Μερικά από τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα,πρίν την Κοίμησή του.

Η παράθεση όλων των θαυμάτων του ιερού Σπυρίδωνος είναι αδύνατος, όχι δε μόνο η λεπτομερή αφήγηση αυτών, άλλα και η απλή απαρίθμηση δεν είναι πραγματοποιήσιμη, διότι ο αριθμός αυτών είναι άγνωστος, εφ’ όσον μυστικώς επιτελούνται τα περισσότερα. Την διαπίστωση αυτή εκφράζει και ο εκ των βιογράφων του Σπυρίδωνος Συμεών ο Μεταφραστής όταν γράφει: «τὸ πάντα μὲν τὰ ἐκείνου διεξελθεῖν, ἀπειρόκαλόν τε ὁμοῦ καὶ ἀδύνατον, ὥσπερ τὸ πάντα παραλιπεῖν ἀτεχνῶς ἐπιζήμιον». (1) Εις την συνέχεια του παρόντος κεφαλαίου θα εκτεθεί, με κάθε δυνατή βραχυλογία, η διήγηση των θαυμάτων, τα όποια διέσωσαν οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι αρχαίοι βιογράφοι του Σπυρίδωνος ως και οι νεότερες διηγήσεις των κατά καιρούς εκδοτών της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του αγίου Σπυρίδωνος. (2)

Η σειρά της παρατάξεως των θαυμάτων, δια το πρώτο μέρος αυτών, είναι εκείνη την οποίαν ακολουθεί ο Μεταφραστής και τούτο διότι ο υπ’ αυτού Βίος του αγίου Σπυρίδωνος είναι ο μόνος γνωστός, εφ’ όσον από του έτους 1847 κατέστη αναπόσπαστο τμήμα του σώματος των ακολουθιών του αγίου Σπυρίδωνος. (3) Δια δε τα επόμενα ισχύει η σειρά της εκδόσεως της Ασματικής Ακολουθίας και του Βίου του Αγίου, υπό του Μεθοδίου Κοντοστάνου, Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών. (4) Το σύνολο της διηγήσεως των θαυμάτων διαιρείται εις δύο τμήματα: α) Το περιλαμβάνουν τα θαύματα, τα οποία τέλεσε ζων ακόμη ο Σπυρίδων, και β) τα μετά τον θάνατον αυτού.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΕΝ ΖΩΗ

Ανομβρία στην Κύπρο

Η Κύπρος, ιδιαιτέρα πατρίς του ιερού Σπυρίδωνος, αξιώθηκε πρώτη της ευεργεσίας των θαυμάτων του. Πρώτον δε θαύμα αναφέρεται η διάσωση αυτής από τρομακτική ανομβρία, ένεκα της οποίας προεκλήθη «λιμός, τῷ λιμῷ δὲ λοιμός, καὶ τὸ πολὺ τοῦ πλήθους, τὸ μὲν ἤδη καὶ διεφθείρετο, τὸ δὲ ὅσον οὔπω τοῦτο παθεῖν ἠλπίζετο». (5) Τότε ό Σπυρίδων, δια θερμών προσευχών, ως άλλος Ηλίας, (6) άνοιξε τους ουρανούς, και «ὄμβρος αὐτίκα κατερράγη πολύς, καὶ πιαίνεται μὲν ἡ γῆ, τρέφεται δὲ τὰ ὡραῑα, καὶ τὰ λήϊα αὔξεται, καὶ πὰντα ὁμοῦ λύεται τὰ δεινά». (7)

Ο πλούσιος στην Κύπρο

Μεγάλη ακαρπία κυρίευε την Κύπρο και οι έμποροι έκρυβαν τους καρπούς δια να κερδίσουν παράνομα πολλά. Ήλθε τότε προς ένα εξ αυτών πλουσιώτατος, εις άνθρωπος πτωχός, και θερμώς και μετά δακρύων τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει. Ματαίως όμως. Ο πλούσιος έμεινε ασυγκίνητος. Ακολούθως ο πτωχός άνθρωπος πήγε εις τον Άγιο και του ανέφερε την σκληρότητα του πλουσίου και την δική του πενία. Ο Άγιος τον παρηγόρησε και του προείπε ότι την επομένη ο ίδιος ο άσπλαχνος πλούσιος θα τον παρακαλούσε να λάβει όσους καρπούς ήθελε. Πράγματι, την νύκτα έπεσε ραγδαία βροχή, η οποία παρέσυρε τις αποθήκες του πλουσίου και σκόρπισε τους καρπούς του, και ο λαός ο πενόμενος επιδόθηκε εις την αρπαγή αυτών. Και παρουσιάσθη το εξής παράδοξο, ο πλούσιος έδιδε το δικαίωμα εις τον πτωχό να λάβει ότι ήθελε. Εν τούτοις δεν σωφρονίστηκε, καθώς μαρτυρεί το επόμενο γεγονός. (8)

Χρυσός και Όφις

Άλλος πτωχός γεωργός ζήτησε από τον ίδιο τον πλούσιο λίγον σίτο δια σπορά και υποσχέθηκε να τον επιστρέψει μετά την συγκομιδή, με το ανάλογο τόκο. Ο πλούσιος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ο γεωργός κατάφυγε εις τον Άγιο, ο οποίος με λόγια παρηγορητικά τον απέστειλε εις την οικία του. Την επόμενη αυτός ο Άγιος τον επισκέπτεται και του δίδει τεμάχιο χρυσού, δια να το βάλει ενέχυρο στον πλούσιο, να λάβει ότι του χρειάζονταν, και μετά την συγκομιδή, αφού του επιστρέψει το δάνειο, να επιστρέψει και τον χρυσό εις τον Άγιο. Έτσι και έγινε. Ο Άγιος αφού έλαβε τον επιστραφέντα χρυσό, οδήγησε τον πτωχό στο μικρό κήπο του, εκεί δε τοποθέτησε τον χρυσό εις την γη. Κατόπιν προσευχήθηκε στον Θεό με τους λόγους αυτούς: «Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ πάντα ποιῶν καὶ μετασκευάζων μόνῳ τῷ βούλεσθαι, ὁ ἐπὶ Μωϋσέως ποτὲ τὴν ράβδον εἰς ὄφιν μεταβαλὼν ἔμπροσθεν τοῦ Βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, Αὐτὸς καὶ τὸ χρυσίον τοῦτο, καθὼς ἐκ ζώου πρότερον μετέβαλες εἰς τὴν μορφὴν ταύτην, οὕτω καὶ νῦν μετάτρεψον εἰς τὸ ἀρχαῖον αὐτοῦ εἶδος, ὅπως καὶ οὗτος ὁ δοῦλος σου μάθῃ τὴν περὶ ἡμᾶς σου πρόνοιαν, καὶ διδαχθῇ ἐμπράκτως, τὸ ἐν τῇ Θείᾳ Γραφῇ λόγιον, ὄτι πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησε». (9) Αμέσως δε προ του κατάπληκτου γεωργού, το τεμάχιο του χρυσού μεταβλήθηκε σε ερπετό, το οποίο κρύφθηκε στην λιθιά.

Η διάβαση του ποταμιού

Άλλοτε πάλι, φίλος του Αγίου και ενάρετος άνθρωπος, συκοφαντημένος καταδικάσθηκε άδικα σε θάνατο. Χρειάσθηκε να μεταβεί ο Άγιος και να τον υπεράσπιση ενώπιον του άρχοντος. (10). Ήταν όμως χειμώνας και ένας ποταμός, τον οποίο έπρεπε απαραίτητα να περάσει ο Άγιος, ήταν πλημμυρισμένος και ορμητικότατος. Ο Άγιος δεν δίστασε, άλλα μιμούμενος τον Ιησού του Ναυή (11) διέταξε τον ποταμό «στῆθι, ἔφη, ὁ κοινός σοι ἐπιτάττει δεσπότης καὶ διαβήσομαι ἐγώ, σωθήσεται δὲ ὁ ἀνήρ, ὑπὲρ οὗ σπεύδομέν τε καὶ πολλὰ τοῦ Θεοῦ ἐδεήθημεν». (12) Αφού δε είπε τους λόγους τούτους το ρεύμα του ποταμού ανακόπηκε αιφνιδίως και πέρασε ο Άγιος και άλλοι οδοιπόροι, οι όποιοι διεκήρυξαν αμέσως το θαύμα στην πόλη. Και ο άρχων γεμάτος θαυμασμό απέλυσε τον κατάδικο, τον όποιον επανέφερε ο Άγιος μαζί του χαίρων.

Η Αμαρτωλή Γυναίκα

Κάποτε ο Άγιος, έπειτα από οδοιπορία μακράν, επισκέφθηκε φίλο του (13) για να αναπαυθεί λίγο. Εκείνος δε ενθουσιωδώς υποδεξάμενος τον Άγιο, έβαλε ύδωρ εις τον νιπτήρα και ετοιμάζονταν να πλύνει τα πόδια του. Εν τω μεταξύ διαδόθηκε η είδηση ότι ο Σπυρίδωνας βρίσκονταν εκεί, έτρεχαν δε οι γείτονες δια να προσφέρουν τις υπηρεσίας τους εις τον Άγιο και να λάβουν την ευλογία του. Μεταξύ των πολλών ήλθε και μία γυνή αμαρτωλός, η οποία προθυμοποιήθηκε να πλύνει τα πόδια του. Εκείνος δε αποστρέφοντας το πρόσωπο του της είπε: «μὴ μοῦ ἅπτου ὦ γύναι» (14) και τούτο όχι εξ υπερηφάνειας κινούμενος, διότι ήταν εις ολόκληρη την ζωή του υπόδειγμα ταπεινώσεως, αλλά δια να προκαλέσει σε αυτήν την σώζουσα μετάνοια. Επειδή δε εκείνη επεχείρησε να πλησιάσει τον Άγιο, εκείνος μεγαλόφωνα φανέρωσε την αμαρτία της. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την μετά δακρύων ειλικρινή εξομολόγηση της γυναικός δημοσία. Ο δε Σπυρίδων μιμούμενος τον Κύριο είπε προς την γυναίκα «Θάρσει θύγατερ· ἀφέωνται σοι αἱ ἀμαρτίαι σου». (15) και «Ἰδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε», (16) και διά της συγχωρήσεως θεράπευσε αυτήν από την φοβερά νόσο της ψυχής, την αμαρτία. (17)

Η Ανάσταση της κόρης του

Ενώ ο Άγιος βρίσκονταν στην Σύνοδο της Νικαίας πέθανε στην Κύπρο η θυγατέρα του, Ειρήνη ονομαζόμενη. Κατά την επιστροφή του εις την Κύπρο τον επισκέφθηκε κάποια γυνή, η οποία με μεγάλη ταραχή του ανάφερε ότι είχε δώσει, εις την κόρη του ένα κόσμημα πολύτιμο δια να το φυλάξει, εν τω μεταξύ όμως πέθανε η Ειρήνη χωρίς να το επιστρέψει ή να φανέρωση τον τόπο όπου το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε στον τάφο της θυγατέρας του, ακολουθούμενος από πολλούς άλλους και εκεί, απευθυνόμενος προς την νεκρά, ως να ζούσε, την ρώτησε πού έχει φυλαγμένο το ξένο κόσμημα. Εκείνη δε, αφού ανέκτησε προς στιγμήν την ζωή και ανακοίνωσε εις τον πατέρα της τον τόπο, κοιμήθηκε και πάλι. Ο δε Άγιος επέστρεψε εις την γυναίκα το κόσμημα. (18)

Η ίαση του αυτοκράτωρ Κωνστάντιου

Μετά τον θάνατον του Μ. Κωνσταντίνου (337), η αυτοκρατορία διαμοιράσθηκε μεταξύ των υιών του. Την ανατολή έλαβε ο Κωνστάντιος (337 – 361), ο οποίος έμεινε εις την Αντιόχεια. Έτυχε δε να προβληθεί ο βασιλεύς από φοβερά ασθένεια, την οποίαν κανείς ιατρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Μετά από πολλές προσπάθειας άκαρπες υποδέχθηκαν στον βασιλέα υπό αγγέλου, κατά την διάρκεια ονείρου, δύο επίσκοποι, ανάμεσα εις πολλούς άλλους, και δηλώθηκε σε αυτόν, ότι μόνον αυτοί μπορούν να τον θεραπεύσουν (επρόκειτο περί του ιερού Σπυρίδωνος και του διακόνου του Τριφυλλίου, τον όποιον ο βασιλεύς είδε ως επίσκοπο εις τον ύπνο του, προοραματιζόμενος το μέλλον). Επειδή δεν φανερώθηκε εις τον βασιλέα ούτε το όνομα ούτε ο τόπος των επισκόπων, έδωκε εντολή να προσκληθούν διαδοχικά στην Αντιόχεια όλοι οι επίσκοποι της επικρατείας. Ο Σπυρίδων, ευχαρίστως αποδεχθείς την πρόσκληση, μετέβη συνοδευόμενος από τον Τριφύλλιο. Όταν όμως παρουσιάσθηκε στα ανάκτορα και ζήτησε να δη τον βασιλέα έγινε αντικείμενο περιφρονήσεως εξ αιτίας της πτωχικής περιβολής του, κάποιος μάλιστα αυλικός τον κτύπησε στο πρόσωπο. Ο Άγιος με υπομονή έστρεψε και την άλλην σιαγόνα του εφαρμόζων τους λόγους του Κυρίου. (19) Αφού εξακριβώθηκε ότι πρόκειται περί επισκόπου του επετράπη η είσοδος εις τα ανάκτορα, όταν δε, μαζί με τον Τριφύλλιο έφθασαν εις την αίθουσα του θρόνου, αμέσως αναγνωρίστηκαν από τον βασιλέα, ο όποιος έτρεξε προς αυτούς. Ο Άγιος έβαλε την χείρα του εις την κεφαλήν του βασιλέως και αμέσως ο βασιλεύς θεραπεύθηκε. Το θαύμα προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό και θόρυβο. «Μόνος Σπυρίδων ἐν τοῖς ἁπάντων χείλεσιν ἔκειτο, Σπυρίδων ἐλαλεῖτο μόνος, Σπυρίδων ἦν πᾶσι τὸ σπουδαζόμενον». (20) Ο Άγιος, πριν εγκατάλειψη τα ανάκτορα, νουθέτησε τον βασιλέα δια μακρών, (21) δια να ευεργετήσει όχι μόνον το σώμα του αλλά και την ψυχή του. Μετά ταύτα ο βασιλεύς θέλοντας να ανταμείψει τον Άγιον έδιδε σε αυτόν χρυσόν πολύ, το όποιον ο Σπυρίδων αποποιήθηκε. Επειδή ό βασιλεύς επέμενε, ο Άγιος έλαβε τον χρυσόν και τον διαμοίρασε εις τους ανθρώπους του παλατιού, ο δε βασιλεύς, νουθετηθείς δια της πράξεως αυτής του Σπυρίδωνος, προέβη εις πολλές αγαθοεργίας.

Διπλή Ανάσταση

Πριν αναχώρηση ο Άγιος από την Αντιόχεια, δια να επιστρέψει εις την Κύπρο, τέλεσε το εξής θαυμάσιο και διπλό θαύμα. Ανέστησε πρώτα, κατόπιν προσευχής, όπως άλλοτε ο Ηλίας (22) και ο Ελισσαίος, (23) το τέκνον μιας ξένης (βαρβάρου) γυναικός. Εν συνεχεία χρειάσθηκε να ζητήσει και πάλι την χάρη και την ευσπλαχνία του Θεού για να αναστήσει και την μητέρα, η οποία μόλις είδε να ανακτά την ζωή το παιδί της, πέθανεν από την μεγάλη χαρά και συγκίνηση.

Οι αίγες και ο έμπορας

Σημειώθηκε και εις τα προηγούμενα, ότι ο Άγιος και όταν ακόμη ανήλθε στο επισκοπικό αξίωμα, έτρεφε ποίμνιο. Μία ημέρα προσήλθε εις αυτόν ένας έμπορος δια να αγοράσει αίγας. Κατέθεσε τα χρήματα εις τις χείρες του Αγίου ο οποίος εμπιστευόμενος δεν τα μέτρησε, εν συνεχεία δε ζήτησε να λάβει εκατόν αίγες. Ο ιερός Σπυρίδων εκ προορατικότητας γνώριζε ότι ο έμπορος δε του έδωσε το αντίτιμο εκατό αιγών, αλλά ενενήντα εννέα. Συνόδευσε λοιπόν τον έμπορον εις την στάνη και του είπε να λάβει τόσες αίγας, όσες πλήρωσε. Εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο άγιος είχε εννοήσει την απάτη και δια τούτο έβγαλε από την μάνδρα εκατόν αίγες. Αλλά τότε συνέβη το έξης παράδοξο. Ένα από τα ζώα δεν δέχονταν κατ’ ουδέν τρόπο ν’ ακολουθήσει τον έμπορο στάθηκε δε αδύνατον εις αυτόν και να το μεταφέρει στους ώμους του ακόμη. Επεμβαίνων τότε ο Άγιος του είπε να προσέξει μήπως το ζώο δεν αρνείται χωρίς λόγο να τον ακολουθήσει, μήπως δηλαδή λησμόνησε να πλήρωση την αξία του. Κατάπληκτος ο άνθρωπος ωμολόγησε το αμάρτημα του, και ζήτησε με συντριβή συγγνώμη αφού δε πλήρωσε το οφειλόμενο, το ζώο τον ακολούθησε ήσυχα, όπως και τα άλλα. (24)

Ο αλαζών διάκονος

Κατάκοπος ο Άγιος από την οδοιπορία, και μάλιστα σε εποχή θέρους, πήγε κάποτε στον Ναό της πόλεως Ερυθράς της Κύπρου για να προσευχηθεί. Συνέστησε τότε σε ένα από τους διακόνους των εντοπίων να επιταχύνει την ακολουθία. Εκείνος όμως, από ματαιοδοξία κινούμενος, διότι ήταν καλλίφωνος, αντιθέτως προς την εντολή του Σπυρίδωνος, επιβράδυνε την ψαλμωδία. Αγανακτώντας τότε ο Άγιος του φώναξε «σιώπα», αμέσως δε ο διάκονος έχασε την φωνή του και έμεινε άλαλος. Έντρομος έπεσε στα πόδια του ιερού Σπυρίδωνος, ως και όλο το πλήθος των παρόντων πιστών, και θερμώς καθικέτευαν τον Άγιο να συγχωρέσει και να θεραπεύσει τον τιμωρημένο υπερήφανο. Ο δε Άγιος, πηγή ευσπλαχνίας και συγγνώμης, θεράπευσε μεν τον διάκονο, δεν του έδωσε όμως πάλι την αυτή καλλιφωνία, την οποία είχε, για να τον, θεραπεύσει και από την αλαζονίαν.

Οι άγγελοι & η ιερή ακολουθία

Εις την ανωτέρω πόλη την ονομαζομένη Ερυθρά, πήγε ο Άγιος στο Ναό για την εσπερινή ακολουθία. Ο Ναός ήταν σχεδόν έρημος και μόνο οι υπηρέτες και οι διάκονοι ήσαν εκεί. Έδωσε εντολή ο Άγιος να ανάψουν φώτα πολλά και όρθιος εμπρός στο θυσιαστήριο προσεύχονταν. Όταν όμως αναφώνησε το «Εἰρήνη πᾶσι» ακούστηκε αρμονία φωνών πολλών από τον ουρανό να αναφωνεί το «Καὶ τῲ πνεύματί σου». Επίσης, όταν ο διάκονος τελείωνε τις δεήσεις, ακούγονταν οι φωνές να ψάλλουν το «Κύριε ἐλέησον». Η αγγελική υμνωδία ακούστηκε μακριά έξω από τον Ναό και οι άνθρωποι της πόλεως έτρεξαν να ιδούν, αλλά κατελήφθησαν από τρόμο, βλέποντας τον Ναό μεν έρημο, ακούοντας δε τη ψαλμωδία.

Ο λύχνος και ο έλαιος

Άλλη πάλι φοράν μετέβη ο ιερός Σπυρίδων στον Ναό για να τελέσει την εσπερινή ακολουθία. Ενώ όμως βρίσκονταν εις το μέσο αυτής, ο λύχνος έσβηνε δι’ έλλειψη ελαίου, άλλο δε έλαιο δεν υπήρχε στον Ναό. Ο Άγιος λυπόνταν διότι δεν ήθελε να σταματήσει την ακολουθία ημιτελή. Και τότε παράδοξα και δι’ αοράτου δυνάμεως, υπερεκχειλίζει ο λύχνος έλαιο και τόσον πολύ χύνονταν στο έδαφος ώστε οι υπηρέτες του Ναού έφεραν σκεύη και το συνέλεγαν. (25)

Μετέβη κάποτε ο Άγιος συνοδευόμενος από τον Τριφύλλιο Επίσκοπο ήδη της πόλεως των «Καλλινικησέων», (26) στην πόλη Κυρήνη. Καθ’ οδό διήλθαν από την πόλη Κυθέρεια και το Πενταδάκτυλο όρος. Όταν έφθασαν στην Παρύμνη, ήταν τόσο ωραίο το τοπίο, ώστε ο Τριφύλλιος επιθύμησε την απόκτηση κτήματος, αλλά την επιθυμία του δεν φανέρωσε στον Σπυρίδωνα. Παρά ταύτα ο Άγιος, δυνάμενος να γνωρίζει τους διαλογισμούς των άλλων, ήλεγξε τον Τριφύλλιο δια την ματαιοδοξία του, υπομνήσας αυτόν ότι υπάρχουν άλλα αγαθά, τα ουράνια, τα όποια πρέπει να επιδιώκει ο άνθρωπος, και όχι τα επίγεια. Ο Τριφύλλιος αναγνώρισε την ορθότητα της απόψεως του γέροντος και ζήτησε συγνώμη απ’ αυτόν.

Η μοιχαλίδα

Κάποιος συμπολίτης του Αγίου, ναυτικός, επιστρέψας εις την πατρίδα του μετά διετή απουσία, βρήκε την σύζυγό του σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Τόσο ταράχθηκε από το γεγονός ώστε ήθελε να την φονεύσει. Επικράτησε όμως εις αυτόν ηρεμότερη σκέψη και απόφυγε το έγκλημα, προσέτρεξε δε εις τον Άγιο, δια να ζήτηση την συνδρομή του. Τότε ο Άγιος δίχως να ρωτήσει καν την γυναίκα περί του γεγονότος, την έλεγξε δια την μοιχεία. Εκείνη όμως με προπέτεια και χωρίς ντροπή διεκήρυσσε μεν ότι ήταν αθώα, διαβεβαίωνε δε ότι όσον χρόνο έλειπε ο σύζυγος της εκείνη κυοφορούσε το βρέφος. Η στάση της γυναίκας προκάλεσε αγανάκτηση εις τους ακούγοντας, οι δε φωνές της είχαν αναστατώσει την πόλη ολόκληρη. Τότε ο ιερός Σπυρίδων, προσπαθώντας δια του φόβου να την οδηγήσει στην μετάνοια, της είπε «εἰ μέν ὦ γύναι, ὤσπερ εἰς μεγάλην έξώκειλας ἀμαρτίαν οὔτω δὴ καἰ μεγάλην εἰσῆγες τὴν μετάνοιαν, τάχα ἄν καὶ πολλή σοι περιελείπετο σωτηρίας ἐλπίς, οὐδεμία γὰρ οὕτως ἁμαρτίας ἰσχύς, ὡς μὴ τὴς τοῦ Θεοῦ ἡττᾶσθαι φιλανθρωπίας, ἐπεὶ δὲ τῇ μοιχείᾳ μὲν τὴν ἀπόγνωσιν, τῇ ἀπογνώσει δὲ καὶ τὴν ἀναισχυντίαν ὠδίνησας, δίκαιον μὲ ἦν τὰ ἐπίχειρα τούτων ἐπιγνῶναί σε, καὶ ὀξεῖαν ὑποστῆναι κόλασιν. πλὴν ἀλλὰ καὶ ἔτι χώραν σοι προτείνοντες μετανοίας, καθαρῶς ταῦτα προαγορεύομεν· ὡς οὐκ ἄν εἰς φῶς σοι τουτὶ τὸ κυοφορούμενον ἐξέλθοι, ποτέ, ἕως ἄν μὴ καὶ αὐτὴ τὸ τῆς ἀληθείας φέγγος ὑπὸ βαθεῖ σκότει τοῦ ψεύδους ἀπόσχῃ καλύπτειν, κρύπτειν οἰομένη καὶ τὰ τυφλοῖς, δ” φασι, καθορώμενα» (27). Μετ’ ολίγον πόνοι φοβεροί κατέλαβαν την γυναίκα, οι όποιοι έπαυσαν με τον θάνατο της. Ο δε Σπυρίδων αφού έκλαψε εκ λύπης, δήλωσε ότι δεν θα τιμωρούσε κανένα εις το μέλλον, εφ’ όσον τόσο γρήγορα οι λόγοι του πραγματοποιούνταν (28).

Ο ειδωλολάτρης ανήρ

Υπήρχε κατά τις ημέρας του Αγίου κάποια συνετή και ευσεβής γυνή, Σωφρονία ονομαζόμενη, η οποία είχε σύζυγο ειδωλολάτρη. Αυτή δεν έπαυε να προστρέχει εις τον Σπυρίδωνα και να τον παρακαλεί να μεσιτεύσει δια την σωτηρία του συζύγου της και την προσχώρησή του στον Χριστιανισμό. Αλλά και ο ειδωλολάτρης σύζυγος δεν εμπόδιζε την Σωφρονία στις προς τον Άγιο επισκέψεις της, διότι αφ’ ενός μεν δεν γνώριζε τον σκοπό αυτών, αφ’ ετέρου δε σέβονταν και τιμούσε τον Άγιο, τον οποίο δέχονταν μετ’ ευχαριστήσεως και στην οικία του (29). Μία ημέρα ενώ συνέτρωγε μετ’ αυτών ο Σπυρίδων, λέγει προς ένα υπηρέτη, εις τρόπον ώστε να γίνει ακουστός από όλους, ότι άφησε ένα μικρό υπηρέτη να φυλάσσει τα πρόβατα του. Κοιμήθηκε όμως ο μικρός και τα πρόβατα χάθηκαν. Αφού κατόπιν ξύπνησε, ματαίως ερεύνησε παντού, έστειλε δε αγγελιοφόρο να αναφέρει το γεγονός, και ότι ο αγγελιοφόρος ευρίσκονταν έξω από την θύραν· «ἀλλὰ σὺ κατελθών», πρόσθεσε εις τον υπηρέτη «γνώρισον αὐτῶ δὴ τῲ ἀγγέλῳ, ὅτι εὕρηνται ἀκριβῶς πάντα, καὶ οὐδὲ ἕν ἐνδεῖ τῷ ποιμνίῳ». (30) Ο υπηρέτης έσπευσε να εκτελέση την εντολή του Σπυρίδωνος, μετ’ ολίγο δε φάνηκε δεύτερος αγγελιοφόρος, ο όποιος ανάφερε την εύρεση των προβάτων, προς μεγάλη κατάπληξη των συνδαιτημόνων. Θαύμασε ο ειδωλολάτρης την προγνωστική δύναμιν του Αγίου και έσπευσε να τον προσκύνηση, και να προσφέρει εις αυτόν θυσία, εκείνος όμως τον συνκράτησε λέγοντας «οὐκ ἐγὼ Θεός, ἀλλὰ δοῦλος Θεοῦ μᾶλλον, ἄνθρωπος σοι ὁμοιοπαθὴς. ..». (31) και τον οδήγησε προς την αληθινή πίστη και την σωτηρία.

Οι κλέπτες των προβάτων

Κάποτε και κατά τις νυκτερινές ώρες, κλέπτες εισήλθαν στην μάντρα του Αγίου για να κλέψουν τα πρόβατα του. Τότε όμως συνέβη το έξης παράδοξο. Αόρατος δύναμη τους έδεσε κατά τρόπον, ο οποίος δεν επέτρεπε σε αυτούς ούτε την παραμικρή κίνηση. Στην θέση αυτή τους βρήκε το επόμενο πρωί ο Άγιος, ο οποίος τους απέλυσε, αφού τους νουθέτησε και τους δώρησε ένα κριό, «ἵνα μὴ μάτην ἠγρυπνηκότες ἦτε», (32) όπως είπε χαριτολογώντας.

Ο Πλοίαρχος και ο χρυσός

Ήλθε προς τον Άγιο ένας Τριμυθούντιος πλοίαρχος εμπορευόμενος, ο οποίος είχε ανάγκη χρυσού για το εμπόριο του. Ο Άγιος πρόθυμα του έδωσε ως δάνειο όσον χρυσό είχε για τις ανάγκες της επισκοπής. Έφυγε ο ναυτιλλόμενος έμπορος, πούλησε με κέρδος το εμπόρευμα του και επίστρεψε. Παρέδωσε το οφειλόμενο εις τον Άγιο, εκείνος δε χωρίς να το ελέγξει, του είπε να το τοποθέτηση στη θέση την οποίαν βρίσκονταν όταν του το έδωσε. Έκτοτε, οσάκις είχε ανάγκη, μόνος του έμπορος λάμβανε τον χρυσό και μόνος τον επανάφερε και τον φύλασσε. Δυστυχώς όμως το πάθος της φυλαργυρίας δεν βράδυνε να τον καταλάβει και όταν κάποτε έλαβε τον χρυσόν πάλι ως δάνειο προσποιήθηκε ότι τον επέστρεψε, ενώ εις την πραγματικότητα τον κατακράτησε. Μετ’ ολίγο πάλι ο έμπορος περιήλθε εις οικονομική δυσχέρεια. Τρέχει στον Άγιο και ζήτα ενίσχυση, ο δε Άγιος προσποιούμενος ότι δεν γνωρίζει την αφαίρεση του χρυσού, τον στέλνει, ως συνήθως, να λάβει το δάνειο άλλα και ο έμπορος υποκρινόμενος ερευνά τον κενό χώρο και, ως ήταν φυσικό, ουδέν ευρίσκει, εν συνεχεία δε αναφέρει την εξαφάνιση στον επίσκοπο. Και τότε ο ιερός Σπυρίδων του λέγει: «εἰ μέν, ὦ φίλτατε, ἀληθῶς ἐτύγχανες τεθεικώς, εὗρες ἄν καὶ ὅ κατέθηκας εὐχερῶς· εἰ δὲ ὅ παρὰ σοὶ ἔμεινε, τοῦτο νῦν παρ” ἡμῶν λαβεῖν ἐκζητεῖς, ἴσθι σεαυτὸν μᾶλλον, ἢπερ ἡμᾶς παραλογιζόμενος» (33). Ό άνθρωπος εκείνος δεν μπόρεσε να προσποιηθεί πλέον. Έπεσε στα πόδια του Σπυρίδωνος και αφού ομολόγησε την πράξη ζήτησε συγγνώμη, την οποίαν ο Άγιος δεν του αρνήθηκε, αφού προηγουμένως τον νουθέτησε (34).

Τα είδωλα της Αλεξάνδρειας

Αναφέρεται ότι ενώ ακόμη ζούσε ο Άγιος συγκλήθηκε, από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σύνοδος επισκόπων δια να γκρεμίσουν με κοινή προσευχή τα αγάλματα των ψευδών θεών, από τα οποία ήταν γεμάτη ακόμη η Αλεξάνδρεια. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν οι επίσκοποι, και πράγματι έπειτα από θερμή προσευχή συνετρίβησαν τα είδωλα, όλα εκτός από ένα. Παρά δε το γεγονός ότι επέμειναν στην προσευχή, δεν κατέστη δυνατή η συντριβή του αγάλματος. Κατά την νύκτα, ενώ ο Πατριάρχης προσεύχονταν, του υποδείχθηκε σε οπτασία ότι το είδωλο θα γκρεμίζονταν μόνο όταν θα προσεύχονταν ο επίσκοπος της Τριμυθούντας Σπυρίδων. Αμέσως ο Πατριάρχης στέλνει και προσκαλεί τον ιερό Σπυρίδωνα, ο δε Άγιος αμέσως σπεύδει εις την Αλεξάνδρεια. Μόλις έφτασε στο λιμένα της πόλεως το πλοίο, ο Σπυρίδων, προσευχόμενος νοερώς, αποβιβάζεται στην ξηρά, συγχρόνως δε πίπτει σε συντρίμια το άγαλμα. Όταν έμαθε ο Πατριάρχης την πτώση του ειδώλου λέγει προς τους επισκόπους «ὦ φίλοι, Σπυρίδων ἐκ Τριμυθούντος». (35) Έσπευσαν λοιπόν και υποδέχτηκαν τον Άγιο, ευρισκόμενο ακόμη στην παραλία, το δε θαύμα προκάλεσε τον θαυμασμό σε όλες τις πόλεις μέχρι και του Βυζαντίου. (36)

Στην Α’  Οικουμενική Σύνοδο:

Λίγα γράμματα έμαθε ο άγιος. Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να προσέλθει και να λάβει μέρος στην Α” Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος τα 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. Ο τρομερός αυτός αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά δημιούργημα και πλάσμα του Θεού. Κι η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε προκαλέσει αληθινό σάλο κι είχε συνταράξει ολόκληρη τη Χριστιανική Εκκλησία.

Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαιας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ” αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθησαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ” αυτούς ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.

Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί. Ο τελευταίος φυσικά δεν διακρινόταν για τη μόρφωση του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και την ταπείνωση του. Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από ουράνιους θησαυρούς. Ήταν ένα κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Από τη στιγμή που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και με βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η αλήθεια.

«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε κι επαναλάμβανε με δάκρυα στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό του φλόγιζε όλο το κορμί και τον γέμιζε με ακαταμάχητη δύναμη.

Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος μας και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρέθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ” ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι” αυτό στενοχωρέθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.

Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούνε τον γέροντα. Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:

-Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επι τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη μετά την Ανάσταση Του επι σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ” Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα ενθυμήματα μας.

-Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. Ένας είναι ο Θεός• Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ” ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό παράδειγμα.
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι είπε:

— «Εις το όνομα του Πατρός».

Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω.

- «Και του Υιού»,

Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω.

— «Και του Αγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.

- Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός• όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο – φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα καταληπτά, – ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του – λέμε και τονίζουμε:

- Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. Αλλά κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Τα λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών. Σύ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος”, 14-15). Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:

-Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με εβεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα.

Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρωτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.

Η αλήθεια για μια ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ” εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α” Κορ. 6′, 4). Δηλαδή όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στην πίστη, θεοφώτιστος.

About these ads

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 30 other followers

%d bloggers like this: