ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΧΗΣ -Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

 

ceb5cf86cf81ceb1ceb9cebc-cebaceb1cf84cebfcf85cebdceb1cebaceb9cf89cf84ceb7cf83Γέροντας.

Είπε ο Γέροντας, είπε ο Θεός. Το στόμα του Γέροντος είναι το στόμα του Χριστού.

Σου είπε ο Γέροντας; «Μη φοβάσαι»; Μη φοβάσαι!

Αν κάνεις διάκριση σ’ ό,τι σου λέει ο Γέροντας, δεν είσαι υποτακτικός, είσαι ελεγκτής του Γέροντος.

Όση ευλάβεια έχετε, όση αυταπάρνηση έχετε, όση πίστη έχετε εις τον Γέροντά σας, τόσο και περισσότερο λαμβάνετε.

Εις τον κόσμο αποθνήσκοντας ένας πατέρας έχει μία περιουσία, ας υποθέσουμε τώρα, εκατό δραχμές. Αφήνει τέσσερα παιδιά. Στα τέσσερα παιδιά θα διανείμει είκοσι πέντε, είκοσι πέντε, και είκοσι πέντε. Όλοι θα πάρουν από είκοσι πέντε δραχμές. Η κληρονομία του πατρός των.

Στο πνευματικό δεν ισχύει αυτό, όχι. Ένας έχει πίστη, ευλάβεια αυταπάρνηση, σεβασμό στον Γέροντά του είκοσι βαθμούς, είκοσι βαθμούς θα πάρει πνευματική δύναμη. Ο άλλος έχει δύο, δύο θα πάρει· άλλος έχει ογδόντα, ογδόντα θα πάρει.

Αυτό το λέει και το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός είπε: «Ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο δεχόμενος εις όνομα μαθητού, μισθόν μαθητού λήψεται, ο δεχόμενος εις όνομα προφήτου, μισθόν προφήτου θα πάρει» (Ματθ. 10,41). Αυτό είναι το πνευματικό. Όση ευλάβεια έχεις εις τον Γέροντα…

Αυτή τη μετάνοια την οποία βάζεις εις τον Γέροντα, «ευλόγησον, Γέροντα», ξέρετε πόση δύναμη έχει; Δεν μπορείτε να την φαντασθείτε εσείς. Αυτός που την πέρασε, αυτός γνωρίζει.

Δεν έχεις ευλογία να πας ένα βήμα αν δεν πάρεις ευλογία απ’ τον Γέροντα. Όταν πάρεις ευλογία απ’ τον Γέροντα, μη φοβάσαι τίποτα. Βάλε μετάνοια, φίλησε το χέρι του Γέροντά σου και πήγαινε και γίνε αστροναύτης πάνω στη σελήνη· μη φοβάσαι, διότι σε σκεπάζει η ευχή, η υπακοή σε σκεπάζει.

Ξέρετε τι θα πει Γέροντας; Μόνο ο διάβολος ξέρει τι θα πει Γέροντας.

Ο κατά σάρκα αδερφός αλλά και υποτακτικός του γερο-Ιωσήφ, ο πάτερ Αθανάσιος, είχε την Κοίμηση στη Νέα Σκήτη. Εκεί το Γεροντάκι που ζούσε πριν, εγώ το πρόλαβα, αλλά αυτό το ιστορικό που θα σας πω τώρα δεν το πρόλαβα, αλλά το άκουσα· το Γεροντάκι το πρόλαβα. Είχε έναν υποτακτικό. Ο υποτακτικός, ε, κρίσις Θεού, ήρθε στο τέλος να πεθάνει. Την προηγούμενη ημέρα, την παραμονή προτού να πεθάνει, πήγαν οι δαίμονες και του λένε: «Είσαι δικός μας, τώρα θα σε πάρουμε στην κόλαση γιατί έτσι κι έτσι…», τα συνηθισμένα των διαβόλων. Το παιδί ταράχθηκε. Μπήκε μέσα ο Γέροντας:

-Παιδί μου, γιατί είσαι ταραγμένος; λέει.

-Γέροντα, Γέροντα, θα κολασθώ, ήρθαν οι δαίμονες να με πάρουν, μου είπαν ότι αύριο στις τρεις η ώρα θά’ρθουμε να σε πάρουμε.

-Αχ, παιδάκι μου, λέει, εσύ είσαι υποτακτικός, όταν έρθουν οι δαίμονες να τους πεις: «Εγώ έχω Γέροντα».

-Νά’ναι ευλογημένο.

Τέλειωσε, τον ειρήνευσε τον υποτακτικό! την άλλη μέρα παν οι δαίμονες κατά τη συνήθειά τους, βγάλε τη γλώσσα, τράβα από ‘δω… «Τι ερχόσαστε σε μένα», λέει, «εγώ είμαι υποτακτικός, έχω Γέροντα». Με το «έχω Γέροντα» άφαντοι όλοι οι δαίμονες! Αυτός είναι ο Γέροντας.

Κάποιος από ένα μοναστήρι ήρθε στο σπίτι και λέει «Μα ο Γέροντας αλάθητος είναι; δεν φταίει;» «Α, άκουσε, παιδί μου», του λέω, «αν βάλεις τέτοιο θεμέλιο ότι ο Γέροντας φταίει, ποτέ δεν θα ορθοποδήσεις. Ήρθες να κάνεις υπακοή ή ήρθες να κρίνεις το Γέροντα, πότε λέει αλήθεια, πότε λέει ψευτιά;»

Μα, πώς αναπαύεται η ψυχή του Γέροντα όταν κάνει υπακοή ο υποτακτικός! Μα πώς αναπαύεται! Πώς, δηλαδή, από μέσα απ’ την την ψυχή βγαίνει η ανάπαυσις, η ευχή «ο Θεός, παιδί μου, να σ’ ευλογήσει», και σε πιάνει η ευχή αυτή.

Τώρα τελευταία κάθε δεκαπέντε μέρες, καθε είκοσι βλέπω τον Γέροντα Ιωσήφ. Τώρα τελευταία του λέω: «Γέροντα, εκεί που είσαι προσεύχεσαι για μας;» «Πως, λέει, προσεύχομαι και για σας». (στον ύπνο, στο όνειρο). Έχει τώρα δεκαπέντε μέρες, τον είδα πάλι, πήγα και τον φίλησα. Λέει: «Ο Γέροντάς σου εγώ είμαι». Βλέπετε; Όχι μόνο εδώ που ζει, αλλά και στον ουρανό που βρίσκεται υπάρχει αυτή η πνευματική ένωσις, υπάρχει.

Υπάρχουν τρόποι πολλοί για να ενωθείς έτι περισσότερο με τον Γέροντα. Πέφτεις να κοιμηθείς -όπως κάνω, έτσι παραδίδω και σε σας-, «η ευχή του πατρός μου Ιωσήφ» και κοιμάμαι.

Ξυπνάω. «Η ευχή του πατρός μου Ιωσήφ», αρχίζω την προσευχή. Πάω ταξίδι, από τα Κατουνάκια θα πάω στη Δάφνη, «η ευχή του πατρός μου Ιωσήφ». Μαγειρεύω, «η ευχή του πατρός μου Ιωσήφ». Πάω στο Βατοπαίδι, έχω την εικόνα του Γέροντα στο δωματιό μου, την ασπάζομαι και λέω «η ευχή του πατρός μου Ιωσήφ». Έτσι έρχεται κι ένας τεχνητός τρόπος για να είσαι περισσότερο ηνωμένος με τον Γέροντα. Όπως υπάρχει η νοερά προσευχή που λίγο, λίγο καθαρίζεται το εσωτερικόν του ανθρώπου και γίνεται κατόπιν και αυτός φωτεινός με τη νοερά προσευχή, υπάρχει και αυτός ο τρόπος που ενώνεσαι με τον Γέροντα περισσότερο.

Διαβάζοντας τη Θεία Γραφή, όσο πνευματική δύναμη έχεις, τόσο καταλαμβάνεις, περισσότερο δεν καταλαμβάνεις. Έτσι είχαμε με τον Γέροντα. Μας έλεγε, αλλά μας έλεγε κατά το βαθμό του· εμείς κατά το βαθμό μας καταλαμβάναμε.

Πολλά με δίδαξε και η υπακοή, πολλά διδάχτηκα και ως Γέροντας. Έτσι είναι. Να θυσιάσω τον εαυτό μου, μόνο να σε δω εσένα, το παιδί μου, να πας στον Παράδεισο· αυτός είναι ο δικός μου ο παράδεισος, να είσαι ‘σύ στον παράδεισο κι εγώ ας καώ, ας καώ. Έτσι είναι. Δεν μετριέται η πατρική αγάπη. Και ως Γέροντας και ως υποτακτικός, πήρα μία πείρα. Σαράντα χρόνια υποτακτικός και δέκα-δεκαπέντε χρόνια ως Γέροντας. Είδα και τη μία αγάπη και την άλλη αγάπη. Η πατρική αγάπη, πάτερ μου, είναι πολύ ψηλά, πολύ ψηλά!

Όσο ισχύει η ευχή του Γέροντά σου, δεν ισχύει όλη η οικουμένη. Πήρες την ευχή του Γέροντά σου; Μη φοβάσαι πουθενά.

Κι’ εγώ στο σπίτι μας πολλά δέντρα φύτεψα, αλλά σε όσα ο Γέροντάς μου ήταν σύμφωνος, έπιασαν, εις άλλα, τα οποία δεν ήταν σύμφωνος ο Γέροντας, δεν έπιασαν. Εφύτευσα κλήματα, ο Γέροντας δεν ήτανε σύμφωνος, ούτε ένα δεν έπιασε. Εφύτευσα δέντρα μηλιές και άλλα· δεν ήταν σύμφωνος ο Γέροντας · έπιασαν μεν, αλλά δεν ευδοκίμησαν. Τα πήρε ο γερο-Κλήμης απάνω και γίνηκαν μεγάλα δέντρα και τρώει πολλές οκάδες, πολλά κιλά τρώει μήλα απ’ τα δικά μου. Δεν ήτανε σύμφωνος ο Γέροντας, όταν τα φύτεψα εγώ. Εφύτεψα και μια καϊσιά. Εφτά χρόνια έβγαλε δύο λουλούδια, εφτά χρόνια! Τα είχα φέρει από τα θερμοκήπια, από τη Θεσσαλονίκη. Εφύτευσα και μια μουριά, ήτανε σύμφωνος ο Γέροντας, και τρώμε τώρα ένα μήνα και περισσότερο όλο μούρα. Εφύτευσα και έναν λωτό, ήταν και ο Γέροντας σύμφωνος, και δεν ξέρω τριακόσια, τετρακόσια λώτα κάνει κάθε χρόνο· επειδή ο Γέροντας ήτανε σύμφωνος. Εις όλα τ’ άλλα τα πράματα, τα οποία ο Γέροντας δεν ήτανε σύμφωνος, είτε θα τά ‘βγαζα και θα τα φύτευα αλλού ή δεν θα πρόκοφταν, δεν θα έπιαναν, δηλαδή δεν θα είχαν τέλος καλό, επειδή ο Γέροντάς μου δεν ήτανε σύμφωνος.

Όποιος βασίσθηκε στις δυνάμεις του επλανήθη. Θα πας σε άνθρωπο πνευματικό, ο οποίος θα σε διδάξει τις μηχανές του διαβόλου, θα σε διδάξει το δρόμο πώς θ’ ανέβεις στον ουρανό. Πάντως μονάχος σου αν πας…

Όταν βλέπω μπροστά μου ότι ο άλλος θα κάνει αντιλογία, οπισθοχωρώ εγώ, για να μην προβεί ο άλλος ότι, «Γέροντα, μα έτσι…» Οπισθοχωρώ εγώ. Οπισθοχωρώ. Για να μην έρθει ο υποτακτικός μου σε θέση να πει, «Γέροντα, δεν θα μπορέσω να το κάνω». Όταν το βλέπω αυτό, οπισθοχωρώ, για να μη γίνω εγώ αιτία να κάνει αυτός παρακοή. Είναι και κάποια διάκριση εκεί μέσα, να πούμε. Έτσι είναι.

Πάντως, ένα είναι: Η καλογερική στηρίζεται στην υπακοή. Δοκίμασα και την υπακοή, δοκίμασα και την παρακοή. Και τα δύο τα δοκίμασα. Και είδα ότι όταν κάνει κανένας υπακοή, είναι ειρηνικός, δεν τον ελέγχει ο λογισμός πουθενά!

Ανέπαυσες τον Γεροντά σου; Ανέπαυσες τον Θεό σου.

Άλλος πάλι επίστευσε τον λογισμό του, κακά αποτελέσματα είχε. Λέει ο Γέροντας μετά τη λειτουργία:

-Πατέρες, καθήστε να πιούμε ένα νερό.

-Ναί.

Γέροντα, αυτό που κάνεις δεν είναι καλό. Οι πατέρες να φύγουν σιωπώντες, να πάνε στα κελιά τους, στα σπίτια τους.

-Παιδί μου, εσύ είσαι υποτακτικός. Τώρα αρχίζεις και συμβουλεύεις τον Γέροντα; Δεν κάνεις καλά.Να πεις, να’ναι ευλογημένο, Γέροντα.

-Μα έτσι κι έτσι κι έτσι…

Τον κατόρθωσε ο πειρασμός, τον έβγαλε απ’ τη σκέπη του Γέροντά του. Πήγε στα Καρούλια. Ελαττωματικά πνευματικά έκανε. Πήγε σ’ άλλο μέρος. Στο τέλος πήγε μοναχός του. Πέρασε κάποιος από την Πάτρα και μου λέει:

-Πάτερ-Εφραίμ, ο τάδε είναι ιερεύς;

-Όχι, του λέω.

-Όταν του χτύπησα την πόρτα, άνοιξε και με εσταύρωσε, έτσι. Λέω: «Είστε ιερεύς;» «Μόλις τελείωσα τη Λειτουργία», λέει.

Βλέπετε; Επίστευσε τον λογισμό του, έφυγε από τον Γέροντά του, έφυγε από τους γειτόνους, αυτοχειροτονήθηκε ιερεύς κι έτσι τελείωσε.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος να μην πιστεύει το λογισμό του. Έχεις το λογισμό σου; Να τον πεις στον Γέροντά σου. Κι ότι ο Θεός φωτίσει τον Γέροντα, αυτό ν’ ακούσεις. Μην πιστεύεις τον λογισμό σου. Διότι ο διάβολος δεν βιάζεται· λίγο, λίγο, λίγο και σε πάει εκεί που θέλει αυτός. «Κρείσσον το παραβάλλειν ή το ησυχάζειν».

Πέντε χρόνια με πολεμούσε ο διάβολος να φύγω από τον Γέροντά μου, τον παπα-Νικηφόρο. Ούτε ένα βήμα δεν έκανα. Εωσότου ο πόλεμος έφυγε μοναχός του.

*

Το να φύγει κανένας απ’ τον κόσμο εύκολο είναι· το να βρει άνθρωπον οδηγό, είναι πολύ δύσκολο! Είναι δύσκολο!

Αν εσύ μόνο για τον εαυτό σου έχεις μέριμνα, ο Γέροντας που είναι τόσες ψυχές απάνω σ’ αυτόν και κρεμνιώνται; Εσύ θα πας να πεις το λογισμό σου, ο άλλος θα πάει να πει τον λογισμό του, ο άλλος το λογισμό του. Και τότες ο Γέροντας τι γίνεται; Όλους τους βαστάζει ο Γέροντας; Ε, βέβαια, τώρα δεν βαστάζει ο Γέροντας καθολικά, ο Χριστός τους βαστάζει όλους. Εν τούτοις όμως ο Γέροντας τους οικονομάει όλους.

Η πηγή της ειρήνης, η πηγή της χάριτος η πηγή της σωτηρίας, η πηγή του Παραδείσου είναι ο Γέροντας.

Ο Γέροντας παρακολουθεί το λογισμό του υποτακτικού του:

-Έλα ‘δω, παιδί μου.

-Ναι, ευλόγησον.

-Πώς με βλέπεις;

-Γέροντα, άγγελο σε βλέπω.

-Καλά. Θά’ρθει καιρός που θα με δεις άνθρωπο.

Μετά από λίγο καιρό:

-Πώς με βλέπεις, παιδί μου;

-Άνθρωπο.

-Αύριο θα με δεις ως διάβολο.

Ε, αύριο:

-Πως με βλέπεις;

-Διάβολο.

Έτσι είναι. Γιατί λίγο, λίγο, λίγο ο διάβολος -τό’χω πάθει, πατέρες, από πείρα το λέω- ο διάβολος προσπαθεί να σε ξεκολλήσει από τον Γέροντα, να σε ξεκολλήσει!

Δυο φορές πήγα στο σπίτι του Γέροντος, ίνα κάνω ευχέλαιο. έκεί ήτο και ένα νεαρό πρόσωπο, που με εσκανδάλιζε. Και τις δύο φορές, είπα εις τον Γέροντά μου, π. Νικηφόρο, να κάνει κομποσχοίνι. Την πρώτη φορά, μόλις έφθασα εις το σπίτι, ξέχασα το λογισμό, έκανα ευχέλαιο, και όταν έφευγα, τότε τον ξαναθυμήθηκα. Τη δεύτερη φορά ο λογισμός με τυραννούσε, και όταν άρχισα το ευχέλαιο. Όταν το έχρισα το παιδί, τελείως είχε φύγει από τη σκέψη μου ο λογισμός. Μόλις ετελείωσα το ευχέλαιο, και έφευγα, επανήλθε ο λογισμός.

Είδες τι δύναμη έχει η ευχή, το κομποσχοίνι, που κάνει ο Γέροντας, οιοσδήποτε κι αν είναι;

Δεν πρέπει να ανέχεσαι να κατηγορεί κανείς τον Γέροντά σου! Αυτό είναι το σωστό και πρέπον να γίνεται. Να αντιδράς, όταν ακούς να λέγουν κάτι κατά του Γέροντός σου.

Έφθασα στο τέρμα.Δεν άντεχα άλλο. Ζητούσα βοήθεια. Τότε είδα το γέρο-Ιωσήφ στον ύπνο μου. « Μεσ’ την καρδιά μου, παιδί μου, σε έχω»· και ξέρεις πόσο παρηγορήθηκα στον σταυρό που κρατούσα αυτήν την ώρα!! Πολύ παρηγορήθηκα· έστω και στον ύπνο μου που είδα τον Γέροντα.

ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΧΗΣ

Υποτακτικός

Ο υποτακτικός είναι βασιλιάς, δεν ελέγχεται.

Ξέρετε πώς ήμουνα τότε, όταν ήμουν υποτακτικός; Ήμουν αετός!

Ο υποτακτικός δεν έχει λογοθέσιο, δεν έχει τελώνια, διότι έχει το μητρώο του λευκό, δεν μπορούν να σε πιάσουν οι δαίμονες· εννοώ, όταν κάνεις υπακοή.

Γιατί μας είπε κι’ένα λόγο ο Γέροντας: «Αν δεν γίνεις καλός υποτακτικός, καλύτερα να μη γινόσουνα καλόγερος»! Βαρύς ο λόγος αλλά την αλήθεια λέει.

Ο άγιος Δοσίθεος πόσα χρόνια έκανε; Ή τρία ή τέσσερα χρόνια έκανε, αλλά τι υποτακτικός ήτανε! Και αγίασε! Και όταν ζήτησε από τον Μέγα Βαρσανούφιο: «Γέροντα, απόλυσέ με, δεν μπορώ» (πέθανε φθισικός), του λέει: «Ύπαγε, τέκνον, εν ειρήνη, παράστηθι τη Αγία Τριάδι και πρέσβευε υπέρ ημών».

Το άκουσαν οι άλλοι Γεροντάδες. Λένε: «Καλά τι έκανε αυτός; Αυτός στην ακολουθία, στη μισή ακολουθία ερχότανε».

Κι όταν κατόπιν πήγε ένας άλλος Γέροντας σ’ αυτό το μοναστήρι, στου Αγίου Σερίδου το μοναστήρι, και παρεκάλεσε τον Θεό να δείξει τους αγίους, οι οποίοι αγίασαν σ’ αυτό το μοναστήρι. Κι όλους τους είδε.

-Μα είδα, πατέρες, είδα κι έναν νεώτερο, λέει.

-Πώς τον λεν;

-Δεν ξέρω, δεν τον ρώτησα.

-Πες τα χαρακτηριστικά.

-Έτσι κι έτσι.

-Α, ο Δοσίθεος είναι!

Βλέπετε λοιπόν; Αλλά τι υπακοή έκανε αυτός ο άνθρωπος!

Ο υποτακτικός δεν φοβάται Θεό, όχι ότι είναι αθεόφοβος, όχι· «η πολλή αγάπη έξω βάλλει το φόβο» (Α’ Ιω. 4,18).

Παλαιά ο πάτερ-Μ. ήρθε στο σπίτι μας και έκτισε ένα τειχάκι από τούβλα μικρό, και μετά φύσηξε ένας πολύ δυνατός αέρας. Ξαναήρθε αργότερα στο σπίτι μας και, δεν ξέρω, ηθέλησε να χαριεντισθεί με μένα. Και μου λέει: «Πώς αυτό το ντουβάρι δεν έπεσε;» Του λέω: «Να σου πω. Όταν έφυγες εσύ, επήγα εγώ και το ευλόγησα και είπα, η ευχή του Γέροντός σου, και αυτό το στερέωσε· ειδάλλως εσύ δεν αξίζεις τίποτα».

Αλλά δεν είναι αυτό. Το ιστορικό φανερώνει, να πούμε, ότι, όταν άκουσε το όνομα του Γέροντά του, άστραψε το πρόσωπό του, έλαμψε. Και λέω, όντως αυτοί οι άνθρωποι είναι όντως υποτακτικοί.

Αυτός ο οποίος κάνει υπακοή, αυτός βραβεύεται, αυτός αμείβεται, αυτός στεφανώνεται. Και ο πρώτος (ο εντελλόμενος) βέβαια, αλλά περισσότερο ο υποτακτικός. Διότι ο υποτακτικός είναι ο ίδιος ο Χριστός, μιμείται τον Χριστόν.

Εξομολόγηση – Μετάνοια

Δεν σε κατηγορώ ότι έκανες αμαρτίες πολλές και σοβαρές, όχι, άνθρωπος είσαι. Σε κατηγορώ, γιατί δεν εξομολογείσαι. Αυτό σε κατηγορώ. Έπεσες; Στον πνευματικό. Έπεσες; Στον πνευματικό, όλα στον πνευματικό. Και η οσία Μαρία, πρώτα εξομολογήθηκε.

Στη γειτονιά μας ήτανε κάποιος Κύπριος και είχε έναν υποτακτικό, ο οποίος τους γονείς του δεν είχε αναπαύσει, να πούμε. Όταν καλογέρευσε, και τον Γέροντά του δεν τον ανέπαυσε. Κι’ εκεί που καθόμαστε στη Μικρή Αγία Άννα, τον έστειλε ο Γέροντάς του στον Γέροντα, τον Γέρο-Ιωσήφ, να πει τον λογισμό του και ό,τι μπορεί να τον βοηθήσει. Όταν ήρθε εκεί, ήμαστε γύρω έτσι με τον Γέροντα, λέει: «Άντε εσύ, πήγαινε εσύ, πηγαίνετε στα δωματιά σας· έλα ‘δω, πατερ- Ιωάννη». Ανεβαίνει, πήγαινε στο δωμάτιό του.

-Γέροντα, λέει, η ψυχή μου κλαίει,κλαίει, κλαίει σαν μικρό παιδί.

-Γιατί, παιδί μου, η ψυχή σου κλαίει;

-Διότι, λέει, δεν ανέπαυσα τον Γέροντά μου.

-Ε, πού καταλαμβάνεις ότι δεν ανέπαυσες τον Γέροντα;

-Να, λέει, έτσι στην υπακοή.

-Άκουσε, παιδί μου. Εκεί που γκρέμισες, εκεί να διορθώσεις. Εχαλάρωσες το «νά ‘ναι ευλογημένο», την ταπείνωση και την αυταπάρνηση στον Γέροντα. Μη ζητάς τώρα με την ευχή ή με την Θεία Μετάληψη, πάτερ μιου, να διορθώσεις το λάθος σου. Εκεί έσφαλες, εκεί να βάλεις μετάνοια, εκεί να διορθώσεις.

Ο αββάς Παμβώ, όταν ήταν κοσμικός, πήγε και κλέψανε σύκα από άλλο γειτονικό αμπέλι. Και όταν τους πήρε μυρωδιά ο δραγάτης, τό ‘βαλαν στα ποδάρια να φύγουν, Αλλά από το μαντήλι που είχε τα σύκα, τού ‘πεσε ένα σύκο κάτω και να μην το χάσει, πήγε και τό ‘φαγε. Και λέει ο ίδιος: «Όποτε θυμάμαι αυτό το σύκο, κάθομαι και κλαίω». Κάθομαι και κλαίω… Αυτό το σύκο…

Έτσι κι εγώ, να πούμε. Όταν θυμάμαι αυτήν την παρακοή που έκανα στον Γέροντα, ως άλλος απόστολος Πέτρος, κάθομαι και κλαίω. Γιατί να κάνω αυτήν την παρακοή, να μην την κάνω υπακοή να κερδίσω;

Ένα πράγμα, άμα σε κεντάει η συνείδησή σου, πήγαινε και βάλε μετάνοια: «Αδερφέ μου, ευλόγησον, σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις, έσφαλα». Αυτό διορθώνει το λάθος σου. Μην παραβλέπεις τη συνείδησή σου. Άνθρωποι είμεθα, ένας στον άλλον φταίει. Ή σου είπε έναν λόγο είτε δεν έκανε εκείνο το οποίο είπες, και οπότε κατόπιν η συνείδηση έρχεται ελέγχουσα. Μην την παραβλέπεις, πήγαινε ταπεινώσου και πες το «ευλόγησον» εις τον αδελφό ή εις τον Γέροντα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: