Αρχείο για την κατηγορία ‘ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ’

Σύντομο συναξάριο και θαύματα του Οσίου Ευδοκίμου του Βατοπαιδινού (*1840)(5η/18η Οκτωβρίου)

Συναξάριο

Υπήρξε ανώνυμος αδελφός της μονής Βατοπαιδίου. Τα ιερά λείψανά του βρέθηκαν κατά μία επισκευή του παλαιού κοιμητηρίου, εκπέμποντας άρρητη ευωδία. Το σκήνωμα του οσίου βρέθηκε σε στάση προσευχής, με σταυρωμένα τα χέρια. Είχε στο στήθος μία εικόνα της Παναγίας, που δείχνει ότι αυτόβουλα είχε φθάσει εκεί, προβλέποντας το τέλος του και μη θέλοντας από ταπείνωση να τιμάται. Δίκαια και έξυπνα οι θαυμάζοντες συμμοναστές του τον ονόμασαν Ευδόκιμο, γιατί έζησε ευδοκίμως και ευδόκησε ο Θεός να βρεθούν τα τίμια λείψανά του, τα οποία έκαναν θαύματα και μεταφέρθηκαν στο Καθολικό της μονής στις 5 Οκτωβρίου 1840.

Για τον όσιο αυτόν ο διακριτικός Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης (+1929) γράφει: «Προς ένδειξιν της αληθείας αναγκάζομαι διά την πολλήν Σας αγάπην να εξιστορή σω συνοπτικώς ολίγα τινά εκ της καθόλου βιογραφίας του Αγίου Ευδοκίμου. Εγώ, ως γνωρίζετε καλώς, ο ταπεινός υποφαινόμενος προ τριακονταετίας εχρημάτισα εις την Ιεράν Μονήν του Βατοπαιδίου, οπότε εμελέτησα αρκούντως την βιογραφίαν του Αγίου. Επίσης ήκουσα τις αφηγήσεις ευυπολήπτων προσώπων, άτινα ευρέθησαν κατά την ανακομιδήν του λειψάνου του Αγίου Ευδοκίμου, ήτις εγένετο κατά το 1840. Ήσαν δε οι αυτόπται ούτοι, ο Ιάκωβος ο Σιμιτζής, ο Γρηγοράκης ο ψάλτης και ο Διακο-Δανιήλ εξ΄Ιερισσού, οίτινες μοι διηγούντο πολλάκις τα της εν λόγω ανακομιδής. Τότε παρήσαν και τρεις Αρχιερείς, ο πρώην Βάρνης Ιωσήφ, ο Αδριανουπόλεως (Γρηγόριος) και ο Χρύσανθος (πρώην) Σμύρνης, όστις λαβών τον λόγον είπεν ενώπιον του συσσωρευθέντος λαού:

«Πατέρες και αδελφοί, ενταύθα δεν πρέπει να υπάρχη ενδοιασμός περί της αγιότητος του Αγίου, διότι ούτος προϊδών τον θάνατον αυτού και φεύγων την δόξαν των ανθρώπων, ελθών ενταύθα παρέδωκε το πνεύμα και η άπειρος ευωδία του αγίου αυτού λειψάνου καταμαρτυρεί την τούτου αγιότητα. Και επειδή αγνοούμεν την ονομασίαν του, διά τούτο ας τον αποκαλέσωμεν Ευδόκιμον, καθ’ όσον δι’ ευδοκίας Θεού ευρέθη το άγιον Λείψανόν του.

»Ούτως αυθημερόν συνετάχθη η ακολουθία του και γενομένης ολονυκτίου αγρυπνίας κατ’ εκείνην την εσπέραν ήρχισαν τα θαύματα. Και πρώτον εθεράπευσε γηραιόν τινά Μοναχόν εκ Κουλτού, όστις επί πενταετίαν ήτο παράλυτος και αυθωρεί εγένετο υγιής. Επίσης και ο Ιατρός της Μονής των Ιβήρων Γρηγόριος, πάσχων τους οφθαλμούς, επικαλεσθείς τον Άγιον είπεν: “Εάν με κάμης υγιή, αμέσως θα κάμω αργυράν θήκην διά να τεθώσι τα άγιά σου Λείψανα”. Και κατά την νύκτα εκείνην εμφανισθείς ο Άγιος τον εθεράπευσε, και ήδη καταφαίνεται εν τη αργυρά θήκη το όνομα του διαληφθέντος Γρηγορίου»: «Το δ’ ηργύρωσε Γαβριήλ σεμνόν Κάρη. Ευδόκιμον ευρών των πόνων ακέστορα».

Η μνήμη του τελείται πανηγυρικά στις 5 Οκτωβρίου. Ο υμνογράφος Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννίτης στη συμπλήρωση της Ακολουθίας στους Οσίους Αγιορείτες Πατέρες, τον αναφέρει στη δ’ ώδή: «Συν θείω Ευδοκίμω ου η εύρεσις πάντας, των αγίων λειψάνων κατ΄ηύφρανε». Ωραία εικόνα του σώζεται στη μονή, έργο του γνωστού αγιογράφου ιερομονάχου Μακαρίου Γαλατσάνου: «Δι’ εξόδων του οσιωτάτου κυρίου Γαβριήλ Ιατρού Βατοπαιδινού του εκ Ναούσης μωμβ’» (1852). Τα περι του βίου του οσίου Ευδοκίμου αναφέρονται και σε χειρόγραφο του ιεροδιακόνου Μελετίου Βατοπαιδινού, το οποίο καταλήγει: «Πας όστις επικαλεσθή τον Άγιον μετά πίστεως ας μη αμφιβάλλη διά την εκπλήρωσιν της αιτήσεως, αρκεί μόνον να αιτή από τον Άγιον δίκαια και αγαθά, ου ταις ικεσίαις και ημείς των συμβαινόντων ρυσθείημεν, και Βασιλείας ουρανίου αξιωθείημεν».
Ακολουθία και Παρακλητικό Κανόνα προς τιμή του οσίου συνέθεσε και ο κ. Χαραλάμπης Μπούσιας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λαθὼν πεπολίτευσαι, ἀσκητικῶς ἐπὶ γῆς, καὶ δόξης ἠξίωσαι, ἐν οὐρανοῖς ἐκ Θεοῦ, Εὐδόκιμε Ὅσιε. Ὅθεν Βατοπεδίου, ἡ Μονὴ ὡς πλουτοῦσα, Πάτερ τὰ λείψανά σου, ἀνυμνεῖ σε ἀξίως, καὶ πόθῳ μεγαλύνει, τὸν σὲ θαυμαστώσαντα.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῇ ἀνευρέσει τῶν λειψάνων σου μακάριε

Καθαγιάζεις Μοναζόντων τὰ συστήματα,

Τῇ πολλῇ σου ταπεινώσει ἡμᾶς παιδεύων·

Ἀλλ’ ὡς μύστης εὐδοκίας τῆς τοῦ κρείττονος

Καθοδήγησον ἡμᾶς πρὸς βίον ἔνθεον
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐδόκιμε.

Μεγαλυνάριον.
Πλῆρες εὐωδίας πνευματικῆς, εὕρηται θεόφρον, τὸ σὸν λείψανον τὸ σεπτόν· οὗ τῇ ἀνευρέσει, ἐξέστησαν οἱ πάντες, Εὐδόκιμε ὑμνοῦντες, τὴν πολιτείαν σου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτο, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου-Άγιον Όρος, 2007

Θαύματα του Αγίου Ευδοκίμου

Όπως αναγράφεται μέσα στον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα θαύματα του Αγίου ήταν πολλά. Όμως για λόγους συντομίας έχουν γραφτεί μόνο δύο μέσα στον Μέγα Συναξαριστή. Είμαστε σίγουροι ότι ο Άγιος από τότε που βρέθηκε μέχρι και σήμερα έχει επιτελέσει πλήθος θαυμάτων τα οποία σίγουρα θα τα γνωρίζουν οι μοναχοί που εγκαταβιώνουν σήμερα στην Μονή Βατοπαδίου. Εμείς θα σας γράψουμε αυτά τα δύο που αναγράφονται και στον Συναξαριστή.

Ένας μοναχός της Μονής έπασχε από φυματίωση και ο οποίος είχε απελπισθεί τόσο πολύ, διότι δεν μπορούσε να θεραπευθεί. Επικαλέσθηκε τον Άγιο Ευδόκιμο λέγοντας: «Αμαρτωλός είμαι, Άγιε, όμως τολμώ να δεηθώ προς εσένα, διότι απ’ ότι γνωρίζω ο Θεός σου έδωσε και την χάρη των ιαμάτων και επειδή πολλοί που σε έχουν επικαλεσθεί έγιναν καλά, σε παρακαλώ κάνε και εμένα τον ταπεινό δούλο το θαύμα σου και δείξε την δύναμη της αγιότητός σου». Αυτά έλεγε και διάφορα άλλα σχετικά με τον Άγιο, όπου μετά από λίγο τον πήρε ο ύπνος και ευθύς βλέπει έναν Μοναχό σεμνοπρεπή, ο οποίος του πρόσφερε ένα ποτήρι να πιει. Ο δε ασθενής πήρε το ποτήρι και άρχισε και έπινε και μάλιστα και δεύτερο και τελειώνοντας λέγει: «Σε ευχαριστώ, Πάτερ, γιατί δίψαγα και με πότισες». Καθώς έλεγε αυτά ξύπνησε και θαύμαζε για το γεγονός, διότι αισθανόταν αυτό ως οπτασία και όχι στον ύπνο του, μάλιστα αισθάνθηκε και την δράση του ποτού, όπου από το στομάχι και τον πνεύμονα εξαφανίσθηκαν οι πόνοι και ευχαρίστησε τον Άγιο. Έπειτα μετέβη εις τον πνευματικό του Μοναστηριού π. Νήφωνα και του διηγήθηκε όλα όσα συνέβηκαν.

Άλλος μοναχός της ιδίας Μονής Βατοπαιδίου, ονόματι Γαβριήλ, ο οποίος ήταν γνώστης της ιατρικής, βρισκόταν στις Καρυές για κάποια δουλειά της Μονής, ξαφνικά τον έπιασαν κάτι φρικτοί πόνοι στα νεφρά, που ούτε μπορούσε να κοιμηθεί ή να καθίσει. Χρησιμοποίησε ότι μπορούσε για την απαλλαγή των πόνων με διαφόρους τρόπους που μπορούσε, βεντούζες, εντριβές, χειραλειφές, έμπλαστρα, θερμόλουτρα κ.λ.π. τα οποία όμως δεν έκαναν απολύτως τίποτα.

Βρέθηκε σε μια αμηχανία ο π. Γαβριήλ, διότι οι πόνοι ήταν αφόρητοι και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μάλιστα κάποιοι αδελφοί που ήταν δίπλα του, τον πείραζαν και του έλεγαν: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», κάποιοι άλλοι του έλεγαν να παρακαλέσει τον άγιο Ευδόκιμο και αμέσως θα θεραπευτεί, διότι «ο Άγιος είναι υπέρτερος ιατρός από εσένα». Ακούγοντας αυτά ο π. Γαβριήλ είπε: «Εάν είναι αλήθεια θαυματουργός ο Άγιος και μπορεί να με θεραπεύσει εγώ θα κάνω μια λειψανοθήκη για την τιμία κάρα του». Λέγοντας κοιμήθηκε λίγο διότι είχε πολλές ώρες να κοιμηθεί και ευθύς βλέπει Μοναχό σεμνοπρεπή, ο οποίος τον πλησίασε και τον ψηλάφισε αυτόν στα νεφρά και του λέει: «Τίποτα δεν είναι αυτό, τι βοάς;». Ο δε ασθενής είπε: «Με περιπαίζεις, Γέροντα; δεν γνωρίζεις τι φρικτούς πόνους έχω;». Τότε ο φανείς Γέρων είπε: «Καλώς έχεις» και απήλθε. Το δε σχήμα και η μορφή του φανέντος εις αυτόν Αγίου, έμοιαζε πολύ με την μορφή του Αγίου Ευθυμίου του Μεγάλου.

Διεγερθείς ο π. Γαβριήλ και στραφείς προς έναν μοναχό που παρίστανται εκεί του είπε: «Ποιος Γέρων ήταν εδώ και μόλις έφυγε από την πόρτα;». Και του είπε ο μοναχός: «Κανείς δεν μπήκε και κανείς δεν βγήκε». Τότε θυμήθηκε τι είχε ευχηθεί στον Άγιο Ευδόκιμο. Σηκώθηκε και αισθάνθηκε τον εαυτό του υγιή και τότε πίστεψε ότι ο Άγιος ήταν αυτός που ήλθε και ψηλάφισε αυτόν και έγινε καλά. Τότε είπε στους μοναχούς: «Φέρτε μου την κάρα του Αγίου να την προσκυνήσω, διότι αλήθεια η χάρις του Αγίου με απάλλαξε από την ασθένεια αυτή». Φέρνοντας την αγία κάρα του Αγίου, καθώς την ασπάσθηκε ο π. Γαβριήλ είπε: « Εγώ θα σε επαργυρώσω, σεβασμία κεφαλή, διότι επίστευσα ότι αληθώς Άγιος υπάρχεις».

Σήμερα στην Μονή Βατοπαιδίου υπάρχει αυτή η τιμία κάρα του Αγίου Ευδοκίμου, βέβαια δεν γνωρίζουμε αν η λειψανοθήκη στην οποία βρίσκεται είναι από τον π. Γαβριήλ ή μεταγενέστερη. Έτσι και ο π. Γαβριήλ θεραπεύθηκε από τον Άγιο, καθώς και πολλοί άλλοι που τον επικαλέσθηκαν με πίστη. Την ευχή του να έχουμε όλοι μας. Αμήν.
Πηγή: Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

ΠΩΣ ΕΦΤΑΣΕ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ…(Μιά πραγματική ιστορία)

KATA ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ 2005 ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΛΙΤΑΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ,ΟΝΤΑΣ ΙΕΡΕΑΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΕΠΙΚΑΛΕΣΤΗΚΑ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ,ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΑΞΙΩΘΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΩ.
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ΠΕΡΙΠΟΥ ΜΗΝΕΣ, ΧΤΥΠΗΣΕ ΤΟ ΘΥΡΟΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΗΣ ΟΙΚΙΑΣ ΜΟΥ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΕΝΩ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣ/ΝΙΚΗ.
ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΜΕΝΩ ΖΗΤΗΣΕ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΝ ΔΕΧΤΗΚΑ., ΧΩΡΙΣ ΒΕΒΑΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΜΕΧΡΙ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ .ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΩΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΟΤΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΙΤΑΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ,ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΣΤΗΣΑΝ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΛΙΤΑΝΕΥΑΝ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΣ ΩΣ ΕΥΛΟΓΙΑ-ΔΩΡΟ ΑΠΟΤΗ ΜΟΝΗ.
ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΗΤΑΝ ΙΔΙΕΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ ΤΗ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΔΥΟ ΙΔΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΣΠΙΤΙ.Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ :
– Η ΕΙΚΟΝΑ ΑΥΤΗ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ, ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΗ ΖΗΤΗΣΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗ ΛΑΒΕΙ!!!!
ΤΗΝ ΕΛΑΒΑ ΛΟΙΠΟΝ ΑΦΟΥ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΣΤΟ ΘΥΡΟΤΗΛΕΦΩΝΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΤΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ!!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΚΟΥΣΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΤΗΤΑ ΜΟΥ.
π. ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ- ΕΓΓΑΜΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΛΑΓΚΑΔΑ.

Οί έγγαμοι Άγιοι που γιορτάζουν τον Σεπτέμβριο.

1.Οσία Μάρθα,μητέρα του Οσίου Συμεώνος του Στυλίτη(1η Σεπτ)-Οσία Ευανθία
2.Αγιος Αγγελής ο Νεομάρτυς,( 1η Σεπτ)
3.Οι άγιοι Θεόδοτος και Ρουφίνα(2α Σεπτ)
4.Άγιος Κωνσταντίνος ο νέος Βασιλεύς.(3η Σεπτ)
5.Οι Άγιοι Ζαχαρίας και Ελισάβετ(5η Σεπτ)
6.Αγιος Ευδόξιος.(6η Σεπτ)
7.Αγία Καλοδότη(6η Σεπτ)
8.Άγιοι Ιωακείμ και Άννα(9η Σεπτ)
9.Αγία Πουλχερία η Βασίλισσα(10η Σεπτ)
10.Άγιοι Δημήτριος και Ευανθία.(11η Σεπτ)
11.Οσία Θεοδώρα η εν Αλεξανδρεία(11η Σεπτ)
12.Αγία Κατεβάν η βασίλισσα της Γεωργίας(13η Σεπτ)
13.Η Αγία Πλακίλλα η Βασίλισσα(14η Σεπτ)
14.Όσιος Φιλόθεος ο θαυματουργός(15η Σεπτ)
15.Αγία Σοφία(17 Σεπτ)
16.Αγία Λουκία(17 Σεπτ.)
17.Άγιοι Ευστάθιος και Θεοπίστη(20 Σεπτ)
18.Όσιος Ιωνάς ο Σαββαίτης(21 Σεπτ).
19.Αγιος Σωφρόνιος ,επίσκοπος Βράτσης Ρουμανίας(22 Σεπτ)
20.Αγία Ξανθίπη(23 Σεπτ)
21.Άγιος Ιωάννης από τις Συρακούσες(23 Σεπτ)
22.Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο εκ Κονίτσης(23 Σεπτ)
23.Άγιος Στέφανος ο Πρωτοστεφής(24 Σεπτ)
24.Οσία Δωροθέα του Κασίν(24 Σεπτ)
25.Όσιος Παφνούτιος ο Αιγύπτιος(25 Σεπτ)
26.Άγιοι Παύλος και Τάττα από την Δαμασκό(25 Σεπτ)
27.Όσιος Νείλος ο νέος ο εν Καλαβρία(26 Σεπτ)
28.Η Αγία ανώνυμη χήρα ,που μαρτύρησε για το Χριστό(26 Σεπτ)

Ένας ένδοξος ανώνυμος Ηπειρώτης Νεομάρτυρας

Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου

Το 1505-1506 μαρτύρησε στην Άρτα ένας νεαρός. Δεν μας διασώθηκε το όνομά του. Ανώνυμος αλλά ένδοξος, ως άγιος της Εκκλησίας. Το μαρτύριό του περιγράφει με καταπληκτική παραστατικότητα και χάρη ο όσιος Μάξιμος ο Γραικός, ο φωτιστής των Ρώσσων. Ο όσιος Μάξιμος καταγόταν από την Άρτα και τα έτη αυτά (1505-1506) ευρίσκετο εκεί. Υπήρξε αυτόπτης μάρτυς. Το έγραψε Ρωσσικά και στην Ρωσσία. Για να δείξει στους Ρώσσους της εποχής του, που τους εγοήτευαν οι έρωτες και η καλοπέραση (τα κάτω!), ότι κάπου άλλου, στη γη των Ελλήνων, την πίστη του Χρίστου, την βίωναν αληθινά, ότι οι Έλληνες δεν είναι κατ’ όνομα Χριστιανοί, ότι δεν κλονίζονται, ότι δεν ψάχνουν, ότι έχουν πίστη και ζουν με την πίστη, και για την πίστη. Ζητούντες τα άνω.

Παράδειγμα;  Ο ανώνυμος νεομάρτυρας. Ήταν νέος, πολύ νέος, και πολύ όμορφος. Η ίδια η ομορφιά. Άλλά και πολύ φτωχός. Και δούλευε. Υπηρέτης ενός Τούρκου μπέη. Ο νέος αυτός δεν έψαχνε για έρωτες. Όμως τον ερωτεύθηκε μια κοπέλλα’ η κόρη του αφεντικού του. Και τον προκάλεσε. Άλλα, παρ’ ό,τι ο νεαρός δεν ήταν μορφωμένος, της το έδηλωσε ξεκάθαρα. Για να γίνει σαρκική ένωση μαζί της, πρέπει απαραίτητα, πρώτα να γίνει χριστιανή, να βαπτιστή, και μετά, να παντρευτούν στην Εκκλησία. Μόνον τότε. Γιατί αυτά ορίζει ο νόμος του Χρίστου, νόμος απόλυτος, και αδιαμφισβήτητος. Και εκείνη συμφώνησε. Και τα δυο παιδιά, σε ώριμη εφηβική ηλικία, εξαφανίστηκαν μαζί στα δάση, για να μεθοδεύσουν τα περαιτέρω.

Μετά από μερικές ημέρες, μετά από κάμποσα εικοσιτετράωρα, τα εύρηκαν. Στα δάση. Και βάζοντας στον νου τους, εκείνα πού όλοι τα θεωρούν αυτονόητα, για νεαρά παιδιά διαφορετικού φύλου απομονωμένα ημέρες πολλές στα δάση, σάπισαν τον νεαρό στο ξύλο και τον παρέδωκαν στον κατή, να τιμωρηθή, που τόλμησε, γκιαούρης αυτός, να απλώσει χέρι σε μουσουλμάνα! Γρήγορα όμως ο μπέης-πατέρας, συνειδητοποίησε, ότι  έχοντας την κόρη του ολόκληρα εικοσιτετράωρα στην διάθεση του στο δάσος ο νεαρός αυτός Ρωμιός, δεν είχε «αγγίξει» την κοπέλα, αισθάνθηκε δέος! Και βάλθηκε να τον σώσει. Και του πρότεινε: Να γίνει μουσουλμάνος. Και να τον κάμει γαμπρό του. Άλλα δεν τα κατάφερε:

Ο ανώνυμος νεαρός είχε λογισμό «αυτοκράτορα». Το ήξερε καλά, ότι το σώμα ου τη πορνεία, αλλά τω Κυρίω, και ο Κύριος τω σώματι (Α’ Κορ. 6, 13). Και το τηρούσε. Γοητεία, είχε υπάρξει. Συμπάθεια – συναίσθημα, είχε υπάρξει. Οραματισμοί κοινοί ποικίλοι, είχαν ασφαλώς υπάρξει. Όμως δεν ίσχυσαν να σαλεύσουν τον λογισμό του ανώνυμου νεαρού χριστιανού. Έστεκε, εκεί πού έπρεπε. Και πράξει. Και θεωρία.

Είχε «προαποδυθή», τα πάθη. Του απευθύνθηκε η πρόκληση: -Αρνείσαι τον Χριστό; Ήταν μια πρόταση – δίλημμα με τρομακτικές διαστάσεις- Από την μια, του προσφερόταν μια ζωή, μια ζωή γλυκεία, με την κοπέλλα που αγάπησε και με υπάρχοντα πολύ περισσότερα από εκείνα που (ΔΕΝ) είχε. Και από την άλλη θάνατος, θάνατος για το Χριστό, αλλά με βάσανα Και μαρτύρια πολλά.

Τί θα περίμενε κανείς; Γλυκεία η ζωή! Όμως ο νεαρός της Άρτας δεν δίστασε, δεν κόμπλαρε. Και απάντησε κατηγορηματικά:

- Χάσου από μπροστά μου. Και συ. Και η κόρη σου. Και τα πλούτη σου. Την πίστη μου θα την φυλάξω καθαρή. Και σένα, Και την κόρη σου, και την θρησκεία σας, σας φτύνω!

Δεν το παραδέχτηκαν, ότι είχαν πέσει έξω. Και έκαμαν μια τελευταία προσπάθεια, να τον πείσουν! Μια προσπάθεια ωμή, και με ωμότητα. Του πέρασαν το σχοινί στο λαιμό. Τον σήκωσαν αργά από τη γη στον αέρα. Στο κλαδί του πλάτανου, Και μετά; Τον άφησαν να πέσει απότομα. Να «σκάσει» στο χώμα! Και, όταν συνήλθε κάπως, του είπαν τάχα στοργικά: -Λυπήσου τα νειάτα σου! Η απάντησή του ήταν ομολογία: -Ο Χριστός – Θεός μου και Κύριος μου! Η διαδικασία αυτή επανελήφθη τρεις φορές. Την τρίτη φορά, μαζί με τα λόγια «Ο Χριστός – Θεός μου Και Κύριος μου!», παρέδωκε και το πνεύμα του. Και έγινε μάρτυρας του Χριστού. Και της ευσέβειας. Καταφρόνησε τις απολαύσεις και την ζωή. Έμεινε πιστός στον Χριστό. Και για τον Χριστό απεδύθη και το σαρκίο του, αφού πρώτα είχε προαποδυθή -για χάρη Του- και όλα τα πάθη του σαρκίου του.

Και κατακλείει την διήγηση του ο όσιος Μάξιμος ο Γραικός με τα λόγια: Ας εντραπούμε, όσοι για μια σιχαμερή ηδονή καταφρονούμε τον νόμο του Χριστού.

Ακτινοβολία αγάπης-Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (24 Σεπτεμβρίου)


«Κανείς δεν σώζεται μόνος του. Ή σωτηρία μου δεν είναι δική μου υπόθεση, δική μου μικρή και ατομική υπόθεση.

Είναι ένα γεγονός οντολογικό, που  άφορα όχι μόνο όλη την ανθρωπότητα, αλλά και όλη την κτίση, κάθε τι που δημιουργήθηκε από τον Θεό».

Ο γέρων Σιλουανός κατατάχθηκε στο Ορθόδοξο Αγιολόγιο την 26η Νοεμβρίου 1987 από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τιμάται σήμερα σ’ όλον τον κόσμο.

Η πολυσχιδής ακτινοβολία του είναι εντυπωσιακή. Πώς να εξηγήσουμε την «δόξα» αυτού του χωρικού, που γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Ρωσίας το 1866 και εκάρη μοναχός στο Άγιον Όρος το 1892. Ποιος είναι αυτός που αγγίζει τόσο τους ανθρώπους; Τι τον καθιστά ένα σύγχρονο γέροντα, έναν οδηγό στην αναζήτηση του θεού, έναν σύντροφο στην περιπέτεια της πίστης, ένα έρεισμα στον πόνο και την αγωνία, έναν φίλο στην απελπισία; Μπορεί κανείς να δώσει πολλαπλές εξηγήσεις, χωρίς να εξαντλήσει το θέμα: ήταν ευπρόσιτος και ανθρώπινος- είχε βαθιά εμπειρία του Θεού βασισμένη στην ταπείνωσή του και τη βίωση της προσωπικής κολάσεως.

Η μαρτυρία του ήταν αυθεντική και απλή, ή αγάπη και ή προσευχή του καθολική, για όλα τα όντα και τους λαούς της γης (συμπεριλαμβανομένων των εχθρών), τόσο που συνέπασχε με όλη την κτίση.

Ή ανθρώπινη διάσταση του Γέροντα

Παιδί μιας τυπικής -ευσεβούς και πολυμελούς- ρωσικής αγροτικής οικογένειας του 19ου αιώνα, ο γέρων Σιλουανός έζησε απλά, όπως κάθε νέος χωρικός της εποχής του. Μετά από μία εντελώς στοιχειώδη εκπαίδευση -μόλις δύο σχολικά έτη- μαθαίνει την τέχνη του ξυλουργού και κατόπιν υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία. Σωματικώς, είναι ένας ψηλός και γεροδεμένος νέος, γλυκύς και ήρεμος εκ φύσεως, πράγμα που δεν τον εμποδίζει ώρες-ώρες ακόμη και να παίρνει μέρος σε διαπληκτισμούς, να κάνει παρέα με κορίτσια και να παίζει ακορντεόν. Είχε τέτοια σωματική δύναμη και ικανότητα, που μπορούσε, λένε, να πιει τρία λίτρα βότκα χωρίς να μεθύσει και να καταβροχθίσει χωρίς πρόβλημα, την μέρα του Πάσχα, πενήντα αυγά!

Στο Άγιον Όρος, όντας προικισμένος με τα εξαιρετικά δώρα της Θείας Χάριτος -κυρίως την θεωρία του Θεού-, αναλαμβάνει με αφοσίωση το βαρύ φορτίο του διακονήματος του οικονόμου της μονής, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις δύσκολες συνθήκες της ζωής των εργατών που ήταν υπό την αρμοδιότητά του, στον πόνο τους και στα παντός είδους προβλήματα τους. Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι με την απλή ζωή του, σαρκωμένη και ριζωμένη στην πραγματικότητα, ο γέρων Σιλουανός είναι κοντά μας.

Είναι πιο οικείος από ό,τι ο πατήρ Σωφρόνιος, που τον ανέδειξε στον κόσμο και τον παρουσίασε απλά, προσεγγίζοντάς τον με ένα ύφος που δίνει την αίσθηση του μεγαλειώδους και του θαυμαστού, όπως έκαναν οι συντάκτες των βυζαντινών αγιολογικών κειμένων.

Η βαθιά εμπειρία του Θεού

Ο γέρων Σιλουανός αξιώθηκε να βιώσει την μοναδική και βαθιά εμπειρία του Θεού που θα του δώσει, στο τέλος της ζωής του, το κύρος αληθινού διδασκάλου. Εάν η εξωτερική συμπεριφορά του είναι ο,τι πιο συνηθισμένο, η εσωτερική-πνευματική του ζωή είναι ακριβώς το αντίθετο. Η ζωή του διακρίνεται, εξ αρχής, από μια κίνηση, που είναι, σύμφωνα με αυτόν, η ίδια η καρδιά της πνευματικής οδού και προόδου. Μία κίνηση που εκδηλώθηκε εμπράκτως με την μεγάλη βοήθεια προς τους πολυάριθμους αναζητητές του Θεού. Πρόκειται για μία δυναμική σε τρεις φάσεις, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μεταστρέφεται από την κατάσταση του «ατόμου» – επικεντρωμένου στον εαυτό του- σε αυτή του «προσώπου» εν κοινωνία, και πραγματώνει σταδιακά την εικόνα του Θεού μέσα του, ταυτίζοντας το θέλημά του με το θείο θέλημα δια της αποκτήσεως της χάριτος του Άγιου Πνεύματος. Πρώτη φάση: η δωρεά της Χάριτος, που κάνει τον άνθρωπο να ανακαλύψει «έναν άλλο κόσμο μέσα του», που του δίνει χαρά, ζήλο, ειρήνη και πνευματική έμπνευση. Δεύτερη φάση: η απώλεια αυτής της Χάριτος, που διακρίνεται από μία αίσθηση εγκατάλειψης του Θεού. από τον εγκλεισμό και την ξηρότητα της καρδιάς, την ταραχή και το σκοτάδι της ψυχής, που βασανίζεται από τα πάθη, την τελμάτωση στην καθημερινότητα και τον πειρασμό της απόγνωσης. Τρίτη φάση: η ανάκτηση της Χάριτος με μία εργασία μεταμόρφωσης και απομάκρυνσης των παθών που εμποδίζουν την ενέργεια του Άκτίστου Φωτός. Κι αυτό με την βοήθεια όλων αυτών που η Άγια Γραφή και η παράδοση της Εκκλησίας προτείνουν: την μετάνοια, την διαρκή μεταστροφή, την προσευχή, την νηστεία, την τήρηση των εντολών του Χρίστου και κυρίως, αυτό που αποτελεί την ουσία της διδασκαλίας του Σιλουανού, την άσκηση στην ταπείνωση: «ασκητική» ταπείνωση με τις συνεχείς προσπάθειες του προσώπου και «κατά Χριστόν» ταπείνωση με την δωρεά και την χάρη του Άγιου Πνεύματος. «Όσον άφορα αυτόν που γνώρισε το Άγιο Πνεύμα και έμαθε από Αυτό την ταπείνωση, έγινε όμοιος με τον διδάσκαλο του Ιησού Χριστό, Υιό του Θεού», γράφει. Και αλλού : «Αν ο κόσμος περιείχε όλη την δύναμη των λόγων του Χριστού: “Μάθετε άπ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία”, τότε όλος ο κόσμος, όλο το σύμπαν θα εγκατέλειπε όλες τις άλλες γνώσεις, για να αναζητήσει μόνο αυτή την θεία γνώση». Αυτή την πνευματική δυναμική -που την ξαναβρίσκουμε κυρίως στις Πνευματικές Ομιλίες που αποδίδονται στον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο (4ος αιώνας)- είναι ακριβώς αυτό που ο γέρων Σιλουανός θα ζήσει από την ηλικία των τεσσάρων ετών, με μία ένταση ανάλογη με τη Χάρη πού θα του προσφέρει ο Θεός. Η εξέλιξη του οριοθετείται έτσι από μία σειρά γεγονότων που είναι άλλωστε και σταθμοί της πορείας του: μία πρώτη μεταστροφή στην ηλικία των δεκαεννέα ετών: η εμπειρία της αμαρτίας («γνώρισε» μία κοπέλα χωρίς να είναι παντρεμένος και λίγο έλειψε να σκοτώσει έναν νέο του χωριού σε μία συμπλοκή)· η αναχώρηση για το Άγιον Όρος οπού -με αληθινή έλλαμψη- αξιώνεται να δει τον Χριστό· χρόνια εσωτερικού σκότους, οπού αγωνίζεται ενάντια σε λογισμούς υπερηφάνειας και δαίμονες που του επιτίθενται· αυτός ο περίφημος, τέλος, λόγος που ο Χριστός του δίνει, για να πορευτεί την οδό της ταπείνωσης και που έγινε πηγή φωτός και ανακούφισης για αναρίθμητους ανθρώπους: «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Οπλισμένος με αυτό «το θεραπευτικό εργαλείο», που είναι εξάλλου μία πνευματική ρομφαία, ο γέρων Σιλουανός θα ανέρχεται, για δεκαπέντε χρόνια, βαθμίδα-βαθμίδα την αγία κλίμακα, για να εισέλθει, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του, στις «ανώτερες σφαίρες της άγιας απάθειας».

Μία απλή και αυθεντική μαρτυρία

Σε μία εποχή κορεσμένη από λόγια, οπού οι άνθρωποι, και κυρίως οι νέοι, κρίνουν την αυθεντικότητα ενός ανθρώπου περισσότερο από τις πράξεις του παρά από τα λόγια του, ή αρμονία των λόγων και των έργων του αγίου Σιλουανού δεν είναι ασφαλώς άσχετη με την επίδραση του. Αυτή η αρμονία ήταν άλλωστε μία πηγή έλξης και στο Άγιον Όρος. Σ’ αυτούς που απορούσαν επειδή έβλεπαν προσκυνητές «διανοούμενους» να σπεύδουν στον Σιλουανό για να συνομιλήσουν μαζί του, «παρόλο που δεν διάβαζε τίποτα», ο πατήρ Μεθόδιος απαντούσε: «Δεν διαβάζει τίποτα, αλλά κάνει τα πάντα, ενώ οι άλλοι διαβάζουν πολύ και δεν κάνουν τίποτα».

Όπως υπογραμμίζει ο π. Κάλλιστος Ware, χωρίς να επιδιώκει να είναι “πρωτότυπος” ερμηνεύοντας μία ιδιαίτερη ή πρωτόγνωρη θεοπτία του Σιλουανού, «ζητούσε να είναι απλώς ένας μάρτυρας πιστός στην ζωντανή παράδοση της ευχής, με την οποία είχε ζυμωθεί (ενν. ο Σιλουανός) κατά την διάρκεια των σαράντα έξι χρόνων που πέρασε στο Άγιον Όρος».

Ο γέρων Σιλουανός είναι λοιπόν αυθεντικός μάρτυρας, αφού μας παρουσιάζει τον Χριστό όχι μέσω μιας διδασκαλίας, ενός θεολογικού συστήματος ή μιας πραγματείας, αλλά μέσω μιας άμεσης εμπειρίας του Θεού, βιωμένης στο βάθος της ύπαρξής του, και ενός προσωπικού τρόπου βιώσεως της διδασκαλίας της Εκκλησίας και της Παραδόσεως.
Κατά το παράδειγμα των αγίων -έτσι όπως αυτός τους ορίζει χωρίς να θεωρεί τον εαυτό του τέτοιο-, δεν μιλά παρά γι’ αυτό που είδε και γνώρισε δια του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό που πραγμάτωσε στην ζωή του και βίωσε στην ύπαρξη του, στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα του. Καλύτερα, μπορούμε να πούμε ότι ο γέρων Σιλουανός εκφράζει την πνευματική του εμπειρία, την σχέση του με τον Θεό με πολύ απλές λέξεις, χωρίς την ορολογία και το φίλτρο της θεολογίας των Πατέρων της Εκκλησίας, που όμως είναι πάντα παρόντες. Λέξεις μιας καθαρά ευαγγελικής φρεσκάδας, θρεμμένες με το πιστό άκουσμα του Λόγου του Θεού, με την ανάγνωση των ευαγγελίων -κυρίως του κατά Ιωάννη- και των ψαλμών. Με μία εκπληκτική ελευθερία, ο άγιος Σιλουανός δηλώνει: «Το Άγιο Πνεύμα περνά από την Αγία Γραφή στην ψυχή».
Πέρα από κάθε τυπικότητα, καλώντας σε μία έσωτερίκευση και συνειδητοποίηση της παγκοσμιότητας της ευχαριστιακής λειτουργίας, προσθέτει: «Μέσα στους ναούς τελούμε την θεία λειτουργία και το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν. Αλλά ο καλύτερος ναός του Θεού είναι η ψυχή. Γι’ αυτόν που προσεύχεται μες την ψυχή του όλος ο κόσμος γίνεται εκκλησία».

Μία αιώνια αγάπη

Στο τέλος της ζωής του, ο γέρων Σιλουανός χριστοποιήθηκε τόσο από το Άγιο Πνεύμα, που έφερε στην καρδιά του αυτό που ο Ιησούς Χριστός είχε προσλάβει και ανακεφαλαίωσε στο πρόσωπο Του: παγγενή τον Αδάμ. Απ’ αυτή την άποψη, είναι εκπληκτικό να δει κανείς πώς γνώριζε αυτός ο άνθρωπος -ο σχεδόν αγράμματος, ο εχθρικός με τις εφημερίδες και ο όποιος δεν είχε βγει από την ρώσικη επαρχία παρά για να αποτραβηχθεί στο Άγιον Όρος- τον πόνο των ανθρώπων και των λαών όλης της γης.
Η εμπειρία της θέας του Ζώντος Χρίστου, κατά την διάρκεια ενός εσπερινού εσωτερικευμένη και αφομοιωμένη με τον πολύχρονο ασκητικό αγώνα, την κένωση και την παραμονή στο διπλό πυρ της χάριτος και της εσωτερικής κολάσεως, είχε οδηγήσει τον Σιλουανό στην πληρότητα και τελειότητα της αγάπης.
Απέναντι σε όλες τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς της φυγής μακριά από τον κόσμο και την πραγματικότητα, το μήνυμα του γέροντα Σιλουανού είναι εδώ σαφές: ο άνθρωπος πού δέχεται την χάρη να ζει μία μεγάλη μυστική εμπειρία δεν πρέπει να κλείνεται στην έκστασή του. Μπορεί να ξεχνά τον κόσμο για λίγο, προκειμένου να δίνεται ολοκληρωτικά στην θεωρία του Θεού, αλλά δεν μπορεί να βυθιστεί εκεί.
Οφείλει να επιστρέψει στον εαυτό του, να θυμηθεί τους ανθρώπους και την κτίση: «Όποιος γνώρισε τον Θεό δια του Άγιου Πνεύματος εύχεται και χύνει δάκρυα για όλον τον κόσμο».
Και «το να εύχεται κανείς για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνει το αίμα του». Βυθισμένος πλήρως στο μυστήριο της κατά Χριστόν ζωής, ο γέρων Σιλουανός συνέπασχε με όλους και με όλα: με τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τον Θεό, που υποφέρουν λόγω της υπερηφάνειας τους και στερούνται της Χάριτος, με τους λαούς που στενάζουν από τον πόνο, την πείνα και τον πόλεμο. «Η εμπειρία του  Άγιου Πνεύματος του απαγόρευε να κλείσει την Εκκλησία στον εαυτό της, διότι σ’ αυτή περιέχονται ο κόσμος και όλη η ανθρωπότητα, δηλώνει ο Όλιβιέ Κλεμάν.
Για τον Σιλουανό, όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του Θεού, φορείς του Αγίου Πνεύματος». Ο γέρων Σιλουανός επαναλαμβάνει συνεχώς: η ψυχή που διακατέχεται από το Άγιο Πνεύμα θλίβεται όταν βλέπει τον άλλο να υποφέρει· ποθεί και γι’ αυτόν και για όλον τον κόσμο την ίδια χάρη που κι αυτή έλαβε. Επιθυμεί όλοι οι άνθρωποι να γνωρίσουν την ίδια ομορφιά, να μετανοήσουν, να δουν την δόξα του θεού, να ανακαλύψουν την ευσπλαχνία Του και να σωθούν.
Ο σκοπός είναι το κακό να εκδιωχθεί από την γη και να βασιλεύσει η ειρήνη. Η αγάπη,η αληθινή αγάπη, δεν ανέχεται την απώλεια ούτε μιας ψυχής: «Ό αδελφός μα
ς είναι η ζωή μας. Θα δοξαστούν αυτοί που, επειδή ήταν πλήρεις από την αγάπη του θεού, υπέμειναν τον πόνο όλου του κόσμου». Από κει και η διακαής προσευχή που αναγράφεται και στην εικόνα του αγίου: «Δέομαί Σου ελεήμον Κύριε, ίνα γνωρίσωσί σε εν Πνεύματι άγίω πάντες οι λαοί της γης».

Η αγάπη για τους εχθρούς

Αγάπη για τους ανθρώπους, ακόμη και για τους εχθρούς (Ματθ. 5,44).
Διότι, όπως μας λέει ο γέρων Σιλουανός, είναι εύκολο να αγαπήσουμε έναν άγιο. Μπορούμε όμως να αγαπήσουμε έναν μεγάλο αμαρτωλό, κάποιον που μας προσβάλλει, που μας περιφρονεί, που μας βλάπτει, που διώκει την Εκκλησία;
Να είσαι χριστιανός σημαίνει να ακολουθείς τον Χριστό που πέθανε πάνω στο σταυρό για τη σωτηρία των εχθρών Του (Λουκ. 9, 54-56), που τους συγχώρεσε.
Ν’ αγαπάς τους εχθρούς σου σημαίνει να συμπάσχεις, να γνωρίζεις ότι αυτοί υποφέρουν από μεγάλο πόνο λόγω των παθών τους και επομένως να προσεύχεσαι γι’ αυτούς Αποκορύφωμα της ευαγγελικής ζωής, σύμφωνα με το ευαγγέλιο, η αγάπη για τους εχθρούς είναι για τον Σιλουανό το έσχατο κριτήριο της «αληθινής πίστης», το «ανελέητο βαρόμετρο» της ακρίβειας της πνευματικής μας ζωής, το αδιάσειστο μέτρο του βαθμού της κοινωνίας μας με τον Θεό και της παρουσίας της Χάρης Του εντός ημών.
Με άλλα λόγια, η αγάπη για τους εχθρούς είναι αυτό, που πέρα από όλους τους τύπους, τα θεολογικά κατασκευάσματα και τις μυστικές εμπειρίες, μαρτυρεί την αλήθεια της Εκκλησίας.
Σ’ αυτό το σημείο, ο γέρων Σιλουανός είναι κατηγορηματικός: όποιος έχει την δύναμη της αγάπης για τους εχθρούς γνωρίζει τον Κύριο Ιησού Χριστό εν Πνεύματι και Αληθεία.
Όποιος, αντιθέτως, δεν την έχει, είναι ακόμη στα χέρια του θανάτου· η χάρη, η αγάπη του Θεού δεν υπάρχει στην πληρότητά της μέσα του και δεν έχει γνωρίσει ακόμα αληθινά τον Θεό, όπως είναι.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον πατέρα Σωφρόνιο, δεν είναι ακόμη εντελώς «ορθόδοξος» με την βαθύτερη έννοια του όρου.

Και ο γέροντας προσθέτει: «Η ψυχή που δεν έχει αγάπη για τους εχθρούς δεν θα έχει ποτέ ειρήνη· θα βασανίζεται και θα κάνει και τους άλλους να υποφέρουν».

Έτσι αγγίζουμε το βαθύ νόημα της δεύτερης εντολής του Χριστού: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», όπως αυτή έγινε αντιληπτή και βιώθηκε από τον γέροντα Σιλουανό. Αυτό το «ως σεαυτόν» δεν δείχνει τόσο το μέτρο, με το οποίο πρέπει να αγαπήσουμε τον πλησίον μας, όσο σημαίνει την οντολογική ενότητα, το ομοούσιο του ανθρωπίνου γένους, που με την πτώση διχάστηκε, αλλά αποκαταστάθηκε από τον Χριστό. Το να αγαπήσεις τον πλησίον σου «ως σεαυτόν» σημαίνει να τον αγαπήσεις όπως την ίδια σου την ζωή. Σημαίνει, όπως γράφει ο πατήρ Σωφρόνιος ακολουθώντας το πνεύμα του διδασκάλου του, «να ζήσεις πραγματικά όλη την ανθρωπότητα σαν να ήταν μία μόνο ζωή, μία μόνο φύση με πολλαπλά πρόσωπα.

“Αν κάθε άνθρωπος, δημιουργημένος κατ’ εικόνα Θεού, κατορθώσει να περιέχει, να συμπεριλάβει στην ύπαρξή του το σύνολον της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά τον ίδιο τρόπο που κάθε πρόσωπο της Άγιας Τριάδας φέρει την θεότητα στην πληρότητά της, τότε όλο το κακό που διαπράττεται στον κόσμο δεν θα θεωρηθεί πια μόνον σαν κάτι που δεν έχει σχέση με μας, αλλά σαν δική μας προσωπική αμαρτία».

Συμπάθεια για την κτίση

Ο γέρων Σιλουανός δεν παύει να μας το υπενθυμίζει: κανείς δεν σώζεται μόνος του. Η σωτηρία μου δεν είναι δική μου υπόθεση, δική μου μικρή και ατομική υπόθεση. Είναι ένα γεγονός οντολογικό, που άφορα όχι μόνο όλη την ανθρωπότητα, παγγενή τον Αδάμ, αλλά και όλη την κτίση, κάθε τι που δημιουργήθηκε από τον Θεό. Ο γέρων Σιλουανός, που περπατά εδώ πάνω στα βήματα του αγίου Ισαάκ του Σύρου, μας μιλά για την θλίψη που τον κυρίευσε, όταν έκοψε ένα φύλλο ενός δέντρου χωρίς λόγο, για τα άφθονα δάκρυα που έχυνε για τρεις μέρες, επειδή τραυμάτισε θανάσιμα μία μύγα που τον εκνεύριζε ή επειδή έχυσε καυτό νερό σε νυκτερίδες, για να απαλλαχθεί απ’ αυτές.

Γράφει: «Μετά από εκείνη την ημέρα, δεν έκανα πια κακό σε κανένα πλάσμα. Το Πνεύμα του Θεού μας μαθαίνει να αγαπάμε κάθε έμβιο ον». Αυτό οδηγεί κάποιους να δουν μέσα στον γέροντα Σιλουανό, όπως και στον Φραγκίσκο της Ασίζης, έναν «οικολόγο άγιο».

Ένας σύγχρονος και επίκαιρος άγιος

Κάποιοι θεώρησαν ότι ο Θεός έδωσε τον γέροντα Σιλουανό στην Δύση ως άγιο και οδηγό στον δρόμο της σωτηρίας, κατά τον ίδιο τρόπο που έδωσε τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ στην Ρωσσία και τον άγιο Νεκτάριο Αιγίνης στην Ελλάδα. Πέρα από την απλοϊκότητα και την σχηματοποίηση, αυτός ο συσχετισμός είναι αληθινός. Με την παγκοσμιότητα της αγάπης του, που δεν αποκλείει τίποτα και κανέναν, με την δύναμη της προσευχής του για την σωτηρία του κόσμου, με το βάθος του ευχαριστιακού του δράματος που περικλείει όλη την κτίση, με την γνώση του για την άβυσσο της ανθρώπινης καρδιάς και του εσωτερικού δρόμου που οδηγεί στην «απόκτηση του Άγιου Πνεύματος», ο γέρων Σιλουανός δεν έχει επηρεάσει μόνο την ζωή πολλών ανθρώπων χάρη σ’ αυτόν, στα γραπτά του και στην προσευχή του, ξαναβρήκαν τον Θεό και τον Χριστό, εμβάθυναν στην πίστη τους, μεταμόρφωσαν το είναι τους και ίσως ένιωσαν μία κλήση για τον μοναχικό βίο. Έγινε έτσι το ένα από τα «σημεία αναφοράς που βρίσκονται στο πεδίο των πιθανών που αναγγέλλουν και προετοιμάζουν την πνευματικότητα του αύριο» (Jean Bies). Σύμφωνα με τον πατέρα Πορφύριο, ηγούμενο της μονής του Κοβίλγ (Σερβία), «αν ή μαρτυρία του Σιλουανού εμφανίζεται σημαντική, είναι διότι, ως μεταμορφωθέν πρόσωπο, συμβάλλει στην μεταμόρφωση της κοινωνίας και όλου του κόσμου.

“Άνθρωπος αυθεντικός, όπως μονό οι άγιοι μπορούν να είναι, ο γέρων Σιλουανός είναι μια πηγή παρηγοριάς στον κόσμο μας, που χαρακτηρίζεται από αναρίθμητες διαμάχες και εντάσεις μεταξύ των λαών, των δύο φύλων και του εσωτερικού κόσμου κάθε ανθρώπου».

Υπ’ αυτή την έννοια, την ώρα που ο οικουμενισμός ως θεσμός ναυαγεί, που μερικά περιβάλλοντα (κυρίως ορθόδοξα) κυριεύονται από την σκληρότητα της κοινής ομολογίας, που ο εθνικισμός και τα εθνικοφυλετικά πάθη οξύνονται, ο γέρων Σιλουανός εμφανίζεται ως ένας μεσολαβητής, ένας προφητικός τόπος συνάντησης και υπέρβασης -εκ των ένδον, με την μεταμόρφωση της καρδιάς- των διαιρέσεων και του μίσους όλων των ειδών.

Απέναντι στην κρίση του νου και τις απογοητεύσεις του σύγχρονου κόσμου και των περιπετειών του, είναι -για να χρησιμοποιήσουμε ξανά τα λόγια του Ολιβιέ Κλεμάν- «ένας από τους μεγάλους μάρτυρες της σύγχρονης μεταμόρφωσης του χριστιανισμού, την στιγμή που ο Θεός ολοκληρώνει την αποκάλυψη του ονόματός Του με το να παύει να οικειοποιείται ολότελα τον Σταυρό· εμείς καταλαβαίνουμε ότι η κόλαση, εφόσον ο Χριστός δεν παύει να κατεβαίνει εκεί, δεν καταλήγει στο μηδέν αλλά στην ελπίδα».

Του ιεροδιακόνου Maxime Egger

Από το περιοδικό «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ», ΔΕΚ. 2000 – ΜΑΡΤ. 2001, ΤΕΥΧΟΣ 4

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης(24 Σεπτεμβρίου)

Θαυμαστές και ωφέλιμες διηγήσεις από τον βίο του Οσίου Ιωακείμ του Βατοπαιδινού του Ιθακήσιου(Παπουλάκη)((† 2.3.1868)

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ του Κωνσταντίνου Παξινού στο χωριό Λεύκη ήταν άπιστος, ειρωνευόταν τον Παπουλάκη και τον αποκαλούσε «ψευτομετάνη».
Καποτε τον βρήκε μια αρρώστια, όπου αδυνάτιζε συνεχώς και δεν μπορούσε να
περπατήσει. Την πήραν οι δικοί του και τον πήγαν στην Πατρα στους γιατρούς. Αυτοί τους ανακοίνωσαν ότι δεν του βρίσκουν τίποτε. Ετσι τον έφεραν πίσω στο Θιάκι ( Ιθάκη) για να πεθάνει…Τα παιδιά του έτρεξαν στον Παπουλάκη και με δάκρυα ζήτησαν τη βοήθειά του. Τα λυπήθηκε και πήγε στο σπίτι τους. Ρωτησε τον άρρωστο τι έχει και αυτός απάντησε
ότι είναι άρρωστος και οι γιατροί δεν μπόρεσαν να τον κάνουν καλά. Τοτε του λέγει· « Ας δω κι εγώ ο ψευτομετάνης»! Τον σταύρωσε με το σταυρό που κρατούσε και σε λίγες μέρες ο άρρωστος έγινε εντελώς καλά. Οταν έφυγε του είπε:
«Ποτέ σου να μην κατηγορείς κανέναν άνθρωπο»!
————————————————————————————
ΚΑΠΟΙΟΣ παντρεμένος στο χωριό Ανωγὴ είχε παράνομες σχέσεις με μια γυναίκα. Οταν η σύζυγος τους υποψιάστηκε, αποφάσισε να τους σκοτώσει στο κρυφό
μέρος που συναντιόνταν, ρίχνοντας πάνω τους μέγα λίθο. Φυσικά δεν είχε εκμυστηρευτεί σε κανέναν το σχέδιό της.
Λιγο πριν εκτελέσει την απονενοημένη αυτή πράξη, εμφανίστηκε αναπάντεχα
μπροστά της ο άγιος Παπουλάκης, ο οποίος την σταμάτησε λέγοντας· «Σταμάτα αμέσως, παιδάκι μου, και γύρισε στο σπίτι σου. Εσὺ θα πας στον παράδεισο κι αυτός στην κόλαση, αν μείνει ανετανόητος. Κανε λίγη υπομονή ακόμα, εσύ θα είσαι η κερδισμένη…».
Αυτά τα λόγια έφεραν κατάνυξη στην ψυχή της παρ ὀλίγον συζυγοκτόνου,
ευχαριστώντας τον Οσιο που την έσωσε απ αὐτὴν την φοβερή παγίδα του διαβόλου.
————————————————————————-
Ο ΣΠΥΡΟΣ Παλμος (Χαραμής) από το Μεγανήσι, είχε πάει στο Θιάκι με τους συγγενείς του να στεφανωθεί την Αικατερίνη Παξινού από τη Λεύκη. Στο δρόμο συνάντησαν τον Παπουλάκη, ο οποίος τους είπε να πάνε να στεφανώσουν και αμέσως να φύγουν, γιατί τους περιμένει μεγάλο κακό αν αργήσουν.
Αυτοί δεν έδωσαν σημασία, σκόρπισαν στα γύρω χωριά, πήγαν στους συγγενείς τους κι άλλοι διασκέδαζαν ως το πρωϊ. Εκείνο όμως το πρωϊ έπιασε μεγάλη φουρτούνα και κράτησε είκοσι μέρες, όπου ο Χαραμής ξόδεψε όλη του την προίκα για να τρέφει τους συγγενείς του.

ΠΗΓΗ. Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου, Ο Οσιος Ιωακεὶμ ο Ιθακήσιος, 1786-1868, σελ. 97-98, β´ εκδ. συμπληρωμένη, Ιθάκη 2008.

Ένας μικρός κατάλογος εγγάμμων Αγίων.

(η εικόνα είναι του ΄σερβου αγιογράφου Γιάσα Νίκολιτς και απεικονίζει την Σύλληψη του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου από τους γονείς του Ζαχαρία και Ελισσάβετ)

Ο απόστολος Πέτρος (βλ. Ματθ. 8, 14-17), σύζυγος του οποίου θεωρείται από την παράδοση η αγία Ιωάννα (μία από τις μυροφόρες) σύμφωνα με την άποψη του Συμεώνος  του  Μάγιστρου και Λογοθέτη, o άγιος Σπυρίδωνας, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο διάκονος Φίλιππος, ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων, προστάτης των μελισσών, η αγία Υπομονή, η αγία Σοφία, που μαρτύρησε με τις τρεις μικρές κόρες της, η αγία Ιουλίττα, μητέρα του παιδομάρτυρα αγίου Κηρύκου, η αγία Ευβούλη, μητέρα του γιατρού αγίου Παντελεήμονα, η αγία Άννα, μητέρα του προφήτη Σαμουήλ, η αγία Θεοδότη, μητέρα των αγίων γιατρών Κοσμά και Δαμιανού των αναργύρων, οι αγίες Μακρίνα και Εμμέλεια, γιαγιά και μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου, η αγία Νόννα, μητέρα του ποιητή αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η αγία Ανθία, μητέρα του αγίου Ελευθερίου, η αγία Ελένη, η αγία Μελάνη (γιαγιά και εγγονή με το ίδιο όνομα), οι αγίες Θεοδώρα και Θεοφανώ οι αυτοκράτειρες, οι σύγχρονοι άγιοι Σεραφείμ της Βίριτσας, Νικόλαος Πλανάς (Αθήνα), Λουκάς ο Ιατρός και πολλοί άλλοι.

Ζευγάρια εγγάμων Αγίων

Οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα (γονείς της Θεοτόκου), Ζαχαρίας και Ελισάβετ (γονείς του Προδρόμου), Ακύλας και Πρίσκιλλα, οι μάρτυρες Τιμόθεος και Μαύρα, η αγία Πολυχρονία και ο μάρτυρας σύζυγός της άγιος Γερόντιος (γονείς του αγίου Γεωργίου), οι άγιοι Θεοπίστη και Ευστάθιος, που μαρτύρησαν μαζί με τα παιδιά τους, τους αγίους Αγάπιο και Θεόπιστο, οι άγιοι Ξενοφών και Μαρία, που γιορτάζουν επίσης μαζί με τους γιους τους, τους αγίους Αρκάδιο και Ιωάννη, οι άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία, Αδριανός και Ναταλία, Γαλακτίων και Επιστήμη.

(Πλήρη κατάλογο εγγάμων Αγίων θα δημοσιεύσουμε σε άλλο άρθρο μας μελλοντικά)

Ο ΟΣΙΟΣ ΡΩΜΥΛΟΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ

 

ΠΗΓΗ. Αρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, ηγουμ. Ι. Μ. Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερών]
«ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΡΩΜΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΟΥ», σειρά «ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ» τ. 6, Εκδόσεις «ΤΗΝΟΣ» ©)

Ένας άλλος σπουδαίος μαθητής του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, είναι και ο βιογραφούμενος εδώ όσιος Ρωμύλος. Αυτός εγεννήθη περί το 1310 μ.Χ. εις την περίδοξο πόλι της Βιδύνης, όπου ευρίσκεται εις το ΒΔ άκρο της Βουλγαρίας. Ο πατέρας του «ρωμαίος ην το γένος», δηλαδή Έλληνας, και η μητέρα του «εκ των βουλγάρων». Η νεανική σύνεση και η άρετή του γίνονται γνωστές εις όλους, αλλά οι γονείς του προσπαθούν να τον νυμφεύσουν, έστω και χωρίς την συγκατάθεση του.
Οι αρνήσεις του για ένα επίγειο γάμο δεν εύρισκουν κατανόησι· έτσι αποφασίζει να ασπασθεί τον βίο της ασκήσεως, έστω και άνευ της πατρικής συγκαταθέσεως, διότι γνώριζε πως «ο φιλών πατέρα η μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος».Έρχεται ανατολικότερα εις την περιοχή της Ζαγοράς και εις την τότε πρωτεύουσα του κράτους, το κάστρο του Τυρνόβου. Ως «η διψητικοτάτη έλαφος επί τας πηγάς των υδά-
των», έτσι και αυτός φλεγόμενος από θείο πόθο, εισέρχεται εις το εκεί μοναστήρι της Θεομήτορος Οδηγητρίας και λαμβάνει το αγγελικό Σχήμα, μετονομαζόμενος από Ράϊκος εις Ρωμανό. Εις ολίγο χρονικό διάστημα, οι πολλές αρετές του, και προπαντός «η ενοικούσα τη ψυχή αυτού ταπείνωσις», τον καθιστούν αγαπητό εις όλους, όπου
τον ονομάζουν πλέον Καλορώμανο.
Είναι η ευλογημένη εποχή οπού ήλθε εις τα Παρόρια ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Η φήμη του εξαπλώνεται παντού και ο θείος Ρωμανός ζητεί και λαμβάνει την ευχή του γέροντός του να υποταχθεί εις τον Έλληνα ησυχαστή. Το διακριτικό βλέμμα του ιερού Σιναΐτου πατρός διακρίνει ότι ο νέος μοναχός είναι εργάτης της αρετής, γι᾽ αυτό και δεν αμελεί να του προσθέσει κοπιώδη διακονήματα. Εις όλα ανταποκρίνεται
πλήρως προς τις προσδοκίες του αγίου Γρηγορίου, και μετά τον θάνατο αυτού, περί το 1346 μ.Χ., «δια τον πειρασμόν των ληστών», αναχωρεί «των Παρορίων και εις την Ζαγοράν» πάλι επιστρέφει. Μετ’ ολίγoν, μαθαίνοντας ότι ο βασιλεύς Ιωάννης Αλέξανδρος απεδίωξε τους ληστάς, επανέρχεται εις «την έρημο των Παρορίων», συνεχίζων την άκρως ασκητική βιοτή του και κοσμούμενος με «την των δακρύων δωρεάν
και χάριν». Ο φόβος, όμως των αγαρηνών δεν του επιτρέπει επί πολύ να απολαύση την εκεί ησυχία και «άκων εις την Ζαγοράναπέρχεται», αλλ᾽ εκ νέου «εις τα Παρόρια αφικνουται, επειδή φιλέρημος ην». Εδώ λαμβάνει το μέγα αγγελικό Σχήμα και «Ρωμύλος μετονομάζεται». Παραμένει επί πενταετίαν «παλαίων μετά δαιμόνων», αλλ᾽ επιστρέφει πάλι δια τελευταίαν φοράν εις την Ζαγορά, εξ αιτίας των επιδρομών «των
της Άγαρ απογόνων». Απ᾽ εκεί συντόμως αναχωρεί δια «το άγιον όρος του Άθωνος» και εγκαθίσταται «πλησίον της ιεράς λαύρας», όπου ήδη ανθεί η ησυχαστική κίνησι και πολλοί «πατέρες ομότροποι oικούν».
Αλλά τώρα πλέον, οι αρετές του είναι πολλές και δεν ημπορεί να κρυφθή, ως «πόλις επάνω όρους κειμένη». «Πεπειραμένος ων τα των μοναχών» προσελκύει πλήθη «αναχωρητών και μιγάδων», οι οποίοι σαγηνεύoνται από τους θείους λόγους του, «ως η μαγνήτης λίθος έλκει τον σίδηρον». Βλέπει κανείς «κατηφείς, ξηρούς, σκληρούς, εκ δαιμόνων η εξ ανθρώπων τούτο πάσχοντας», και δια της πλήρους χάριτος και δυνάμεως νουθεσίας του, αλλά και της νηπτικής διδασκαλίας του, να φεύγουν
«φαιδροί τω προσώπω και τη ψυχή».
Οι τραγικές, όμως, ιστορικές συνθήκες της εποχής, καθώς πλέον η χιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία συνταράσσεται από τις μουσουλμανικές βαρβαρικές ορδές, δεν αφήνουν ανεπηρέαστους ούτε τους μοναχούς του Αγίου Όρους. Τότε, «οι πλείους των αναχωρητών εξέφυγον», και μαζί των ούτος ο Άγιος», ο οποίος φθάνει εις τον
Αυλώνα της Αλβανίας. Εδώ, προς χάριν των «μυριοπαθών» εκείνων ανθρώπων, αναδεικνύεται «ισαπόστολος, πάντας εις ενότητα της αληθούς πίστεως συγκαλών» με τον «κεχαριτωμένον λόγον του». Επειδή, όμως, «μεγάλως υπερετίμων αυτόν, εις την Σερβίαν απέρχεται», πλησίον του Μοναστηρίου της Ραβενίτσης, όπου τελειώνει τον
πολύαθλο επίγειο βίο του περί το 1380.
Ο Θεός, και μετά την κοίμησί του, τον δοξάζει με «την χάριν του ιάσθαι πάσαν ασθένειαν και παν πάθος», ώστε να προσέρχωνται πλήθη ανθρώπων δια να προσκυνήσουν τον τάφο και τα τίμια αυτού λείψανα, τα
οποία μέχρι σήμερον φυλάσσονται εις την Ιερά Μονή της Ραβανίτσης.
Το γεγονός της συντάξεως Ακολουθίας προς τιμήν του, υπό του Μητροπολίτου Βιδυνίου Ιωάσαφ, δεκαετία μόλις από της κοιμήσεώς του, δείχνει την γρήγορο εξάπλωση της φήμης του ως θαυματουργού και την άμεσο αναγνώρισή του ως Αγίου υπό της Εκκλησίας, η οποία τιμά την μνήμη του τη ιη/ του μηνός Σεπτεμβρίου. (Η ημερoμηνία αυτή αναφέρεται το πρώτον εις μίαν παράφρασι του Βίου εν έτει 1904 –όρα σχετικώς κατωτέρω και εις όλους τους νεωτέρους Συναξαριστάς. Εις τον κώδικα 73,
όμως, της Ι. Μ. Δοχειαρίου σημειώνεται: «Μην Νοέμβριος κατά α/».
Ο μακαριστός Σέρβος π. Ιουστίνος Πόποβιτς [άγιος] καταχωρεί την μνήμη του τη ιϛ/ Ιανουαρίου, ενώ ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης δεν τον αναφέρει καθόλου).
‘Ενα ζήτημα το όποιον θα ξενίσει ίσως τους φιλόθεους αναγνώστες και το
οποίον αξίζει, όμως, να εξετασθεί είναι οι συχνές μετακινήσεις του βιογραφούμενου Οσίου. Καθ’ όσον μάλιστα συνέβαιναν εις μίαν παλαιοτέρα εποχή, οπού οι μετακινήσεις ήσαν δυσκολότερες, αλλ᾽ ιδίως επειδή ο όσιος Ρωμύλος ανήκε εις την χορεία των ησυχαστών Αγίων. Τι να είπη ο σημερινός μοναχός, ο οποίος έχει μεν δώσει υπόσχεση να «παραμείνη τω Μοναστηρίω έως εσχάτης του αναπνοής», αλλά τον δελεάζει η ευκολία της μετακινήσεως οπού είναι πολύ μεγάλη, και δεν τον ενισχύει η ησυχαστική πνευματικότητα οπού είναι τόσο χαμηλή; Είναι βεβαίως γεγονός ότι σήμερον δεν μας «χωρά ο τόπος», και όλοι μας, είτε μοναχοί είτε λαϊκοί, μετακινούμεθα συνεχώς, ευρισκόμενοι εις μίαν διαρκή και άσκοπο περιπλάνηση. Όμως, δεν μας «χωρά ο τόπος», όχι χάριν της μεγάλης κινητικότητας της εποχής μας, αλλά διότι έχομε, κατά
βάθος, ένα ανυπότακτο «Εγώ», όπου δεν θέλει να δεσμευθεί εις ένα ορισμένο τόπο, να σταθή εις ένα σημείο εφ᾽ όρου ζωής. Νιώθομε τον χώρο ως ένα αφηρημένο πεδίο και η αντίληψη μας γι᾽ αυτόν, ως άμεσο αποτέλεσμα της φυσιοκρατικής παιδείας μας, είναι μηχανιστική η έστω συναισθηματική. Δεν διανοούμεθα να δημιουργήσομε ένα τύπο σχέσεως με τον χώρο, να δεθούμε με ένα τόπο, να περιορισθούμε εις ένα μέρος,
όπως το οικιακό δωμάτιο η το μοναχικό κελί, το οποίο είναι ικανό να «μας διδάξη τα πάντα», κατά τον αββα Μωϋσή. Αλλ’ οι μετακινήσεις του βιογραφούμενου Οσίου είχαν ένα διαφορετικό χαρακτήρα από τον σημερινό αενάως περιπλανώμενο τρόπο ζωής μας, γιατί δεν συνδέονται τόσο με την εσωτερική του παρόρμηση, όσο με τις εξωτερικές ιστoρικές συνθήκες της εποχής εκείνης. Ο ίδιος ήτο ένας μοναχός άκρας
ησυχαστικής νοοτροπίας, όπως αμέσως θα διαπιστώση ο αναγνώστης, με πλήρη αποταγή των εγκοσμίων, βαθύ πόθο της ερημικής ζωής, μεγάλη διάθεσι υπακοής, συνεχή αποφυγή της συγχύσεως και των ματαίων μεριμνών. Είχε την συνείδησι κάθε φορά πως, εις τον τόπο οπού εξ ανάγκης μετεκινείτο, θα διέμενε έως τέλους της ζωής του,
κάτι οπού αποτελεί ασφαλές κριτήριο απλανούς ασκητικού βίου.
Αλλ᾽ οι συνεχείς επιδρομές των Τούρκων, οπού ολοέν και περισσότερον εισέδυαν εις τα εδάφη της εξασθενημένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν επέτρεπαν επί πολύ εις τους κατοίκους, και ιδιαιτέρως εις τους μοναχούς, να ησυχάζουν και να ζουν απερίσπαστα.
Μέσα εις τέτοιες τραγικές συνθήκες ακουσίου ξερριζωμού, η μόνη μετά Θεόν παρηγορία των ήτο η οικουμενική συνείδησι, την οποίαν ενέπνεαν οι αρχαί του ησυχασμού και ενεθάρρυνε η πανορθόδοξος έννοια του Ρωμαίου (Ρωμηού η Βυζαντινού) πολίτου, ώστε μετακινούμενοι εις όλο το πλάτος της Βαλκανικής Χερσονήσου να αισθάνωνται γνώριμοι και οικείοι, ωσάν εις την ιδιαιτέρα πατρίδα των.

Πόσο πλούσιος είναι ένας φτωχός!

Ένας πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να διδάξει στο γιο του τι σημαίνει φτώχεια, τον πήρε μαζί του για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μια οικογένεια που ζούσε στο βουνό.

Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία» απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;» συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.

Ο γιος απάντησε:

- Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις.
– Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…
– Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…
– Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…
– Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας• αυτοί πάλι, σπέρνουν και θερίζουν γι αυτό…
– Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη συμφωνία από πουλιά, βατράχια, και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται που και που από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…
– Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ό,τι τρώνε έχει αυτή τη θεσπέσια γεύση, μια και μαγειρεύουν στα ξύλα…
– Εμείς, για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…
– Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, «συνδέονται» με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένειά τους.

Ο πατέρας έμεινε έκθαμβος από τις απαντήσεις του γιου του…
Και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:
«Σ’ευχαριστώ, μπαμπά, που μας δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…»

Η Αγία Ευφημία επισκέπτεται τον Γέροντα Παΐσιο

«Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα. (Με το μακαρίτη Τρίτση).

Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:

«Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:

-Ποιος είναι;

-Η Ευφημία! (απαντά).

-Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι·

-Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).

-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και συ.

Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού». «-Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.

-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.

-Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.

Και του Αγίου Πνεύματος»

Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.

-Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκικαι εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).

-Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!

-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.

-Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

-Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».

Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».

Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».

Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».

Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».

Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.

( Πηγή: Αγιορείτικο βήμα. )

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers