Aββάς Σισώης-Το εκλεκτό σκεύος της Ερήμου(6 Ιουλίου)

Ἄγγελοι τὴν σεπτήν σου, πολιτείαν ἰδόντες, Σισώη ἐξεπλάγησαν ὄντως· ὡς ἀσώματος γὰρ ἐν τῇ γῇ, βιοτεύσας πᾶν χαμαιτυπὲς φρόνημα, εὐχόμενος ἐδίωξας· διὸ σοι ἐκβοῶμεν ταῦτα·

Χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς ὑμνήθη·
χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ σατὰν ἐτρώθη.
Χαῖρε, Ἀντωνίου τοῦ θείου ὁμότροπος·
χαῖρε, τῶν ἐρήμου Ὁσίων ὁμόσκηνος.
Χαῖρε, ὕψος δυσθεώρητον ἀρετῶν πνευματικῶν·
χαῖρε, κῆπος εὐωδέστατος θεοσδότων δωρεῶν.
Χαῖρε, ἄνθος Αἰγύπτου ἀποπνέον σοφίαν·
χαῖρε, στῦλος τιμίας ἐν Χριστῷ πολιτείας.
Χαῖρε, κανὼν στεῤῥᾶς ἐνασκήσεως·
χαῖρε, λειμὼν ἐνθέου φρονήσεως.
Χαῖρε, γλυκὺ καὶ γαλήνιον ὄμμα·
χαῖρε, λαμπρὸν ταπεινώσεως στέμμα.
Χαίροις, Πάτερ τρισόλβιε.

Ἔλαμψε μὲ τὴν πνευματική του σύνεση, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν φιλαδελφία καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του στὸ νὰ ἐπιστρέψει καὶ ἕναν μόνο ἁμαρτωλό.
Μεταξὺ τῶν ἀσκητῶν ἀναδείχτηκε ὀνομαστὸς καὶ μέγας, ἀθλητὴς τῆς πρώτης γραμμῆς, τύπος ἐγκράτειας, ἀλλὰ καὶ ψυχὴ ποὺ προσευχόταν γιὰ δικαίους καὶ ἀδίκους, πλούσιους καὶ φτωχούς, ἄρχοντες καὶ ἰδιῶτες, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καὶ γενικὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Στὴν γῆ ἦταν, ἀλλὰ ἡ ζωή του ἦταν οὐράνια. Ὑψωμένος πάνω ἀπὸ τὴ σάρκα, ποὺ χαλιναγωγοῦσε τέλεια μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν θεία κοινωνία τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μνήμη του μένει ὑπόδειγμα σὲ ὅσους θέλουν τὴν ἀσκητικὴ ζωή, γιὰ νὰ εἶναι γνήσιοι καὶ πραγματικοὶ ἀσκητές, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀντοχὴ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὴ λάμψη τῆς ἀρετῆς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλάγιος α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ παιδὸς γεωργήσας ζωὴν τὴν κρείττονα, τῶν κατ’ αὐτῆς ἐνεπλήσθης θεουργικῶν ἀγαθῶν, τῶν Ἀγγέλων μιμητὰ Σισώη Ὅσιε· ὅθεν ὡς ἥλιος λαμπρός, ἀπαυγάζεις τηλαυγῶς, ἐν ὥρᾳ τῆς σῆς ἐξόδου, δηλοποιῶν τὴν σὴν δόξαν, καὶ καταλάμπων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει ἄγγελος ἐν γῇ ὡράσθης, καταυγάζων Ὅσιε, τὰς διανοίας τῶν πιστῶν, θεοσημείαις ἑκάστοτε· ὅθεν σε πάντες, Σισώη γεραίρομεν.

Μεγαλυνάριον.
Νέκρωσιν Σισώη ζωοποιόν, παθῶν τῇ ἐκδύσει, ἐνδυσάμενος ὁλικῶς, νεκροὺς ὡς ἐξ ὕπνου, τῷ ἱερῷ σου λόγῳ, ἐξήγειρας νεκρώσας, τὸν παναλάστορα.

Το οσιακό τέλος του Αββά Σισώη.

Έλεγαν για τον αββά Σισώη, πώς, όταν έφτασε στα τελευταία του, έλαμψε το πρόσωπό του υπερβολικά.

Και είπε στους πατέρες πού κάθονταν κοντά του: – Να ο αββάς Αντώνιος, ήρθε!

Και μετά από λίγο επανέλαβε: – Να ο χορός των Προφητών, ήρθε!

Και πάλι το πρόσωπό του έλαμψε περισσότερο, και είπε: – Να ο χορός των Αποστόλων, ήρθε!

Μεγάλωσε κι άλλο η λαμπρότητα του προσώπου του και φαινόταν σαν να συνομιλεί με κάποιους.

– Με ποιον μιλάς, πάτερ; τον ρώτησαν παρακλητικά οι γέροντες.

– Να, ήρθαν άγγελοι να με πάρουν, αποκρίθηκε εκείνος, και τους παρακαλώ να με αφήσουν λίγο να μετανοήσω.

– Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, πάτερ, του είπαν οι γέροντες.

– Πραγματικά δεν ξέρω, τους απάντησε, αν έβαλα ακόμη αρχή.

Απ΄ αυτό κατάλαβαν όλοι, ότι είναι τέλειος.

Και ξαφνικά το πρόσωπό του άστραψε πάλι σαν τον ήλιο κι όλοι τους φοβήθηκαν.

– Βλέπετε; τους ρωτάει. Ήρθε ο Κύριος και λέει: «Φέρτε μου το σκεύος της ερήμου».

Κι αμέσως παρέδωσε το πνεύμα του, ενώ κάτι σαν αστραπή φάνηκε και ο τόπος γέμισε θεϊκή ευωδία.

Ο Όσιος Σισώης είχε προσκυνήσει τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου;

O Όσιος Σισώης θρηνών μπροστά στον τάφο του βασιλιά των Ελλήνων. [Η τοιχογραφία αυτή, που βρίσκεται στο νάρθηκα της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων (1566), είναι έργο του ιερέα και σακελλάριου Γεωργίου (Φωτογραφία Ν. Κοντού). Βλέπε και εγκυκλοπαίδεια «Δομή»].

Όποιος διαβάσει το βιβλίο μας «Η Άγνωστη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου» θα βρει ένα κεφάλαιο, που μιλάμε για τον τάφο του θρυλικού βασιλιά, για τον οποίον η γνωστή Ελληνίδα αρχαιολόγος κυρία Λιάνα Σουβαλτζή έδωσε σκληρούς αγώνες για την ανεύρεσή του στην όαση της Σίουα (ή Σίβα).

Είναι η ίδια η κυρία Σουβαλτζή, η οποία μέσα στο βιβλίο της «Ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην όαση της Σίουα», θυμίζει σ’ όλους μας τον μεγάλο ασκητή της ερήμου, τον Αββά Σισώη (4ος αι. μ.Χ.), πού είχε δη τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έλεγε τα άγνωστα στο ευρύ κοινό λόγια του:

«Ορών σε, τάφε, δειλιώ σου την θέαν
και καρδιοστάλακτον δάκρυον χέω, χρέος το
κοινόφλητον εις νουν λαμβάνων, πώς ουν
μέλλω διελθείν πέρας τοιούτον. Αι, αι, θάνατε,
τις δύναται φυγείν σε.»

Δηλαδή (σε νεοελληνική απόδοση):

«Βλέποντάς σε, Τάφε, δειλιώ και τρομάζω από την θεωρία σου και χύνω δάκρυα από την καρδιά, φέροντας στον νου μου το υπό όλων των ανθρώπων οφειλόμενο χρέος, δηλαδή του θανάτου` πώς και εγώ μέλλω να διέλθω από τέτοιο τέλος; ΄Ε, θάνατε, ποίος είναι εκείνος ο άνθρωπος, πού μπορεί να διαφύγει από τα χέρια σου;»

Για όσους διερωτώνται ποιος ήταν ο όσιος Σισώης, θα τους πούμε ότι, όπως γράφει ο «Ορθόδοξος Συναξαριστής»:

«Ο Όσιος Σισώης έλαμψε με την πνευματική του σύνεση, την ταπεινοφροσύνη, τη φιλαδελφία και το ενδιαφέρον του στο να επιστρέψει και ένα μόνο αμαρτωλό. Μεταξύ των ασκητών αναδείχτηκε ονομαστός και μέγας, αθλητής της πρώτης γραμμής, τύπος εγκράτειας, αλλά και ψυχή πού προσευχόταν για δικαίους και αδίκους, πλούσιους και φτωχούς, άρχοντες και ιδιώτες, κληρικούς και λαϊκούς και γενικά για όλο τον κόσμο. Στη γη ήταν, αλλά η ζωή του ήταν ουράνια. Υψωμένος πάνω από τη σάρκα, που χαλιναγωγούσε τέλεια με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη θεία κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού. Η μνήμη του μένει υπόδειγμα σ’ όσους θέλουν την ασκητική ζωή, για να είναι γνήσιοι και πραγματικοί ασκητές, όχι μόνο με την αντοχή του σώματος, αλλά και με την πνευματική αναγέννηση και τη λάμψη της αρετής.»

Και να ήταν μόνον αυτός;

Ο Δωρόθεος, Επίσκοπος Τύρου, όταν επανήλθε από την εξορίαν, κατά την οποίαν είχε εργασθή ως σκλάβος στα ορυχεία της οάσεως της Σίουα, ανέφερε, ότι οι κάτοικοι ήταν ειδωλολάτρες και λάτρευαν τον ΄Αμμωνα και τον Αλέξανδρον , ο οποίος ήταν θαμμένος εκεί!

ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΕΡΗΜΙΚΗΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

1. Ένας μοναχός αδικήθηκε από κάποιον άλλο μοναχό και πήγε στον Αββά Σισώη λέγοντάς του: «Αδικήθηκα από κάποιον μοναχό και θέλω να πάρω εκδίκηση». Κι ο αββάς του έλεγε: «Όχι παιδί μου, άφησε την αδικία στο Θεό και ξέρει Αυτός». Ο μοναχός επέμεινε λέγοντας: «Δεν θα ησυχάσω αν δεν εκδικηθώ». Τότε ο γέροντας του είπε: «Έλα, αδελφέ μου, ας προσευχηθούμε». Κι άρχισε ο γέροντας να λέει: «Κύριε, δεν σε έχουμε πλέον ανάγκη να φροντίζεις για μας. Γιατί μόνοι μας παίρνουμε το δίκιο μας». Μόλις άκουσε αυτό το λόγο ο μοναχός, έπεσε στα πόδια του γέροντα και είπε: «Συγχώρεσέ με, αββά. Κατάλαβα. Δεν θέλω πλέον να εκδικηθώ τον αδελφό μου. Προσευχήσου στο Θεό για μένα». Έτσι, ο γέροντας με το παράδειγμά του και την προσευχή του έδειξε την μακροθυμία και διόρθωσε τον μοναχό.

2. Είπε κάποτε ο αββάς Σισώης σε κάποιους μοναχούς που τον ρωτούσαν: «Να έχετε θάρρος και υπομονή. Να, τριάντα χρόνια έχω που δεν παρακαλώ πλέον το Θεό για αμαρτία. Αλλά η προσευχή μου αυτή είναι: Κύριε Ιησού, φύλαξέ με από τη γλώσσα μου. Και έως τώρα, κάθε ημέρα, εξαιτίας της πέφτω κι αμαρτάνω».

3. Έμεινε κάποτε ο αββάς Σισώης στο όρος που είχε ασκητέψει ο ’γιος Αντώνιος. Κανείς δεν ήρθε να τον δει επί δέκα μήνες. Κάποια μέρα περπατούσε στο βουνό και συνάντησε έναν κυνηγό, ο οποίος έψαχνε για αγρίμια. Και ο γέροντας τον ρώτησε: «Από πού έρχεσαι και πόσον καιρό έχεις εδώ;» Και του απάντησε ο κυνηγός: «Έντεκα μήνες βρίσκομαι στο βουνό αυτό και είσαι ο πρώτος που συναντώ». Ο αββάς γύρισε στο κελί του περίλυπος κι έλεγε στον εαυτό του: «Σισώη, νόμισες ότι κάτι κατόρθωσες. Αλλά ένας λαϊκός κατάφερε περισσότερα από σένα. Ταπεινώσου και προσπάθησε να βρεις τη χάρη και το έλεος του Θεού»!

4. Ένας μοναχός ρώτησε τον αββά Σισώη: «Τι να κάνω, γέροντα, που έπεσα στην αμαρτία;» Του λέει ο αββάς: «Να σηκωθείς με την μετάνοια». Λέει ο μοναχός: «Σηκώθηκα, αλλά ξαναέπεσα στην αμαρτία». Του λέει ο γέροντας: «Να ξανασηκωθείς». Λέει τότε ο μοναχός: «Έως πότε;» Και του απαντά ο γέροντας: «Έως ότου σε βρει ο θάνατος, είτε στο καλό είτε στην πτώση. Σε όποια κατάσταση βρίσκεται ο άνθρωπος, σ’ αυτήν και φεύγει για την άλλη ζωή».

5. Ένας μοναχός συμβουλεύθηκε τον Αββά Σισώη λέγοντας: «Βλέπω στον εαυτό μου ότι η μνήμ του Θεού παραμένει μέσα μου». Του λέει ο γέροντας : «Είναι καλό η σκέψη σου να βρίσκεται με το Θεό. Αλλά σπουδαιότερο είναι το να βλέπεις τον εαυτό σου κάτω από όλη τη δημιουργία. Αν βάζεις τον εαυτό σου έτσι και κοπιάζεις σωματικά, τότε θα οδηγηθείς στην αληθινή ταπείνωση»!
6.Ὁ ἀββᾶς Σισώης ἦταν αὐστηρός στήν νηστεία. Τόσο, πού δέν ἔτρωγε ποτέ ψωμί! Τό θεωροῦσε πολυτέλεια, νά τρώει ψωμί.
Ἦρθε τό Πάσχα. Καί τόν προσκάλεσαν οἱ ἄλλοι μοναχοί νά φᾶνε μαζί.
Τούς εἶπε:
‐Θά ἔλθω. Ἀλλά μέ ἕναν ὅρο: Στό τραπέζι, δέν θά μέ βάλετε νά φάω ἀπό ὅλα! Ἤ ψωμί, ἤ τά φαγιά πού θά ἔχετε φτιάξει. Ὅ,τι θέλετε σεῖς!
Τοῦ ἀπάντησαν:
‐Σέ παρακαλοῦμε νά φᾶς λίγο ψωμάκι· γιά χάρη μας.
Καί ἐπῆγε. Καί ἔφαγε μόνο ψωμί.

Οἱ μεγάλες ἑορτές ἔχουν κατάλυση σέ ὅλα. Αὐτό δέν σημαίνει ἀσυδοσία.
Χαρά τῆς ἑορτῆς δέν εἶναι ποτέ τά φαγιά. Σέ ὅλα τά φαγιά, ἀκόμη καί στά πιό πλούσια, χρειάζεται τάξη καί εὐπρέπεια· καί ἀγάπη· καί τιμή πρός τόν ἄλλο· καί ταπείνωση· καί εὐγένεια.
7.Ἐρώτησε ἕνας μοναχός τόν ἅγιο ἀββᾶ Σισώη (+6 Ἰουλίου).
‐Εἰπέ μου, γέροντα· τί νά κάνω μέ τά πάθη μου;
Τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς Σισώης.
‐Ὁ καθένας μας πάθος ἔχει ἐκεῖνο πού τοῦ ἀρέσει· πού τό ποθεῖ· πού τό λαχταράει.

Μέ ἄλλα λόγια τοῦ εἶπε:
‐Πάψε, νά τό θέλεις· νά τό λαχταρᾶς· νά τό ποθεῖς. Καί γρήγορα θά τό νικήσεις!…
‐Ξέρεις, ὅτι σέ πάει στραβά· ὅτι κινδυνεύεις νά χαθεῖς καί ἐξακολουθεῖς νά τό ποθεῖς καί νά τό λαχταρᾶς;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: