Archive for the ‘ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ’ Category

Η Αγία Μεγάλη δούκισσα Ελισάβετ της Ρωσίας-Νεομάρτυς επί Κομμουνισμού(1η Νοεμβρίου)

Click to view full size image

«Καμία γυναίκα δεν υπήρξε πιο ευγενής,

καμία δεν έχει αφήσει τόσο έντονη τη σφραγίδα

της προσωπικότητάς της πάνω στις ποτισμένες

με αίμα σελίδες της ρωσικής ιστορίας».

Μεγάλος δούκας Αλέξανδρος Μιχαήλοβιτς

Γενικά.

Η Μεγάλη δούκισσα Ελισάβετ γεννήθηκε την 1η Νοεμβρίου του 1864 (το δεύτερο από τα επτά παιδιά που αριθμούσε η δουκική οικογένεια), κόρη του Μεγάλου δούκα Λουδοβίκου IV της Δαρμστάτης (πρωτεύουσα της Έσσης) και της πριγκίπισσας Άλις, θυγατέρας της βασίλισσας Βικτωρίας της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας. Μέσα στην οικογένεια την ονόμαζαν «Έλλα».

Η πριγκίπισσα Άλις ήταν μητέρα και σύζυγος γεμάτη φροντίδα και τρυφερότητα. Δεν ενέπνευσε στα παιδιά της μόνο αισθήματα για τη μουσική και την τέχνη αλλά έθεσε και σταθερά χριστιανικά θεμέλια. Ωστόσο, η τόσο στενά δεμένη δουκική οικογένεια, το 1878 εξαιτίας κάποιας επιδημίας, είχε την τραγική απώλεια μητέρας και ενός παιδιού με αποτέλεσμα το βάρος της ευθύνης να πέσει στις δύο μεγαλύτερες αδελφές Βικτωρία και Ελισάβετ. Έτσι, οι ημέρες της ξένοιαστης παιδικής ηλικίας τελείωσαν απότομα για την Ελισάβετ.

Click to view full size image

Η πριγκίπισσα Ελισάβετ γινόταν μια ασυνήθιστα όμορφη νεαρή γυναίκα, ψηλή και λεπτή, με χαριτωμένα χαρακτηριστικά. Παρουσίαζε μια πλήρη απουσία εγωϊσμού, προσπαθώντας πάντοτε να ικανοποιήσει και να βοηθήσει τους άλλους, συχνά εις βάρος της. Ποτέ δεν έκρινε, ποτέ δεν κατηγορούσε τους άλλους. Από τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η βαθιά θρησκευτικότητα και η ανιδιοτελής αγάπη για τους άλλους.

Click to view full size image

Η Ελισάβετ και ο Σέργιος και ο γάμος τους.

Το 1881, όταν οι δύο αδελφές, Βικτώρια και Ελισάβετ άρχισαν να κάνουν τις πρώτες τους κοινωνικές εμφανίσεις, ο κόσμος έλεγε ότι ήταν οι πιο επιθυμητές νύφες από όλους τους Γερμανικούς οίκους των ευγενών. Αλλά η καρδιά της πριγκίπισσας Ελισάβετ ανήκε αληθινά στο Μεγάλο δούκα Σέργιο. Από τα πρώτα νεανικά της χρόνια τον συμπάθησε, όταν συναντήθηκαν κατά την διάρκεια των μακρών του επισκέψεων στο Γιούγκενχαϊμ με τη μητέρα του. Ο Μεγάλος δούκας γεννήθηκε το 1857 και ήταν ο 5ος γιος του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου ΙΙ. Ψηλός και ξανθός, με λεπτά χαρακτηριστικά και γκριζοπράσινα μάτια, ο Σέργιος, όμοια με τα περισσότερα μέλη του οίκου των Ρομανώφ, ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος. Χωρίς την ελάχιστη επίδειξη βοηθούσε πολλούς που είχαν ανάγκη.

Έφτασε, λοιπόν, η στιγμή η Ελισάβετ νά ετοιμαστεί για το μακρινό ταξίδι στη Ρωσία και τον αναπόφευκτο χωρισμό απο τους αγαπημένους της. Ολόκληρη η δουκική οικογένεια την συνόδευσε στη Ρωσία για το γάμο. Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε με ασυνήθιστη μεγαλοπρέπεια. Όλοι θαύμαζαν την ομορφιά, τη χάρη και τη γοητεία της. Η θριαμβευτική είσοδος της πριγκίπισσας Ελισάβετ στην πρωτεύουσα, την Αγία Πετρούπολη, έλαβε χώρα την παραμονή της ημέρας του γάμου της.

Click to view full size image

Η γαμήλια τελετή, έγινε σύμφωνα με την ορθόδοξη ιεροτελεστία στο παρεκκλήσιο των χειμερινών Ανακτόρων. Μετά από την τελετή αυτή έγινε μια προτεσταντική ακολουθία σε μια από τις αίθουσες υποδοχής των Ανακτόρων (η πριγκίπισσα Ελισάβετ δεν ήταν υποχρεωμένη να μεταστραφεί στην Ορθοδοξία προκειμένου να παντρευτεί ένα Ρώσο Μεγάλο δούκα˙ παρέμενε Λουθηρανή προς το παρόν). Οι νεόνυμφοι πήγαν για το μήνα του μέλιτος στο Ιλυίνσκοϊε, στο κτήμα του Μεγάλου δούκα. Η Ελισάβετ συνόδευε το σύζυγό της, όπου κι αν πήγαινε, παραμένοντας όρθια μαζί του σ’ όλη τη διάρκεια των μακρών εκκλησιαστικών ακολουθιών. Ο Μεγάλος δούκας ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος και όταν γονάτιζε μπροστά στις εικόνες και με σεβασμό τις ασπαζόταν, η Μεγάλη δούκισσα, ως προτεστάντις, δεν ήξερε πως θα έπρεπε να ενεργήσει, αλλά επιθυμώντας να δείξει σεβασμό για ό,τι ήταν ιερό, γονάτιζε με μια χαμηλή ευγενική υπόκλιση μπροστά στις εικόνες. Όταν ο σύζυγος της ασπαζόταν το σταυρό και το χέρι του ιερέα αυτή ακολουθούσε το παράδειγμά του.

Επιστρέφοντας στην Αγία Πετρούπολη, η Ελισάβετ έγινε δεκτή από την αυτοκρατορική οικογένεια με πολύ ζεστασιά καθώς όλοι είχαν θαμπωθεί από την ομορφιά, την ευγένεια, την λεπτότητα και την πνευματικότητά της. Παρά την ευρύτερη, όμως κοινωνική της επιτυχία, τις ατελείωτες εξόδους και υποδοχές η Μεγάλη δούκισσα Ελισάβετ δοκίμαζε μια νοσταλγία για τη μόνωση και την ησυχία. Όποτε μπορούσε, συνήθιζε να κάνει μοναχικούς περιπάτους στα πάρκα το Τσάρσκογιε Σέλο, της Γκατσίνα ή του Πέτερχοφ και ν’ αναζητά έναν παράμερο τόπο όπου μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα μπορούσε ν’ ατενίζει την ομορφιά της φύσης και ν’ ανυψώνει το νου στο Δημιουργό της.

Click to view full size image

Η Μεγάλη Δούκισσα Ελισάβετ και ο σύζυγός της Πρίγκηπας Σεργκέι Αλεξάντροβιτς!

Η  μεταστροφή της στην  Ορθοδοξία

Από την αρχή του έγγαμου βίου της η Ελισάβετ ένοιωσε να την ελκύει η ορθόδοξη πίστη του συζύγου της. Είναι αλήθεια ότι κατά καιρούς συνέχιζε να παρακολουθεί τις προτεσταντικές ακολουθίες και είχε πολύωρες συζητήσεις με τον πάστορα, αλλά κατά κάποιο τρόπο δεν ένοιωθε στη Ρωσία, όπως όταν ήταν στη Δαρμστάτη.

Ο προτεσταντισμός δεν μπορούσε να ικανοποιήσει πια την πνευματική της αναζήτηση. Στους ορθόδοξους ναούς, όπου παρευρισκόταν με το σύζυγό τηςένοιωθε ένα τρυφερό συναίσθημα που της έδινε έμπνευση για προσευχή. Δεν άντεχε να βλέπει την ευτυχία, που αισθανόταν ο Σέργιος, έπειτα από τη θεία Μετάληψη, και ήθελε τόσο πολύ να πλησιάσει κι αυτή στο Άγιο Ποτήριο, να λάβει τη θεία Ευχαριστία και να μοιραστεί αυτή τη χαρά με τον αγαπημένο της. Ο Σέργιος πάλι, παρόλη την έντονη θρησκευτικότητα και την αγάπη του για την ορθοδοξία δεν επέτρεψε ποτέ στη σύζυγό του ν’ αντιληφθεί, είτε με λόγια είτε με οποιαδήποτε νύξη, πόσο θα ήθελε να ενστερνιστεί κι αυτή την ορθόδοξη πίστη. Όσο για τη Μεγάλη δούκισσα, ζήτησε από το σύζυγό της να της προμηθεύσει βιβλία για την πίστη, σχολιασμούς και μια ορθόδοξη κατήχηση.

Μόνη της μελετούσε και σύγκρινε, ώσπου μετά από αλλεπάληλες αμφιβολίες και συγκρούσεις (ορισμένοι συγγενείς της ποτέ δεν μπόρεσαν να καταλάβουν αυτή τη μεταστροφή της), η Ελισάβετ ανέφερε στο σύζυγό της την απόφασή της να μεταστραφεί στην Ορθοδοξία. Στη μεταστροφή της αυτή κράτησε το όνομά της Ελισάβετ, διαλέγοντας ως προστάτιδα τη Δικαία Ελισάβετ τη μητέρα του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού.

Στοιχεία από την ζωή της πρίν την Επανάσταση του 1917

Η ζωή της τώρα άρχισε να κυλά με πολύ πιο έντονες φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Οι ιδιωτικές της αυτές προσπάθειες ήταν γνωστές μόνο σε λίγους και παρόλες τις κοινωνικές υποχρεώσεις της (ο Σέργιος είχε αναλάβει το αξίωμα του Γενικού Διοικητή της Μόσχας), συνέχιζε με αμείωτο ενδιαφέρον και κόπο να βοηθά τους φτωχούς, τους αρρώστους και όσους είχαν την ανάγκη της. Συζητούσε τις δραστηριότητές της αυτές με το Σέργιο, που πάντοτε της συμπαραστεκόταν και την ενθάρρυνε στη φιλανθρωπική της δράση. Ωστόσο, το 1891, δύο θάνατοι – του πατέρα της και της νεαρής νύφης της, της Μεγάλης δούκισσας Αλεξάνδρας – είχαν μεγάλη επίπτωση στην υγεία της. Της προκάλεσαν όχι μόνο πνευματικό πόνο αλλά και σωματικό μαρτύριο˙συνεχείς πονοκέφαλοι, πόνοι από ρευματικά και ένα σωρό άλλες ταλαιπωρίες υπέσκαψαν την όχι και τόσο δυνατή κράση της. Μόνο αργότερα ο γάμος της μικρότερης αδελφής της Άλις με το διάδοχο του ρωσικού θρόνου Νικόλαο ΙΙ, της έδωσε κάποια χαρά και μετρίασε τον πόνο της από τα συνεχή προβλήματα, που ολοένα παρουσιαζόταν

Ο θάνατος του Σεργκέι.

Τα χρόνια κυλούσαν καθώς σκοτεινά σύννεφα καταιγίδας συγκεντρώνονταν πάνω από τη Ρωσία. Τα επαναστατικά συναισθήματα ήταν εξαπλωμένα παντού, όχι μόνο ανάμεσα στους διανοούμενους και τους εργάτες αλλά και στις μάζες των χωρικών. Απεργίες φούντωναν στην Πετρούπολη, τη Μόσχα και άλλες ρωσικές πόλεις. Υπουργοί, κυβερνήτες, αρχηγοί και αξιωματικοί της αστυνομίας δολοφονούνταν σε όλη τη χώρα. Η επαναστατική τρομοκρατία ρίζωνε, μεγάλωνε και απλωνόταν. Η Ελισάβετ είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί τρομερά για το σύζυγό της. Γνώριζε ότι ήταν στη μαύρη λίστα εκείνων που ήταν σημειωμένοι για «ξεκαθάρισμα». Παρά το γεγονός ότι ο Μεγάλος Δούκας είχε παραιτηθεί από Γενικός Διοικητής, οι αρχηγοί των τρομοκρατών δεν εγκατέλειψαν το σχέδιο τους να τον δολοφονήσουν.

Οι χειρότεροι φόβοι της Ελισάβετ δεν άργησαν να πραγματοποιηθούν : στις 18 Φεβρουαρίου 1905, ο Μεγάλος δούκας είχε γίνει θρύψαλα από τη βόμβα ενός τρομοκράτη έχοντας την ίδια τύχη με τον πατέρα του (Αλέξανδρο ΙΙ). Ο Ιβάν Καλιάεφ εκσφενδόνισε τη βόμβα του, η οποία χτύπησε το Σέργιο στο στήθος και εξερράγη. Όλως παραδόξως το πρόσωπο του Μεγάλου δούκα παρέμεινε άθικτο. Η Ελισάβετ δεν άργησε να φτάσει στον τόπο του ατυχήματος. Σιωπηλή, με τα μάτια της στεγνά, έγειρε πάνω από τα λείψανα του συζύγου της. Συγκλονισμένη, όπως ήταν, φαινόταν να μή βλέπει τους ανθρώπους γύρω της ούτε να αισθάνεται τίποτε παρά μια ανάγκη, που την έσπρωχνε να μαζέψει βιαστικά ό,τι απέμεινε από τον σύζυγό της.

Η Μεγάλη δούκισσα γονατισμένη πάνω στο χιόνι, μάζευε τα σκόρπια υπολείμματα του σώματος του συζύγου της και με τη βοήθεια των στρατιωτών τα φόρτωνε στο φορείο : δεν υπήρχαν πολλά – ένας μικρός σωρός. Το φορείο μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μονής του Τσιουντώφ και τοποθετήθηκε μπροστά στον άμβωνα. Την επόμενη μέρα τα λείψανα του Μεγάλου δούκα τοποθετήθηκαν σ’ ένα φέρετρο. Η Μεγάλη δούκισσα έλαβε τη θεία Κοινωνία καθώς στεκόταν κοντά στο φέρετρο του συζύγου της, ενώ τελούνταν συνεχώς ακολουθίες για την ανάπαυση της ψυχής του. Η Ελισάβετ δύσκολα απομακρυνόταν από το φέρετρο, γονατισμένη σε προσευχή ή όρθια δίπλα του σιωπηλα, συχνά αγρυπνώντας μόνη μέσα στη σκοτεινή εκκλησία.

Στον τόπο της δολοφονίας του Μεγάλου δούκα, ανεγέρθηκε ένας πελώριος σταυρός κατά παράκληση της Μεγάλης δούκισσας[1]. Ένοιωθε ότι η επιγραφή που είχε διαλέξει θα ικανοποιούσε το σύζυγό της : «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι».

Η  επίσκεψη στην φυλακή  και η συγχώρηση του δολοφόνου του συζύγου της.

Μετά από δύο μέρες και ενώ προσευχόταν για το σύζυγό της, η Ελισάβετ αισθάνθηκε ξαφνικά ότι ο Μεγάλος δούκας ήθελε να πάει η Ελισάβετ να επισκεφθεί το δολοφόνο του και να του πει, ότι τον συγχώρεσε. Τρεις μέρες μετά τον τραγικό θάνατο του συζύγου της, πήγε στη φυλακή, όπου κρατούνταν ο Καλιάεφ. Δεν αισθανόταν κανένα μίσος για τον άνθρωπο, του οποίου το χέρι είχε διαλύσει την ευτυχία της˙ η Ελισάβετ ήθελε να μετανιώσει ο Καλιάεφ για το έγκλημα του και να ζητήσει τη συγχώρηση από το Θεό.

Είπε στον τρομοκράτη, ότι του είχε φέρει τη συγχώρηση του Μεγάλου δούκα. Του μίλησε για τη βαρύτητα του αμαρτήματός του και του ζήτησε να μετανοήσει˙ έφερε την Αγία Γραφή και ικέτευσε τον Καλιάεφ να τη διαβάσει. Αυτός αρνήθηκε. «Εάν μετανοήσεις», είπε η Μεγάλη δούκισσα, «θα ζητήσω από τον αυτοκράτορα να σε συγχωρήσει. Εγώ η ίδια σε έχω ήδη συγχωρήσει». Αλλά ο Καλιάεφ δεν ένοιωθε καθόλου τύψεις. Παρόλ’ αυτά η Μεγάλη δούκισσα άφησε την Αγία Γραφή και μια μικρή εικόνα πάνω στο τραπέζι του κελιού, ελπίζοντας ότι θ’ άλλαζε γνώμη και θα στρεφόταν στο Θεό. Παρά την άρνηση του Καλιάεφ, η Μεγάλη δούκισσα έκανε έγγραφη αίτηση στον τσάρο να τον συγχωρήσει. Αν και ο τσάρος δέχτηκε ο Καλιάεφ, όμως, αρνήθηκε και έτσι εκτελέστηκε το Μάϊο του 1905.

Ανοικοδόμηση της Ιεράς Μονής των Αγίων Μάρθας και Μαρίας.

Ο θάνατος του Μεγάλου δούκα βύθισε την Ελισάβετ σε μια όλο και περισσότερο εντεινόμενη διάθεση ευσέβειας. Έτσι, παρόλη την λύπη της, ένας νέος σκοπός μπήκε στη ζωή της. Μια νέα επιθυμία να αφιερωθεί στην προσευχή, στην εργασία και τη φιλανθρωπία. Έτσι, πούλησε ότι πολύτιμο είχε από κοσμήματα ή άλλα αντικείμενα μ’ ένα μόνο σκοπό : την ανοικοδόμηση μιας γυναικείας μονής αφιερωμένης στις Αγίες Μαρία και Μάρθα, καθώς και την δημιουργία κλινικής και ορφανοτροφείου και άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.

Η Ελισάβετ θέλησε να δώσει αυτό το όνομα στη Μονή, γιατί η Μάρθα είναι σύμβολο της ενεργούς υπηρεσίας στον Κύριο μας, ενώ η Μαρία συμβολίζει μια πνευματική απορρόφηση στα θεία Μυστήρια. Επομένως, η Μεγάλη δούκισσα ήθελε να τα συνδιάσει και τα δύο. Χωρίς χρονοτριβή αγόρασε το οικόπεδο και με ατελείωτο μόχθο επιδόθηκε στην οργάνωση της μονής της. Έκανε πολλές επισκέψεις στη μονή Ζωσιμά για να συζητήσει το έργο της με τους εκεί Γέροντες˙ έγραψε σε μοναστήρια και βιβλιοθήκες θρησκευτικών βιβλίων και μελέτησε τυπικά αρχαίων μονών . Μια γυναικεία μονή που θά συνδύαζε φιλανθρωπία, εργασία και προσευχή ήταν χωρίς προηγούμενο στη Ρωσία. Ήταν, επομένως, φυσικό η ιδέα να συναντήσει κάποιο σκεπτικισμό από τη μεριά ορισμένων μελών της Ιεράς Συνόδου και η Ελισάβετ έπρεπε επανειλημμένως να επεξεργαστεί το τυπικό για να το κάνει αποδεκτό απ’ αυτούς.

Η γυναικεία μονή άνοιξε τις πόρτες της τη 10η Φεβρουαρίου του 1909 με βάση ένα προσωρινό θέσπισμα. Η Ιερά Σύνοδος κράτησε το όνομα «Γυναικεία Μονή του Ελέους Μάρθας και Μαρίας», ως το επίσημο όνομά της. Η μονή άνοιξε με έξι αδελφές˙ μέσα σ’ ένα χρόνο ο αριθμός τους είχε αυξηθεί στις τριάντα ενώ η κοινότητα συνέχιζε να μεγαλώνει. Μετά την επικύρωση των τελικών θεσπισμάτων από την Ιερά Σύνοδο την 9η Απριλίου 1910 η εκκλησία της μονής έγινε ο τόπος ενός σημαντικού γεγονότος : δεκαεπτά γυναίκες, οδηγούμενες από τη Μεγάλη δούκισσα εκάρησαν μοναχές, ως Σταυροφόρες Αδελφές της αγάπης και τουελέους. Ταυτοχρόνως η Ελισάβετ ανέβηκε στο βαθμό της ηγουμένης.

Η ζωή στην Μονή και η φιλανθρωπική  και κατηχητική της  δραστηριότητα

Στη μονή της η Μεγάλη δούκισσα ζούσε τη ζωή μιας αληθινής ασκήτριας. Κοιμόταν σε ξύλινο κρεβάτι χωρίς στρώμα˙ το μαξιλάρι ήταν σκληρό. Συχνά κοιμόταν όχι περισσότερο από τρεις ώρες, ξυπνώντας τα μεσάνυχτα για να προσευχηθεί στο παρεκκλήσιό της και να κάνει τους γύρους των θαλάμων του νοσοκομείου. Όταν ένας ασθενής βαριά άρρωστος τιναζόταν από τον πόνο και ζητούσε βοήθεια, έμενε στο πλευρό του μέχρι την αυγή. Νήστευε αυστηρά, έτρωγε πάντα με μέτρο και με κάθε τρόπο προσπαθούσε ν’ ακολουθεί τη ζωή μιας μοναχής-ασκήτριας. Εκπαιδεύοντας τις αδελφές της μονής, η Μεγάλη δούκισσα, δίδασκε σ’ αυτές την προσευχή και την πρακτική ιατρική και τα πνευματικά εφόδια, που χρειαζόταν προκειμένου να προετοιμάσουν τους μελλοθάνατους ασθενείς για την ενδεχόμενη μετάβασή τους στην αιώνια ζωή. Η ίδια, η Ελισάβετ, μάλιστα, κατόρθωνε πάντα να είναι παρούσα στο πλευρό ενός ασθενούς που πέθαινε και όταν πλησίαζε το τέλος του, προσευχόταν για το ταξίδι της ψυχής στον άλλο κόσμο.

Η φιλανθρωπική δραστηριότητα της Μεγάλης δούκισσας επεκτεινόταν πολύ πέρα από τους τοίχους της μονής της˙ έδινε βοήθεια με ευχαρίστηση οποτεδήποτε και οπουδήποτε χρειαζόταν. Δεν έδινε μόνο βοήθεια όταν της ζητούσαν, αλλά αναζητούσε η ίδια όσους βρίσκονταν στην έσχατη ανάγκη, ιδιαίτερα τα εγκαταλελειμμένα ορφανά. Πρόσεχε, επίσης, τις ανάγκες των φτωχών κληρικών και πρόθυμα ανταποκρινόταν στους κληρικούς των χωριών των οποίων οι φτωχές ενορίες δεν είχαν την οικονομική άνεση να διορθώσουν μια παλιά εκκλησία, να χτίσουν μια καινούργια, ή να ιδρύσουν ένα ορφανοτροφείο.

Στη Μονή, η Μεγάλη δούκισσα άνοιξε ένα ορφανοτροφείο για κορίτσια. Το 1913 δεκαοχτώ τέτοια κορίτσια προετοιμάζονταν για την τελική είσοδό τους στη μονή. Αν, όταν μεγάλωναν, δεν αισθάνονταν ότι αυτή ήταν η κλήση τους, η εκπαίδευση που θα είχαν λάβει θα τους έδινε τη δυνατότητα να βρουν την κατάλληλη απασχόληση στο κόσμο. Η ανακούφιση από τον αναλφαβητισμό, ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών, ήταν ακόμα μια από τις φροντίδες της Μεγάλης δούκισσας.

Οργάνωσε κατηχητικό στη μονή για ημιαναλφάβητα και αναλφάβητα κορίτσια και εργάτριες εργοστασίων. Το 1913 κάπου 75 γυναίκες παρακολουθούσαν αυτά τα μαθήματα. Ωστόσο, η βιβλιοθήκη της Μονής ήταν υπερήφανη για τους 2000 τόμους της. Τα βιβλία δανείζονταν δωρεάν και υπήρχαν πάνω από εκατό εξωτερικοί συνδρομητές, που έκαναν χρήση αυτής της υπηρεσίας. Οι φτωχοί σιτίζονταν στις κουζίνες της Μονής, όπου πάνω από 300 γεύματα σερβίρονταν καθημερινά. Το 1913 οι κουζίνες σέρβιραν 139.443 γεύματα. Εκτός της μονής η Μεγάλη δούκισσα οργάνωσε επίσης ένα ίδρυμα για τη φυματική γυναίκα, στο οποίο ήταν πολύ αφοσιωμένη. Μια ακόμη, όμως, φροντίδα της ήταν η λεγόμενη «Συνεισφορά για τα παιδιά». Ενήλικες και παιδιά συγκεντρώνονταν τις Κυριακές στο Παλάτι του Νικολάου για να βοηθήσουν με την εργασία τους τα φτωχά παιδιά. Στην πορεία του έτους 1913 περισσότερα από 1.800 παιδιά ντύθηκαν χάρη στις προσπάθειες αυτής της ομάδας.

Η Μεγάλη δούκισσα δεν παραμελούσε και την πνευματική ανατροφή των Μοσχοβιτών, και γι’ αυτό οργάνωνε πολλές διαλέξεις για το λαό. Κάθε Κυριακή, σε όλη τη διάρκεια των χειμερινών μηνών, γίνονταν εποικοδομητικές ομιλίες στον Καθεδρικό ναό της Αγίας Σκέπης μετά τον Εσπερινό. Έπειτα από την ομιλία, έψαλλαν όλοι μαζί τη βραδινή προσευχή.

Οι αρχιεπίσκοποι, οι επίσκοποι και άλλοι ιεράρχες έρχονταν στη μονή για να κάνουν ομιλίες.

Οι ομιλίες αυτές ήταν τόσο δημοφιλείς που άνθρωποι όλων των κοινωνικών στρωμάτων και επαγγελμάτων συγκεντρώνονταν γύρω από το ναό πολλή ώρα προτού να ανοίξει για τις ακολουθίες.

Αν δεν γινόταν η Επανάσταση, δε χωράει αμφιβολία ότι όλη αυτή η δραστηριότητα που ξεκίνησε από τη Μεγάλη δούκισσα θα είχε συνεχιστεί, και ότι και άλλα ιδρύματα, θα είχαν αναφυεί σε όλη τη Ρωσία με πρότυπο τη μονή του Ελέους Μάρθας και Μαρίας, για το καλό του ρωσικού λαού.

Τα ιστορικά γεγονότα μέχρι τον Νοέμβριο  του 1917

Ωστόσο, τον Αύγουστο του 1914, ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στη Ρωσία και τη Γερμανία. Αλλά παρά τίς προσωρινές επιτυχίες της Ρωσίας το 1915 έφερε τη μια καταστροφική ήττα μετά την άλλη και τα ρωσικά στρατεύματα υποχώρησαν από τη Γαλικία και την Πολωνία. Οι αναταραχές σ’ όλη τη χώρα ήταν μεγάλες. Οι αγορές και τα καταστήματα τροφίμων γρήγορα άρχισαν να αδειάζουν από προμήθειες. Η μονή έπρεπε παρ’ όλα αυτά να συνεχίσει να φροντίζει τους αρρώστους και τα ορφανά και να τρέφει τους φτωχούς. Στο μεταξύ τα ρωσικά στρατεύματα συνέχιζαν να υφίστανται ήττες στο μέτωπο. Η Ρωσία πλησίαζε στην καταστροφή. «Προδοσία» ήταν η λέξη που ακουγόταν παντού. Απίστευτες ιστορίες για την αυτοκρατορική οικογένεια και ιδιαίτερα την αυτοκράτειρα απλώνονταν αστραπιαία σ’ όλες τις πόλεις. Οι εργατικές απεργίες στην πρωτεύουσα εμπόδιζαν τώρα την παραγωγή στα εργοστάσια που δούλευαν για να βοηθούν τις πολεμικές επιχειρήσεις. Στους δρόμους της πόλης ξεσπούσαν αψιμαχίες ανάμεσα σε εργάτες και στρατιώτες.

Ο αυτοκράτορας έφυγε βιαστικά από το αρχηγείο του με τρένο για την Πετρούπολη, αλλά τον σταμάτησαν απροσδόκητα σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό με το παράξενο όνομα «Ντνό» (άβυσσος), μια μακάβρια συγκυρία η οποία εκ των υστέρων προοιώνιζε την πτώση της ισχυρής Ρωσίας στον πυθμένα μιας σκοτεινής αβύσσου.

Ωστόσο, έφθασαν τηλεγραφήματα από τους διοικητές διαφόρων μετώπων, που συνιστούσαν στον αυτοκράτορα να παραιτηθεί. Τα τηλεγραφήματα αυτά παρουσιάσθηκαν από το στρατηγό Ρούζκυ στον τσάρο 2/15η Μαρτίου, κατά τις τρεις η ώρα. Αφού άκουσε την αναφορά του στρατηγού, ο τσάρος πήρε την απόφαση να παραιτηθεί. Αν και είχε στη διάθεση του ένα στρατό δεκαπέντε εκατομμυρίων ανδρών, ο τσάρος Νικόλαος υπέγραψε την πράξη της παραίτησης. Ήταν ολομόναχος˙ δεν υπήρχε κανείς για να τον σταματήσει προτού κάνει αυτό το μοιραίο βήμα. Ο ηγούμενος Σεραφείμ περιγράφει την τελευταία του συνάντηση με τη Μεγάλη δούκισσα, την άνοιξη του 1917, έπειτα από την παραίτηση του τσάρου. Έμεινε έκπληκτος με την εμφάνισή της, είχε αλλάξει πάρα πολύ. Αδυνατισμένη και εξαντλημένη, η ψυχή της βρισκόταν σε οδύνη και δεν μπορούσε να μιλά δίχως να κλαίει. Έβλεπε την άβυσσο μέσα στην οποία έπεφτε η Ρωσία και έκλαιγε πικρά για τη χώρα και το λαό της, στον οποίο είχε αφιερώσει τη ζωή της και είχε υπηρετήσει με τόση ανιδιοτέλεια. Όταν μίλησε για την αυτοκρατορική οικογένεια δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Αλλά έβλεπε επίσης ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και έτσι έπρεπε να το δεχθεί. Έβλεπε τον πόνο της αυτοκρατορικής οικογένειας ως το δρόμο τους για το μαρτύριο.

Κατά κάποιο τρόπο, η εργασία στη μονή συνεχιζόταν. Η Μεγάλη δούκισσα περνούσε πολύ χρόνο καθισμένη στο προσκέφαλο πολλών αρρώστων γυναικών που η κατάστασή τους ήταν κρίσιμη. Έξω από τη μονή, η Μόσχα βρισκόταν σε αναστάτωση και χάος. Σπίτια λεηλατούνταν και καίγονταν, πλήθη κουρέληδων τριγύριζαν μέσα στους δρόμους, ενώ ο αριθμός τους αυξανόταν από τους φυλακισμένους που είχαν απελευθερωθεί και από ψυχασθενείς που είχαν διαφύγει, αλλά η Ελισάβετ δε φοβόταν κανένα. Πάντα προσπαθούσε να βρίσκει θετικά στοιχεία σε όλους, ακόμη και σε εγκληματίες, πιστεύοντας ότι το καλό στην ψυχή ενός ανθρώπου μπορεί να υπερνικήσει τις κακές του τάσεις.

Τον Αύγουστο του 1917 έμαθε ότι ο Κερένσκι είχε εξορίσει τον αυτοκράτορα, την αυτοκράτειρα και τα παιδιά τους στο Τομπόλσκ, γκρεμίζοντας έτσι κάθε ελπίδα για την Ελισάβετ ότι θα τους ξαναδεί. Συνειδητοποίησε επίσης ότι δεν επρόκειτο να γίνει καμία «απελευθέρωση» της πρώην κυβερνώσας οικογένειας. Τους έστειλε γράμματα, αυτοί όμως έλαβαν μόνο ένα. Οι τελευταίες εβδομάδες πριν την πτώση της Προσωρινής Κυβέρνησης βρήκαν τη μονή της Μάρθας και της Μαρίας να γίνεται δημοφιλές κέντρο – όχι τόσο πολύ για τροφές ή ιατρική βοήθεια, αλλά εξαιτίας της Μεγάλης δούκισσας, στην οποία προσέτρεχαν πολλοί άνθρωποι, φορτωμένοι με βάσανα και πόνο, για να ανοίξουν την καρδιά τους. Δεχόταν τους πάντες, τους άκουγε, τους μιλούσε από τις Γραφές, τους έδινε ηθική υποστήριξη. Οι άνθρωποι έφευγαν ενδυναμωμένοι και ειρηνικοί. Αλλά η κατάσταση στη χώρα συνέχισε να χειροτερεύει. Την 7η Νοεμβρίου, 1917, η Προσωρινή Κυβέρνηση έπεσε. Στην κορυφή της γιγαντιαίας πολιτείας στεκόταν τώρα ο Λένιν και οι συνεργάτες του.

Ο δρόμος πρός το μαρτύριο

Εκτός από την αυτοκρατορική οικογένεια, οι Σοβιετικοί είχαν ήδη συλλάβει πολλούς άλλους Ρομανώφ. Επειδή ήξερε ότι η Μεγάλη δούκισσα την αγαπούσαν και τη σέβονταν, φοβόταν ότι, στην περίπτωση της σύλληψης και εκτέλεσής της, θα ξεσπούσαν ταραχές στη Μόσχα κατά του Μπολσεβικού καθεστώτος. Αλλά με μια σειρά από κόλπα και απάτη αποφάσισε να την εξαφανίσει στα γρήγορα από την πόλη, σε κάποιο τόπο όπου θα ήταν σχετικά άγνωστη.

Η Ελισάβετ ένοιωθε ότι το τέλος πλησίαζε γρήγορα. Η μόνη της επιθυμία ήταν να διατηρήσει τη δύναμη του πνεύματος και να παραμείνει, μέχρι τέλους, πιστή στο Χριστό. Πράγματι, τη συνέλαβαν και την απομάκρυναν από τη Μόσχα προτού οι κάτοικοι προλάβουν να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί την τρίτη ημέρα του Πάσχα, του 1918, την ημέρα της εορτής της Εικόνας της Θεομήτορος των Ιβήρων, στην οποία η Μεγάλη δούκισσα είχε μεγάλη αφοσίωση. Την ίδια εκείνη ημέρα, η Αγιότης του, ο πατριάρχης Τύχων, είχε έρθει στη μονή για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Η ηγουμένη στην προσπάθεια της να φαίνεται χαρούμενη, ένοιωθε έναν ενστικτώδη πόνο. Μισή ώρα αργότερα, μετά την αναχώρηση του πατριάρχη, έφθασε ένα όχημα με ένα κομισάριο και στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, οι οποίοι διέταξαν την Ελισάβετ να τους ακολουθήσει.

Η Μητέρα ηγουμένη ευχαρίστησε τρυφερά τις αδελφές της για όλους τους κόπους τους και ζήτησε από τον πατέρα Μητροφάνη να μήν εγκαταλείψει τη μονή και να συνεχίσει να τελεί τις ακολουθίες για όσο καιρό θα μπορούσε. Οι Μπολσεβίκοι επέτρεψαν μόνο σε δύο αδελφές να συνοδεύσουν την ηγουμένη τους : τη Βαρβάρα Γιακόβλεβνα και τήν Αικατερίνα Γιανίσεβα. Λίγο πριν μπει στο όχημα των Τσεκά, στράφηκε και ευλόγησε τις αδελφές μ’ ένα μεγάλο σημείο του σταυρού. Αμέσως την άρπαξαν και εξαφανίστηκαν. Για πάντα.

Μόλις ο πατριάρχης Τύχων έμαθε τί είχε συμβεί, με τη βοήθεια κάποιων εκκλησιαστικών οργανισμών που οι Μπολσεβίκοι ακόμη αναγνώριζαν, άρχισε τις προσπάθειες να πετύχει την απελευθέρωσή της αλλά μάταια. Η Ελισάβετ και οι δύο υποτακτικές της βρίσκονταν πάνω σ’ ένα τρένο και πήγαιναν εξόριστες στο Πέρμ.

Το μακρινό ταξίδι της Μεγάλης δούκισσας από τη Μόσχα στο Πέρμ αποδείχθηκε ότι ήταν ένα πραγματικό μαρτύριο. Δεν της έδωσαν ούτε ένα ποτήρι ζεστό νερό να πιεί, αλλά αγόρασε η ίδια ένα ποτήρι στο σταθμό, ενώ οι συνεπιβάτες της δάνεισαν μια τσαγιέρα.

Φθάνοντας στο Πέρμ, η Ελισάβετ και οι δύο συντρόφισσες της μπήκαν σ’ ένα μοναστήρι. Οι μοναχές λυπήθηκαν ειλικρινά για την ευγενή φυλακισμένη τους και προσπάθησαν να απαλύνουν τις δυσκολίες της. Της επέτρεψαν να παρακολουθεί τις ακολουθίες στην εκκλησία της μονής – πράγμα που γι’ αυτήν ήταν μεγάλη παρηγοριά. Καθ’ οδόν από το Περμ για την Αλαπαγιέφσκη, η Μεγάλη δούκισσα και οι αδελφές πέρασαν λίγες μέρες στο Αικατερινβούργ. Την άνοιξη του 1918 οι Μπολσεβίκοι έφεραν μια καινούργια ομάδα φυλακισμένων στο Αικατερινβούργ : το Μεγάλο δούκα Σέργιο Μιχαήλοβιτς και το γραμματέα του, Φ.Μ.Ρεμέζ˙ τρείς γιούς του Μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου Κωνσταντίνοβιτς – τον Ιωάννη, τον Κωνσταντίνο και τον Ιγκόρ˙ και τον πρίγκιπα Βλαντιμίρ Παλέϋ. Τους έβαλαν όλους σ’ ένα δωμάτιο κάποιου βρώμικου πανδοχείου και όχι μόνο τους μεταχειρίζονταν με εξαιρετική σκληρότητα, αλλά ήταν και υποσιτιζόμενοι.

Όλοι αυτοί οι φυλακισμένοι – με εξαίρεση μόνο την άμεση αυτοκρατορική οικογένεια μεταφέρθηκαν μαζί με τη Μεγάλη δούκισσα Ελισάβετ, στην Αλαπαγιέφσκη την 20η Μαΐου του 1918, όπου τους έβαλαν να μείνουν στη Σχολή Ναπόλναγια στα περίχωρα της πόλης. Την 21η Ιουνίου έγινε μια δραστική αλλαγή για τους φυλακισμένους. Τα χρήματά τους και τα προσωπικά τους αντικείμενα κατασχέθηκαν. Κάθε άσκηση εκτός του περίφρακτου χώρου του σχολικού κτιρίου απαγορεύθηκε. Τέλος στερήθηκαν και τη μόνη τους παρηγοριά : τις εκκλησιαστικές ακολουθίες.

Οι φυλακισμένοι γνώριζαν πια τί τους περίμενε και συνειδητά προετοιμάζονταν γι’ αυτό, ζητώντας από τον Κύριο να δυναμώνει το πνεύμα τους και νά μην επιτρέψει να βεβηλωθούν τα γήϊνα λείψανά τους από τους κομουνιστές, αλλά να βρούν ανάπαυση με την πρέπουσα ταφή σύμφωνα με τα μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Σύντομα υποχρέωσαν όλο το υπηρετικό προσωπικό να φύγει από τη Σχολή με εξαίρεση το Φιόντορ Ρεμέζ, ο οποίος έμεινε με το Μεγάλο δούκα Σέργιο, και την αδελφή Βαρβάρα, η οποία παρέμεινε με την Μεγάλη δούκισσα Ελισάβετ. Το μεσημέρι της 17ης Ιουλίου, ο αξιωματικός των Τσεκά και λίγοι κομουνιστές εργάτες ήρθαν στη Σχολή. Πήραν από τους φυλακισμένους ό,τι χρήματα τους είχαν απομείνει και ανήγγειλαν ότι εκείνη τη νύχτα θα τους μετέφεραν στον επάνω περίβολο του εργοστασίου Σινιατσικένσκυ.

Το απεχθές έγκλημα της Αλαπαγιέφσκης διεπράχθη τη νύχτα της 17ης προς 18η του Ιουλίου, κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας προς τιμήν του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ και ημέρα κατά την οποία γιόρταζε ο σύζυγος της Ελισάβετ, Μεγάλος δούκας Σέργιος. Ξύπνησαν τους φυλακισμένους και τους μετέφεραν πάνω σε κάρρα από ένα δρόμο που οδηγούσε στο χωριό Σινιάτσικα. Κατά μήκος αυτού του δρόμου, κάπου δεκαοκτώ χιλιόμετρα από την Αλαπαγιέφσκη, υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο ορυχείο μετάλλου μ’ ένα λάκκο, βάθους εξήντα μέτρων, που είχαν διαλέξει οι οπαδοί των Τσεκά για το κτηνώδες τους σχέδιο.

Βρίζοντας, φωνάζοντας και χτυπώντας τους φυλακισμένους, οι εκτελεστές – ντόπιοι Μπολσεβίκοι – έριχναν τα θύματά τους σ’ αυτό το ορυχείο. Χωρίς να το γνωρίζουν, ένας χωρικός της περιοχής ήταν μυστικός μάρτυρας όλων όσων συνέβησαν. Η Μεγάλη δούκισσα ήταν η πρώτη που την έριξαν μέσα στη σκοτεινιά του ορυχείου που έχασκε. Ο χωρικός είδε ότι αυτή προσευχόταν φωναχτά και έκανε το σταυρό της, ενώ επαναλάμβανε : «Ἄφες αὐτοῖς, Κύριε, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τους ἄλλους – που όλοι τους ήταν ζωντανοί ακόμα – τους εκσφενδόνισαν κάτω μετά από αυτήν. Αλλά ακριβώς προτού να τους σπρώξουν μέσα στο λάκκο, ο Μεγάλος δούκας Σέργιος είχε αρχίσει να παλεύει και αμέσως πυροβολήθηκε στο κεφάλι˙ ήταν νεκρός προτού το σώμα του φθάσει στον πάτο.

Τότε οι Τσεκά εκσφενδόνισαν χειροβομβίδες κάτω στο φρέαρ. Ο σκοπός τους ήταν να καλύψουν το λάκκο με χώμα για να προσποιηθούν ότι έγινε έκρηξη και να συγκαλύψουν το έγκλημα, αλλά μόνο ένα θύμα, ο Φιόντορ Ρεμέζ πέθανε από τις χειροβομβίδες˙ οι άλλοι πέθαναν με φρικτούς πόνους που προκαλούσαν η δίψα, η πείνα και τα τραύματα.

Η ίδια η Μεγάλη δούκισσα Ελισάβετ δεν έπεσε στον πάτο του λάκκου. Σε δεκαπέντε περίπου μέτρα βάθος, η πτώση της διακόπηκε από κορμούς ξύλων που προεξείχαν. Ο δούκας Ιωάννης έπεσε πάνω στην ίδια προεξοχή τραυματίζοντας το κεφάλι του. Η Μεγάλη δούκισσα, υποφέροντας η ίδια από τραύματα στο κεφάλι, προσέχοντας να μην πέσει, κατόρθωσε μέσα στο κατάμαυρο σκοτάδι να δέσει την πληγή του χρησιμοποιώντας το μοναχικό κάλυμα της κεφαλής της. Ανακουφίζοντας τον πόνο του άλλου, εκπλήρωσε το τελευταίο της έργο του ελέους πάνω στη γη. Αγαπούσε ιδιαίτερα το δούκα Ιωάννη – έμοιαζαν στο πνεύμα, ζούσαν και οι δύο για την αιωνιότητα – και ταίριαζε να είναι μαζί και στο θάνατο.

Ο χωρικός της περιοχής κατέθεσε ότι είχε ακούσει φωνές να βγαίνουν από το ορυχείο, που έψαλλαν το Χερουβικό Ύμνο από τη Θεία Λειτουργία. Την ψαλμωδία κατηύθυνε η Μεγάλη δούκισσα, που συνέχιζε να ψάλλει ύμνους και να λέει λόγους παρηγορίας στους άλλους μέχρι η ψυχή της ν’ αφήσει το σώμα της για να ανεβεί ψηλά, όπου χαιρετίσθηκε από άλλες, παραδείσιες μελωδίες, ενώ πάνω από το κεφάλι της έλαμπε το στέμμα της μάρτυρος.

Μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο, η αυτοκρατορική οικογένεια εκτελέστηκε χωρίς πολλές διατυπώσεις στο υπόγειο του σπιτιού-φυλακής τους το Αικατερινβούργ και τα σώματά τους τα μετέφεραν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο φρέαρ ορυχείου για να απαλλαγούν απ’ αυτά.

Όταν τον Οκτώβριο ο Λευκός Στρατός κατέλαβε την Αλαπαγιέφσκη ανακάλυψε τα πτώματα. Η Μεγάλη δούκισσα ήταν σοβαρά μωλωπισμένη : υπήρχε ένας μώλωπας στο μέγεθος παλάμης ενός ενήλικα στον αριστερό της κρόταφο˙ οι υποδόριοι ιστοί, οι μύες και ο κρανιακός θόλος είχαν επίσης μωλωπισθεί˙ τα οστά του κρανίου ήταν άθικτα. Δίπλα στη μάρτυρα βρίσκονταν δύο χειροβομβίδες που δεν είχαν εκραγεί˙ ο Παντοδύναμος δεν επέτρεψε το σώμα της εκλεκτής Του να κομματιαστεί. Στο στήθος της βρέθηκε μια εικόνα του Σωτήρος. Δεν ξέρουμε σίγουρα ποιός «τύπος» εικόνας ήταν, αλλά πολύ πιθανόν να ήταν η εικόνα με την οποία την είχε ευλογήσει ο τσάρος Αλέξανδρος ΙΙΙ, όταν έγινε Ορθόδοξη˙ σκεπασμένη με πολύτιμους λίθους, έφερε την επιγραφή : «Κυριακή τῶν Βαΐων, 13 Απριλίου 1891», την ημερομηνία της μεταστροφής της. Την είχε κρύψει αυτή την εικόνα πάνω της για να μην την ανακαλύψουν οι πράκτορες των Τσεκά, και χωρίς αμφιβολία την κρατούσε σφιχτά κατά τη διάρκεια της μακράς επιθανάτιας αγωνίας. Τα δάκτυλα του δεξιού της χεριού, ακριβώς όπως και της μοναχής Βαρβάρας και του δούκα Ιωάννη, ήταν κλεισμένα μαζί σαν να ήταν έτοιμα να κάνουν το σημείο του σταυρού, ή ίσως να τον είχαν ήδη κάνει προτού ο θάνατος να φέρει την ακαμψία στα απλωμένα χέρια τους.

Μετά από τη νεκροψία που έγινε από έμπειρους ιατρούς, έπλυναν τα σώματα με ευλάβεια, τα έντυσαν με λευκά σάβανα που ήταν καλυμμένα με επίστρωση κεριού και τα τοποθέτησαν σε απλά ξύλινα φέρετρα στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου στην Αλαπαγιέφσκη. Εκεί, έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία και οι Ψαλμοί διαβάζονταν συνεχώς στους νεκρούς.

Μετά από μια ολονύκτια αγρυπνία στις 18 Οκτωβρίου, που αφιερώθηκε στους μάρτυρες, με τον αργό ρυθμικό χτύπο από τις καμπάνες και τον εθνικό Ύμνο που έπαιζε μια στρατιωτική μπάντα, τα φέρετρα μεταφέρθηκαν στην κρύπτη του καθεδρικού, στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας. Οι μάρτυρες όμως της Αλαπαγιέφσκης δεν επρόκειτο να βρούν την αιώνια ανάπαυση εδώ. Ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυε επιθέσεις, και έγινε επομένως επιτακτική η ανάγκη να μεταφερθούν τα λείψανα σε ασφαλέστερο μέρος.

Ο πατήρ Σεραφείμ τοποθέτησε τα οκτώ φέρετρα πάνω σ’ ένα φορτηγό τρένο την 1η Ιουλίου, 1919˙ προορισμός τους : η Τσίτα με τη σιδηροδρομική γραμμή του Ανατολικού Σιβηριανού. Έπειτα από ένα απίστευτα δυσχερές ταξίδι με το ίδιο φορτηγό αυτοκίνητο στο οποίο βρισκόταν τα φέρετρα, έφθασαν τελικά τον Αύγουστο και με τη βοήθεια Ρώσων και Ιαπώνων αξιωματικών, ο πατήρ Σεραφείμ μετέφερε τα φέρετρα στη μονή της Αγίας Σκέπης.

Εδώ, τα φέρετρα ανοίχτηκαν. Το σώμα της αγίας Νεομάρτυρος Ελισάβετ δεν έφερε σημεία αποσύνθεσης. Οι μοναχές έπλυναν τα σώματα της Μεγάλης δούκισσας και της μοναχής Βαρβάρας και τα έντυσαν με μοναχικά ενδύματα. Μυστικά, για να μη μάθουν οι κομουνιστές τί συμβαίνει, ο πατήρ Σεραφείμ και οι δύο δόκιμοι μοναχοί του, έσκαψαν ένα μεγάλο, όχι πολύ βαθύ τάφο στο δάπεδο ενός από τα μοναχικά κελλιά, τοποθέτησαν αυτά τα οκτώ φέρετρα δίπλα-δίπλα, και τα σκέπασαν με ένα στρώμα από χώμα. Ο πατήρ Σεραφείμ τότε ζούσε σ’ αυτό το κελλί ο ίδιος, ένα είδος «φρουρού-προστάτη» των αγίων λειψάνων.

Πράγματι, σύμφωνα και με τη μαρτυρία της πρώην Μητέρας Βαρβάρας, ηγουμένης της Μονής Γεθσημανή στην Ιερουσαλήμ, η Αγία Ελισάβετ εμφανίστηκε στον πατέρα Σεραφείμ αρκετές φορές καθώς αυτός συνόδευε τα λείψανα των Μαρτύρων της Αλαπαγιέφσκης. Αλλά οι απειλές μιας επικείμενης προέλασης του Κόκκινου Στρατού σ’ αυτή την περιοχή δημιούργησαν την ανάγκη να μεταφέρουν και πάλι τα ιερά σώματα για να εμποδίσουν την κατάσχεση και τη βεβήλωσή τους. Αυτή τη φορά, όμως, θα τα μετέφεραν έξω από τη μητρική γη. Την 26η Φεβρουαρίου 1920, μέσα στο φοβερό παγετό του χειμώνα, έγινε η αναχώρησή τους.

Με μυστικότητα, τελικά, τα φέρετρα έφθασαν τον Απρίλιο στο Πεκίνο, όπου τα υποδέχτηκε ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, όπου τα τοποθέτησαν προσωρινά σε μια από τις κρύπτες του κοιμητηρίου της ιεραποστολής. Η πριγκίπισσα Βικτωρία, όμως, κανόνισε ώστε τα δύο φέρετρα (της Μεγάλης δούκισσας και της αδελφής Βαρβάρας), να φύγουν από το Πεκίνο για το λιμάνι του Τιεντσίν και από εκεί να μεταφερθούν με πλοίο στη Σανγκάη και έπειτα στο Πόρτ Σάϊντ στην Αίγυπτο, όπου έφθασαν τον Ιανουάριο του 1921. Και όπως, είχε προγραμματισθεί, τα φέρετρα τα προϋπάντησαν στην Ιερουσαλήμ Ρώσοι και Έλληνες κληρικοί καθώς και Βρετανοί αξιωματούχοι, ο λαός του τόπου και Ρώσοι προσκυνητές που είχαν αποκλεισθεί παραμένοντας στους Αγίους Τόπους εξ αιτίας της Κομμουνιστικής Επανάστασης. Ο πατριάρχης Δαμιανός, βοηθούμενος από πολυάριθμους κληρικούς, τέλεσε την επίσημη επικήδεια ακολουθία. Ο Παλαιολόγος μαρτυρεί ότι δίπλα στο φέρετρο της Μεγάλης δούκισσας Ελισάβετ, στα πόδια της, τοποθετήθηκε μία μικρή λειψανοθήκη που περιείχε τον καρπό του χεριού του συζύγου της, του Μεγάλου δούκα Σεργίου.

Το 1981 , η Σύνοδος των αρχιεπισκόπων και επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Εξωτερικού όρισε όλοι οι μάρτυρες και ομολογητές της Ορθοδόξου Πίστεως, που είχαν υποφέρει στα χέρια των αθέων στη Ρωσία, να γραφούν στο ημερολόγιο των αγίων.

Η αγιοκατάταξη αυτή έγινε την 1η Νοεμβρίου 1981, στο Συνοδικό Καθεδρικό ναό της Παναγίας του Συμβόλου, στην πόλη της Νέας Υόρκης, που είναι έδρα του πρώτου ιεράρχη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Εξωτερικού.

Αρκετούς μήνες πρίν από αυτό το γεγονός, οι τάφοι της Μεγάλης δούκισσας Ελισάβετ και της υποτακτικής της, στην Ιερουσαλήμ, ανοίχτηκαν και εξετάστηκαν από μία ειδική εκκλησιαστική επιτροπή. Όταν, μάλιστα, ανοίχτηκε το φέρετρο της Μεγάλης δούκισσας Ελισάβετ το δωμάτιο ξαφνικά πλημμύρισε από ευωδία, που κάποιος αυτόπτης μάρτυς περιέγραψε ως «ένα δυνατό άρωμα, από κάτι ανάμεσα στο μέλι και το γιασεμί». Τα λείψανα, ωστόσο, των δύο μαρτύρων ήταν μερικώς άφθαρτα. Τα πόδια και τα πέλματα της αγίας Ελισάβετ ήταν άθικτα, το ίδιο και ο εγκέφαλός της μέσα στο κρανίο. Το κεφάλι της αγίας Βαρβάρας ήταν καλά διατηρημένο. Και τα δύο ήταν ντυμένα με μαύρα ράσα, και το πρόσωπο της αγίας Ελισάβετ ήταν σκεπασμένο με ένα πέπλο. Ένας μεγάλος μοναχικός σταυρός, βρισκόταν πάνω στο στήθος της. Στο χέρι της κρατούσε κομποσχοίνι, και ένας απλός μεταλλικός σταυρός ήταν περασμένος στο λαιμό της. Επίσης υπήρχαν μερικές μεταλλικές εικόνες μέσα στο φέρετρο.

Πάντως, ο σημερινός Ορθόδοξος προσκυνητής στην Ιερουσαλήμ θα γονατίσει φυσικά μπροστά στον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου και σε άλλους αγίου τόπους. Αλλά τώρα μπορεί επίσης να πάει και στην εκκλησία της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής και να γονατίσει μπροστά στους τάφους των Αγίων Ελισάβετ και Βαρβάρας. Εδώ τα κεριά και οι ακοίμητες λαμπάδες καίουν συνεχώς και μέσα από το ευωδιαστό θυμίαμα, θα ακούσει τον αντίλαλο του ύμνου : Ἅγιες Νεομάρτυρες Μεγάλη δούκισσα Ἐλισάβετ και Μοναχή Βαρβάρα πρεσβεύσατε τῷ Θεῷ ὑπέρ ἡμῶν!

«Είναι ευκολώτερο το αδύναμο άχυρο να αντισταθεί

στη δυνατή φωτιά,

παρά η φύση της αμαρτίας να αντισταθεί

στη δύναμη της αγάπης.

Εμείς πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτή την αγάπη

στις ψυχές μας,

για να μπορέσουμε να συγκαταριθμηθούμε

μαζί με όλους τους αγίους,

γιατί αυτοί ήταν σε όλα ευάρεστοι στο Θεό

μέσω της αγάπης τους προς τον πλησίον»

Αγία Ελισάβετ

[1] Όταν οι Μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία, ο Λένιν, περνώντας από ‘κεί, είδε το σταυρό. Τότε ζήτησε ένα σχοινί, έκανε μια θηλειά, την έριξε πάνω στο σταυρό, και με τη βοήθεια των συντρόφων του, τράβηξε το σταυρό κάτω και τον κατέστρεψε.

Απότο ομώνυμο βιβλιο-Εκδόσεις Σεραφείμ Σάρωφ

Πραγματοποίησαν μεταμόσχευση οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός;

Η πρώτη μεταμόσχευση από τους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό;

Ο κ. Βασίλειος Κέκης, καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής χειρούργος του «Ιατρικού Κέντρου Αθηνών» έζησε στη Βοστόνη Αμερικής το 1962, μια έντονη θρησκευτική εμπειρία, σε σχέση με θαυμαστές θεραπείες των Αγίων Αναργύρων, τις οποίες αναφέρουμε στην συνέχεια, όπως τις κατέγραψε ο ίδιος, προς δόξα του Θεού και τιμήν των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού.

Τον Μάιο του 1962 μεταφέρθηκε επειγόντως στο τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης στην Βοστόνη Αμερικής, ένα μικρό αγόρι ηλικίας δώδεκα ετών στο οποίο είχε αποκοπεί το δεξί του χέρι λίγο πιο κάτω από τον ώμο μετά από ένα τροχαίο ατύχημα.

Μετά από επιτυχή χειρουργική επέμβαση επετεύχθη η ανασυγκόλληση του άκρου και μετά από λίγο καιρό ο μικρός μαθητής επανήλθε στην ομάδα μπέιζ-μπολ του σχολείου του.

Μετά την επιτυχία αυτή, ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος της Αμερικής θέλησε να λάβει λεπτομέρειες για το γεγονός και γι’ αυτό από το Νοσοκομείο οργανώθηκε Press conferences μετά των χειρούργων, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην εγχείρηση αυτή.

Κατ’ αρχήν, ένας από τους δημοσιογράφους ρώτησε εάν το Mass. General Hospital διεκδικούσε την προτεραιότητα για ένα τέτοιο είδος χειρουργικής επέμβασης.

Τότε προς έκπληξη όλων ο διευθυντής του Νοσοκομείου, χειρούργος E.D. Churchill απάντησε ως εξής:

«Όχι, δεν διεκδικούμε τέτοια προτεραιότητα, διότι μια άλλη ομάδα γιατρών οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός περί το 400 μ.Χ. ακρωτηρίασε το κάτω άκρο ενός άνδρα, το οποίο έπασχε από γάγγραινα και το αντικατέστησε με ενός άλλου υγιούς από ένα Άραβα, ο οποίο μόλις είχε πεθάνει».

Το περιοδικό του Μ.G. Hospital δημοσίευσε τότε ένα ζωγραφικό πίνακα του 14ου αιώνα με θέμα «Το θαύμα του μαύρου Ποδιού», των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού.

Το ιατρικό περιοδικό Spectrum της εταιρείας «Pfizer», θέλοντας να δημοσιεύσει έναν έγχρωμο πίνακα με το θαύμα, ανακάλυψε ότι υπάρχουν πλέον των 1500 ζωγραφικών πινάκων της εποχής της Αναγέννησης στα διάφορα μουσεία και εκκλησίες της Ευρώπης, οι οποίοι απεικονίζουν το γεγονός της μεταμοσχεύσεως του μέλους από τους αγίους Κοσμά και Δαμιανό.

Το θαύμα
Κάποιος προσθληθής από γάγγραινα του δεξιού κάτω άκρου εκοιμήθη μία νύχτα στην Βασιλική των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού στην Ρώμη.
Οι ιατροί αδελφοί εμφανίστηκαν σ’ αυτόν κατά την διάρκεια του ύπνου έχοντας μαζί του φάρμακα και χειρουργικά εργαλεία.
Ο ένας εκ των αδελφών ακρωτηρίασε το κάτω άκρο του αρρώστου πάνω από το γόνατο.
Ο άλλος πήγε στο κοιμητήριο του Αγίου Πέτρου στο Chains και αφού απέκοψε το άκρον ενός Άραβα ο οποίος είχε ταφεί την ίδια μέρα, το έφερε και το συνεκόλλησε στην θέση του ακρωτηριασθέντος άκρου του αρρώστου.
Το πάσχον άκρο τοποθετήθηκε στο τάφο πλησίον του νεκρού Άραβα.
Την επόμενη μέρα το πρωί ο ασθενής αντελήφθη ότι το πόδι του πράγματι είχε αντικατασταθεί από ένα υγιές μαύρο άκρο και ανέφερε το νυκτερινό όραμα.
Μερικοί αμφισβήτησαν τα λεγόμενά του και επήγαν στον τάφο του Άραβα, τον οποίον όταν άνοιξαν βρήκαν πλησίον του σώματος του νεκρού το γαγγραινώδες άκρο του αρρώστου.

Η διάδοση του θαύματος
Το θαύμα διαδόθηκε μέσα από ένα πλήθος ζωγραφικών πινάκων .
Το 1438 ο ζωγράφος Fra Angelico ειδικά μισθώθηκε από τον Cosimo για την απεικόνιση ζωγραφικών πινάκων με θέματα από τη ζωή των Αγίων.

Τους πίνακες αυτούς τους βρίσκει σήμερα ο επισκέπτης στο Μουσείο του Αγίου Μάρκου στη Βενετία της Ιταλίας.


Πολλοί άλλοι υπάρχουν στην πινακοθήκη του Μονάχου, την Ακαδημία της Φλωρεντίας, το Λούβρο των Παρισίων και σε διάφορες εκκλησίες της Ευρώπης.

Και στην Ελλάδα στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων Βέροιας, βρίσκεται μια αγιογραφία-τοιχογραφία που απεικονίζει το θαύμα του «Μαύρου ποδιού».
Σήμερα εικόνες του θαύματος του «Μαύρου ποδιού» μπορούμε να βρούμε στις πρώτες σελίδες των περισσότερων κλασσικών βιβλίων Μεταμοσχεύσεων με σχόλια σχετικά για την πρώτη γνωστή κι επιτυχημένη αλληλομεταμόσχευση έστω και υπό την αναφορά ενός θαύματος.

ΜΥΘΟΣ Ή ΘΑΥΜΑ Η «ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΠΟΔΙΟΥ» ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ;
του κ.Αθανασίου Β. Αβραμίδη, Καρδιολόγου – Καθηγητή Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πολλά προβλήματα έχουν δημιουργηθεί κατά καιρούς…»[1], ώστε να προκύπτουν αμφισβητήσεις για τον χαρακτηρισμό ενός γεγονότος ως θαύματος. Ενίοτε μάλιστα, χωρίς καν την πραγματική ύπαρξη εξ αντικειμένου του κάποιου γεγονότος. Αλλά και χωρίς να μαρτυρείται καταλλήλως και επαρκώς. Ένα δε από αυτά είναι το της «μεταμοσχεύσεως του μαύρου ποδιού», το εκ παραδόσεως αποδιδόμενο στους αγίους ιατρούς Κοσμά και Δαμιανό. Παρακαλώ δε να μη θεωρηθεί ως ασέβεια εκ μέρους μου προς τους αγίους η ενασχόληση μου με αυτό το θέμα.

Α’
Στο βιβλίο Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ι.Σ.Ε.Ε.), με πρόεδρο και τότε της Επιτροπής Βιοηθικής της Ι.Σ.Ε.Ε. τον τότε Αρχιμανδρίτη και νυν Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαο Χατζηνικολάου, υπάρχει στο εξώφυλλο η εικόνα των αγίων Κοσμά και Δαμιανού, οι οποίοι προβαίνουν στη μεταμόσχευση του «μαύρου ποδιού» σε ένα λευκό ασθενή.

 

Στα «Συναξάρια» υπάρχουν τρία ζεύγη αδελφών ιατρών Κοσμά και Δαμιανού:

1. Το ζεύγος των αδελφών ιατρών Κοσμά και Δαμιανού, οι οποίοι έζησαν στη Αραβία. Είναι γνωστοί ως οι «Άραβες». Θανατώθηκαν δι’ αποκεφαλισμού επί αυτοκράτορος Διοκλητιανού το 292 μ.Χ., όταν ο Ρωμαίος Διοικητής της περιοχής ήταν ο Λυσίας. Εορτάζονται στις 17 Οκτωβρίου.

2. Οι άγιοι αδελφοί Κοσμάς και Δαμιανός, οι οποίοι έζησαν στην περιοχή της Κιλικίας της Μικράς Ασίας, γνωστοί ως οι «ασιάτες». Ετελεύτησαν εν ειρήνη και εορτάζονται την 1η Νοεμβρίου.

3. Οι αδελφοί Κοσμάς και Δαμιανός, οι επιλεγόμενοι «ρωμαίοι».

Β’
Σ’ εμάς τους Έλληνες, ως Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός, περισσότερο γνωστοί είναι οι δύο αδελφοί γιατροί, οι οποίοι έζησαν και μαρτύρησαν στη Ρώμη το 284 μ.Χ. και εορτάζονται την 1η Ιουλίου. Περί αυτών δε ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος Χατζηνικολάου, στο βιβλίο του Αλλήλων Μέλη, 2005, στο κεφ. «Ο ρόλος της Ιατρικής» γράφει τα εξής (σ. 120-123):

«…Χαρακτηριστικά αποδίδονται στους αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό αρκετές τολμηρές εγχειρήσεις, μάλιστα δε και η πρώτη μεταμόσχευση»… «Το περιστατικό (αυτό) της μεταμόσχευσης αναφέρεται στη Δυτική κυρίως παράδοση για τον ευνόητο λόγο ότι συνέβη στη Ρώμη και αφορά τους Ρωμαίους αγίους».

Σύμφωνα με αυτό, που είναι γνωστό ως το «θαύμα του μαύρου ποδιού», η εκκλησία που έκτισε ο πάπας Φήλιξ στη Ρώμη προς τιμήν των δύο αγίων, είχε κάποιον φύλακα, του οποίου το πόδι αχρηστεύτηκε από καρκίνο. Ο ευλαβής φύλακας είδε στον ύπνο του τους αγίους Κοσμά και Δαμιανό να του εμφανίζονται με αλοιφές και να συζητούν τη θεραπεία του.

- Λέγει ο ένας άγιος: «Πού θα βρούμε υγιείς σάρκες για να βάλουμε στη θέση των σάπιων που θα κόψουμε;»

- Απαντά ο άλλος: «Σήμερα έθαψαν έναν Μαυριτανό στο κοιμητήριο του Saint-Pierre-aux-Liens. Ας πάρουμε ένα από τα πόδια του και να το δώσουμε στον διακονητή».

Οι δύο άγιοι έδωσαν στο φύλακα το πόδι του Μαυριτανού και επέστρεψαν στον τάφο το πόδι του αρρώστου. Εκείνος, όταν ξύπνησε και είδε ότι είχε θεραπευθή, διηγήθηκε σε όλους το όραμά του και το θαύμα που του συνέβη. Τότε έτρεξαν στον τάφο του Μαυριτανού και διεπίστωσαν ότι ένα από τα πόδια του έλειπε και στη θέση του βρισκόταν το άρρωστο πόδι του φύλακα.

Ο Σεβ. Μεσογαίας Νικόλαος, αμέσως εν συνεχεία παραθέτει μια διαφορετική εκδοχή του θαύματος (σ. 122), η οποία θέλει κάποιον δούλο, που το πόδι του έπασχε από γάγγραινα και είχε αρχίσει να μυρίζει, να επισκέπτεται τους αγίους στο σπίτι τους. Οι δύο αδελφοί τον έστειλαν στην εκκλησία να προσευχηθεί. Κατά την έκτη ώρα της νυκτός, ο άγγελος Γαβριήλ εμφανίζεται στους αγίους και τους διατάζει να πάνε στην εκκλησία του αγίου μάρτυρος Κοινοβιάρχου. Εκεί θα εύρισκαν έναν άνθρωπο θαμμένο εδώ και μερικές μέρες· τους πρόσταξε να του κόψουν το δεξί πόδι και με αυτό να αντικαταστήσουν το άρρωστο του δούλου που προσευχόταν στην εκκλησία…

Οι δύο ιατροί έκοψαν το πόδι του νεκρού, έκοψαν και το σάπιο πόδι του αρρώστου από το γόνατο και κάτω και μετά τοποθέτησαν το άρρωστο πόδι του πτώματος επικαλούμενοι το όνομα της Αγίας Τριάδος. Η θεραπεία ήταν άμεση, διαπιστώθηκε από τον άρρωστο και επιβεβαιώθηκε από τον περίγυρό του (σ.σ. στην εκδοχή αυτή μπορεί να αναφέρεται κανείς σε θαύμα, επ’ ουδενί όμως λόγω σε εγχείρηση μεταμοσχεύσεως).

Αναφέρει ο Σεβασμιώτατος και μια τρίτη εκδοχή (σ. 123). Αντί για δούλο μιλάει για κάποιον διάκο Ιουστίνο (Justinien).

Το θαύμα αυτό έχει εμπνεύσει ιδιαίτερα τη δυτική εικονογραφία. Οι ζωγραφικοί πίνακες που απεικονίζουν το συγκεκριμένο θαύμα των δημοφιλών αυτών αγίων και διαφυλάσσονται σε διάφορα μουσεία και σε ναούς της Ευρώπης, ξεπερνούν τον αριθμό των 1500, ο παλαιότερος των οποίων είναι του 1270. Μάλιστα, στη βασιλική την οποία έκτισε προς τιμήν τους ο πάπας Φήλιξ ο 4ος περί το 530 επί της ιεράς οδού, πλησίον της Αγοράς στη Ρώμη, φυλάσσονται τα ιερά λείψανα τους, τα οποία σχετίζονται με το παραπάνω θαύμα, γνωστό ως «θαύμα του μαύρου ποδιού». Είναι δε ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι, τα λείψανα αυτά είχαν μεταφερθεί προηγουμένως από τον Κύρο στην Κωνσταντινούπολη από τον Ιουστινιανό, δύο αιώνες μετά την κοίμησή τους, σε ναό τον οποίο έκτισε προς τιμήν τους. Από εκεί δε μεταφέρθηκαν στη Ρώμη τον 6ον αιώνα.

Γ’
Είναι ενδιαφέρον ότι περί των ανωτέρω αυτών ο Σεβασμιώτατος Νικόλαος παραπέμπει στο άρθρο του χειρουργού Β. Κέκη: «Οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός, Η πρώτη μεταμόσχευση», Σύγχρονη Ιατρική Ενημέρωση, Ιαν-Μαρτ. 2002, 5:77-82, το οποίο μάλιστα έχει ανατυπωθεί από το περιοδικό Φωτεινή Γραμμή (τ. Απρ. – Μαΐου 2004, πρβλ. υποσ. 1 του παρόντος άρθρου) προκειμένου να απαντήσει σε επικρίσεις αναγνωστών, επειδή στο εξώφυλλο του τεύχους Οκτ-Δεκ. 2003 έθεσε ζωγραφικό πίνακα από το Μουσείο του Λούβρου, στον οποίο, κατά τη λεζάντα, παριστάνονται «οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός στο προσκέφαλο του αρρώστου Μαυριτανού μετά την θαυματουργική ανασυγκόλληση της κνήμης του».

Στο άρθρο του αυτό ο Κέκης αναφέρει ότι και «στην Ελλάδα, στον Ναό των Αγίων Αναργύρων Βεροίας, ευρίσκεται μία αγιογραφία – τοιχογραφία, που απεικονίζει το θαύμα του ‘’μαύρου ποδιού’’». Γράφει δε ακόμη ότι, και «σήμερα, εικόνες του θαύματος του ‘’μαύρου ποδιού’’ μπορούμε να βρούμε στις πρώτες σελίδες των περισσοτέρων κλασσικών βιβλίων Μεταμοσχεύσεων με σχόλια σχετικά για την πρώτη γνωστή και επιτυχή μεταμόσχευση, έστω και υπό την αναφορά ενός θαύματος». (σ.σ. ωσάν δηλαδή να προβαίνει σε κάποια φιλόφρονα παραχώρηση).

Δ’
Ο καθηγητής της Πυρηνικής Φυσικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Κ. Καρακατσάνης, στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του «Εγκεφαλικός Θάνατος» και Μεταμοσχεύσεις Οργάνων, ιατρική και φιλοσοφική θεώρηση, 3η έκδοση, 2008 (πρόκειται για ένα καταπληκτικό βιβλίο ενημέρωσης στα των μεταμοσχεύσεων), διερεύνησε το θέμα «θαύμα», το φερόμενο ως τελεσθέν από τους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό. Αυτό δε επειδή, όπως γράφει, «πολλοί προσκομίζουν ως επιχείρημα ότι είναι θεάρεστη πράξη η μεταμόσχευση οργάνων από νεκρούς».

Όμως, δεν ανεύρε το «θαύμα» αυτό σε Ορθόδοξο Συναξαριστή. Γράφει δε (σελίδες 192-193) τα εξής:

«Από την Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, στο Άγιον Όρος, πληροφορήθηκαμε ότι το αναφερόμενο αυτό ‘’θαύμα’’ βρίσκεται σ’ ένα χειρόγραφο κείμενο, Codex Vallicellianus F 16 (U de Deubner), MCD. 48 (αυτό αναγράφεται στην ανέκδοτη διατριβή του Γάλλου ιατρού Jean Nourry). Παραλλαγή του ιδίου ‘’θαύματος’’ έγινε γνωστή στη Δυτική Χριστιανοσύνη , διότι βρίσκεται στην Legende Dorée του Jacques de Vorragine (14ος αιών), και επίσης δημοσιεύεται στην Historie Des Saints et De La Saintete Chretienne, Tome II, La Semence Des Martyrs 33-313, Department Histoire Chretienne, HACHETTE, Paris 1987, σελ. 120. Όλες, δηλαδή, οι πηγές του αναφερόμενου αυτού θαύματος είναι Δυτικής προελεύσεως, χρονολογούμενες μετά το σχίσμα … το ‘’θαύμα’’ αυτό δεν μαρτυρείται στους συναξαριστές της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας».

Συμπεράσματα
Οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός της Ρώμης, λανθασμένως αναφέρονται ως ενεργήσαντες εγχείρηση μεταμοσχεύσεως του ποδιού του Μαυριτανού στο πάσχον από καρκίνο πόδι του «φύλακα» του ναού.

Ο φύλακας «είδε στον ύπνο του» τους δύο αυτούς αγίους να τον χειρουργούν. Μετά δε την αφήγηση της τέτοιας «θεραπείας» του από τον καρκίνο του, έγινε η «διαπίστωση της ιάσεως». Και ακολούθησε ο συμπερασμός ότι επρόκειτο περί «θαύματος» των αγίων Κοσμά και Δαμιανού της «Ρώμης», κατά τους Δυτικούς.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, το «θαύμα» αυτό ουδόλως μαρτυρείται από τους συναξαριστές της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτό είναι ένα στοιχείο εξ εκείνων τα οποία εγείρουν αμφισβητήσεις –εκτός και από διάφορα άλλα. Ενώ άλλοι διερωτώνται μήπως πρόκειται και περί «μύθου».

Οπωσδήποτε, πάντως, στην περίπτωση του «φύλακα του ναού», δεν επρόκειτο για επίτευγμα «εγχειρήσεως μεταμοσχεύσεως», πραγματοποιηθείσης υπό των αγίων Κοσμά και Δαμιανού. Επομένως, χρειάζεται και η αρμόζουσα σύνεση, όταν αναφερόμεθα σε αυτό το περιστατικό. Είτε ως επιστήμονες είτε ως εκκλησιαστικοί ταγοί. Και να μην εμφανίζουμε τους αγίους Κοσμά και Δαμιανό ως ενεργήσαντες στην πράξη, δηλαδή, «επί της χειρουργικής τραπέζης»…την «πρώτη μεταμόσχευση», προ πολλών μάλιστα εκατοντάδων ετών. Διότι αυτό δεν είναι αληθές.

Οι πιστοί δεχόμεθα το θαύμα και πιστεύουμε στα θαύματα. Δεν γνωρίζω, βεβαίως, εάν είναι επαρκής λόγος για την απόρριψη ενός θαύματος, το ότι δεν αναφέρεται από τους Συναξαριστές της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Για όλα τα άλλα, τα οποιαδήποτε «άλλα», υπάρχουν οι αρμόδιοι να τα εκτιμήσουν. Εμείς δε οι πιστοί, ας εναποθέσουμε τα πάντα με εμπιστοσύνη στα «χέρια του Θεού»!

[1]. Στο περιοδικό Φωτεινή Γραμμή δημοσιεύθηκε εκτεταμένο άρθρο του καθηγητού της καρδιολογίας Παύλου Τούτουζα με τίτλο «Από την ιστορία της καρδιολογίας» (τευχ. 17ο, Οκτ.-Δεκ. 2003, σ.σ. 8-41). Στη 18η σελίδα του άρθρου διαβάζουμε: «…Θα υπήρχαν βέβαια και εξαιρέσεις, ονομαστοί γιατροί, όπως οι δίδυμοι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός, να βλέπουν τον φτωχό, να χειρουργούν, αλλά εκείνοι ενεργούν με τις αρχές του Χριστιανισμού τον 6ον μ.Χ. αιώνα» (Μαρκέτος 1993). Ουδέν έτερον από τον Π. Τούτουζα περί των αγίων αυτών στο άρθρο του.

Στο εξώφυλλο του περιοδικού αυτού, ετέθη ζωγραφικός πίνακας παρμένος από το Μουσείο του Λούβρου, κάτω από τον οποίο υπάρχει η εξής λεζάντα: ΑΓΙΟΙ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Και οι δύο στο προσκέφαλο του Μαυριτανού μετά την θαυματουργική ανασυγκόλληση της κνήμης του. (Μουσείον του Λούβρου).

Εκ του πίνακος αυτού, δυτικής προφανώς τεχνοτροπίας, «σκανδαλισθέντες» τινές διεμαρτυρήθησαν, χαρακτηρίζοντες το ορθόδοξο αυτό περιοδικό και ως… «παπικόν».

——————————————————————————————–

Κωνσταντίνος Καρακατσάνης, αναπληρωτής καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Πυρηνικής Ιατρικής, του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

(Επιστολή προς το περιοδικό “ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ”)

Αιδεσιμολογιώτατε π. Θεόδωρε, ευλογείτε,

Στο τεύχος 4 του Περιοδικού Θεοδρομία του έτους 2008 δημοσιεύ θηκε άρθρο του συναδέλφου κ. Αθανασίου Αβραμίδη με τίτλο: «Μύ θος ή θαύμα; Η μεταμόσχευση τον μαύρου ποδιού υπό των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού», σελ. 524-529.
Στο προαναφερθέν άρθρο του ο κ. Αβραμίδης αναφέρεται, στη Δ’ ενότητα, σε ημέτερο πόνημα στο οποίο αναγράφονται ορισμένες πλη ροφορίες για το αναφερόμενο αυτό «θαύμα». Προς πληρέστερη ενη μέρωση των αξιότιμων αναγνωστών σας, σχετικώς προς το «θαύμα» αυτό, επιθυμώ να προσθέσω τα ακόλουθα:

1. Εξ όσων γνωρίζω, όλοι οι συγγράψαντες ή ασχοληθέντες με το αναφερόμενο αυτό «θαύμα» στον ελλαδικό χώρο εχρησιμοποίησαν ως αναφορά το άρθρο του χειρουργού κ. Β. Κέκη, «Οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός, Η πρώτη Μεταμόσχευση», Σύγχρονη Ιατρική Ενημέρω ση, Ιανουάριος-Μάρτιος, 2002, τ. 5, σελ. 77-82. Το άρθρο αυτό, μεταγλωττισμένο στη δημοτική, αναδημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Φωτεινή Γραμμή (τ. Απριλίου-Μαΐου 2004).

2. Ασχοληθείς επί δεκαετία και πλέον -επί ιατρικού και θεολογικού επιπέδου- με το θέμα του «εγκεφαλικού θανάτου» και των μεταμοσχεύ σεων ζωτικών οργάνων, ουδαμού ανεύρον τοιούτον «θαύμα». Εμελέτησα, λοιπόν, το άρθρο του κ. Β. Κέκη και ανεύρον τις (επτά από τις εννέα -δεν ανεύρον δημοσίευμα μιας ημερήσιας εφημερίδος και ενός γενικού περιεχομένου περιοδικού, «Επίκαιρα») βιβλιογραφικές ανα φορές -μεταξύ των οποίων μία σε βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου του Λονδίνου και μία σε Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης- στις οποίες το άρθρο αυτό παρέπεμπε. Το εντυπωσιακό συμπέρασμα της εκτεταμένης αυτής αναζητήσεως ήτο ότι εις ουδεμίαν εκ των επτά βιβλιογραφικών ανα φορών του κ. Β. Κέκη ανεγράφετο τοιούτον «θαύμα».

3. Μετά την εκ δευτέρου δημοσίευση του άρθρου του κ. Β. Κέκη στο Περιοδικό «Φωτεινή Γραμμή» -και ενώ είχε υπάρξει, προ τριετίας, επικοινωνία με τον κ. Κέκη για το θέμα αυτό, χωρίς ουδεμία απάντηση εκ μέρους του- απέστειλα στο Περιοδικό αυτό την ακόλουθη συνημμένη επιστολή, η οποία εδημοσιεύθη στο 21ο τεύχος (Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου) του έτους 2004, σελ. 88-89.
Μετά τα ανωτέρω, σεβαστέ π. Θεόδωρε, έχω την ταπεινή γνώμη ότι όσοι εχρησιμοποίησαν το άρθρο του κ. Β. Κέκη ως την βασική των αναφορά, καθώς και οι αξιότιμοι αναγνώστες σας, μπορούν να έχουν πλέον επαρκείς πληροφορίες, τις οποίες -εάν κρίνετε σκόπιμο- μπο ρείτε να δημοσιεύσετε, ώστε να εξαγάγουν τα συμπεράσματά των. Με βαθύ σεβασμό ασπάζομαι την τιμίαν δεξιάν σας

Κωνσταντίνος Γ. Καρακατσάνης
—————————————————————————
Η ΑΠΟΣΤΑΛΕΙΣΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ»
Θεσσαλονίκη 13 Ιουλίου 2004

Αγαπητέ κ. Αναγνωστόπουλε,

Γνωστοί μου από την Αθήνα μου έστειλαν πρόσφατα φωτοτυπία ενός δημοσιεύματος του Περιοδικού σας, «Φωτεινή Γραμμή», με τίτλο «Οι Αγιοι Κοσμάς και Δαμιανός. Η πρώτη μεταμόσχευσις», του Αμ. Επίκ. Καθηγητού Χειρουργικής, κ. Βασ. Κέκη.
Επειδή το θέμα που πραγματεύεται το προαναφερθέν άρθρο έχει σχέση και με την ακρίβεια της πίστης της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, αλλά και με ιατρικές πρακτικές που εφαρμόζονται σήμερα, θα παρακαλούσα να δημοσιεύσετε την παρούσα μου επιστολή για ορθή και αντικειμενική ενημέρωση των αξιότιμων αναγνωστών του Περιοδι κού σας.
Το προαναφερθέν άρθρο του κ. Β. Κέκη δημοσιεύθηκε, ακριβώς το ίδιο (με μόνη διαφοροποίηση το γεγονός ότι η γλώσσα στην οποία γράφηκε το άρθρο αυτό ήταν η δημοτική) στο Περιοδικό «Σύγχρονη Ιατρική Ενημέρωση» (Έκδοση «Όμιλος Ιατρικού Αθηνών»), τεύχος 5, Ιανουάριος-Μάρτιος 2002, με τίτλο «Κοσμάς και Δαμιανός – Η πρώτη μεταμόσχευση», σελ. 77-82. Σημειωτέον ότι, παρά τις έγγραφες οδηγίες του προαναφερθέντος Περιοδικού («Στο κείμενο θα αναφέρεται με αριθμούς το βιβλιογραφικό λήμμα. Όλοι δε οι αναφερόμενοι συγγραφείς στο κείμενο να αντιστοιχούν στη βιβλιογραφία που το συνοδεύει και τανάπαλιν»), ο κ. συνάδελφος ουδεμία παραπομπή αναφέρει μέσα στο κείμενο του άρθρου του, αλλά περιορίζεται στην ομαδική παράθεση εννέα βιβλιογραφικών παραπομπών (μία εκ των οποίων αφορά δημοσίευ μα της Αθηναϊκής εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος» του 1969 και μία δημοσίευμα στο περιοδικό «Επίκαιρα» του έτους 1970) μετά το πέρας του κειμένου του άρθρου.
Ασχολούμενοι επί σειράν ετών με τα θέματα των μεταμοσχεύσεων οργάνων δεν είχαμε βρει στις Ορθόδοξες πηγές πληροφορία γι’ αυτό το αναφερόμενο θαύμα των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, ότι δηλαδή οι Αγιοι απέκοψαν, μεταβάντες στο νεκροταφείο, την κνήμη ενός Μαυριτανού που είχε πεθάνει την ίδια ημέρα και την μετεμόσχευσαν στο πόδι ασθενούς, ο οποίος έπασχε από γάγγραινα ή, κατ’ άλλους, από καρκίνο.
Με αφορμή λοιπόν το άρθρο του κ. Κέκη, ερευνήσαμε επιμελώς τους Ορθόδοξους Συναξαριστές, δηλαδή του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου, το μεγάλο 12τομο Συναξαριστή του Ματθαίου Λαγγή και εκείνον του Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως, κ.κ. Σωφρονίου Ευστρατιάδου. Ακόμη ερωτήσαμε τους αρμόδιους μοναχούς των Ιερών Μονών Βατοπεδίου και Ιβήρων του Αγίου Όρους. Ουδαμού ανευρέθη πληροφορία για τέτοιο θαύμα των Αγίων Αναργύρων.
Κατόπιν τούτου αναζητήσαμε τις βιβλιογραφικές αναφορές του προαναφερθέντος άρθρου του κ. Κέκη, και κυρίως τις θεολογικές εξ αυτών. Η αναφορά 3 αφορά τον προαναφερθέντα Συναξαριστή του Μητροπολίτου, πρώην Λεοντοπόλεως, Ευστρατιάδου Σ., η αναφορά 8, αφορά μία θρησκευτική εγκυκλοπαίδεια του έτους 1909, στα Αγγλι κά, την οποία βρήκαμε στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ενώ η αναφορά 1 αφορά σε κάποιον Συναξαριστή, Δυτικής προέλευσης, στα Αγγλι κά, ο οποίος εξεδόθη το 1914 στο Εδιμβούργο. Τον τόμο του Συναξαριστού αυτού δανειστήκαμε από το Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης. Εις ουδεμία από τις προαναφερθείσες αναφορές του κ. Κέκη ανα γράφεται ο,τιδήποτε για το αναφερόμενο αυτό θαύμα.
Περαιτέρω, ο κ. Κέκης αναγράφει με εσφαλμένα στοιχεία άλλες δύο αναφορές. Στην αναφορά 6 οι σελίδες είναι 387-410 και όχι 384 και, το σπουδαιότερο, ομοίως ουδέν αναγράφεται για το θαύμα αυτό, ενώ στην αναφορά 7, “Religion and Medicine” του 1962, σελ. 39 ο συγγραφεύς πραγματεύεται άλλο θέμα (τις θεωρίες περί θεραπείας κάποιας κυρίας Eddy).
Ερευνήσαντες περαιτέρω το θέμα, διαπιστώσαμε ότι σε ιατρικό βι βλίο του 1984 με τίτλο “Famous Operations” του Harold Ellis, Harwal publishing co. Media pa., αναγράφεται παραλλαγή του θαύματος αυτού με σχόλιο του συγγραφέα “story… you may or may not believe”, δηλαδή «ιστορία… που μπορεί να την πιστεύετε ή όχι». Περαιτέρω, σε επικοινωνία μας με την Ι. Μονή Σίμωνος Πέτρα, στο Αγιον Όρος, πληροφορηθήκαμε ότι υπάρχει σε Δυτικό κείμενο του 14ου-15ου αιώνος εξιστόρηση παρό μοιου θαύματος από την οποία εμπνεύσθηκαν προφανώς οι διάφοροι Δυτικοί καλλιτέχνες το θέμα των πολλών πινάκων με το αναφερόμενο αυτό θαύμα.
Σημειωτέον ότι, πριν να προβούμε στην αναζήτηση των βιβλιογραφικών αναφορών, είχαμε τηλεφωνήσει στον κ. Β. Κέκη, το καλοκαίρι του 2002, με αφορμή το σχετικό άρθρο του, ο οποίος μας είχε υποσχεθεί ό τι θα αναζητούσε στο αρχείο του και θα μας έστελνε τις βιβλιογραφικές αναφορές του προαναφερθέντος άρθρου του. Μετά μακρά αναμονή, ουδέν ελάβαμε. Κατόπιν τούτου, αφού συλλέξαμε όλες τις σχετικές πληροφορίες από τις προαναφερθείσες αναφορές, τις κοινοποιήσαμε με επιστολή στο συνάδελφο κ. Β. Κέκη, την οποία υπέγραψαν έξι Πανε πιστημιακοί και δύο Νοσοκομειακοί ιατροί, το Σεπτέμβριο του έτους 2002.
Το έτος 2001 στον Ιερό Ναό Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, στη Βέ ροια, αγιογραφήθηκε εικόνα, βυζαντινής τεχνοτροπίας, η οποία απει κονίζει το εν λόγω θαύμα. Τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 στείλαμε την ίδια επιστολή στον προϊστάμενο του Ιερού αυτού Ναού και τον ρωτούσαμε με βάση ποια πληροφορία Ορθόδοξου Συναξαριστού προέ βη στην εικονογράφηση αυτού του αναφερόμενου θαύματος.
Μέχρι σήμερα, μετά παρέλευση σχεδόν διετίας, ούτε ο κ. Κέκης ούτε ο προϊστάμενος του προαναφερθέντος Ιερού Ναού μας έχουν απαντήσει.
Ομολογούμε, οπωσδήποτε, ότι αισθανθήκαμε έκπληξη, όταν μετά από όλα τα γεγονότα, τα οποία είχαν προηγηθή, και την ενημέρωση που έγινε στον κ. Κέκη ότι δεν αναγράφεται τέτοιο θαύμα σε Ορθό δοξες πηγές, εκείνος αποφάσισε πρόσφατα να σας δώσει προς δημο σίευση το ίδιο προαναφερθέν άρθρο του, το οποίο έχει δημιουργήσει τόσα προβλήματα.
Ο υπογράφων, όπως όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αποδέχεται τα θαύματα χωρίς να εξετάζει λογικά ή επιστημονικά τον τρόπο επιτέ λεσής τους. Στη συγκεκριμένη, όμως περίπτωση υπάρχει μία ιδιαιτε­ρότητα. Με εσφαλμένη κρίση, το αναφερόμενο αυτό θαύμα έχει χρη σιμοποιηθεί ως επιχείρημα από ορισμένους υποστηρικτές των μετα μοσχεύσεων οργάνων από «εγκεφαλικά νεκρούς».
Φρονούμε ότι το θέμα είναι πολύ σοβαρό για το λόγο ότι η αποδοχή γεγονότων, τα οποία δεν φαίνεται να στηρίζονται στην Ορθόδοξη Παράδοσή μας, είναι δυνατόν να έχει άμεσες επιπτώσεις στην ποιμαντι­κή, την ανθρωπολογία, ακόμη και στη Θεολογία της Ορθόδοξης Ανα τολικής Εκκλησίας μας.

Με τη δέουσα τιμή

Κωνσταντίνος Γ. Καρακατσάνης

(Πηγή: «Θεοδρομία», Ιαν–Μαρ 2009)

http://www.Αlopsis.gr

Η συμπάθεια προς τον πλησίον, Μνήμη Αγίου Αβραμίου (29 Οκτωβρίου).Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού

Το θέμα της μετανοίας είναι εκείνο πού πραγματικά μάς συγκλονίζει στον βίο του Αγίου Αβραμίου, ο οποίος ήτο πολύ μεγάλος ασκητής. Αυτός είχε κληρονομήσει από τον αδελφό του ένα μικρό κοριτσάκι δυο ετών. Το επήρε και το εμεγάλωσε. Το είχε σε ένα κελλάκι, έξω από αυτό πού έμενε ο ίδιος και το υπηρετούσε. Κάποτε αυτό έφυγε. Κάποιος επιτήδειος το παρέσυρε και το έρριξε στην αμαρτία. Αυτό έχασε το θάρρος του και δεν ημπόρεσε να γυρίση πίσω. Και όταν ο Άγιος επληροφορήθηκε στην προσευχή του να το επιστρέψη, μετεχειρίσθη ένα πολύ παράδοξο τρόπο.
Αυτός ο ασκητής, πού τόσα χρόνια δεν εχόρτασε ψωμί και νερό, προσεποιήθη τον στρατιώτη, εφόρεσε στρατιωτική στολή, ενοικίασε ένα άλογο περίφημο και έφυγε στην πόλι δήθεν για να γλεντήση. Εκεί ερευνούσε τους οίκους των ελευθέρων ηθών για να εύρη το θήραμά του, γιατί σε αυτούς τους τόπους είχε καταντήσει. Αφού την ευρήκε κατώρθωσε να την φέρη πάλι πίσω και να την κρατήση στην μετάνοια, να της αναπτερώση το θάρρος, να μην χάση το ηθικό της και να τελειώση οσιακά.
Επισημαίνει κανείς το μέγεθος της Θείας φιλανθρωπίας, της Θείας ευσπλαχνίας, αλλά και την τέχνη των Πατέρων στο πώς να αρπάξουν πίσω μια ψυχή πεπλανημένη και να την οδηγήσουν στην σωτηρία. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Όταν το σχολιάση κανείς στην ζωή του, βγάζει πολύ βαθειά νοήματα.
Πρώτο μέν, η ευσπλαχνία του Θεού πόσο απέραντη είναι κοντά στην ανθρώπινη αδυναμία και δεύτερο, ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν πρέπει να υποχωρή, ούτε να ενδίδη, αλλά με οποιονδήποτε τρόπο ημπορεί, να εξαντλή όλη την δύναμι της αγάπης και της στοργής, στο να ανακαλέση το θάρρος του πλανεμένου ανθρώπου και να τον επαναφέρη στην εν Χριστώ ζωή. Αυτό είναι πραγματικά και το νόημα της κενώσεως του Θεού Λόγου και γενικά ολοκλήρου του μυστηρίου της Εκκλησίας μας στην ζωή αυτή· στο πώς δηλ. να επιστρέψη κανείς το πεπλανημένο, το απολωλός, να βοηθήση τον άνθρωπο να εύρη τη γνώσι, να εντοπίση τα πάθη του και να σωθή. Γι αυτό πόσο χρειάζεται μακροθυμία, πόσο χρειάζεται ανοχή, ιδιαιτέρως στο να μην κρίνωμε ποτέ κανένα άνθρωπο.
Και ιδού η απόδειξι:
Φεύγει αυτό το κοριτσάκι, πού από δυο ετών ήταν μοναχή, και ζεί τώρα μέσα στον κόσμο αμαρτάνοντας, πουλώντας το σώμα της, όπως οι κοινές γυναίκες. Δυο ετών το επήραν το παιδάκι, επειδή ήταν ορφανό και δεν είχε κανένα άλλο στην ζωή- και εκείνοι πού ήξεραν ότι ζεί ο θειός της και ήταν μοναχός, του το παρέδωσαν να το αναθρέψη. Και σκεφθήτε από τέτοιο ύψος αρετής, πού δεν εγνώρισε ποτέ κακό, πού κατήντησε. Δεν είναι δύσκολο να κατατρακυλήση κανείς. Και όμως κοιτάξετε την μακροθυμία του Θεού, αλλά και την σύνεσι του γέροντος. Δεν απελπίστηκε και να πή, όπως εμείς καμιά φορά: «Αφησέ τον αφού είναι δύσκολος και αφού δεν ακούει, άσε να φύγη». Η «αφού είναι σκληρός και ανυπάκουος, καλλίτερα να φεύγη να τελειώνωμε». Και αυτά έγιναν πολλές φορές στους Πατέρες μας και η σκληρή αυτή θέσι δυστυχώς εφαρμόστηκε.
Είναι γεγονός ότι είναι οδυνηρά αυτά, όμως εκείνο το οποίο πραγματικά επρόδωσε την φύσι του και εξέπεσε και εθεωρήθη το απολωλός και το πεπλανημένο, κατά την παραβολή του Ιησού μας, είναι ολόκληρος η ανθρώπινη φύσι. Και ο Ιησούς μας δεν την απέρριψε, αλλά προτίμησε να συγκαταβή, να κενώση τον εαυτό Του, να «συμμορφωθή» Αυτός με την ιδική μας ασθένεια και ταλαιπωρία και να μάς επιστρέψει πίσω, όπως και μάς επέστρεψε. Αυτή λοιπόν η εικόνα είναι τόσο συγκλονιστική, πού δεν είναι δυνατό να περιγραφή από κτιστά όντα η έντασι της Θείας αγαθότητας.
Έχοντας υπ όψι αυτά όλα, πρέπει να είμεθα συμπαθείς και επιεικείς στην αδυναμία του άλλου· και όσο και αν φαίνεται η αδυναμία του άλλου προδοτική, εμείς δεν πρέπει να λυγίζωμε, να εξαντλούμε την μακροθυμία μας. Αλλά να επιμένωμε κινούμενοι από τους όρους της συμπαθείας, περιμένοντας την σύμπραξι της αγαθότητος του Θεού, ώστε ο καθένας μας, ο κάθε αμαρτωλός να επανεύρη τον εαυτό του· και αυτό είναι το κατ ευδοκία Θείο θέλημα. Και τις δυο φορές πού εξέφρασε ο Ιησούς μας την ευαρέσκειά Του προς το αποτέλεσμα του τελειότερου Του θελήματος, ιδίως στον Απ. Πέτρο, είπε: «Σύ δε επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου» (Λούκ, 22,32)· και «Ει φιλείς με, Πέτρε, ποίμαινε τα πρόβατά μου, βόσκε τα αρνία μου» (Ιωάν. 21,16).
Και έδωσε την απεριόριστη μορφή της μετανοίας, ούτος ώστε και «εβδομηκοντάκις επτά» εάν πταίη ο άνθρωπος να μην απορρίπτεται ποτέ από την θύρα της μετανοίας, και φυσικά και από τα όργανα της μετανοίας πού είμεθα εμείς οι ρασοφόροι. Από εμάς εκφράζεται το νόημα της Εκκλησίας, η οποία εκπροσωπεί την Θεία αγαθότητα και ευσπλαχνία, διότι όπως λέει και ο Ιησούς μας: Δεν είναι ευδοκία έμπροσθεν του Πατρός μου να απολεσθή κανείς από τους μικρούς τούτους.
Το κατ ευδοκία θέλημα του Θεού είναι, κάθε άνθρωπος όχι απλώς μόνο να σωθή, αλλά να μπή μέσα στην τελειότητα της γνώσεως, δηλαδή της Θεώσεως, πού είναι το απόλυτο θέλημα του Θεού, για το οποίο και επεδήμησε ο Θεός Λόγος. «Πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Τιμ. Α´ 2,4). Εάν λοιπόν αυτό είναι το Θείο θέλημα, σκεφθείτε πόση πρέπει να είναι η προσπάθειά μας μέσα στους όρους της συμπαθείας, και η επιμονή μας στο να επιτύχωμε αυτό τον σκοπό, χάριτι Θεού, και για τον εαυτό μας, αλλά και να τον μεταδώσωμε και στον συνάνθρωπό μας σε οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις και αν ευρίσκεται. Πραγματικά η βιογραφία αυτού του μεγάλου Πατρός είναι τόσο συγκλονιστική· και να μην πή κανείς ότι η κόρη αυτή, η Μαρία, ήταν ανεψιά του και γι αυτό το έκανε ο Άγιος. Γιατί αν αποδώσωμε τέτοια μομφή στους Αγίους, ότι δηλαδή έχουν συγγενικές διακρίσεις, φυσικά μειώνομε την μορφή του αγιασμού, της τελειότητας. Διότι η πραγματική αγάπη «πάντα στέγει πάντα υπομένει, ου λογίζεται το κακόν, ου ζητεί τα εαυτής». Οι Άγιοι δεν αγαπούν τους συγγενείς τους, διότι δεν υπάρχουν συγγενείς γι αυτούς· αγαπούν τον συνάνθρωπό τους. Αρα την Μαρία ο Αβράμιος δεν την συμπάθησε γιατί ήταν συγγενής του, αλλά την συμπάθησε ως πνευματικός άνθρωπος, ως λειτουργικό μέλος της Εκκλησίας, πού διέκρινε ότι έπρεπε αυτή η ψυχή να σωθή, και η σωτηρία της δεν θα εγίνετο κατά άλλο τρόπο παρά μόνο με την τόσο μεγάλη θυσία του πατρός. Έτσι αναγκάστηκε στα βαθειά του γηρατειά, αυτός πού δεν εχόρτασε ποτέ ψωμί, να φάη κρέας, να πιή κρασί, να προσποιηθή τον μεθυσμένο, να προσποιηθή τον ερωτύλο, να ταξιδεύη με άλογα, να ευπρεπισθή, να θεωρηθή ως νέος, μέχρι του σημείου πού τον εβδελύχθησαν στο χαμαιτυπείο και εδέχθηκε τόσες ειρωνείες, γιατί έπρεπε να σωθή μία ψυχή, και εσώθη με την θυσία του αυτή.
Αύτη είναι η απόλυτος συμπάθεια, η οποία πρέπει να ευρίσκεται στην ψυχή μας, παρ όλο πού πολλές φορές αγανακτούμε με την στάσι των συνανθρώπων μας απέναντί μας. Εν τούτοις πρέπει τουλάχιστον, αν γίνεται αυτό, να είναι παροδικό, στιγμιαίο, να εκφράζεται μόνο με τα χείλη, διότι ο συνάνθρωπός μας, πού έχει αυτή την στάσι, αυτή την στιγμή πλανάται. Τί περιμένεις δε από ένα πεπλανημένο άνθρωπο; Ο σκοπός είναι πώς αυτός ο πεπλανημένος να επανέλθη στην βάσι του και να γίνη πάλι πρόβατο Χριστού. Αυτό δε θα γίνη εάν ο άνθρωπος βάλη σαν βάσι την συμπάθεια και την αυτοθυσία υπέρ του αδελφού του. Τότε ο Θεός βλέποντας την πρόθεσι αυτή, συνεργεί και στον αδύνατο.
Μήπως δεν έχωμε τέτοια παραδείγματα πού με την συγκατάβασι και την οικονομία των δυνατών εσώθησαν οι αδύνατοι; Ευρίσκομε στην διήγησι του Οσίου Πατρός ημών Ιωαννικίου του μεγάλου, ότι μία πνευματική μητέρα είχε πνευματική θυγατέρα, πού επολεμήθη ισχυρά και δεν ημπορούσε να νικήση τον σαρκικό πόλεμο. Ήτο αδύνατη. Δεν την απώθησε όμως η πνευματική της μητέρα, να της πή «όπου θέλεις πήγαινε, άφησέ με ήσυχη», αλλά συγκατέβη να πάη μαζί της. Την συνώδευσε. Έφυγε από το μοναστήρι και επήγαινε μαζί της στον κόσμο να βρή ένα όργανο να κάνη την επιθυμία της. Και για την συγκατάβασί της αυτή, χάριν της αγάπης πού δεν την εγκατέλειψε και την ακολούθησε μέχρι του σημείου εκείνου πού υπετίθετο ότι θα ήτο η πτώσι, οικονόμησε ο Θεός και εθεραπεύθηκε η ασθενής. Εφωτίσθηκε ο Άγιος Ιωαννίκιος γι αυτό το πράγμα, κατέβηκε στον δρόμο, την συνάντησε και εθεράπευσε την μικρή.
Αλλοτε πάλι ευρίσκομε σε αδελφούς μοναχούς πού κατοικούσαν μαζί, ότι ο ένας ο νεώτερος, επολεμήθηκε και δεν ημπορούσε να νικήση το πάθος. Έφυγε λοιπόν για να ικανοποίηση το πάθος του αυτό, όπως τον οιστρηλατούσε η επιθυμία. Και ο αδελφός του ο πνευματικός πού ήταν μαζί, δεν τον εγκατέλειψε. «Θα πάω και εγώ μαζί σου» είπε, και πράγματι, τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα και όταν εισήλθε εκεί, τότε για την θυσία του αλλού αδελφού, ο Θεός επήρε τον πόλεμο από τον πάσχοντα.
Δεν πρέπει να ζητά κανείς πολλά από αυτόν πού είναι ασθενής, διότι την ώρα πού ευρίσκεται υπό την επίδρασι του πάθους του, δεν είναι ολοκληρωμένη προσωπικότης και έτσι ό,τι κάνει δεν είναι καλά, είναι εσφαλμένα. Αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλοιώς. Επομένως είναι άξιος συμπαθείας και επιεικίας. Αυτή την ώρα χρειάζεται η πρακτική επιείκια του άλλου πού είναι υγιής και τότε πραγματικά εφαρμόζεται το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2). Και έτσι αναπληρώνεται ο νόμος του Χριστού.
Αυτό τον όρο της επιεικίας, της συμπαθείας, ήθελα να σάς ενθυμίσω με βάσι την βιογραφία του μεγάλου πατρός Αβραμίου και να επικαλεσθούμε όλοι τις ευχές του, για να έλθη και σε μάς αυτό το νόημα της συμπαθείας και της αγάπης του Χριστού μας, πού είναι η ολοκλήρωσι του προορισμού μας. Αμήν.

πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Διδαχές από τον Άθωνα, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου

30η Οκτωβρίου.Mνήμη Oμολογητού τινος ανωνύμου, εκ της Eκκλησιαστικής Iστορίας του μακαρίου Θεοδωρήτου.

* Kαν αγνοώμέν σοι τίς η κλήσις μάκαρ,

Πάντως συ ζώντων εί βίβλω γεγραμμένος.

Kατά τους χρόνους Iουλιανού του παραβάτου εν έτει τξα΄ [361], ήτον ο Άγιος ούτος, υιός γενόμενος ενός ιερέως των ειδώλων, και εν δυσσεβεία ανατραφείς. Όταν δε ήτον νέος κατά την ηλικίαν, τότε μετετέθη εις την ευσέβειαν με τοιούτον τρόπον.

Mία γυνή ονομαστή κατά την ευσέβειαν, και Διάκονος κατά το αξίωμα, ήτον φίλη με την μητέρα του Aγίου τούτου. Aύτη δε η τούτου μήτηρ, όσαις φοραίς επήγαινε με τον μικρόν όντα υιόν της εις την ευσεβή εκείνην γυναίκα, εχαιρετούσεν εκείνη, τόσον την μητέρα, όσον και τον υιόν, και επαρακίνει αυτόν εις την ευσέβειαν και την του Xριστού πίστιν.

Aφ’ ου δε η μήτηρ του απέθανεν, επήγαινεν ο νέος εις την ευσεβή Διάκονον, και απελάμβανεν από εκείνην την συνήθη διδασκαλίαν. Eπειδή δε εδέχθη εις την ψυχήν του τας συμβουλάς της, ερώτησεν αυτήν, με ποίον τρόπον εδύνετο να φύγη την πλάνην του πατρός του, Έλληνος όντος, και να απολαύση την παρ’ αυτής κηρυττομένην ευσέβειαν.

H δε Διάκονος είπεν εις αυτόν. Πρέπει τέκνον μου, να αποστραφής τον πατέρα σου, και να προτιμήσης τον Θεόν τον δημιουργόν εκείνου και εδικόν σου. Kαι να υπάγης εις μίαν πόλιν, εις την οποίαν ευρισκόμενος, δύνασαι να γλυτώσης από τας χείρας του δυσσεβούς βασιλέως. Υπέσχετο δε η θεοφιλής εκείνη, ότι αυτή η ιδία να λάβη πρόνοιαν διά τούτο. O δε νέος είπε. Θέλω έλθω εις εσένα, και θέλω παραδώσω εις τας χείρας σου την ψυχήν μου.

Aφ’ ου δε επέρασαν ολίγαι ημέραι, ο μεν Iουλιανός ανέβη εις την εν Aντιοχεία Δάφνην (τζεφτιλίκιον δε ήτον η Δάφνη της Aντιοχείας) διά να κάμη εορτήν εις τους δαίμονας και κοινήν τράπεζαν. Aνέβη δε και ο του νέου τούτου πατήρ, με το να ήτον ιερεύς, και εσυνείθιζε να ακολουθή με τον βασιλέα. Mαζί δε με τον πατέρα του ήτον και ο νέος ούτος, ομοίως και άλλος ένας αδελφός του. Eπειδή και αυτοί ήτον νεωκόροι, ήγουν προσμονάριοι του ναού των ειδώλων, και ερράντιζαν τα φαγητά του βασιλέως.

Eπτά δε ημέρας εσυνείθιζον να πανηγυρίζουν εις την Δάφνην. Kατά την πρώτην λοιπόν ημέραν, αφ’ ου παρεστάθη ο νέος ούτος εις την τράπεζαν του βασιλέως, και ερράντισε τα μιαρά φαγητά, και εγέμωσεν αυτά από την ακαθαρσίαν των δαιμόνων. Tότε αναχωρήσας δρομαίος από την Δάφνην, πηγαίνει εις την Aντιόχειαν, και ευρίσκει την θαυμασίαν εκείνην Διάκονον.

Kαι ιδού, λέγει, ήλθον εις εσένα, χωρίς να φανώ ψεύστης εις την υπόσχεσίν μου. Όθεν εσύ επιμελήσου τώρα διά την σωτηρίαν και της ψυχής μου και της ζωής μου, και τελείωσον την υπόσχεσίν σου. Παρευθύς λοιπόν εσηκώθη η θεοφιλής εκείνη, και πέρνουσα μαζί της τον νέον, επήγεν αυτόν προς τον άνθρωπον του Θεού Mελέτιον τον Aντιοχείας. O δε Άγιος Mελέτιος ιδών αυτόν, του είπε να καθίση κατά το παρόν επάνω εις τον εκεί ευρισκόμενον οίκον.

O δε πατήρ του, επεριτριγύριζεν εις την Δάφνην ζητών τον υιόν του. Πηγαίνωντας δε και εις την Aντιόχειαν, εγύριζεν εις τους δρόμους και εις τα στενά σωκάκια, στρέφωντας εις κάθε μέρος τους οφθαλμούς του, μήπως ιδή τον ποθούμενον υιόν εις κανένα μέρος. Eπειδή επήγεν εις τον τόπον εκείνον, όπου εκατοίκει ο θείος Mελέτιος, στρέφωντας επάνω τα ομμάτιά του, βλέπει τον υιόν του, οπού έσκυπτεν από τα κάγκελλα. Όθεν τρέξας, ετράβιξεν αυτόν από εκεί και τον εκατέβασε. Kαι αφ’ ου τον επήγεν εις το οσπήτιόν του, πρώτον μεν έδειρεν αυτόν πολλά. Έπειτα πυρώσας σουβλία, έβαλεν αυτά εις τας χείρας και πόδας και πλάτας του υιού του. Ύστερον δε κλείσας αυτόν μέσα εις τον κοιτώνα, και κλειδωνίας έξωθεν βαλών, ανέβη πάλιν εις την Δάφνην. Λέγει δε ο μακάριος Θεοδώρητος, ότι αυτά ήκουσεν οπού τα εδιηγείτο ο ίδιος πατήρ του νέου, ο μετά ταύτα πιστεύσας, όστις ήτον γέρωντας, όταν τα έλεγεν, επρόσθεσε δε, λέγει, ο γέρων και ταύτα ακόμη. Ότι ο νέος ούτος υιός του, έγινεν ένθους, και γεμώσας από θείαν χάριν, εσύντριψε μεν όλα τα είδωλα του πατρός του, τα εν τω οίκω ευρισκόμενα. Eπεριγέλα δε και την των ειδώλων ασθένειαν. Ύστερον δε στοχασθείς αυτό οπού έκαμεν, ήτοι την συντριβήν των ειδώλων, εφοβήθη τον ερχομόν του πατρός του. Όθεν παρεκάλεσε τον Δεσπότην Xριστόν να νεύση, διά να τζακισθούν μεν αι κλειδωνίαι, να ανοιχθούν δε αι πόρται.

Eπειδή, έλεγεν, ότι διά εσένα Kύριε, ταύτα έπαθα και εποίησα. Όθεν ευθύς οπού τούτο είπεν, έπεσαν αι κλειδωνίαι, άνοιξαν δε αι πόρται. Kαι ευθύς έδραμεν εις την θεοφιλή διδάσκαλόν του, εκείνη δε ενδύσασα αυτόν γυναικεία φορέματα, εκράτησεν αυτόν εις τον οίκον της. Έπειτα επρόσφερεν αυτόν πάλιν εις τον θείον Mελέτιον. O δε Άγιος Mελέτιος, απέστειλεν αυτόν διά νυκτός εις την Παλαιστίνην προς τον Eπίσκοπον των Iεροσολύμων. Ήτον δε τότε Iεροσολύμων ο θείος Kύριλλος. Aφ’ ου δε απέθανεν ο Iουλιανός, ωδήγησεν ο νέος ούτος εις την ευσέβειαν και τον πατέρα του. Kαθώς ο ίδιος ούτος πατήρ του, γέρων ήδη ώντας, τούτο εδιηγήθη εις ημάς, περιφέρων ακόμη εις το σώμα του και τα στίγματα και σημάδια των πληγών, οπού έλαβε διά την του Xριστού πίστιν. O νέος λοιπόν ούτος πολλούς και άλλους Έλληνας οδηγήσας εις την της ευσεβείας επίγνωσιν με τα λόγιά του και με την ενάρετον πολιτείαν του, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

O Άγιος Νέος Οσιομάρτυρας Τιμόθεος ο Εσφιγμενίτης(29 Οκτωβρίου)


Ο Άγιος Οσιομάρτυς Τιμόθεος μαρτύρησε την 29η Οκτωβρίου 1820.

Καταγόταν από το χωριό Παράορα της Κεσσάνης της Θράκης, ονομαζόταν Τριαντάφυλλος και ήταν έγγαμος.

Η γυναίκα του κατά διαβολική συνεργία εγκατέλειψε την πίστη και τον σύζυγό της καί πήρε κάποιον Τούρκο. Μετά λίγο χρόνο ήλθε σε συναίσθηση, δεν μπορούσε όμως να λυτρωθεί από τον Αγαρηνό. Κατόπιν μυστικής συνεννοήσεως με τον σύζυγό της, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να την προτρέπει να επιστρέψει στην ευσέβεια, αποφάσισαν να προσποιηθεί εκείνος ότι γίνεται Τούρκος κατ’οικονομίαν, για να πάρει πάλι τη γυναίκα του και κατόπιν εκείνη να γίνει μοναχή σε Μοναστήρι, ενώ εκείνος να πάει στο Άγιον Όρος, όπως και έπραξαν. Μετά λίγο καιρό, κατά τον οποίον ζούσαν φανερά σαν Οθωμανοί και κρυφά χριστιανικά, ανεχώρησαν και περνώντας από τις Κυδωνιές (Αϊβαλί) ο άγιος εγκατέστησε εκείνην σε γυναικείο μοναστήρι ενώ ο ίδιος ήλθε στο Άγιον Όρος και κοινοβίασε στη Μεγίστη Λαύρα. Εκεί υπηρετούσε πρόθυμα διδασκόμενος την ακρίβεια της μοναδικής πολιτείας γιά έξι χρόνια και όταν πήρε το σχήμα του σταυροφόρου, ονομάσθηκε Τιμόθεος. Έχοντας πόθο εγκάρδιο να μαρτυρήσει, όταν άκουσε το ένδοξο μαρτύριο του Αγίου Αγαθαγγέλου που έγινε τότε (19 Απριλίου του 1819), έλαβε την άδεια και κοινοβίασε στην Μονή Εσφιγμένου εκτελώντας πρόθυμα όλα όσα τον προσέτασσαν και προετοιμαζόταν για το Μαρτύριο.

Επειδή ο πόθος του για το Μαρτύριο αυξανόταν συνεχώς, παρακαλούσε συχνά τον ηγούμενο Ευθύμιο να του δώσει την ευλογία να μαρτυρήσει. Αυτός τότε αφού τον δοκίμασε, τον έστειλε με γράμματα προς τον διδάσκαλο Γερμανό που βρισκόταν στα παράλια της Προποντίδας, για να τον συνοδεύσει, να τον ενισχύει και νουθετεί.

Καθ’ οδόν θα διερχόταν από το χωριό του, στο οποίο είχε αφήσει τις δύο κόρες του και ρώτησε τον ηγούμενο, αν επιτρεπόταν να τις δει καθώς θα περνούσε. Ο ηγούμενος φοβήθηκε μήπως εμποδισθεί από τον σκοπό του και για να τον λαμπρύνει περισσότερο, δεν του επέτρεψε. Έτσι ο Αγιος Τιμόθεος, αν και καίγονταν τα σπλάγχνα του από την πατρική αγάπη, υπάκουσε στην εντολή.

Αφού συναντήθηκε με το Γερμανό, πήγε στήν Κεσσάνη, παρουσιάσθηκε στο κριτήριο των ασεβών όπου ομολόγησε ότι ήταν πρίν Χριστιανός και Χριστιανός επιθυμούσε να πεθάνει αποκηρύττοντας την ασέβεια. Τότε τον έδεσαν σφικτά, τον έρριξαν στη φυλακή και την άλλη μέρα τον έστειλαν στην Αδριανούπολη μαζί με τον Ιερομόναχο Γερμανό. Εκεί αφού εξετάσθηκε και πάλι, τον έρριξαν στην φυλακή δεμένο και τον έδερναν άσπλαγχνα κάθε μέρα.

Ο Γερμανός κατόρθωσε να του μεταδώσει τη θεία Κοινωνία και να πληροφορηθεί όλα του τα μαρτύρια. Μετά από λίγες μέρες πάλι ο πασάς τον παρακινούσε να ξαναγίνει μωαμεθανός, αλλά ο ομολογητής κήρυττε τον Χριστό, και έτσι έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν. (Ορισμένοι Συναξαριστές μαζί μ’ αυτόν αναφέρουν και κάποιον Ιερέα Νικόλαο). Ο Γερμανός κατέβαλε πολλή προσπάθεια να εξαγοράσει το σώμα του, αλλά οι Αγαρηνοί για να πάρουν εκδίκηση για την θρησκεία τους, την οποία ο Μάρτυς κατήσχυνε, το έρριξαν στον ποταμό. Ο Γερμανός αγόρασε μόνο τα ματωμένα ρούχα του και τα έφερε στη Μονή.

Μαρτύρησε και εορτάζεται στίς 29 Οκτωβρίου.

ΠΗΓΗ.http://www.esfigmenou.gr

Οι εικόνες του Αγίου Δημητρίου.

 ΟΙ EIKONΕΣ TOΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ-ΣΥΝΗΘΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ-ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

 

Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου .

Πηγή:enoriaka.gr-ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

 Ο ορθόδοξος αγιογράφος εμπνευσμένος από τις διηγήσεις της ζωής, του μαρτυρίου και των θαυμάτων του αγίου, καθώς και από την υμνολογία και τα διάφορα εγκώμια που έχουν αφιερωθεί στον άγιο Δημήτριο το Μυροβλήτη, συνθέτει τις σχετικές εικόνες.

Οι εικόνες αυτές είναι πολλές, γιατί, όπως παρατηρεί ο αείμνηστος Ανδρέας Ξυγγόπουλος, «ο Μεγαλομάρτυς Δημήτριος είναι ασφαλώς εις των ολίγων Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δια τον οποίον έχουν γραφή αι περισσότεραι ομιλίαι, τα περισσότερα εγκώμια και έχουν συντεθεί τα περισσότερα στιχουργήματα…Παράλληλοι προς την άφθονον αυτήν φιλολογικήν παραγωγήν είναι και αι πολυάριθμοι απεικονίσεις εις χειρόγραφα, εις εικόνας φορητάς και εις τοιχογραφίας σκηνών εκ του βίου του Μαρτυρίου και των θαυμάτων του Αγίου.

Αι απεικονίσεις αυταί αποτελούν κύκλον ολόκληρον, ένα των ευρυτέρων που εδημιούργησαν οι αγιογράφοι των βυζαντινών και των μετά την Άλωσιν χρόνων».

Οι συνηθέστερες παραστάσεις είναι: Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου, ο Άγιος Δημήτριος μπροστά στο Μαξιμιανό, ο Άγιος Δημήτριος στη φυλακή, ο Άγιος Δημήτριος ευλογώντας το Νέστορα, ο Άγιος Νέστορας παλαίοντας με το Λυαίο, το Μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου, η κοίμηση του Αγίου κ.ά.

Από τις παραστάσεις αυτές «η απεικόνισις του Μαρτυρίου του Αγίου είναι περισσότερον διαδεδομένη, όχι μόνον διότι τούτο είναι το σπουδαιότερον από τα γεγονότα της ζωής του, αλλά ακόμη διότι αυτό σχετίζεται στενώς με το ιαματικόν μύρον, το οποίον ανέβλυζεν από τας πληγάς του.

Το θέμα δε τούτο του μύρου ιδαιτέρως τονίζεται εις την υμνολογίαν της εορτής» (Α. Ξυγγόπουλος).

 Στις αρχαιότερες παραστάσεις του αγίου Δημητρίου, που βρίσκονται στα μωσαϊκά και τις τοιχογραφίες του ομώνυμου ναού της Θεσσαλονίκης, ο άγιος παριστάνεται όρθιος, με τα χέρια υψωμένα σε σχήμα δέησης, ντυμένος την υπατική στολή του (χλαμύδα λευκή). Με την πάροδο του χρόνου η στολή μεταβάλλεται. Ο άγιος εμφανίζεται με πανοπλία και αργότερα με χιτώνα και μανδύα. Επειδή όμως ο άγιος Δημήτριος είναι ένας από τους στρατιωτικούς και συγχρόνως προστάτης της Θεσσαλονίκης, που πολλές φορές έσωσε από διάφορους κινδύνους, οι παραστάσεις, στις οποίες ο άγιος εικονίζεται στρατιωτικός, είτε πεζός είτε καβαλάρης, είναι συνηθισμένες στην ορθόδοξη αγιογραφία.

Ο Άγιος Δημήτριος έφιππος.

 Στην εικόνα αυτή ο άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται καβαλάρης με στρατιωτική στολή πάνω σε κόκκινο άλογο φονεύοντας με το δόρυ του τον τσάρο των Βουλγάρων Σκυλογιάννη. Πρόκειται για το θαύμα που έγινε τον Οκτώβριο του 1207 έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Ο τσάρος των Βουλγάρων Ιωαννίτζης που οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν Σκυλογιάννη, φονεύτηκε κατά την παράδοση από τον άγιο Δημήτριο, όταν εκείνος πολιορκούσε τη Θεσσαλονίκη. Στο πρόσωπο του αγίου Δημητρίου η Θεσσαλονίκη βλέπει πάντοτε τον προστάτη της, το στήριγμά της. (Η απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1912 συνέπεσε με την ημέρα της γιορτής του αγίου μας). Δίκαια ο άγιος Δημήτριος αποκαλείται από τον υμνωδό της Εκκλησίας «ο μέγας φρουρός της Θεσσαλονίκης, ο ρύστης εν τοις κινδύνοις ο εξαίρετος, πρόμαχος ο κράτιστος» (Κανών δεύτερος). Σ'; έναν άλλο Κανόνα, που συνέθεσε ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο άγιος Δημήτριος φέρεται να λέει στην προστατευόμενή του πατρίδα Θεσσαλονίκη'; «…μη φοβού ουν, πατρίς μου, εμέ κατέχουσα, τους εχθρούς σου γαρ πάντας πατάξω εν Χριστώ και φυλάξω σε την τιμωσαν με». Δίκαια παρατηρήθηκε, πως από όλες τις εικόνες του Αγίου Δημητρίου, η εικόνα του έφιππου αγίου αγαπήθηκε περισσότερο, γιατί ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της παλληκαριάς και της λεβεντιάς. Στη συνείδηση των πιστών ο άγιος Δημήτριος δεν έιναι μόνο, κατά τον υμνωδό, «κρηπίς ακατάβλητος και θεμέλιος άρρηκτος και πολιούχος, οικιστής και υπέρμαχος» της πόλεως της Θεσσαλονίκης και «εν πολλοίς και πολλάκις κινδύνοις χαλεποίς των Θεσσαλονικέων προϊστάμενος», αλλά και ο μέγας υπέρμαχος της οικουμένης. Για τούτο ψάλλει η Εκκλησία μας, «Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις, σε υπέμαχον η οικουμένη, αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ουν Λυαίου καθείλες την δύναμιν, εν τω σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα, ούτως Άγιε, μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος» (απολυτίκιο του αγίου)

Από το βιβλίο Ο Μυστικός κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων (τόμος πρώτος) Χρήστου Γ. Γκότση Εκδ. Αποστολική Διακονία

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εγκωμιάζει τον Άγιο Δημήτριο

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΤΟΝ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ

Αρχιμ. Εφραίμ Ξηροποταμηνού

«Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός, λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών».

Με αυτόν τον στίχον του Δαβίδ αρχίζει ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Γρηγόριος ο Παλαμάς το εγκώμιό του στον Μυροβλύτη άγιο, που σαν Μεγαλομάρτυς ανήκει και αυτός στις «αρχές», δηλαδή στην ηγεσία των Αγίων και Φίλων του Θεού. «Εγώ με πολλή τιμή περιβάλλω τους φίλους σου, Θεέ μου, μεγάλη εξουσία και παρρησία έχουν εκείνοι που προεξάρχουν μεταξύ τους», θα λέγαμε κι εμείς σήμερα, δίνοντας όμως στα ίδια αυτά λόγια του Προφητάνακτος πολύ πιο ευρύ περιεχόμενο.

 Διότι για μάς Φίλοι του Θεού είναι και οι δύο Άγιοι, και ο εγκωμιάζων και ο εγκωμιαζόμενος, αλλά ακόμη και οι φίλοι των Φίλων του Θεού, ο φιλάγιος και Παναγιώτατος Ποιμενάρχης κύριος Παντελεήμων με το ευλαβές του ποίμνιο, που με τον θείο ζήλο τους για την τιμή και τον έπαινο των όντως μεγάλων Αγίων της Αποστολικής Μητροπόλεως δεν παύουν από του να επισύρουν άθελα επάνω τους τον δίκαιο έπαινο και την αγάπη της στρατευόμενης αλλά και της θριαμβευούσης Εκκλησίας του Χριστού.

Ο λόγος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίο πρέπει σήμερα να παρουσιάσουμε ανταποκρινόμενοι σε τιμητική πρόσκληση του Παναγιωτάτου, πρέπει, σύμφωνα με εσωτερικά τεκμήρια, να εκφωνήθηκε από τον Άγιο σε ένα από τα έτη της αρχιερατείας του στη Θεσσαλονίκη, κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου και μάλιστα μετά το Ευαγγέλιο της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας μέσα στον πάνσεπτο τούτο ναό, και αποτελεί άριστο δείγμα του εορταστικού εγκωμιαστικού λόγου, στο οποίο ανήκει.

«Ο μεν πόθος μάς παρακινεί να μιλήσουμε ανάλογα με τη δύναμή μας, και η περίσταση απαιτεί τον επίκαιρο λόγο, και το οφειλόμενο χρέος βιάζοντας μας δεν μάς αφήνει να θαυμάσουμε άνευ λόγων το υπέρ λόγον μεγαλείο του Μάρτυρος», λέγει κάπου στην αρχή του λόγου του ο Άγιος.

Η μακρά παράδοσις του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τυπικό, το οποίο εγνώριζε καλά ο Άγιος Γρηγόριος, μια και είχε ζήσει αρκετό διάστημα σ’ αυτήν, ακόμη και πριν αρχιερατεύσει. Αυτό το τυπικό φαίνεται ότι καθόριζε το περιεχόμενο της ομιλίας του, και αυτό τον κάνει να αισθάνεται λίγο περιορισμένος.

Θα ήθελε ίσως, παίρνοντας μόνον αφορμή από τον Μάρτυρα, να επιμείνει σε πνευματικά θέματα, όμως είναι υποχρεωμένος να αναφέρει, όπως κάθε χρόνο, τα απαραίτητα, μα πασίγνωστα πια μαρτυρολογικά στοιχεία, πράγμα που τον κάνει να σκεφθεί λίγο και την δυνατότητα της σιωπής.

Τελικά όμως, όπως φαίνεται στην συνέχεια, καταφέρνει να τα συγκεράσει όλα, και αγιολογία και ηθική διδασκαλία και θεολογία και ρητορεία και ερμηνευτική, σε έναν αριστοτεχνικό εγκωμιαστικό λόγο, απόλυτα ισορροπημένο και απαλλαγμένο από το πολύ σύνηθες σε τέτοια έργα στοιχείο της υπερβολής. Θα ήταν μάταιο, νομίζουμε, μέσα στα πλαίσια μιας σύντομης ομιλίας να επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε έστω και εν περιλήψει ολόκληρο τον ειρμό και το περιεχόμενο του λόγου.

 Όσο για λογοτεχνική ανάλυση και αξιολόγηση, που οπωσδήποτε ξεφεύγει τις δυνατότητες μας, αρκούμεθα να εκφράσουμε ευλαβικά το θαυμασμό μας για τα «κάλλη του φθέγματος» του θείου Γρηγορίου του Παλαμά που του προσετέθησαν από τη θεία Πρόνοια, για να διατυπώσει επάξια «τα βάθη του Πνεύματος» που «εξεζήτησε» και αυτός, όπως ακριβώς και ο συνώνυμος του Θεολόγος.

Ας μάς επιτραπεί λοιπόν να μεταφέρουμε κατ’ εκλογήν ορισμένες μόνο από τις βασικές τοποθετήσεις του λόγου παρατρέχοντας τα πάμπολλα ευρήματα και τούς βιβλικούς παραλληλισμούς, που ίσως μόνο μια δόκιμη μετάφραση θα μπορούσε να αποδώσει. Ήδη εκ προοιμίων, αλλά και πολύ συχνά στη μετέπειτα ροή του λόγου, ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει στα πολλαπλά χαρίσματα της αγιότητος του Δημητρίου. Η μετά ευχαριστίας αποστέρηση της κατά κόσμον ευτυχίας και δόξης τον κατατάσσουν μεταξύ των δικαίων, με τους οποίους όμως συγκρινόμενος —και μάλιστα με τον Ιώβ— βρίσκεται πολύ ανώτερος.

Αξιώθηκε και προφητικής χάριτος, όπως φαίνεται από τους λόγους του προς το Νέστορα, που ευλαβικά μάς διέσωσε η παράδοση: «Και τον Λυαίον νικήσεις και υπέρ Χριστού μαρτυρήσεις». Η προ του μαρτυρίου Ιεραποστολική του δράσις στη Θεσσαλονίκη από την επίσημη μάλιστα θέση του υπάτου, αλλά και η μετά θάνατον δια των θαυμάτων του Αγίου μεταστροφή ολοκλήρου της πόλεως στο Χριστιανισμό είναι μάρτυρες της αποστολικής χάριτος και αξίας που του εδόθη.

 Η παρθενία του και η άμεμπτη προ του μαρτυρίου ζωή του τον κατατάσσουν αυτοδικαίως και στις τάξεις των όσιων. Η «σπουδή της σοφίας» και «η περί λόγους παιδεία», που τον κοσμούσαν σαν ανώτατο αξιωματούχο του κράτους, του δίδουν το χρίσμα του διδασκάλου. Μάλιστα στον «ωρατίωνα», τον κοντό εκείνο αγορευτικό μανδύα που φορούσαν στους ώμους οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι, και στον υπατικό δακτύλιο του, που μετά το μαρτύριό του άρχισαν να θαυματουργούν στα χέρια του Λούπου, ο Γρηγόριος δεν κρύβει πώς βλέπει κάποιο συμβολισμό της «μυστικώς δεδομένης διδασκαλικής αξίας και προεδρίας».

Μόνη η ορατή Ιεροσύνη του λείπει φαίνεται να υπονοεί η φράση: «…μόνος ή πάνυ μετ’ ολίγων τα πάντα τελεί». Ιδιαίτερα στο θέμα της παρθενίας του Αγίου Δημητρίου επανέρχεται πολλές φορές ο παρθένος και μοναχός Παλαμάς, το ειδικό όμως αυτό θέμα έχει έξαντλήσει ολόκληρο συνέδριο που διοργανώθηκε μέσα στον Ιερό τούτο χώρο. Με τη σειρά μας θα λέγαμε πως η συνάντηση αυτή όλων των γνωρισμάτων της αγιότητος σε ένα και το αυτό πρόσωπο είναι χαρακτηριστικό όλων των άλλων Αγίων της Εκκλησίας μας.

Και για να μην πάμε πολύ μακριά, ο βίος του ίδιου του μεγάλου Παλαμά, τον αποδεικνύει όχι μόνον όσιο και διδάσκαλο και Ιεράρχη, αλλά και προφήτη και απόστολο και μάρτυρα τη προαιρέσει. επαληθεύεται και πάλι το ότι μόνον ένας μεγάλος μπορεί να καταλάβει και παινέσει επάξια έναν μεγάλο. Ένα άλλο κεντρικό σημείο του λόγου είναι ο παραλληλισμός του Αγίου Δημητρίου με τον Χριστό, η επισήμανση δηλαδή στο πρόσωπο του Μεγαλομάρτυρος ενός «τύπου Χριστού μετά Χριστόν», αν είναι δυνατόν να λεχθεί κάτι τέτοιο. Το στοιχείο αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Βέβαια για κάθε άγιο ισχύει το του Αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

Στον Άγιο Δημήτριο όμως όλα τα βιογραφικά στοιχεία με αφορμή και αφετηρία τη λόγχευση της πλευράς συντείνουν σε μία όχι μόνο μυστική, αλλά και εξωτερική εξεικόνιση του Χριστού στο πρόσωπό του: Το νεανικό της ηλικίας, η παρθενία, η διδασκαλική δράση που επιστεγάζεται από το εκούσιο μαρτύριο, η τετρωμένη πλευρά που γίνεται πηγή μύρου και ιάσεων, ο εξιλαστικός χαρακτήρας που παίρνει το μαρτύριο του Αγίου υπέρ μιας ολοκλήρου πόλεως είναι στοιχεία που πολύ νωρίς επεσημάνθησαν και ίσως πήραν τις ανάλογες λατρευτικές προεκτάσεις, ενώ μεταγενέστερα επί του αγίου Συμεών αποκρυσταλλώνονται πλέον λειτουργικά και υμνογραφικά σε ακολουθίες και ύμνους σαν αυτούς που ακούγονται ιδιαίτερα κατά τους όρθρους όλης αυτής της εβδομάδος μέσα στον εφέστιο τούτο του Μεγαλομάρτυρος .

Ειδικά, ο Άγιος Γρηγόριος, εκτός από την εφαρμογή ορισμένων χριστολογικών χωρίων και τύπων της Παλαιάς Διαθήκης που κάνει στον Άγιο Δημήτριο, αναφερόμενος και στην πολλαπλή λόγχευση της πλευράς του, την θεωρεί αναπλήρωση των «υστερημάτων των θλίψεων του Χριστού» κατά τον Απόστολο Παύλο, η οποία γίνεται από τους Αγίους υπέρ του Σώματος Του που είναι η Εκκλησία.

«Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς». Τα ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία του μάρτυρος και το σύντομο μαρτύριό του θέτουν πάντοτε σε δοκιμασία την φιλοπράγμονα διάθεση των περί τα συναξαριακά ενασχολούμενων ευλαβών, όπως ακριβώς και εκείνου του Αγιορείτη ασκητή Βιταλίου, που αναφέρεται στις διηγήσεις των θαυμάτων του Αγίου. Να η απορία του, όπως την συνοψίζει ο αφηγητής του θαύματος Σταυράκιος: «Αφού τόσο σύντομος ήταν ο μαρτυρικός αγώνας του και ακαριαίο το μαρτύριό του και μόνη η πλευρά του επλήγη, τι ήταν αυτό που του προεξένησε την τόση αφθονία των μύρων;»

 Υπάρχουν πολλοί μάρτυρες που και περισσότερα και δριμύτερα και πιο μακροχρόνια βάσανα υπέμειναν και παρθένοι ήσαν και ίσως να ετελειώθησαν και με λόγχευση της πλευράς κατά μίμησιν του Χριστού. Τι είναι εκείνο που ανέδειξε μεγαλομάρτυρα και οικουμενικό θαυματουργό τον Δημήτριο; «Επί τω Δημητρίω ακραιφνώς τα πάντα συνέδραμον» σπεύδει να απαντήσει ο ρητορικότατος Σταυράκιος, προτού διηγηθεί το σχετικό θαύμα που έπεισε τελικά στην πράξη τον Βιτάλιο. Στο σημείο αυτό ο θείος Γρηγόριος αισθάνεται ότι έχει να πει περισσότερα. Και εδώ μόνος αυτός μπορεί να καταλάβει και να ερμηνεύσει τον Μάρτυρα βάσει της δικής του εμπειρίας.

Να λοιπόν πώς εξηγεί αυτός εκείνο το «ακραιφνώς» του Σταυρακίου: «Γιατί ούτε στο νου του, λέγει, δεν καταδέχθηκε ποτέ να βάλει (ο Άγιος) κάτι από τα μη θεοσεβή, ούτε ξεκίνησε να κάνει καμιά πράξη όχι θεάρεστη. Αλλά αφού φύλαξε αμίαντη στον εαυτό του τη Θεία Χάρη του κατά Χριστόν βαπτίσματος, είχε πάντοτε το θέλημά του σύμφωνο με τον νόμο του Κυρίου».

Και λίγο πιο κάτω: «(Ο Δημήτριος) ήταν ωραίος, όχι μόνον κατά τον έξω αισθητό άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο κατά τον εσωτερικό και αόρατο, τον οποίο βλέποντας ο καρδιογνώστης Θεός τόσο αιχμαλωτίσθηκε από το νοερό κάλλος του, ώστε να ευδοκήσει να σκηνώσει μέσα σ’ αυτόν και να αποτελέσει ένα πνεύμα με αυτόν, και ξεκινώντας από εκεί να τον κάνει ολόκληρο θείο». Ο Δημήτριος δηλαδή είχε φθάσει διά της νήψεως ήδη και προ του μαρτυρίου στην τελειότητα και στη θέωση και έτσι, κατά την ανεξερεύνητη βουλή του Θεού, δε χρειαζόταν παρά ένα σύντομο μαρτύριο, με το οποίο σαν άλλος πνευματικός στάχυς θα θεριζόταν, για να συναχθεί στις ουράνιες αποθήκες.

Τα φοβερά βασανιστήρια από τα όποια έπρεπε να περάσουν άλλοι μάρτυρες υποβασταζόμενοι από την Χάρη του Θεού, για να δοκιμασθεί έτσι και να ατσαλωθεί η προαίρεσή τους, δεν χρειαζόταν στον Δημήτριο, γιατί αυτός, όπως λέγει ο θείος Παλαμάς «πριν ή γνώναι το κακόν, έξελέξατο το αγαθόν».

Με την νηπτική εργασία, η οποία ήταν θεοδίδακτος, είχε καταστεί τόσο τέλειος κατά την προαίρεση, ώστε ο πειράζων, μη βλέποντας καμμιά πιθανότητα επιτυχίας, μετά τον πρώτο ανιχνευτικό πειρασμό του σκορπιού, δεν τόλμησε να επιστρέψει από φόβο μήπως πολλαπλασιάσει τους στεφάνους του Μάρτυρος. Όλα αυτά βέβαια δεν αναφέρονται επί λέξει στο εγκώμιο και ας μάς συγχωρήσει ο Άγιος Γρηγόριος! Πιστεύουμε όμως πως διερμηνεύουμε εκείνα στα οποία αυτός δεν μπόρεσε να επεκταθεί περιορισμένος από την περίσταση και «σχήμα του λόγου», όπως λέγει.

Στον περίφημο όμως δεύτερο λόγο του στα Εισόδια, που συνέγραψε μέσα στο οικείο περιβάλλον της ησυχίας του Αγίου Όρους, μάς δίνει ένα άλλο πιο εκτεταμένο παράδειγμα αυτού του είδους της «Νηπτικής ερμηνείας». Εξηγεί δηλαδή ο μύστης της Θεοτόκου Γρηγόριος ότι εκείνο που έκανε την Παρθένο άξια να γίνει Μητέρα του Θεού ήταν η τελειότητα της προαιρέσεως της, στην οποία έφθασε διά της νήψεως και της Ιεράς ησυχίας στο διάστημα της παραμονής της μέσα στον Ναό. «Πολιά δε έστιν φρόνησις άνθρώποις και ηλικία γήρως βίος άκηλίδωτος».

 Ένα πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγιότητος του Δημητρίου, το οποίο φαίνεται να υπογραμμίζει ιδιαίτερα ο Άγιος Γρηγόριος, είναι το νεαρόν της ηλικίας του. Τον ονομάζει «νεανίαν απαλόν», «νέον έτι κομιδή» και «στεφανίτην έκ ου». Το γεροντικό του φρόνημα όμως τον έκανε διδάσκαλο και εμψυχωτή όχι μόνον του Νέστορος, του οποίου την νεότητα και ο ίδιος ο Μαξιμιανός λυπήθηκε αλλά και πάντων των «εύσεβεΐν αίρουμένων», οι οποίοι ασχέτως ηλικίας κατέφευγαν στην υπόγεια εκείνη στοά, όπου δίδασκε ο Μάρτυς και η οποία γι’αυτό τον λόγο, όπως υποστηρίζει ο Άγιος, έδωσε το όνομα «Καταφυγή» στον ναό της Θεοτόκου που αργότερα κτίστηκε επάνω της. «Αγαθόν ανδρί όταν άρη τον ζυγόν αυτού εκ νεότητος αυτού». Απόδειξη ο Δημήτριος, ο Νέστωρ, ο ίδιος ο Παλαμάς.

Η νεότητα έχει λαμπρά παραδείγματα προς μίμηση. Οι μεγαλύτεροι ας μην σπεύδουμε πάντοτε να προδικάζουμε το νεανικό ενθουσιασμό. Χρειάζονται ισχυρά αντίδοτα, για να καταπολεμηθεί η σημερινή γενική δηλητηρίαση. Η αγιότητα, η θυσία, το μαρτύριο είναι τα μόνα ικανά να μεταμορφώσουν τον κόσμο.

Η Εκκλησία θεμελιώθηκε με το αίμα του Χριστού πάνω στους τάφους και τα λείψανα των Μαρτύρων. Χωρίς θυσία, αδύνατη η αλλαγή και η μεταμόρφωσις. Αλλά ας επανέλθουμε στα λόγια του Παλαμά: «Μου έρχεται, λέγει, να πω για τον Δημήτριο εκείνο που λέγει ο θείος Παύλος για τον Χριστό: Αποδεικνύει την αγάπη του σ’ εμάς ο Μέγας Δημήτριος με το ότι ενώ ήμασταν ακόμη ασεβείς, αυτός «κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε» , κατά χάριν βέβαια και μίμησιν του Δεσπότου του. Και ολόκληρη η πόλις αύτη «κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου αυτού»6.

Και συνεχίζει αντιδιαστέλλοντας την πρώην ειδωλολατρική και ασεβή Θεσσαλονίκη με το περίφημο κέντρο της Βυζαντινής ευσέβειας που αυτός γνώριζε, τους μεγάλους και περικαλλείς ναούς του, την πολυθρύλητη ευλάβεια των κατοίκων του, τα μύρα και τα θαύματα του Άγιου Δημητρίου που σαν ποταμός πλημμύριζαν την οικουμένη. Ιερή νοσταλγία καταλαμβάνει την κάθε ευλαβική ψυχή διαβάζοντας αυτές τις γραμμές του θείου Γρηγορίου.

Άδειες σήμερα οι μαρμάρινες μυροδόχες λεκάνες στην κρύπτη του μαρτυρίου του… Τα θραυσμένα πήλινα «κουτρούβια» του μύρου, αρχαιολογικά ευρήματα μέσα στις βιτρίνες… Αποξενωμένος από την θεία λατρεία ο αρχικός χώρος του μαρτυρίου και του τάφου του… Ισχνή η ακοή των θαυμάτων του… Αναμφίβολα, πολλούς Δημητρίους χρειάζεται σήμερα η Θεσσαλονίκη, για να την «καταλλάξουν» πάλι με τον Θεό. Ένα νέο είδος ειδωλολατρίας την καταδυναστεύει. Τι φταίει; Ας μάς επιτραπεί λίγη ακόμη αγιολογική φιλοπραγμοσύνη. Γιατί στην Αίγινα, στα νησιά του Ιονίου και άλλου διαλαλούνται καθημερινά τόσα θαύματα; Σε τι υστερεί ο δικός μας άγιος; Η αίτια πρέπει να βρίσκεται σε μας. Εκείνος έκανε και συνεχίζει να κάνει ό,τι υπαγορεύει η αγάπη της θείας ψυχής του διά της υπέρ των Θεσσαλονικέων ικεσίας του προς Θεόν. Εκείνος επέτυχε να του δοθεί η άδεια να επιστρέψει στους συμπατριώτες του.

Μοναχικός μάς περιμένει ώρες ατελείωτες κάθε μέρα στη λάρνακά του να έλθουμε να του εκμυστηρευθούμε ευλαβικά τους πόνους και τα αιτήματά μας.

 Ο σεπτός ποιμενάρχης κάνει κι αυτός το χρέος του. Ακολουθώντας την προτροπή που κάνει στο τέλος του λόγου του ο εν αγίοις προκάτοχός του Γρηγόριος και μιμούμενος τον επίσης προκάτοχό του Άγιο Συμεών «πολυπλασιάζει» την πανηγύρι στον Μεγαλομάρτυρα και προσπαθεί με κάθε μέσο να ενισχύσει την ευλάβεια του ποιμνίου του προς αυτόν. Σε μάς απομένει να τον ακολουθήσουμε. Και διά να καταλήξουμε την ομιλία μας πάλι με τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου, ας παρακαλέσουμε να αξιωθούμε, με την προς Θεόν Ικεσία και πρεσβεία του αγίου ένδοξου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, και «της ατελεύτητου των σωζομένων πανηγύρεως εν ουρανοίς, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις συν τώ ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΤΕΥΧΟΣ 5 Σεπτέμβριος – Οκτωβριος 1989

1. Ομιλία εκφωνηθείσα στον Ι. Ναό του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη στις 23-10-1984

2. Μετάφρασις της ομιλίας στυής έχουν πρόσφατα δημοσιευθή στα βιβλία: •Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, τ. 11, σ. 163 κ. εξ., Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας 79, Θεσσαλονίκη 1986.

 •Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Λόγοι: α) Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου β) Εις τον Άγιον Δημήτριον. Έκδοσις Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου, Άγιον Όρος 1987, σ. 55 κ.εξ. (“…μεταγλωτισθείς εις το απλούν υπό ανωνύμου”).

3. Βλ. Ι. Φουντούλη, “Μεγάλη Εβδομάς” του Αγίου Δημητρίου, Κείμενα Λειτουργικής 17, Θεσσαλονίκη 1979 4. βλ. Ιωακείμ ‘Ιβηρίτου, Ιωάννου Σταυρακίου, Λόγος είς τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, Μαχεδονιχά τ. 1, θεσσαλονίκη 1940, σ. 351 κ. εξ. 5. πρβλ. Ρωμ. ε’ 6 6. πρβλ. Ρωμ. ε’ 10

ΠΗΓΗ.http://serafeimtousarof.blogspot.com/

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 31 other followers