καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγιάσματός σου». Καὶ πάλι: «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ». «῾Ηγίασε τὸ σκήνωμα αὐτοῦ ὁ ὕψιστος», «ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ σαλευθήσεται».
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: