ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

Ο Μ. Αθανάσιος Αρχιερεύς.

Τον Φεβρουάριο του 326 μ.Χ. ο Πατριάρχης Αλέξανδρος είναι άρρωστος βαρειά. Ο Μ. Αθανάσιος στις τελευταίες αυτές μέρες του γέροντα Πατριάρχη, απομακρύνεται από την Αλεξάνδρεια, για να αποφύγη, ίσως, κάθε ανάμιξι ceacceb3ceb9cebfcf82-ceb1ceb8ceb1cebdceaccf83ceb9cebfcf82στην διαδοχή του θρόνου της Αλεξανδρείας.

Εν τούτοις ο γέροντας αγωνιστής της Ορθοδοξίας στις τελευταίες μέρες της ζωής του καθημερινώς φωνάζει τ’ όνομά του:

«Αθανάσιε, έλεγε, νομίζεις εκπεφευγέναι· ουκ εκφεύξει δέ». Αθανάσιε, νομίζεις ότι θα ξεφύγης από του να γίνης Πατριάρχης. Αλλά δεν θα μπορέσης.»

Στα τέλη Φεβρουαρίου ο Πατριάρχης πεθαίνει. Γίνεται τότε ταραχή και αναστάτωσις. Οι επίσκοποι συγκεντρώνονται, για να εκλέξουν διάδοχο του θρόνου. Αλλά και ο λαός παρακολουθεί με αγωνία, με ενδιαφέρον και με συμμετοχή, το ζήτημα. Ο λαός έχει κι’ όλας διαλέξει τον νεαρό Αθανάσιο. Με χίλιες δυό εκδηλώσεις φανερώνει την εμπιστοσύνη και την αγάπη στο πρόσωπό του.

Οι επίσκοποι, γνωρίζοντες την λαμπρή προσωπικότητα του Αγίου, αλλά και παρακινούμενοι από τις θερμές εκδηλώσεις του πλήθους, τον ψηφίσανε διάδοχο του θρόνου.

Τα πρώτα τέσσερα χρόνια της επισκοπικής του ζωής είναι γαλήνια. Οι Αρειανοί είναι νικημένοι και τα φτερά τους είναι τσακισμένα, προσωρινά τουλάχιστον.

Με την δραστηριότητά του, την αγάπη του και το πατρικό ενδιαφέρον του γίνεται παντού αγαπητός.

Στο πρόσωπό του βρίσκουν όλοι τον οδηγό, τον σωφρονιστή, τον παιδαγωγό, τον νομοθέτη, τον φιλόξενο και φιλόπτωχο. Για όλους είναι βοηθός, συμπαραστάτης και γιατρός, οδηγός. Εργάζεται για την οικοδομή και την ψυχική πρόοδο του ποιμνίου του.

Οι πρώτες συκοφαντίες.

Από την πρώτη στιγμή, που ανέλαβε τον Πατριαρχικό θρόνο ο Μ. Αθανάσιος, επλήθυναν οι εχθροί του. Στην αρχή κινήθηκαν μυστικά. Προσπάθησαν να βρούνε κάποια ανωμαλία στην διοίκησί του, κάποιο λάθος για να το εκμεταλλευτούνε, αλλά δεν μπορέσανε. Η ζωή του Αγίου άστραφτε από καθαρότητα και δικαιοσύνη.

Τότε οι εχθροί του, που ήτανε οι Αρειανοί, με αρχηγό τον επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιος, αποφασίσανε να κατηγορήσουν τον Μέγαν Αθανάσιον, έστω και με ψεύτικο κατηγορητήριο.

Ο Ευσέβιος εν τω μεταξύ ήτανε ευνοούμενος της αυλής του Μ. Κωνσταντίνου και οι λόγοι του επηρεάζανε τον αυτοκράτορα.

Αυτός, λοιπόν, με μερικούς άλλους αρειανούς κατηγορήσανε τον Άγιο, ότι ανάξια και παράνομα κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο, ότι δήθεν φορολογεί τους κληρικούς, ότι είναι εχθρός της Βασιλείας και ότι είναι τάχα φιλοχρήματος και άδικος.

Τις κατηγορίες αυτές τις ετοιμάσανε προηγουμένως όργανα του Ευσεβίου στην Αλεξάνδρεια και τις δώσανε γραμμένες σ’ έναν ψευτοϊερέα, ονομαζόμενο Ισχύρα, να τις πάη στην Νικομήδεια. Έτσι φαινότανε, ότι οι κατηγορίες ξεκινούσανε από την πηγή τους, την Αλεηξάνδρεια!

Τί ήτανε όμως αυτός ο Ισχύρας;

Ήτανε ένας φαύλος άνθρωπος, ο οποίος ήθελε να γίνη κληρικός. Ο επίσκοπος όμως της επαρχίας του Μαρεώτιδος, που ήξερε την διαγωγή του, δεν τον χειροτόνησε. Τότε εκείνος, αφού απουσίασε κάμποσο καιρό, γύρισε στην Mαρεώτιδα σαν ιερέας.

Όταν το έμαθε αυτό ο Πατριάρχης Αθανάσιος έστειλε εκεί έναν ευσεβή κληρικό, Μακάριο ονομαζόμενο, να διαπιστώση αν χειροτονήθηκε ο Ισχύρας ή είναι ψευτοϊερέας «αυτοχειροτονημένος».

Ο Μακάριος πήγε και διαπίστωσε, ότι ο Ισχύρας δεν είχε ποτέ χειροτονηθή!…

Αυτός, λοιπόν, ήτανε ο Ισχύρας, που ανέλαβε την εκστρατεία κατηγοριών κατά του σεμνού Ιεράρχου Αθανασίου.

Όταν ο Ισχύρας έφτασε στην Νικομήδεια, έδωσε μεγάλη χαρά στους εχθρούς του Αγίου.

Η μεγαλύτερη χαρά ήτανε, όταν τους είπε, ότι τάχα ο απεσταλμένος του Πατριάρχου Μακάριος, τού πέταξε από τα χέρια, μέσα στο ναό, την θεία Κοινωνία και ότι την ποδοπάτησε.

Ο αδίστακτος αυτός ψεύτης ήτανε εύρημα για τους εχθρούς του Μ. Αθανασίου. Γι’ αυτό άρχισαν να του λένε να κάνη ό,τι μπορεί να διώξουν από τον θρόνο τον Άγιο και να χειροτονήσουν πατριάρχη εκείνον!!

Οι κατηγορίες φθάσανε με τον Ευσέβιο στον βασιλέα. Ο βασιλεύς όμως δεν ήτανε βιαστικός στις αποφάσεις του. Όταν δέ συναντήθηκε τυχαία με τον πατριάρχη σ’ ένα προάστειο της Νικομηδείας, τον ρώτησε για τις κατηγορίες εκείνες.

Ο Άγιος τού είπε τότε ποίος ήτανε ο Ισχύρας και γιατί έπραξε αυτές τις κατηγορίες. Ο αυτοκράτορας κατάλαβε, ότι όλα αυτά ήτανε συκοφαντίες και κατέκρινε τους κατηγόρους του. Με επιστολή του τέλος, στην οποία ωνόμαζε συκοφάντες τους κατηγόρους του Αγίου, αυτόν δέ «άνθρωπον του Θεού» και «αιδεσιμώτατον» έστειλε πίσω στην Αλεξάνδρια τον Αθανάσιον.

Η συνάντησις εκείνη του Αγίου με τον Αυτοκράτορα έγινε, ενώ επρόκειτο να παρουσιασθή ο Μ. Αθανάσιος στην Σύνοδο των κατηγόρων του.

Η απαλλαγή του Αγίου από του να παρουσιασθή στην Σύνοδο επιτεύχθη και από το γεγονός, ότι προηγουμένως ο αυτοκράτορας είχε συνομιλήσει με δύο ιερομονάχους από την Αλεξάνδρεια, τον Μακάριο και τον Άπιν και οι οποίο είχαν πει, ότι «όλα όσα λέγονται εις βάρος του Πατριάρχουν είναι τρομερά ψέματα και φοβερές συκοφαντίες».

Έτσι, λοιπόν, δεν έφτασε για δίκη στην Σύνοδο ο Μ. Αθανάσιος. Αντιθέτως όμως ο κληρικός Μακάριος, ο οποίος ξεσκέπασε την πλαστότητα του Ισχύρα στο αξίωμα του ιερέα, ωδηγήθηκε σιδηροδέσμιος εκεί.

Ο Μακάριος ζήτησε στην Σύνοδο να τού πούνε ποιος χειροτόνησε τον Ισχύρα, τον ψευτοϊερέα, αλλά τότε η σπείρα εκείνη των εχθρών του Αγίου από φόβον μήπως αποκαλυφθή η αλήθεια για τον Ισχύρα, ανέβαλε την υπόθεση της δίκης του Μακαρίου.

Το τρίτο χέρι του Αρσενίου.

Όλα τα σχέδια των αιρετικών εχθρών του Αθανασίου συντρίβονται και γίνονται σκόνη μπροστά στο μεγαλείο της φωτεινής του προσωπικότητος.

Εν τούτοις εκείνοι δεν σταματούνε τον σκοτεινό τους πόλεμο. Όταν βλέπουνε, πως χάνεται το ένα τους παιχνίδι, ετοιμάζουνε μια νέα πλεκτάνη και καταστρώνουνε ένα καινούργιο σχέδιο συκοφαντίας.

Ύστερα, λοιπόν, από τα συνεχή κτυπήματα, που οργανώνουνε εναντίον του Αγίου βλέπουν με πικρία, ότι δεν πετυχαίνουν τον σκοπό τους. Γι’ αυτό τώρα τον κατηγορούν με άλλη πιο βαρειά κατηγορία.

Λένε , λοιπόν, οι άνθρωποι του Αρείου, ότι ο Άγιος έκοψε το χέρι κάποιου Αρσένιου και ότι με αυτό ασχολείται τώρα με την μαγεία και κάνει μάγια. Ο σάλος, που ξεσηκώθηκε , ήταν μεγάλος. Απειλές, φωνές, ταραχή και κακό απλώθηκε παντού.

Ο Αρσένιος ήταν αναγνώστης, προτού όμως προλάβει να ανέβη τα εκκλησιαστικά αξιώματα, έκανε μια αισχρή πράξη και εξαφανίστηκε. Ήταν δηλαδή φυγόδικος. Επειδή, λοιπόν ξέρανε οι Αρειανοί, ότι αυτός δεν πρόκειται να παρουσιασθεί ποτέ σε Αρχές, γιατί φοβόταν την εξουσία, μιλούσανε ελεύθερα και προσπαθούσανε να κάνουν πιστευτή παντού την συκοφαντία τους.

Είχανε μάλιστα κι’ ένα χέρι κομμένο μέσα σε μια θήκη και με αυτό προσπαθούσαν να κάνουν ζωντανή αλήθεια το ψέμα τους.

-Να! Φωνάζανε, το χέρι, που έκοψε ο Αθανάσιος από τον Αρσένιο. Κοιτάξτε πόσο φανερό είναι το έγκλημα!

Το γεγονός αυτό φθάνει μέχρι τον αυτοκράτορα. Οι συκοφάντες φροντίζουν για όλα. Ο αυτοκράτορας τα έχει χαμένα. Δεν ξέρει τι να πιστέψει. Δίνει όμως αμέσως εντολή στον ετεροθαλή (αλλάδελφο) αδελφό του, Κήνσορα Δαλμάτιο, ν’αναλάβει ο ίδιος τις ανακρίσεις. Οι ανακρίσεις, καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι ο Αρσένιος ζεί. Δεν υπάρχουν όμως αποδείξεις για την Σύνοδο.

Η Σύνοδος της Τύρου εν τω μεταξύ έχει προετοιμάσει την καταδίκη του Αγίου.

Τί να πεί ο Μέγας Αθανάσιος; Πώς να αμυνθεί σε αυτούς τους λύκους της κακίας; Εν τούτοις γεμάτος θάρρος πηγαίνει στη Σύνοδο της Τύρου, για να λογοδοτήσει σε ανύπαρκτη κατηγορία.

Εκεί όμως τρέχει και ο φυγόδικος Αρσένιος. Δεν θέλει να δικασθεί ένας αθώος, ενώ αυτός είναι αρτιμελής και έχει την υγεία του. Πηγαίνει νύχτα και συναντάει τον Μ. Αθανάσιο, του φιλεί το χέρι και του λέει:

– Δέσποτα, είμαι αμαρτωλός. Το ξέρω. Αλλά θέλω να κάνω κάτι για εσένα σε αυτή τη δύσκολη ώρα. Πες μου τι μπορώ να κάνω!

– Σε ευχαριστώ Αρσένιε… Ευχαριστώ τον Θεό, που σ’ έστειλε. Αύριο οι εχθροί μου θα συντριβούνε. Λοιπόν, Αρσένιε, θέλω να μην φανερωθείς πουθενά, Και αύριο στην ώρα που θα λάβω το λόγο, μέσα στην Σύνοδο, θα σε φωνάξω. Τότε, εσύ που κάθεσαι λίγο έξω από την αίθουσα συνεδριάσεως, θα μπείς μέσα στην Σύνοδο και θα ντροπιάσεις τους αμετανόητους συκοφάντες μου…

Έτσι και έγινε. Την άλλη μέρα με ορμή και οργή φωνάζανε και κατηγορούσανε τον Άγιο οι συνοδικοί της Τύρου. Αστραπόβροντα και θύελλα από φοβέρες σκορπούσε η γλώσσα τους. Ο Άγιος στεκότανε σιωπηλός και αμίλητος. Και όταν ήρθε η σειρά του να απολογηθεί, έγινε σεισμός.

– Με κατηγορείτε, είπε ο Άγιος, ότι έκοψα το χέρι του Αρσένιου και ότι μ’ αυτό ασχολούμαι με μάγια. Σας ρωτάω λοιπόν, τον γνωρίζετε τον Αρσένιο;

– Ναι, ναι, ναι! Φωνάζουν όλοι μαζί.

– Και το χέρι που έχετε στη λάρνακα και το δείχνετε για να με συκοφαντείτε, είστε βέβαιοι, ότι είναι του Αρσένιου;

Και πάλι φωνάζουν με μια φωνή:

– Μάλιστα! Είναι του Αρσένιου.

Στέκεται τότε για λίγο σιωπηλός ο Άγιος. Σκέφτεται την κακία των ανθρώπων και το μίσος των αιρετικών. Έπειτα φωνάζει αιφνιδιαστικά:

– Αρσένιε, έλα μέσα!

Θόρυβος, σύγχυση και ταραχή απλώνεται στην αίθουσα. Ο Αρσένιος προχωρεί. Δεν είναι φάντασμα. Είναι ο ίδιος. Οι επίσκοποι ψιθυρίζουν, αλλά ο Αθανάσιος θριαμβευτής πλέον βροντοφωνάζει:

– Πέστε μου λοιπόν αρχιερείς, είναι αυτός ο Αρσένιος ή όχι;

Κανένας δεν απαντάει. Σιωπούν ζαρωμένοι και ντροπιασμένοι οι εχθροί του…

Και τότε ο Θείος Ιεράρχης δείχνει στους ασεβείς κατήγορους του τα χέρια του Αρσένιου που είναι τέλεια αρμολογημένα στο σώμα του και ρωτάει:

– Αρσένιε πόσα χέρια έχεις;

– Δύο, είπε, και τους τα έδειξε.

– Απαντήστε μου αρχιερείς, δύο χέρια ζητάτε από τον Αρσένιο ή τρία! Εγώ όμως ξέρω, ότι ο Δημιουργός με δύο χέρια έπλασε τον άνθρωπο. Αποσβολώθηκαν οι πάντες!!

Tο Μωρό στη Σύνοδο.

Ο σατανάς όμως δεν σταματάει τις προσπάθειες του. Φωλιασμένος στις καρδιές των αιρετικών, συνεχίζει το βρομερό παιχνίδι του. Στην αλυσίδα των συκοφαντιών κατά του γενναίου Ιεράρχου προσθέτουν τώρα οι εχθροί του μια νέα, πιο τρομερή συκοφαντία. Βρίσκουνε μια αμαρτωλή γυναίκα. Την πληρώνουν και της λένε:

– Να διαλαλήσεις παντού, ότι αμάρτησε ο Πατριάρχης Αθανάσιος μαζί σου!!

Η συκοφαντία είναι συγκλονιστική, αλλά η ζωή του Πατριάρχου είναι αδαμάντινη και η συκοφαντία δεν γίνεται από τον λαό πιστευτή.

Εν τούτοις ο Πατριάρχης πρέπει να δικαστεί και να δώσει λόγο στη Σύνοδο. Πρέπει να υποστηρίξει την αγνή και λευκή του ζωή.

Στη Σύνοδο, που θα τον δίκαζε, φέρανε και την γυναίκα. Εκείνη, κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μωρό που έκλαιγε. Συγχρόνως αυτή αναιδέστατα φώναζε ότι το μικρό είναι ο καρπός της αμαρτίας με τον Αθανάσιο. Άφοβος μπαίνει στη Σύνοδο ο Αθανάσιος. Είναι έτοιμος, για μια ακόμα φορά, να σταθεί αντίκρυ στο μίσος και στην κακία.

Προχωρεί, λοιπόν, γαλήνιος στο συνοδικό μέγαρο. Εκεί μπροστά του βλέπει την πληρωμένη συκοφαντούσα. Την κοιτάζει με λύπη και προχωρεί. Μπροστά του πηγαίνει ένας ευσεβής Ιερέας του, Τιμόθεος ονομαζόμενος. Ο Τιμόθεος ήταν μεγαλοπρεπής και με θεωρία επισκόπου. Ο Ιερέας αυτός φωτίζεται από τον Θεό, σταματάει μπροστά στην γυναίκα και της λέει:

– Εγώ έκανα μαζί σου την ανομία;

Η πληρωμένη συκοφάντισσα νομίζει, ότι ο Ιερέας που την ρωτάει είναι ο Αθανάσιος και φωνάζει με αδιάντροπη φωνή:

– Ναι. Συ. Με κατέστρεψες. Τούτος, άγιοι Αρχιερείς, είναι ο ακάθαρτος Αθανάσιος, έκανε μαζί μου την αμαρτία είναι ανάξιος για Αρχιερέας!!

Το πάθημα των αιρετικών όμως είναι άξιο ντροπής και χλευασμού. Οι ίδιοι οι κατήγοροι δεν έχουν που να κρύψουν το πρόσωπο τους, για το πάθημα τους. Η παγίδα, που είχαν στήσει στον Μ. Αθανάσιο, έπιασε τους ίδιους. Ξεσκεπάστηκε εντελώς η κακία τους…

Επειδή, λοιπόν, χάσανε κι’ αυτή την εκστρατεία της συκοφαντίας, οι αιρετικοί, βρίζανε και κατηγορούσανε τον Άγιο. Τον λέγανε γόη, υποκριτή, μάγο, απατεώνα…

Η πρώτη εξορία του Αγίου.

Ύστερα από σκληρό κι’ ανελέητο συκοφαντικό διωγμό, ο ευνοούμενος του αυτοκράτορα επίσκοπος Νικομηδείας Ευσέβιος, κατάφερε να πείσει τον Κωνσταντίνο, να στείλει στην εξορία τον Μ. Αθανάσιο.

Η τελευταία κατηγορία, την οποία πίστεψε ο αυτοκράτορας ήτανε, ότι τάχα, ο Μ. Αθανάσιος δεν είναι φίλος του βασιλέως και ότι σχεδιάζει να σταματήσει την αποστολή σιταριού από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη.

Μάταια αγωνίζεται ο Πατριάρχης να φανερώσει στον βασιλέα την συκοφαντία των εχθρών του. Εκείνοι κερδίζουν έδαφος. Και ο πολυπαθής Ιεράρχης οδηγείται εξόριστος στην Γαλλία. «Τας Γαλλίας κελεύσας οικείν».

Η πρώτη εξορία του Αθανασίου συνέβη το 336 μ.Χ.

(+Αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους Βασιλόπουλου, Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, εκδ. “Ορθοδόξου Τύπου”, Αθήναι 1994, σελ. 20-30)

Αργότερα, βέβαια, ακολούθησαν και πολλές άλλες συκοφαντίες, ταλαιπωρίες, και εξορίες….

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΣΗ, ΓΙΑΤΙ ΗΤΑΝ ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΕΚΑΝΑΝ Ο,ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΔΙΑΣΥΡΟΥΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ, ΕΚΤΟΞΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΙΑ ΗΛΙΘΙΑ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ.

ΑΥΤΟ ΕΧΕΙ ΣΥΜΒΕΙ ΣΕ  ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ, ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟΝ ΛΟΓΟ. ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΤΗΝ Ι.Μ.Μ.ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ. ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ Η ΜΟΝΗ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΣΗΚΩΣΕΙ ΑΝΑΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ “ΝΕΑ ΤΑΞΗ” ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΥΛΙΚΗΣ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ, ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΜΟΥ, ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ, ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΟ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΟΠΩΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΗΤΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ, ΕΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΗΜΕΡΑ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΩΣ “ΚΑΚΟ” ΚΑΙ “ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ” ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ ΕΝΑΣ ΤΕΤΟΙΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΕΙΧΕ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΙΣΧΥ…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: